Η κομμουνιστική ομάδα

Ο κομμουνισμός θα είναι ένας απρόβλεπτος και γεμάτος ένταση αγώνας του ανθρώπινου είδους για ζωή, την οποία κανείς δεν έχει πλησιάσει ακόμα, αφού η στείρα και παθολογική απομόνωση του Εγώ δεν αξίζει να λέγεται ζωή, όπως και ο θησαυρός του φιλάργυρου δεν είναι πλούτος, ούτε καν  προσωπικός πλούτος.

Αμαντέο Μπορντίγκα, «Il Battilocchio nella storia»,
Il Programma Comunista 7 (3-17 Απριλίου, 1953).

Η περίπτωση της Ομάδας της Πράξης

Μια ομάδα ανθρώπων που συναντήθηκαν μέσω της συμμετοχής τους σε διάφορους αγώνες αποφασίζουν να εκδώσουν ένα θεωρητικό περιοδικό. Αυτό που φτιάχνουν μπορεί να περιγραφεί ως ένα μαρξιστικό περιοδικό για αναρχικούς, το οποίο συνδυάζει κείμενα για αγώνες και κινήματα, σε πολλά από τα οποία συμμετείχαν και οι ίδιοι, μαζί με πιο μακροσκελή θεωρητικά και ιστορικά κείμενα. Επίσης, το περιοδικό εκφράζει ένα σύνολο υποθέσεων σχετικά με τον ρόλο αυτών που επιθυμούν την επανάσταση, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: παρεμβαίνουμε ή εμπλεκόμαστε στους αγώνες όχι ως δάσκαλοι ή ως προβοκάτορες αλλά ως σύντροφοι προλετάριοι που μοιράζονται την επιθυμία της επανάστασης. Παρόλο που δεν διστάζουμε να κάνουμε φίλους και να βρούμε συντρόφους μέσα στον αγώνα, δεν θέτουμε ποτέ ως στόχο την ενίσχυση της ομάδας με νέα μέλη. Αντιθέτως, ωθούμε τους αγώνες όσο πιο μακριά μπορούν να πάνε όντας ανοιχτοί στις ριζοσπαστικές δυνατότητες που υπάρχουν την εκάστοτε δεδομένη στιγμή. Εναντιωνόμαστε αμείλικτα στους γραφειοκράτες χειραγωγούς κάθε είδους και σε όλους εκείνους που για οποιοδήποτε λόγο παραμένουν προσκολλημένοι στην επιστροφή στην κανονικότητα. Για να γίνει αυτό αντλούμε διδάγματα από την πλούσια ιστορία των προλεταριακών αγώνων, μια ιστορία που –από την Παρισινή Κομμούνα έως τον Μάη του 68, από την εμφάνιση των εργατικών συμβουλίων στις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι την άρνηση της εργασίας και το «Κίνημα του ‘77»– δείχνει ξανά και ξανά την αυθόρμητη ικανότητα των προλετάριων να ξεπερνούν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, να διαπαιδαγωγούν τους παιδαγωγούς.

Αυτός ο προσανατολισμός της ομάδας προς τους αγώνες λειτούργησε καλά για αυτή, τόσο ως προς την πρακτική της όσο και ως προς την ικανότητά της να αντιλαμβάνεται θεωρητικά τι συμβαίνει στον κόσμο. Ωστόσο, όταν η ομάδα ήλθε αντιμέτωπη με μια επεξεργασμένη θεωρία που έθεσε υπό αμφισβήτηση ορισμένες από αυτές τις υποθέσεις, αποδείχτηκε ανίκανη να διαχειριστεί την κρίση που προκάλεσαν οι νέες ιδέες. Προέκυψε ένα σχίσμα ανάμεσα στην ορθοδοξία της ομάδας και τους διαφωνούντες τους οποίους προσέλκυσαν οι νέες ιδέες. Η εσωτερική συζήτηση της ομάδας που χαρακτηριζόταν από ανοιχτότητα και σοβαρότητα απέναντι στην κριτική, πολώθηκε ανάμεσα σε αυτές τις δύο πλευρές: η μια πλευρά έκρινε ότι έδωσε στη συζήτηση τον πρέποντα χρόνο ενώ η άλλη επιθυμούσε να τη συνεχίσει μέχρι τέλους. Η συζήτηση μπλοκαρίστηκε. Ακολουθώντας τη λογική της κλιμάκωσης της σύγκρουσης, η εμπιστοσύνη διαρρήχθηκε και τα κίνητρα θεωρήθηκαν ύποπτα. Η μια πλευρά υποστήριζε ότι οι νέες ιδέες με τις οποίες είχε μπουχτίσει δεν είχαν πραγματικά κάποιο νόημα ούτε προσέθεταν τίποτα σημαντικό. Υποπτευόταν ότι πίσω από την επιμονή της άλλης πλευράς στη συνέχιση της θεωρητικής συζήτησης υπήρχε το κίνητρο της καταστροφής του πρωτύτερα κοινού στόχου. Η άλλη πλευρά θεωρούσε την επιχειρηματολογία της πρώτης καχύποπτη και κακόπιστη, πράγμα το οποίο ανήγαγε στην ίδια τη συζήτηση, αμφισβητώντας εμμέσως ορισμένες κεντρικές υπόρρητες θέσεις της ομάδας. Κάποια στιγμή, η ομάδα φάνηκε να βρίσκει έναν καλό τρόπο να προχωρήσει. Η ορθόδοξη πλευρά συμφώνησε να αναπτύξει την κριτική της για τις νέες ιδέες. Παρόλο που αυτή η οδός φαινόταν να προσφέρει μια δυνατότητα πραγματικής προόδου, ξαφνικά εγκαταλείφθηκε. Η ορθόδοξη πλευρά πέρασε από τα λόγια στη δράση και έδιωξε τους διαφωνούντες χωρίς περαιτέρω συζήτηση. Έτσι, παρόλο που η ομάδα θεωρούσε ιερή την κριτική της σεχταριστικής συμπεριφοράς που κυριαρχεί σε άλλες ομάδες, διασπάστηκε με έναν οξύ και δυσάρεστο τρόπο, που είχε οδυνηρό και τραυματικό χαρακτήρα και για τις δύο πλευρές. Αυτοί που έφυγαν ή διώχτηκαν από την ομάδα ανασυγκροτήθηκαν ως ομάδα συζήτησης, η οποία αφιέρωσε πολύ χρόνο στο να επεξεργαστεί αυτό που συνέβη. Η ομάδα που απέμεινε άλλαξε κατεύθυνση και στράφηκε προς πρακτικά ζητήματα, προς αυτό που έβλεπε ως πρωταρχικό έργο της –τη συγγραφή του περιοδικού– και σπάνια συζήτησε τι συνέβη και γιατί.

Η περίπτωση της Θεωρητικής Ομάδας

Μια μικρή ομάδα ατόμων συναντιέται συστηματικά, διαβάζει και συζητά μια σειρά ποικίλων κειμένων, κουβεντιάζει οποιοδήποτε ζήτημα τίθεται που θεωρείται άξιο συζήτησης. Η ομάδα επιβάλλει ένα πολύ αυστηρό πλαίσιο στις συζητήσεις της: όλοι πρέπει να διαβάζουν τα κείμενα, να συμμετέχουν σε όλες τις συναντήσεις και να είναι δεσμευμένοι στη διαδικασία τουλάχιστον για μια διετία. Η ιδέα είναι ότι αυτό το αυστηρό πλαίσιο θα κάνει το περιεχόμενο της ομάδας –τη διαδικασία συζήτησης– αβίαστη και θα της προσδώσει ένα βάθος που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν η δέσμευση στη διαδικασία ήταν λιγότερο απαιτητική. Ενώ το ενδιαφέρον για τους αγώνες, τον κομμουνισμό και το επαναστατικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού αποτελεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο σχηματίστηκε η ομάδα, αυτό δεν είναι το στενό αντικείμενο της συζήτησης, η οποία αντιθέτως αφήνεται να εξελιχθεί ελεύθερα. Υπάρχει η αντίληψη περί της μεγαλύτερης δυνατής ανοιχτότητας απέναντι σε ό,τι συμβαίνει στον κόσμο αντί να επιχειρείται το στρίμωγμά του σε οποιοδήποτε υφιστάμενο θεωρητικό πλαίσιο. Ένα ή περισσότερα άτομα αναλαμβάνουν θέματα προς διερεύνηση με την πρόθεση της συγγραφής κάποιου κειμένου, το οποίο θα φέρουν στην ομάδα προς συζήτηση. Υπάρχει η σκέψη να δημοσιευτεί η δουλειά της ομάδας με κάποια μορφή, συνοδευόμενη όμως από την επιθυμία αυτό να μην είναι βεβιασμένο. Υπάρχει πίστη στην ιδέα ότι αν καθένας πάρει τον χρόνο του κάτι αληθινά αξιόλογο μπορεί να προκύψει. Αυτή η προσέγγιση φαίνεται να αποδίδει καρπούς. Οι συζητήσεις είναι πλούσιες και δημιουργικές. Φαίνεται να υπάρχει μια συλλογική σφαίρα στην οποία μετέχουν τα μέλη της ομάδας: οι ιδέες κυκλοφορούν ελεύθερα, με το κάθε μέλος να έχει συμβολή στις συνεισφορές των υπόλοιπων χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερη αίσθηση ότι οι ιδέες ανήκουν σε κάποιο συγκεκριμένο μέλος της ομάδας. Υπάρχει η κοινή αίσθηση ότι η ομάδα προοδεύει συλλογικά και ότι κάτι το αξιόλογο, ή ακόμη και σημαντικό, αναπτύσσεται. Γίνεται σύγκριση με την ωραία αίσθηση που προκύπτει όταν μια μπάντα τζαμάρει και η μουσική αρχίζει πραγματικά να δένει.

Ωστόσο, σε άλλες χρονικές στιγμές, οι σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και οι σχέσεις ανάμεσα στα άτομα και την ομάδα ως σύνολο διαταράσσονται. Εμφανίζεται έλλειψη εμπιστοσύνης, εχθρότητα ή ακόμα και παράνοια που αντικατοπτρίζουν αρνητικά την ένταση των θετικών αισθημάτων όταν η ομάδα λειτουργεί καλά. Κατά περιόδους αυτό που συμβαίνει βιώνεται από κάποια μέλη ως αποξενωτικό, δυσάρεστο ακόμα και λίγο παρανοϊκό. Αυτές τις στιγμές, η ομάδα που φαινομενικά ευδοκιμούσε στη βάση της ελεύθερα δοσμένης δημιουργικότητας των μελών της θέτει ξαφνικά μεγάλες απαιτήσεις χρόνου και συναισθηματικής προσπάθειας για την κατανόηση και τη διαχείριση των εσωτερικών εντάσεων. Δεδομένου ότι κάποια μέλη της ομάδας κάνουν μεταπτυχιακές ακαδημαϊκές σπουδές, δημιουργείται ο φόβος ότι αυτά τα μέλη θα ιδιοποιηθούν τις ιδέες που συνεισφέρονται ελεύθερα κατά τις συλλογικές συζητήσεις της ομάδας για να κάνουν την ατομική τους ακαδημαϊκή καριέρα. Όταν κάποιο μέλος δηλώνει την επιθυμία του να πάει στο εξωτερικό για να σπουδάσει και ζητά την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της ομάδας ώστε να μπορεί να συνεχίσει να συμμετέχει με κάποιον τρόπο, δημιουργούνται ισχυρές αντιδράσεις. Η αναχώρησή του βιώνεται απ’ όλους ως μεγάλη απώλεια και απειλή για τη συνέχεια της ομάδας. Ωστόσο, παρόλο που ορισμένα μέλη μπορεί να έχουν τη διάθεση να διευκολύνουν την «εξ αποστάσεως συμμετοχή στην ομάδα», άλλα μέλη νιώθουν ότι η ομάδα θα πρέπει να θεωρήσει την απόφαση του εν λόγω μέλους να φύγει από τη χώρα ως πλήρη ρήξη με αυτήν. Και είτε θα γίνει αυτό, είτε θα φύγουν αυτά από την ομάδα. Η ομάδα κυριεύεται από ένταση η οποία εκτονώνεται μόνο όταν το εν λόγω μέλος «συμφωνεί» να σταματήσει να συμμετέχει στην ομάδα. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά, ένα άτομο που παίζει ηγετικό ρόλο στην ομάδα αποχωρεί, εκφράζοντας την εξάντλησή του από την «πολιτική της ζωής των γκρουπούσκουλων». Προχωρώντας, οι προσπάθειες νέων μελών να εμπλακούν είναι πολύ συχνά δύσκολες είτε για τα νέα μέλη, είτε για τα παλιότερα, είτε και για τα δύο. Η ομάδα επιβιώνει από αυτές και από άλλες εντάσεις και τελικά παράγει μια έκδοση που είναι σχετικά επιτυχημένη, αλλά η αίσθηση μέσα στην ομάδα σπάνια πλησιάζει είτε τη συναρπαστική δημιουργικότητα είτε την ένταση και τη διαπάλη της προηγούμενης περιόδου.

Οι προηγούμενες ιστορίες εκφράζουν ορισμένες από τις πιο ευχάριστες μα και συνάμα απογοητευτικές και δυσάρεστες πλευρές της συνύπαρξης μέσα σε ομάδες, στην εν λόγω περίπτωση σε «πολιτικές» ομάδες. Καμία από τις δύο ομάδες δεν ήταν σέχτα με την τυπική έννοια: δεν ήταν προσανατολισμένες προς τη στρατολόγηση νέων μελών και την αύξηση του αριθμού τους αλλά εστίαζαν σε συγκεκριμένα ζητήματα. Αποτελούνταν από ανθρώπους με αρκετή ωριμότητα και εμπειρία στους αγώνες και τη θεωρία. Πράγματι, ο τρόπος με τον οποίο η Ομάδα της Πράξης σχετιζόταν με τους αγώνες (ένας προσανατολισμός που τον μοιραζόταν σε μεγάλο βαθμό και η Θεωρητική Ομάδα) είναι ενδεχομένως ό,τι καλύτερο μπορεί να προταθεί. Η συμμετοχή στους αγώνες σε αυτή τη βάση δημιουργεί στιγμές σύνδεσης με άλλους ανθρώπους που μπορεί να οδηγήσουν σε βαθείς μετασχηματισμούς. Ωστόσο, ο συναισθηματικά φορτισμένος τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκαν ορισμένες από τις συγκρούσεις στο εσωτερικό τους υποδηλώνει μια σκοτεινότερη πλευρά της ζωής των ομάδων που αποτελεί επίσης κοινή εμπειρία.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση όσον αφορά την εμπειρία της Ομάδας της Πράξης είναι ότι ενώ επαίρετο για την ανοιχτότητα και την έλλειψη δογματισμού της απέναντι στους αγώνες, στις δικές της συζητήσεις έπεσε σε βασανιστικές συγκρούσεις που μπόρεσαν να επιλυθούν μόνο με την καταφυγή σε πράξεις που δεν επιχειρούσε καν να εξηγήσει ορθολογικά. Ο τύπος της σύγκρουσης εντός της Ομάδας της Πράξης ανάμεσα σε μια πλευρά που αντιπροσωπεύει τις εδραιωμένες θέσεις και σε μια διαφωνούσα τάση επαναλαμβάνεται συχνά μέσα στις πολιτικές ομάδες, οδηγώντας σε εχθρικές και δηλητηριώδεις διασπάσεις τις οποίες όσοι βρίσκονται έξω από την ομάδα –ή ακόμα και τα ίδια τα μέλη της– δυσκολεύονται συχνά να καταλάβουν.

Στην περίπτωση της Θεωρητικής Ομάδας, υπήρξε μια απότομη μετάπτωση στην εχθρότητα και την έλλειψη εμπιστοσύνης μετά από μια περίοδο κατά την οποία λειτουργούσε σε ένα πολύ καλό επίπεδο συνεργασίας που σχεδόν δεν απαιτούσε καμία προσπάθεια. Αυτή η περίπτωση αποτυπώνει μια εμπειρία που βιώνεται και σε άλλες ομάδες και εγχειρήματα που γνωρίζουμε, δηλαδή την αδυναμία να διατηρηθούν στο αρχικά συναρπαστικό, βαθιά ικανοποιητικό και υψηλό επίπεδο συνεργασίας και κοινής δημιουργικότητας χωρίς κάποια στιγμή να κατρακυλήσουν στην αντίθετη εμπειρία της καχυποψίας, της έλλειψης εμπιστοσύνης και του ανταγωνισμού.

Αυτές οι εμπειρίες φαίνονταν ακατανόητες μέχρι που ανακαλύψαμε ορισμένες ψυχαναλυτικές θεωρίες σχετικά με τη δυναμική των ομάδων. Αυτές οι θεωρίες μπορούν να βοηθήσουν στην ερμηνεία αυτών και άλλων περιπτώσεων και θα επιστρέψουμε σε αυτές αργότερα.1  Ωστόσο, μπορούμε να αναρωτηθούμε ποια είναι η πραγματική σημασία αυτής της εμπειρίας των μικρών ομάδων για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού…

Αν «η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ίδια την εργατική τάξη»2 · αν ο κομμουνισμός είναι η επαναστατική διακοπή της παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου από δισεκατομμύρια ανθρώπους, που αλλάζουν τη μορφή της ζωής τους και επομένως τον εαυτό τους, τότε πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την ύπαρξη και τη δραστηριότητα αυτών των «μειοψηφιών» (συμπεριλαμβανομένων και ημών), που μπροστά στην έκδηλη απουσία ενός τέτοιου γενικού κινήματος αναπτύσσουν ρητά τη συνείδηση για την ανάγκη της «επανάστασης» ή του «κομμουνισμού»; Έχουν συγκεκριμένα «καθήκοντα» που πρέπει να εκπληρώσουν σήμερα ή στο μέλλον; Είναι δυνατό να είναι κανείς επαναστάτης και κομμουνιστής όταν η επανάσταση και ο κομμουνισμός απουσιάζουν; Αν όχι, πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τους εαυτούς μας και τη δραστηριότητά μας;

Εμείς;

Αυτό είναι ένα κείμενο για το εμείς. Ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε; Πώς κατανοούμε αυτό που κάνουμε; Φυσικά, δεν αναφερόμαστε μόνο στο «εμείς» υπό τη στενή έννοια αυτού του περιοδικού αλλά σε ένα ευρύτερο εμείς του οποίου τα όρια παραμένουν απροσδιόριστα. Αυτό το κείμενο επιχειρεί να ερευνήσει ταυτόχρονα δύο κατευθύνσεις. Στη μία κατεύθυνση βρίσκονται τα ομαδικά φαινόμενα τα οποία θα παράγουν τον κομμουνισμό – αυτό είναι ξεκάθαρα το επίπεδο της ταξικής πάλης και των κοινωνικών κινημάτων, των μαζικών απεργιών, των καταλήψεων, των συνελεύσεων, των ταραχών, των εξεγέρσεων και τελικά των επαναστάσεων και της κομμουνιστικοποίησης. Στην άλλη κατεύθυνση βρίσκεται η εμπειρία της συμμετοχής σε μια μικρή ομάδα, λιγότερο ή περισσότερο τυπικά οργανωμένη, η οποία προσανατολίζεται κυρίως προς τη σκέψη περί του καπιταλισμού και του πραγματικού κινήματος για το ξεπέρασμά του. Υιοθετώντας τη διάκριση που έκανε ο Ανρί Σιμόν (Henri Simon), μπορούμε να πούμε ότι η πρώτη περίπτωση παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά της αυθόρμητης οργάνωσης ενώ η δεύτερη περίπτωση χαρακτηρίζεται από τις μορφές της ηθελημένης οργάνωσης.3

Η αυθόρμητη οργάνωση εμφανίζεται όταν κάποια συλλογικότητα δρα για την υπεράσπιση των συμφερόντων της σε μια άμεση, συγκεκριμένη κατάσταση και έχει την ικανότητα να αλλάζει τις μορφές και τους στόχους της καθώς εξελίσσεται η κατάσταση. Αντιθέτως, η ηθελημένη οργάνωση δημιουργείται από έναν «περιορισμένο (συχνά πολύ περιορισμένο) αριθμό ανθρώπων» που συναντιούνται στη βάση ορισμένων εκ των προτέρων εδραιωμένων αντιλήψεων περί των συμφερόντων τους, τα οποία στη συνέχεια επιχειρούν να προωθήσουν.4

Αυτή η πόλωση αντιστοιχεί στην εμπειρία της διαίρεσης ανάμεσα στις μικρές τυπικά οργανωμένες ή άτυπες ομάδες στις οποίες συμμετέχουμε και στα ευρύτερα, δυναμικά μεταβαλλόμενα κινήματα και συλλογικότητες αγώνα που αναδύονται και υποχωρούν βάσει μιας λογικής που ξεπερνάει τη βούλησή μας. Όσοι συμμετέχουν σε ηθελημένες οργανώσεις συχνά προσελκύονται ιδιαίτερα από τα κινήματα της αυθόρμητης οργάνωσης, διότι την αναγνωρίζουν ως τον πόλο από τον οποίο θα προκύψει ο κοινωνικός μετασχηματισμός.

Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην ηθελημένη κομμουνιστική ομάδα που σκέφτεται ρητά το ζήτημα του ξεπεράσματος του καπιταλισμού και τα αυθόρμητα ομαδικά φαινόμενα που θα πραγματοποιήσουν αυτό το ξεπέρασμα; Υπάρχει σε κάποιες κομμουνιστικές ομάδες η αφελής αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο κεντρικός τους ρόλος είναι να πείσουν τους υπόλοιπους ανθρώπους για την εγκυρότητα των ιδεών τους ή/και να καθοδηγήσουν τις μάζες ή την τάξη στους αγώνες τους. Μπροστά στην αδυναμία τους να επηρεάσουν την πορεία του κόσμου, συχνά κύρια δραστηριότητά τους γίνεται η αύξηση των μελών τους –η οικοδόμηση της ομάδας, της οργάνωσης ή του κόμματός τους– έτσι ώστε να αυξηθεί η επιρροή τους.

Φυσικά, εντός της αυθόρμητης οργάνωσης των υφιστάμενων αγώνων και κοινωνικών κινημάτων, υπάρχουν δραστηριότητες που επιτελούνται από όσους συμμετέχουν. Συχνά όσοι επιτελούν αυτές τις δραστηριότητες ή αναλαμβάνουν τέτοιους ρόλους αναδύονται από την ίδια την κατάσταση του αγώνα. Σε άλλες περιόδους, ένας ρόλος μπορεί να επιτελεστεί από όσους συνδέονται με τους αγώνες στη βάση μιας προϋπάρχουσας πολιτικής ταυτότητας ή στη βάση της συμμετοχής μιας «ηθελημένης ομάδας» σε αυτούς. Σε ένα επαναστατικό κίνημα υπάρχουν επίσης δραστηριότητες που πρέπει να επιτελεστούν. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές αν υπάρχουν επαναστατικές δραστηριότητες σε σχέση με τους υφιστάμενους κοινωνικούς αγώνες και κινήματα. Ούτε είναι σαφής ο ρόλος (καλός ή κακός) που θα μπορέσουν να παίξουν αυτοί που έχουν προϋπάρχουσες πολιτικές ταυτότητες σε οποιαδήποτε μελλοντική επαναστατική συγκυρία.

Θα πρέπει επομένως να προσεγγίσουμε επιφυλακτικά το ερώτημα του ποιοι είμαστε και του τι κάνουμε από τη σκοπιά του πόλου της ηθελημένης οργάνωσης. Η εστίαση στη μικρή ομάδα ή τον χώρο μπορεί να φαίνεται ως ομφαλοσκόπηση μπροστά στην απεραντοσύνη των εξελίξεων στον κόσμο που φαίνεται να ζητούν την προσοχή μας. Η συζήτηση γύρω από το ερώτημα του ποιοι είμαστε, ακόμα κι όταν γίνεται με κριτικό τρόπο, κινδυνεύει να καταπέσει σε ζητήματα σχηματισμού ταυτότητας και αποδοχής μιας συγκεκριμένης θέσης (position-taking), θυμίζοντας ορισμένες από τις κακές συνήθειες των αδιόρθωτων «επαναστατών» που περνάνε τον περισσότερο καιρό τους μιλώντας για (και προς) τον εαυτό τους και το «κίνημά» τους.

Μια σχετικά υγιής αντίδραση θα ήταν ίσως να αποφύγουμε πλήρως το ζήτημα της ταυτότητας – αυτό που μετράει είναι το να εκφραστεί θεωρητικά ό,τι κανείς μπορεί να μάθει από τους αγώνες. Αν, όπως υποστηρίζει ο Ντεμπόρ (ακολουθώντας τον Μαρξ και τον Χέγκελ), η θεωρία είναι έκφραση της εποχής μας και των αγώνων της στο επίπεδο της σκέψης, είναι αδιάφορο ποιος είναι αυτός που την εκφράζει.5  Ωστόσο, σίγουρα, αυτοί που πραγματικά παράγουν θεωρητικά έργα όπως η Λογική του Χέγκελ, το Κεφάλαιο του Μαρξ ή η Κοινωνία του Θεάματος του Ντεμπόρ είναι συνήθως άνθρωποι που έχουν τον χρόνο να διαβάσουν, να συζητήσουν και να σκεφτούν.

Όπως υποστηρίζει ο Γουίλφρεντ Μπίον (Wilfred Bion) αν το «εγώ» ή το «εμείς» μιας δήλωσης έρχεται στο προσκήνιο, αυτό είναι σημάδι ότι κάτι γίνεται λάθος.6  Οι ιδέες που φαίνεται ότι είναι ανεξίτηλα εγγεγραμμένες στην υποτιθέμενη ταυτότητα όσων τις διαθέτουν –είτε πρόκειται για ένα άτομο («αυτή είναι η άποψή μου»), είτε για μια ομάδα («αυτό που εμείς σκεφτόμαστε»), είτε ακόμη για μια φαντασιακή παράδοση όπως του Μαρξισμού, του Λενινισμού, του Τροτσκισμού, του Αναρχοσυνδικαλισμού, του Συμβουλιακού και του Αριστερού Κομμουνισμού, ή του Σιτουασιονισμού7 – είναι σχεδόν πάντα ύποπτες. Ακόμα κι αν αυτές οι παραδόσεις προέκυψαν κάποτε ως δυναμικοί τρόποι κατανόησης της εμπειρίας μιας περιόδου ταξικής πάλης, τείνουν να μετατραπούν σε άκαμπτα πλαίσια εντός των οποίων επιχειρείται εξαναγκαστικά να στριμωχτεί η εμπειρία.

Μπορεί κανείς να δει τους «-ισμούς» αυτού του είδους ως μια πληθώρα μηχανισμών σκέψης που στην πραγματικότητα έχουν γενικά μετατραπεί σε μηχανισμούς για να μη σκέφτεται κανείς και πολύ. Έχουμε την ελπίδα ότι τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Endnotes απλώς εκφράζουν ορισμένες αληθινές σκέψεις για τον κόσμο, για τον καπιταλισμό και το κίνημα για το ξεπέρασμά του, και δεν προϋποθέτουν την ταυτότητά μας ως ομάδας, ως ατομικών συγγραφέων ή ως πολιτικής τάσης.

Ωστόσο, σε κάποιο βαθμό είμαστε επίσης μια ομάδα που αποτελείται από έναν αριθμό ατόμων και η συμμετοχή μας σε ευρύτερες ομαδικές διαδικασίες και αγώνες μεσολαβείται επίσης μέσα από αυτό. Αντλώντας από τη δική μας εμπειρία ως μιας μικρής (αντι)πολιτικής ομάδας που εστιάζει στην ανάπτυξη της θεωρίας, γνωρίζουμε ότι αυτό αποτελεί μια αρκετά ιδιαίτερη εμπειρία που είναι εκτός συρμού. Ωστόσο, το έργο που έχουμε οι ίδιοι αναλάβει –η σκέψη για τον καπιταλισμό και τη δυνατότητα ξεπεράσματός του– είναι κάτι που θεωρούμε ότι δεν είναι και τόσο ξένο, τουλάχιστον για τους αναγνώστες μας, και πιθανόν βρίσκεται σε κάποιο βαθμό «στα κεφάλια όλων». Ασχολούμαστε με την αυτοεξέταση του τι κάνουμε και πώς το κάνουμε. Γι’ αυτόν τον λόγο, σε αυτό το κείμενο μοιραζόμαστε ορισμένες πλευρές του τρόπου με τον οποίο κάνουμε αυτή την αυτοεξέταση.

Η ανικανότητα της επαναστατικής ομάδας;

Σε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1939 και παραμένει προκλητικό, ο Sam Moss, μέλος μιας συμβουλιακής κομμουνιστικής ομάδας στις ΗΠΑ, κλόνισε αμείλικτα τη σπουδαιότητα με την οποία περιβάλλουν τον εαυτό τους οι «επαναστάτες» και οι «επαναστατικές ομάδες».8

Ο Moss ξεκινάει από τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται το ζήτημα: από τη μια μεριά, υπάρχει ένα «εμείς» –το εμείς των «επαναστατών»– και από την άλλη μεριά, υπάρχουν οι μάζες ή η εργατική τάξη. Οι πρώτοι επιθυμούν να ανατρέψουν τον καπιταλισμό αλλά δεν μπορούν να το κάνουν, ενώ οι δεύτεροι, το μοναδικό πιθανό υποκείμενο του επαναστατικού αγώνα, ασχολούνται με τις καθημερινές τους ανάγκες και όχι με την επανάσταση. Διερωτώμενος σχετικά με τον λόγο για αυτή την εμφανή διαφορά στόχων ανάμεσα στις μάζες και τους «επαναστάτες», υποστηρίζει ότι ενώ οι μάζες κοινωνικοποιούνται από την καπιταλιστική κουλτούρα για να «παίξουν τον ρόλο της μηχανής», οι «επαναστάτες» είναι ένα ακίνδυνο «υποπροϊόν». Για τον Moss οι μάζες είναι ένα εύλογο προϊόν της κοινωνίας ενώ οι «επαναστάτες» είναι απλώς «παρεκκλίσεις από την εργατική τάξη» που αντιστοιχούν σε «μεμονωμένες περιπτώσεις εργατών οι οποίοι, λόγω εξαιρετικών περιστάσεων στην ατομική τους ζωή, παρέκκλιναν από τη συνηθισμένη πορεία της ανάπτυξης».9

Προχωρώντας περαιτέρω, ο Moss υποστηρίζει ότι βάση της διαφοράς είναι το γεγονός ότι οι «επαναστάτες» είναι «αποτυχημένοι καριερίστες» – εργάτες που έχουν αποκτήσει διανοητικά ενδιαφέροντα και ένα υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από τα άτομα που ανήκουν στην ίδια τάξη με αυτούς, αλλά των οποίων η προσωπική ανέλιξη έχει μπλοκαριστεί. Συνεχίζει γράφοντας ότι παρόλο που οι προσπάθειές τους να βοηθήσουν τα άλλα κομμάτια της τάξης μπορεί να φαίνεται ότι ξεκινούν «από τα ευγενέστερα κίνητρα, σίγουρα δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό ότι μπορεί κανείς να συμπάσχει με κάποιον άλλο μόνο όταν αναγνωρίσει ότι ο πόνος του άλλου είναι ίδιος με τον δικό του».10

Διαχωρισμένοι από τους συναδέλφους τους εργάτες οι οποίοι δεν συμμερίζονται τις ανησυχίες τους, οι «επαναστάτες» τείνουν να ενώνονται έξω από τον χώρο εργασίας τους με άλλους που τους μοιάζουν, με ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την αλλαγή της κοινωνίας. Ωστόσο, καθώς αυτές οι ομαδοποιήσεις επιθυμούν να επηρεάσουν την ταξική πάλη σε μη-επαναστατικές συνθήκες, αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα: είτε θα καταστούν αποτελεσματικοί αλλά υπό τον όρο ότι προσαρμόζονται στα όρια του κινήματος –παύοντας έτσι να είναι επαναστάτες– είτε θα διατηρήσουν τις επαναστατικές τους αρχές με συνέπεια η παρέμβασή τους να στερείται αποτελεσματικότητας.

Ο Moss υποστηρίζει ότι τέτοιες ομάδες «δεν έχουν επηρεάσει σε τίποτα την πορεία της ιστορίας είτε προς θετική είτε προς αρνητική κατεύθυνση».11  Η διαχωρισμένη ύπαρξη των «επαναστατικών ομάδων» δεν είναι τότε έκφραση της επαναστατικής τους φύσης και λειτουργίας αλλά προϊόν της εν λόγω μη-επαναστατικής κατάστασης και «όταν η επανάσταση συμβεί, οι δυνάμεις τους θα κατακλυστούν από αυτή, όχι ως οργανώσεις εν λειτουργία αλλά ως μεμονωμένοι εργάτες».12

Μια κεντρική πλευρά της επιχειρηματολογίας του Moss είναι ο τρόπος με τον οποίο αντικρούει τις δικαιολογίες που δίνουν οι «μη-λενινιστικές» ομάδες και άτομα –όπως η δική του δηλωμένα αντι-πρωτοποριακή ομάδα συμβουλιακών κομμουνιστών– για τη δική τους δραστηριότητα. Σημειώνοντας ότι οι συμβουλιακοί κομμουνιστές και άλλοι τονίζουν τη διαφορά τους από τις λενινιστικές ομάδες ισχυριζόμενοι ότι δεν θέλουν να «καθοδηγήσουν την εργατική τάξη»,13  κάνει τη σκληρή επισήμανση ότι αυτό δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από μια ιδεολογική διαφορά, στην οποία δεν αντιστοιχεί καμία πρακτική υλική διαφορά ως προς την εξωτερική σχέση τέτοιων ομάδων με την εργατική τάξη.14  Επίσης, επισημαίνει ότι αν μια «αντι-λενινιστική» επαναστατική ομάδα πετύχει τον δηλωμένο στόχο της για την όξυνση της ταξικής πάλης, ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, θα αναλάβει ακριβώς τον «ηγετικό» ρόλο για τον οποίο κατακρίνει τους «λενινιστές» επειδή επιθυμούν να τον παίξουν.

Εγκαταλείποντας την ιδέα ότι η επαναστατική ομάδα μπορεί να οξύνει την ταξική πάλη, ο Moss σκιαγραφεί μια πιο ρεαλιστική θεώρηση για το πώς «αυτά που κάνουμε» μπορεί να σχετίζονται με την επανάσταση. Αντί να αυταπατόμαστε με ψεύτικες ιστορίες περί του «ρόλου των επαναστατών» και περί της δύναμης πειθούς των ιδεών, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ύπαρξη και η δραστηριότητά μας προκύπτει από μια προσωπική –θα μπορούσε κανείς να πει συναισθηματική– ανάγκη που βασίζεται στις ιδιαιτερότητες της ιστορίας της ζωής μας. Ο Moss σημειώνει ότι ενώ στις παρούσες περιστάσεις μόνο μια μικρή μειοψηφία νιώθει την ανάγκη για αυτή τη δραστηριότητα, και δεν μπορεί να καθοδηγήσει ή να πείσει άλλους που δεν τη συμμερίζονται, η ύπαρξή της υποδηλώνει ότι όταν μεγαλύτερες μάζες ανθρώπων ωθηθούν να νιώσουν μια παρόμοια ανάγκη –όχι από ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις, αλλά από την αντικειμενική κατάσταση– θα δράσουν με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή θα συναντηθούν και θα χρησιμοποιήσουν ό,τι όπλα μπορούν να βρουν. Ο Moss υποστηρίζει ότι όταν δράσουν δεν θα το κάνουν επειδή οι ιδέες τους θα έχουν αλλάξει αλλά λόγω μιας αλλαγμένης αίσθησης για το τι είναι αναγκαίο να γίνει, η οποία όταν οδηγήσει σε δράση θα έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των ιδεών τους. Μέχρι τότε, ο Moss υποστηρίζει ότι ενώ άλλες ομάδες υπερτονίζουν τη σπουδαιότητα των ιδεών και επομένως των εαυτών τους ως φορέων αυτών των ιδεών «εμείς θέλουμε να βλέπουμε την αλήθεια κάθε κατάστασης».15

Συνεπώς, τι είμαστε εμείς; – Αποκλίνοντες και φρικιά.

Γιατί κάνουμε αυτό που κάνουμε; – Γιατί εξυπηρετεί μια προσωπική μας ανάγκη.

Και τι μπορούμε τότε να κάνουμε; – Μπορούμε, ενδεχομένως, να δούμε τουλάχιστον την αλήθεια της κατάστασης.

Ο σκεπτικισμός του Moss αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή. Υπάρχουν εκατοντάδες «επαναστατικές» ομάδες, οι οποίες συχνά εκφράζουν την πίστη τους σε συγκεκριμένες ιδεολογίες που έχουν οριστεί από κάποιους επιφανείς στοχαστές του παρελθόντος, οι οποίες συχνά χρησιμοποιούν τους όρους «μαρξιστική», «κομμουνιστική», «αναρχική», «σοσιαλιστική» ή «εργατική» ομάδα στα ονόματά τους, οι οποίες συχνά διεκδικούν τον ρόλο του κόμματος, ή βλέπουν τον εαυτό τους ως εμβρυικό πόλο για την ανασυγκρότηση ενός μελλοντικού (ή φαντασιακού) κόμματος. Μια εύλογη αντίδραση απέναντι σε αυτές τις ομάδες και σε ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους είναι ο σκεπτικισμός. Μπορεί κανείς να βρίσκει πιο συμπαθείς ορισμένες από αυτές τις ομάδες από άλλες ή/και να βρίσκει ορισμένα από τα μέλη τους πιο συμπαθή από άλλα, αλλά σαν σύνολο παρουσιάζουν μια μάλλον θλιβερή εικόνα. Υπάρχουν τόσο πολλές απερίσκεπτες και αφελείς παραδοχές, τόσο πολλές υπεκφυγές, ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, αναίσχυντες αντιφάσεις ανάμεσα σε αυτό που κάνουν πραγματικά οι άνθρωποι και σε αυτό που νομίζουν ότι κάνουν, ανάμεσα στην ιστορία που λένε στον εαυτό τους και την πραγματικότητα της επιρροής τους στον κόσμο, ανάμεσα στις πομπώδεις φιλοδοξίες τους και τη μιζέρια της πραγματικότητάς τους. Το πόσο μεγάλο μέρος του χρόνου και της ενέργειας που αυτές οι ομάδες δαπανούν απλώς για τη διατήρηση της ύπαρξής τους είναι επίσης αξιοσημείωτο, και από καιρό σε καιρό περνάνε κρίσεις που συχνά οδηγούν σε δηλητηριώδεις διασπάσεις και τσακωμούς.

Πολλοί προτιμούν να αποφεύγουν αυτό τον κόσμο των τυπικά οργανωμένων ομάδων και να κινούνται χαλαρά εντός μιας σκηνής ή ενός χώρου, μετέχοντας σε πιο μετριοπαθή εγχειρήματα. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί που ποτέ δεν γοητεύτηκαν ή νιώθουν ακόμα και απέχθεια προς τη συμμετοχή σε γκρουπούσκουλα παραμένουν υπό μια ορισμένη έννοια κομμάτι της «κομμουνιστικής ομάδας», ορισμένης ως το σύνολο των ανθρώπων που είναι προσανατολισμένοι προς το κομμουνιστικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού.16  Και πρέπει να σημειωθεί ότι οι ψευδαισθήσεις δεν περιορίζονται στις τυπικά οργανωμένες ομάδες αλλά υπάρχουν επίσης μέσα στους άτυπους χώρους και τις σκηνές,17  και, σίγουρα, μέσα στα ίδια τα άτομα.

Η κριτική των ανεπαρκειών άλλων ανθρώπων και ομάδων σπάνια επεκτείνεται στο πρόσωπο αυτού που την ασκεί και, πράγματι, τέτοιες κριτικές που αφορούν άλλους μπορεί να λειτουργήσουν ως συνδετικό υλικό για όσους μοιράζονται τις ίδιες προκαταλήψεις. Όλοι μπορεί να έχουμε την εμπειρία ορισμένων από τα δύσκολα ή ακόμη και τρελά πράγματα που τείνουν να συμβαίνουν στις τυπικά οργανωμένες ομάδες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ότι, τόσο στους άτυπα οργανωμένους χώρους όσο και στις οργανωμένες ομάδες, συχνά η σύγκρουση δεν αφορά αυτό το οποίο προβάλλεται ως αιτία της· σκεφτείτε τον τρόπο με τον οποίο η συμπεριφορά των άλλων, ιδιαίτερα όταν θεωρείται ότι παραβιάζει συγκεκριμένους κανόνες, μπορεί να γίνει αντικείμενο σκανδάλου και ίντριγκας· σκεφτείτε το πώς κανείς πιέζεται να πάρει θέση σε ευτελείς προσωπικές διαμάχες· σκεφτείτε πόσο συναισθηματικά φορτισμένα μπορεί να γίνουν τα επιχειρήματα· σκεφτείτε το πώς μπορεί κανείς να πέσει σε μια δίνη όπου υιοθετεί συμπεριφορές και ρόλους συγκεκριμένου τύπου· σκεφτείτε πόσο επώδυνες και προσωπικές μπορεί να είναι οι πολιτικές ρήξεις· σκεφτείτε πόσο κακός μπορεί να γίνει ο ένας άνθρωπος για τον άλλο. Δεν είναι ενδεχομένως υπερβολή να πούμε ότι τόσο οι τυπικά οργανωμένες ριζοσπαστικές ομάδες όσο και οι χαλαρότεροι χώροι ρέπουν κατά καιρούς σε μορφές τρέλας.

Όσον αφορά τις αξιώσεις των πολιτικών ομάδων, τόσο εμείς όσο και άλλος κόσμος συχνά χρησιμοποιούμε συγκεκριμένα αποσπάσματα του Μαρξ. Υπάρχουν οι πυκνογραμμένες του «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ» στις οποίες ο Μαρξ άσκησε κριτική σε όσους διαιρούν την κοινωνία σε δύο μέρη, ένα εκ των οποίων έχει τον ρόλο να διαπαιδαγωγήσει το άλλο, και στις οποίες υποστήριξε ότι η κοινωνική αλλαγή και η αλλαγή του εαυτού πρέπει να γίνουν κατανοητές ως ενιαία επαναστατική πρακτική στην οποία ο παιδαγωγός πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί.18

Υπάρχει η επιμονή του, σε μια επιστολή του προς τον Ρούγκε, στη θέση ότι «εμείς» δεν έχουμε αρχές και διδασκαλίες να δώσουμε στον κόσμο και τους αγώνες του, αλλά αντίθετα ότι το έργο μας είναι να βοηθήσουμε τον κόσμο να συνειδητοποιήσει αυτό για το οποίο ήδη αγωνίζεται.19  Ύστερα υπάρχει η φράση από τη Γερμανική Ιδεολογία ότι ο κομμουνισμός δεν είναι ένα ιδανικό που επιδιώκουμε να πραγματοποιήσουμε αλλά αντίθετα η πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων.20

Παρόλο που στόχος όλων αυτών των θέσεων είναι να τοποθετήσουν τον «ρόλο των κομμουνιστών» στις σωστές του διαστάσεις και, ιδιαίτερα, η έννοια της «πραγματικής κίνησης» φαίνεται να αποτελεί ένα θεμελιώδες κομμάτι της (χεγκελιανής) συμβολής του Μαρξ στην κομμουνιστική θεωρία, δεν είναι καθόλου σαφές ποια ακριβώς συμπεριφορά πραγματικά συνεπάγονται. Η έννοια της πραγματικής κίνησης μπορεί, όπως φαίνεται, να σημαίνει (και να δικαιολογεί) οτιδήποτε, τα πάντα και τίποτα. Πράγματι, φαίνεται ότι υπάρχει ο κίνδυνος να αποτελεί μια εύκολη δικαιολογία για οποιοδήποτε είδος δραστηριότητας, στην οποία κάποιος έχει ήδη προσηλωθεί. Αν υπάρχει μια κίνηση κατάργησης της σημερινής κατάστασης πραγμάτων που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο τι είναι αυτή και πώς μπορούμε να σχετιστούμε μαζί της ή να συμμετέχουμε σε αυτή.

Υπάρχουν τρεις βασικές προσεγγίσεις ή νήματα που έχουν εμπνεύσει ιδιαίτερα την κατανόησή μας για το ζήτημα του ποιοι είμαστε και τι κάνουμε. Αυτές οι προσεγγίσεις μπορούν να ταξινομηθούν στις ακόλουθες επικεφαλίδες:

  1. Έννοιες και κριτικές της οργάνωσης που εμφανίστηκαν στο δεύτερο επαναστατικό κύμα του 20ου αιώνα, κυρίως ανάμεσα στους συμβουλιακούς, τους καταστασιακούς και τους αριστερούς κομμουνιστές.

  2. Η κατανόηση της θεωρίας από το ρεύμα του «Ανοιχτού Μαρξισμού» ως βασισμένης σε μια συζήτηση η οποία περιλαμβάνει την αμοιβαία αναγνώριση, την πρακτική αναστοχαστικότητα και την εμμενή κριτική, όπως διατυπώνεται σε ορισμένα κείμενα του Richard Gunn.

  3. Οι ψυχοδυναμικές έννοιες των ομάδων και του σκέπτεσθαι, ιδιαίτερα αυτές που σχετίζονται με τον Γουίλφρεντ Μπίον.

Αυτές είναι οι προσεγγίσεις που έχουμε βρει χρήσιμες και που έχουν επηρεάσει και συνεχίζουν να επηρεάζουν τη δραστηριότητά μας και γι’ αυτό τις παρουσιάζουμε εδώ. Η βασική ιδέα είναι ότι αυτά τα νήματα σκέψης μπορούν να εμπλουτίσουν το ένα το άλλο και να καλύψουν αδυναμίες ή τυφλά σημεία της κάθε μεμονωμένης προσέγγισης.

Δεν νομίζουμε ότι αυτές οι προσεγγίσεις εξαντλούν τις πηγές που μπορούν να αξιοποιηθούν. Η ανάγνωση του Gunn δεν είναι αναγκαία για την κριτική και ανοιχτή χρήση του Μαρξ, ούτε είναι αναγκαίο να γνωρίζει κανείς τη θεωρία του Μπίον για το σκέπτεσθαι προκειμένου να σκέφτεται. Οι συζητήσεις πάνω στην οργάνωση και το κόμμα που ακολούθησαν το ’68 και τις οποίες βρίσκουμε σημαντικές δεν είναι οι μόνες τις οποίες αξίζει κανείς να κοιτάξει. Επιπλέον, πολλά από όσα λένε αυτές οι πηγές μπορούν να βρεθούν ή να ξαναανακαλυφθούν με άλλους τρόπους. Το σημαντικό είναι να αντλούμε διδάγματα από την εμπειρία, συμπεριλαμβανομένης της εμπειρίας της προσπάθειας να σκέφτεται κανείς για τον εαυτό του και μαζί με άλλους. Η αφαίρεση που κάνει αυτό το κείμενο θα πρέπει, τελικά, να επιστρέψει φαινομενολογικά στην ίδια την εμπειρία του καθενός. Παρόλο που αυτό είναι κάτι που όλοι πρέπει να κάνουμε με τον δικό μας τρόπο, έχουμε την προσδοκία ότι θα υπάρξει κόσμος που θα αναγνωρίσει τον εαυτό του και τις εμπειρίες του σε ό,τι ακολουθεί και νομίζουμε ότι αυτό που βρήκαμε εμείς χρήσιμο μπορεί να φανεί χρήσιμο και σε άλλους.

Ι. Η συμβουλιακή ιδεολογία [Councilism] και η κριτική της

Όσον αφορά το ζήτημα της οργάνωσης το δίλημμα του ριζοσπάστη είναι τότε το εξής. Προκειμένου να κάνει κάτι που να έχει κοινωνικό αντίχτυπο, η δράση πρέπει να είναι οργανωμένη. Οι οργανωμένες δράσεις, ωστόσο, στρέφονται σε καπιταλιστικά κανάλια. Φαίνεται ότι προκειμένου να κάνεις κάτι τώρα, δεν μπορεί παρά να κάνεις κάτι που είναι λάθος και προκειμένου να αποφευχθούν οι λανθασμένες κινήσεις, δεν πρέπει να επιχειρηθεί απολύτως καμία. Η πολιτική σκέψη του ριζοσπάστη είναι καταδικασμένη στη μιζέρια· έχει επίγνωση του ουτοπικού χαρακτήρα της και δεν βιώνει τίποτα πέρα από αποτυχίες. Για να υπερασπιστεί απλώς τον εαυτό του, ο ριζοσπάστης τονίζει πάντοτε τον αυθορμητισμό, εκτός κι αν είναι μυστικιστής, έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού του την κρυφή σκέψη ότι λέει ανοησίες.21

Όπως έχουμε αναλύσει αλλού, η σύλληψη της επανάστασης ως «κομμουνιστικοποίησης» την οποία υιοθετεί το περιοδικό Endnotes είναι προϊόν του δεύτερου επαναστατικού κύματος του 20ου αιώνα.22  Συγκεκριμένα, η σύλληψη αυτή αναπτύχθηκε στη Γαλλία τα χρόνια που ακολούθησαν το πιο σπουδαίο γεγονός αυτού του κύματος – τον Μάη του ‘68. Προέκυψε ως απάντηση στους αγώνες της περιόδου και στις απόπειρες να κατανοηθεί αυτό το κύμα αγώνων και ο νέος τρόπος με τον οποίο τέθηκε το ζήτημα της επανάστασης και του κομμουνισμού. Μια από τις βασικές πλευρές αυτού του διαφορετικού τρόπου με τον οποίο τέθηκε το ζήτημα της επανάστασης περιστρεφόταν γύρω από αυτό που έγινε γνωστό ως «ζήτημα της οργάνωσης».

Από το 1917 έως το 1968

Υπήρχε μια εποχή που η απάντηση στο ερώτημα «τι να κάνουμε» έμοιαζε προφανής. Κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ου υπήρχαν μεγάλες ομάδες μέσα στην εργατική τάξη που προέβαλλαν την αξίωση ότι υποστήριζαν την επανάσταση και τον κομμουνισμό. Υπήρχε ένα διεθνές εργατικό κίνημα το οποίο απαρτιζόταν από μαζικές οργανώσεις –συνδικάτα και κόμματα– οι οποίες υιοθετούσαν, τουλάχιστον κατ’ όνομα, επαναστατικές ιδεολογίες όπως τη σοσιαλδημοκρατική επαναστατική ιδεολογία των Κάουτσκυ/Λένιν, την ιδεολογία του επαναστατικού συνδικαλισμού ή του αναρχοσυνδικαλισμού. Το να ήταν κανείς κομμουνιστής ή επαναστάτης ισοδυναμούσε με το να είναι μέλος αυτών των οργανώσεων ή τουλάχιστον να συμμετέχει σε ένα κίνημα που αυτές οι οργανώσεις καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό.

Ωστόσο, στο επαναστατικό κίνημα που έθεσε τέλος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην Ισπανία αργότερα, αυτές οι οργανώσεις δεν ηττήθηκαν απλώς στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν τον σοσιαλισμό ή τον αναρχισμό που θεωρούνταν στόχοι τους. Αντίθετα, όταν δοκιμάστηκαν στην πράξη, φάνηκαν να προδίδουν ενεργητικά ή και να καταστέλλουν την «επανάσταση». Τα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς στη συντριπτική τους πλειοψηφία στήριξαν τον Α΄Π.Π. και το κυρίαρχο κόμμα της Διεθνούς –το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας– στη συνέχεια χρησιμοποίησε πρωτοφασιστικές δυνάμεις για να πνίξει στο αίμα τη Γερμανική Επανάσταση. Η Τρίτη Διεθνής φανταζόταν ότι επαναθεμελίωνε τον «επαναστατικό Μαρξισμό». Σύντομα όμως φάνηκε ότι ήταν υποταγμένη στην εσωτερική πολιτική των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, οι οποίοι ενεπλάκησαν στην «πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση» της οποίας η βασική διαφορά από την κανονική καπιταλιστική διαδικασία, την οποία αντέγραψε, ήταν το μέγεθος του τρόμου και της ταχύτητας με την οποία μετέτρεψε τους χωρικούς σε προλετάριους.23  Στην Ισπανία, η αναρχική ηγεσία της CNT/FAI συμμετείχε στη δημοκρατική κυβέρνηση και όταν οι αναρχικοί εργάτες αντιστάθηκαν στην αστυνομική επίθεση από την πλευρά της κυβέρνησης της οποίας ηγούνταν οι σταλινικοί, οι αναρχικοί ηγέτες τους είπαν να ξηλώσουν τα οδοφράγματα.24  Οι ίδιες οι ομάδες που ξεχώρισαν τον εαυτό τους από την υπόλοιπη τάξη ως το επαναστατικό της στοιχείο, και που μπορεί σε ορισμένες περιόδους να έπαιξαν επαναστατικό ρόλο, ανέλαβαν επίσης αντεπαναστατικούς ρόλους.

Μια αντίδραση την περίοδο που ακολούθησε ήταν η τοποθέτηση του ζητήματος με όρους προδοσίας. Σχηματίστηκαν νέες ομάδες οι οποίες προσδιορίστηκαν βάσει μιας θεώρησης της ιστορίας του παρελθόντος, μιας κατανόησης του πού πήγαν τα πράγματα λάθος και των διδαγμάτων που αντλήθηκαν ή βάσει του ποιος ηγέτης ή τάση είχε δίκιο. Στο κύμα αγώνων της δεκαετίας του ’60 και του ’70, ο αριθμός των μελών αυτών των ομάδων αυξήθηκε σχετικά. Ωστόσο, οι απόπειρές τους να αντικαταστήσουν τις βασικές ρεφορμιστικές οργανώσεις και να παίξουν τον ηρωικό ρόλο που φαντάζονταν ότι είχαν παίξει οι προπάτορες της προτίμησής τους ήταν αποτυχημένες. Ενώ κατά την προηγούμενη περίοδο, οι «επαναστατικές» οργανώσεις της εργατικής τάξης είχαν επιδείξει μια τάση για ενότητα, οι τροτσκιστικές και μαοϊκές απόπειρες της τελευταίας περιόδου εμφάνισαν γενικά μια τάση προς τον κατακερματισμό, τον ανταγωνισμό, τον σεχταρισμό και συχνά την εξαφάνισή τους και την επαναπορρόφησή τους στη σοσιαλδημοκρατική πολιτική την οποία υποτίθεται επιχειρούσαν να αντικαταστήσουν. Μια εναλλακτική στον οργανωτικό και κομματικό φετιχισμό αυτών των ομάδων αποτέλεσε η σκοπιά της αυτονομίας και του συμβουλιακού κομμουνισμού.

Η επανεμφάνιση και η νέα έκλειψη του συμβουλιακού κομμουνισμού

Η κυρίαρχη οπτική για πολλούς ανθρώπους που συναντήθηκαν στους δρόμους και στις καταλήψεις το ’68 ήταν η απόρριψη του «κομματικού κομμουνισμού», είτε του είδους των επίσημων κομμουνιστικών κομμάτων είτε του τροτσκιστικού και μαοϊκού είδους, χάριν της αυτόνομης δράσης των ίδιων των εργατών και της ιδέας που εξέφραζε το σύνθημα «Όλη η εξουσία στα Εργατικά Συμβούλια». Η εναλλακτική στις οργανώσεις όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας (ΚΚΓ) και τα συνδικάτα, που εναντιώθηκαν στο κίνημα του Μάη, δεν θεωρείτο ότι ήταν μια νέα επαναστατική οργάνωση αλλά, αντίθετα, η αυτοοργάνωση και η αυτονομία της εργατικής τάξης, με την επανάσταση να γίνεται αντιληπτή ως σχηματισμός των συμβουλίων και, μέσω αυτών, διαχείριση της κοινωνίας από τους ίδιους τους εργάτες.25

Ο Μάης του ’68 έμοιαζε να δικαιώνει την εναλλακτική του «συμβουλιακού κομμουνισμού» στην αποτυχία της Ρώσικης Επανάστασης.26  Αντίθετα από τον λόγο περί προδοσίας που πρόσφερε ως εξήγηση ο Τροτσκισμός, ο Μαοϊσμός και ο Αναρχισμός και η συνδεδεμένη με αυτόν απάντηση που συνίστατο στον σχηματισμό νέων οργανώσεων, ο συμβουλιακός κομμουνισμός φάνηκε να προσφέρει μια θεωρητικά πιο ευλογοφανή εξήγηση για το τι πήγε στραβά με το εργατικό κίνημα και τον «κομμουνισμό» τον 20ο αιώνα. Ο Τροτσκισμός υποστήριζε τον υπέρμαχο της στρατιωτικοποίησης της εργασίας και καταστολέα της Κροστάνδης ως ελευθεριακή ή δημοκρατική εναλλακτική απέναντι στον Στάλιν. Ο «αντι-ρεβιζιονιστικός» Μαοϊσμός αναγνώρισε το Ρώσικο ψέμα για να το αντικαταστήσει απλώς με το Κινέζικο ψέμα, και ο κλασικός Αναρχισμός επέρριψε την ευθύνη για την αποτυχία του Ισπανικού Αναρχισμού στην προδοσία της ωραίας ιδέας από τους ηγέτες της. Η ανάλυση των συμβουλιακών κομμουνιστών για την παρεμπόδιση της αυτονομίας και της αυτοοργάνωσης των εργατών φάνηκε να προσφέρει μια βαθύτερη εξήγηση. Το πρόβλημα δεν ήταν ο ένας ή ο άλλος ηγέτης αλλά το φαινόμενο της εξάρτησης από την ηγεσία και τη γραφειοκρατική οργάνωση στο σύνολό τους, τα οποία θα μπορούσαν να αντιπαρατεθούν στην αυτενέργεια και την αυτόνομη οργάνωση των εργατών. Αυτή η αντίληψη υποδεικνύει μια πάλη εντός της τάξης ανάμεσα, αφενός, στις δικές της ικανότητες και τη βούλησή της να οργανώσει τους αγώνες της και, αφετέρου, στην τάση της να εναποθέτει την εμπιστοσύνη της σε κάτι που είναι εξωτερικό προς αυτήν.

Η επανεμφάνιση των ιδεών του συμβουλιακού κομμουνισμού το ’68 μπορεί να φαίνεται απροσδόκητη. Ο συμβουλιακός κομμουνισμός ως οργανωμένη τάση με ρίζες στη Γερμανική Επανάσταση λίγο-πολύ έπαψε να υπάρχει μέχρι το τέλος του Β΄Π.Π.27  Ωστόσο, στη μεταπολεμική περίοδο και ιδιαίτερα μετά την επανεμφάνιση των συμβουλίων στην Ουγγαρία το 1956, εμφανίστηκαν ομάδες στις παρυφές του εργατικού κινήματος –διαφωνούντες τροτσκιστές, αναρχικοί, εργατιστές/αυτόνομοι, «αντιεξουσιαστές» και «ελευθεριακοί» σοσιαλιστές κ.λπ.– που σε αντίθεση με τις επίσημες εργατικές οργανώσεις υιοθέτησαν πλευρές της κριτικής των συμβουλιακών κομμουνιστών και ειδικά τη σκοπιά της εργατικής αυτονομίας. Στη Γαλλία, η επαναφορά της σκοπιάς αυτής ήταν ιδιαίτερα επιδραστική μέσω της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα (ΣήΒ).28  Έτσι, μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60, η ανάγνωση της αποτυχίας της Ρώσικης Επανάστασης και του εργατικού κινήματος γενικότερα η οποία βασιζόταν στον συμβουλιακό κομμουνισμό καθώς και η απόπειρά της να συναρθρώσει έναν αντι-μπολσεβίκικο κομμουνισμό, είχαν μεγάλη επιρροή. Το αντιεξουσιαστικό και αντιγραφειοκρατικό πνεύμα των εξεγέρσεων της εποχής ταίριαξε με τις θέσεις της κριτικής που διατύπωσε ο συμβουλιακός κομμουνισμός. Συγκεκριμένα, ο αντιδραστικός ρόλος των συνδικάτων και των επίσημων κομμουνιστικών κομμάτων –και η αντίθεση των εργατών σε αυτά– έμοιαζε να επιβεβαιώνει την αντίληψη περί της ύπαρξης ενός αυτόνομου εργατικού αγώνα διαχωρισμένου από αυτές τις οργανωτικές μορφές. Επιπρόσθετα, παρόλο που ο συμβουλιακός κομμουνισμός και πολλές από αυτές τις νέες τάσεις διατηρούσαν ουσιαστικά μια εργατίστικη οπτική, ήταν δυνατό σε κάποιο βαθμό να προσαρμοστεί η εν λόγω προβληματική της αυτονομίας ώστε να καταστεί μέσο κατανόησης ορισμένων από τους νέους αγώνες που ξέσπασαν εντός και εκτός της παραγωγής –της εξέγερσης της νεολαίας και των κινήματων αντικουλτούρας της εποχής, των αγώνων γύρω από τη φυλή, το φύλο, τη σεξουαλικότητα κ.λπ.– αγώνες απέναντι στους οποίους οι μεγάλες εργατικές οργανώσεις ήταν συχνά αδιάφορες ή εχθρικές, αλλά στους οποίους προσελκυόταν η νέα γενιά.29  Έτσι, η σκοπιά της αυτονομίας εξέφραζε τη γενική ελευθεριακή ή αντιεξουσιαστική διάθεση μεγάλων κομματιών των κινημάτων εκείνης της εποχής, μέσα στα οποία δεν θεωρείτο ότι επανάσταση είναι η διαχείριση της κοινωνίας από μια νέα εξουσία αλλά ότι είναι η επίτευξη της αυτονομίας σε όλες τις σφαίρες της ζωής.

Αλλά ενώ υπήρχε ευρεία συμφωνία ότι οι ιδέες της «αυτενέργειας των εργατών» και της «απόδοσης όλης της εξουσίας στα εργατικά συμβούλια» αντιπροσώπευαν μια εναλλακτική στα λενινιστικά όνειρα των μικρών μαοϊκών και τροτσκιστικών γκρουπούσκουλων, υπήρχε διαφωνία για το τι σήμαινε αυτό ως προς τη δραστηριότητα των ανθρώπων. Εδώ είναι χρήσιμο να αντιπαραθέσουμε τη «συμβουλιακή ιδεολογία» καθεαυτή, της οποίας βασικός εκπρόσωπος ήταν το ’68 η ομάδα Informations et Correspondances Ouvrières (ICO)30 , στις θέσεις της διασημότερης Καταστασιακής Διεθνούς (ΚΔ). Οι απόψεις και των δύο αυτών ομάδων είχαν κάποια επιρροή στην κατάσταση. Ενώ η πρώτη χαρακτηριζόταν από έναν βαθύ σκεπτικισμό σχετικά με τη σπουδαιότητα των «επαναστατών» και από δυσπιστία για τις αφηγήσεις τους περί της σπουδαιότητάς τους, η δεύτερη έγινε γνωστή για τη σπουδαιότητα που απέδιδε στο επαναστατικό κίνημα και στον εαυτό της ως το πιο προωθημένο κομμάτι του.

Η συμβουλιακή ιδεολογία της ICO

Το ρεύμα της συμβουλιακής ιδεολογίας (councilism), του οποίου βασικός εκπρόσωπος το ’68 ήταν η ομάδα ICO και το οποίο συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα με την ομάδα Echanges et Mouvement, ξεκινά από την αναγνώριση του γεγονότος ότι το ερώτημα «τι πρέπει να κάνουμε» το οποίο θέτουν στους εαυτούς τους οι επίδοξες επαναστατικές ομάδες προκύπτει γενικά γιατί οι ομάδες αυτές βρίσκονται «έξω» από τους χώρους εργασίας ή από άλλες καταστάσεις αγώνα.31  Νιώθοντας την ανάγκη να έρθει σε επαφή με όσους συμμετέχουν άμεσα στους αγώνες, ιδιαίτερα με τους «εργάτες», ο επίδοξος επαναστάτης θα επιχειρήσει να ασκήσει επιρροή μέσω προκηρύξεων ή κειμένων που αν δεν προσφέρουν με ρητό τρόπο «καθοδήγηση», προσφέρουν τουλάχιστον «συμβουλές» και «μαθήματα». Ή, ενδεχομένως, αναγνωρίζοντας την αποτυχία μιας τέτοιας εξωτερικής παρέμβασης, οι πιο ακτιβιστές μπορεί να επιχειρήσουν να εισέλθουν στον αγώνα πηγαίνοντας στα εργοστάσια ή όπου αναμένεται να υπάρξει δράση. Ο «συμβουλιακός» αποκηρύσσει την επιθυμία των «επαναστατών» για έναν τέτοιο ρόλο. Πέρα από την άμεση δραστηριότητα που μπορεί να έχουν στον δικό τους χώρο εργασίας, οι υποστηρικτές της συμβουλιακής ιδεολογίας κυρίως κυκλοφορούν πληροφορίες και αναλύσεις, και σύμφωνα με την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους απλώς προσπαθούν να κατανοήσουν «τι πραγματικά κάνουν οι άνθρωποι και ποιο είναι το πραγματικό νόημα αυτών των πράξεων».32

Αυτός ο σκεπτικισμός για τη σπουδαιότητα των «επαναστατών» και της πολιτικής τους «παρέμβασης» στους αγώνες είναι πολύ εύλογος όταν πρόκειται για αγώνες στους χώρους εργασίας. Πράγματι ισχύει ότι σε τέτοιες συγκρούσεις η διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που είναι μέσα και σε αυτούς που είναι έξω από τον χώρο εργασίας είναι συνήθως θεμελιώδης. Το τι πρέπει να γίνει «μέσα» στον χώρο εργασίας είναι άμεσα εμφανές, οι δυνατότητες που υπάρχουν καθορίζονται από τη θέση των εργατών, τον ρόλο τους στην επιχείρηση, τη θέση της επιχείρησης στην οικονομία, τις σχέσεις μεταξύ των εργατών που εργάζονται μαζί κ.λπ. Συγκριτικά, λίγα πράγματα μπορείς να κάνεις με αποτελεσματικότητα «απέξω» εκτός αν πρόκειται για μια δράση που ζητούν όσοι εμπλέκονται άμεσα.

Η συλλογή και η ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τους αγώνες μπορεί να είναι μια εξαιρετικά απαιτητική αγωνιστική δραστηριότητα,33  αλλά οι περισσότεροι πολιτικοποιημένοι και «επίδοξοι επαναστάτες» δεν βρίσκουν τον περιορισμό της δραστηριότητάς τους σε αυτό τον ρόλο καθόλου ελκυστικό. Ένα επιχείρημα που επαναλαμβάνεται συχνά είναι ότι η συμβουλιακή τοποθέτηση συνεπάγεται το να είναι κανείς παθητικός θεατής της ταξικής πάλης και τίποτα παραπάνω από ταχυδρόμος της τάξης.34  Οι περισσότεροι που έλκονται από την ιδέα της επανάστασης υποστηρίζουν συνήθως ότι πρέπει να υπάρχει κάτι παραπάνω που θα μπορούσαμε «εμείς» να κάνουμε. Ο συμβουλιακός θα επιχειρηματολογούσε ότι όσοι θεωρούν αυτόν τον ρόλο εξαιρετικά περιοριστικό συνήθως κλείνουν τα μάτια στα φτωχά αποτελέσματα των προσπαθειών τους να «κάνουν κάτι παραπάνω», να παίξουν επαναστατικό ρόλο. Όπως υποστηρίζει ο Ανρί Σιμόν, η μορφή της ύπαρξης της «ηθελημένης ομάδας», η οργάνωσή της γύρω από ένα κοινό σύνολο ιδεών αντί για την κοινή κατάσταση από την οποία αναδύεται η αυθόρμητη οργάνωση, οδηγεί σε συγκεκριμένα και καθορισμένα είδη δράσης: «Τις περισσότερες φορές μια μικρή συλλογικότητα απευθύνεται με λόγο και δράση σε μια μεγαλύτερη, αναπόφευκτα εντός ενός πλαισίου στο οποίο οι άνθρωποι που “γνωρίζουν” (ή νομίζουν ότι γνωρίζουν) απευθύνονται στους ανθρώπους που “δεν γνωρίζουν” (ή γνωρίζουν ατελώς) και οι οποίοι πρέπει να πειστούν».35

Αντιθέτως, για τον συμβουλιακό αυτό που χρειάζεται είναι να διδαχτούμε από αυτούς τους αγώνες και να αντισταθούμε στον πειρασμό να δώσουμε συμβουλές ή καθοδήγηση. Η τελευταία θεωρείται ως «μια ελιτίστικη έννοια που δημιουργήθηκε από όσους επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τους αγώνες των εργατών και να κυριαρχήσουν πάνω τους».36

Από την τελευταία φράση μπορούμε να διακρίνουμε ότι η ρεαλιστική μετριοπάθεια και ο δικαιολογημένος σκεπτικισμός σχετικά με τις αξιώσεις των ηθελημένων ομάδων37  ολισθαίνει σε κάτι διαφορετικό – στη θέση ότι οι εν λόγω ομάδες και οι «ανεπιθύμητες παρεμβάσεις» τους μετατρέπονται σε μεγάλο εμπόδιο στην αυτόνομη ανάπτυξη του αγώνα. Από τη συμβουλιακή σκοπιά η νοοτροπία της «ηθελημένης ομάδας», η αντίληψη περί του καθοριστικού της ρόλου, συνήθως δεν έχει σημαντικές επιπτώσεις αλλά σε περιόδους αγώνα θεωρείται ότι έχει επιζήμια επίδραση. Θεωρείται ότι αυτές οι ομάδες αντιμετωπίζουν την αυθόρμητη οργάνωση ως αντικείμενο. Στην καλύτερη περίπτωση, συμβαδίζουν ίσως με το κίνημα ενώ ταυτόχρονα «επιχειρούν να το στρέψουν προς τους δικούς τους στόχους και ιδεολογία». Διαβλέπει κανείς εδώ μια αντιστροφή: ενώ θεωρείται λανθασμένη η αντίληψη των επαναστατών περί της αναγκαιότητας και της σπουδαιότητάς τους, τους αποδίδεται ταυτόχρονα ένας ισχυρός ρόλος, ο ρόλος της αφομοίωσης και της καταστροφής των αγώνων που διαφορετικά θα προχωρούσαν περισσότερο.38

Η Καταστασιακή Διεθνής

Αυτός ο φόβος του να κάνεις κάτι σε σχέση με την τάξη δέχτηκε αυστηρή κριτική από μια άλλη ομάδα που ήταν ενεργή τον Μάη του ’68, την Καταστασιακή Διεθνή (ΚΔ) που έγραψε τα εξής:

Έτσι, για τους εργάτες αυτούς, το να κάνεις κάτι, μετετράπη αυτομάτως σε μια επαίσχυντη στάση υποκατάστασης του «εργάτη», δηλαδή με κάποια έννοια του καθαρού, καθεαυτό Είναι του εργάτη, ο οποίος, εξ ορισμού, υποτίθεται ότι θα υπήρχε μόνο στο εργοστάσιό του, όπου, λόγου χάρη, οι σταλινικοί θα τον ανάγκαζαν να σιωπήσει και όπου η ICO θα έπρεπε κανονικά να περιμένει όλους τους εργάτες να απελευθερωθούν ιδανικά επί τόπου (διαφορετικά δεν θα ριψοκινδύνευε να υποκαταστήσει τον πραγματικό, αλλά βωβό ακόμα εργάτη;). Μια τέτοια ιδεολογική επιλογή του διασκορπισμού αποτελεί μια πρόκληση απέναντι στη βασική ανάγκη, της οποίας η ζωτική επιτακτικότητα έγινε αισθητή σε τόσους πολλούς εργάτες τον Μάη: την ανάγκη συντονισμού και επικοινωνίας αγώνων και ιδεών, που θα μπορούσαν να είχαν ξεκινήσει από τις βάσεις των ελεύθερων συναντήσεων, έξω από τα υποταγμένα στη συνδικαλιστική αστυνομία εργοστάσια.39

Πράγματι όπως αναπτύσσεται στην επιχειρηματολογία της ΚΔ υπάρχει κάτι το αυτο-αντιφατικό και το μεταφυσικό στη συμβουλιακή συλλογιστική, γιατί σίγουρα ακόμα και η περιορισμένη δραστηριότητα παραγωγής και κοινοποίησης των αναλύσεων των λίγων δεκάδων μελών της ICO στους άλλους εργάτες αποτελεί μορφή «υποκατάστασης» των ιδεών τις οποίες θα είχαν αυθόρμητα οι παθητικοί εργάτες που διαβάζουν αυτές τις αναλύσεις!

Η ΚΔ συνδύαζε τη θέση που εκφράζει το σύνθημα «όλη η εξουσία στα συμβούλια» με μια ισχυρή αντίληψη για τη σπουδαιότητα του επαναστατικού κινήματος και της ίδιας της ομάδας ως του πιο προωθημένου κομματιού του.40  Οι περισσότεροι σχολιαστές της ΚΔ δεν έχουν εντοπίσει το πώς η ίδια η αυτοκατανόησή της ως οργάνωσης είχε κεντρικό ρόλο σε ό,τι αφορά τα προτερήματα και τα όρια της θεωρίας που παρήγαγε.41  Όπως υποστηρίζει ο Ρολάν Σιμόν, η έλλειψη μετριοπάθειας στις ιδέες της ΚΔ για τη σπουδαιότητα των επαναστατών και της επαναστατικής οργάνωσης συνδέεται με το καινοτόμο περιεχόμενο που έδωσε η ΚΔ στα εργατικά συμβούλια και, ως εκ τούτου, με τον τρόπο που η ΚΔ σημείωσε μια θεμελιώδη πρόοδο σε σχέση με άλλες ομάδες της εποχής.42

Μέσα από τις έννοιες της κριτικής της μιζέριας της καθημερινής ζωής και της άρνησης της εργασίας, η ΚΔ ήρθε σε επαφή με ένα στοιχείο του επαναστατικού κύματος μέσα στο οποίο βρισκόταν, το οποίο διαφοροποιούταν από τα προηγούμενα κύματα μέσα στον 20ο αιώνα. Σύμφωνα με αυτόν τον διαφορετικό χαρακτήρα, η ΚΔ υποστήριζε ότι τα συμβούλια θα πρέπει να αποκτήσουν νέο περιεχόμενο, το οποίο δεν θα βασίζεται στη διαχείριση της εργασίας και του υπάρχοντος κόσμου αλλά στην κατάργηση της εργασίας –«με την τρέχουσα έννοια»43 – και τον αδιάκοπο ριζοσπαστικό μετασχηματισμό του κόσμου.44  Στην ΚΔ η αντίφαση ανάμεσα στα συνθήματα «Όλη η εξουσία στα εργατικά συμβούλια!» και «Μη δουλεύετε ποτέ!» δεν είναι μια απόλυτη αντίφαση, αλλά μια παραγωγική αντίθεση της θεώρησής τους.

Επομένως, η θεώρηση ότι στην ΚΔ απλώς επαναλαμβάνονται τα όρια της ΣήΒ που ταύτιζε τον σοσιαλισμό με την εργατική αυτοδιαχείριση είναι λάθος. Όπως γράφει ο Ρολάν Σιμόν, η ΚΔ «δεν συνέλαβε ποτέ τον κομμουνισμό ως διαχείριση της παραγωγής από τους εργάτες, “ως ψευδοέλεγχο των εργατών πάνω στην αλλοτρίωσή τους”, ο κομμουνισμός τίθεται πάντα ως οικοδόμηση της ανθρώπινης κοινότητας μέσα από την κατάργηση της ανταλλαγής, του εμπορεύματος και της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις, τίθεται ως προς το περιεχόμενό του κι όχι ως μορφή διαχείρισης». Ωστόσο, συμπληρώνει, «προκειμένου να φτάσει εκεί, η ΚΔ παρέμεινε εγκλωβισμένη στη θεωρητική αναγκαιότητα του να προϋποθέτει μια στιγμή κατά την οποία το προλεταριάτο γίνεται αντικείμενο του εαυτού του, τη στιγμή της απελευθέρωσής του, που εξηγεί τη μεγάλη σημασία που αποδίδεται στη μορφή του Συμβουλίου ως της διεαυτό ύπαρξης του προλεταριάτου, της ύπαρξής του ως υποκειμένου-αντικειμένου, της προλεταριακής τάξης της συνείδησης ως μορφής».45

Ο θεμελιώδης ρόλος των επαναστατών και της επαναστατικής οργάνωσης προϋποτίθεται από αυτή την ανάγκη των εργατών να πραγματώσουν αυτό το νέο επαναστατικό περιεχόμενο της κατάργησης της εργασίας μέσω των συμβουλίων.46  Αυτές οι μεγάλες απαιτήσεις που τίθενται στους εργάτες και την οργανωτική μορφή μέσα από την οποία γίνονται υποκείμενο συνοδεύονται από ακραία μεγάλες απαιτήσεις στην επαναστατική οργάνωση κατά την περίοδο πριν αυτό επιτευχθεί. Η ΚΔ απέρριψε απολύτως το μοντέλο που υιοθετούν οι περισσότερες επαναστατικές οργανώσεις: τον προσηλυτισμό και τη στρατολόγηση αδαών μελών που στη συνέχεια διδάσκονται την κομματική γραμμή. Αντιθέτως, απαιτούσαν από τα επίδοξα μέλη τους την αυτόνομη και πλήρη αφομοίωση της θεωρίας και ένα επίπεδο «πρακτικής αλήθειας»,47  δηλαδή τη συνοχή της πρακτικής συμπεριφοράς τους με τη θεωρία.48

Η ΚΔ δεν θα ισχυριζόταν ποτέ ότι παρήγαγε αυτή την καθολική κριτική από το κεφάλι της. Παρόλο που οι προωθημένες θέσεις της ως προς την αναγνώριση της φύσης του νέου ξεσπάσματος μπορούν να συνδεθούν με την προέλευσή της από την καλλιτεχνική πρωτοπορία (που και η ίδια ήταν προϊόν του τελευταίου επαναστατικού κύματος), άντλησαν επίσης τη θεωρία τους από τις ενδείξεις που έδιναν οι νέοι αγώνες ενάντια στην αλλοτρίωση: από τους ανθρακωρύχους στην Αστούριας μέχρι τους εξεγερμένους του Watts και, ευρύτερα, μέχρι τις εξεγέρσεις της νεολαίας που ξέσπασαν σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.49  Το έργο της επαναστατικής οργάνωσης ήταν να συλλάβει ό,τι συνέβαινε, ό,τι προεικονιζόταν στις εξεγέρσεις που πραγματοποιούνταν, εντός μιας ενιαίας επαναστατικής θεωρίας και να το επικοινωνήσει σε όσους αναζητούσαν τη διαύγαση της κατάστασης.

Ενώ στο κείμενο Ελάχιστος Ορισμός των Επαναστατικών Οργανώσεων η ΚΔ αναφέρεται στην ανάγκη αυτοδιάλυσης της επαναστατικής οργάνωσης τη στιγμή της νίκης της, αυτή η νίκη θα είναι η πραγμάτωση της καθολικής κριτικής της οργάνωσης από τις ίδιες τις μάζες μέσα στα συμβούλια.50  Για να συναντηθεί η καθολική ή ολοκληρωτική κριτική με τις μορφές της αυτόνομης οργάνωσης, θα πρέπει η ίδια η καθολική κριτική να αποκτήσει ύπαρξη και το όχημα για αυτό είναι η αυτοπροαίρετη ηθελημένη οργάνωση. Τη χρονιά που προηγήθηκε του ’68, ο Ντεμπόρ, ο Καγιάτι και ο Βιενέ δήλωσαν ότι το τότε τρέχον έργο της ΚΔ ήταν να «εργαστεί σε διεθνές επίπεδο για την επανεμφάνιση ορισμένων βασικών στοιχείων της σύγχρονης επαναστατικής κριτικής. Η δραστηριότητα της ΚΔ αποτελεί μια στιγμή την οποία δεν ταυτίζουμε λανθασμένα με τον στόχο: οι ίδιοι οι εργάτες θα πρέπει να οργανωθούν, θα χειραφετηθούν με τις δικές τους προσπάθειες κ.λπ.».51

Οι θέσεις της ΚΔ βρίσκονταν σε σημαντικό βαθμό σε αρμονία με ό,τι συνέβαινε την περίοδο του ’68, ιδιαίτερα στους φοιτητές και τη νεολαία. Ο Μάης του ’68 ήταν η κορύφωση για την ΚΔ και σίγουρα οι αναλύσεις της είχαν μεγάλη επιρροή στα φοιτητικά και τα νεανικά κομμάτια του κινήματος. Τα καταστασιακά συνθήματα στους τοίχους είναι μία από τις πιο αξιομνημόνευτες πλευρές της εξέγερσης. Εντούτοις, ήρθαν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα ότι η θεωρία τους δεν αντιστοιχούσε στη δράση των εργατών, οι οποίοι, κόντρα στη φαντασίωσή τους, δεν έφτασαν στο σημείο να φτιάξουν εργατικά συμβούλια.

Η στάση της ΚΔ απέναντι στον εαυτό της ως οργάνωση και τα προβλήματα που αντιμετώπισε αργότερα σχετίζονται με τον ρόλο που απέδιδε στη θεωρία. Όπως σημειώνει ο Ρολάν Σιμον, η ΚΔ αντικατέστησε τη διαλεκτική των παραγωγικών δυνάμεων που οδηγεί στον κομμουνισμό με μια διαλεκτική ανάμεσα «στη θεωρία –την οργάνωση– και τη συνείδηση». Αν το συμβούλιο παρέχει τις πρακτικές συνθήκες για αυτή τη συνείδηση, η θεωρία που προεικονίζει αυτή τη συνείδηση πρέπει κι αυτή να αποκτήσει ύπαρξη και αυτό συμβαίνει μέσω της διάδοσης της επαναστατικής κριτικής στην οποία η αυτοπροαίρετη οργάνωση ή το επαναστατικό κίνημα (κι όχι μόνο η ΚΔ) παίζουν ρόλο.

Η ανάγκη της συγκρότησης της καθολικής επαναστατικής κριτικής που θα υποστεί επεξεργασία και θα διαδοθεί, από τη μια μεριά, από ομάδες και άτομα που ανήκουν σε έναν σχετικά μικρό χώρο και, από την άλλη μεριά, από ένα αυθόρμητο ξέσπασμα των ίδιων των μαζών, είναι το έργο το οποίο έθεσε η ΚΔ στον εαυτό της και το οποίο τελικά οδήγησε στην κατάρρευσή της.

Έτσι, παρόλο που η ΚΔ είχε προβλέψει και είχε συμβάλλει στην προετοιμασία του εδάφους για τα γεγονότα του ’68 περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα, οι ελπίδες της για τον σχηματισμό συμβουλίων που θα είχαν ένα ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν.52  Οι εσωτερικές συγκρούσεις στις οποίες βούλιαξε η ΚΔ στον απόηχο του ’68 και οι φρούδες ελπίδες της για ένα «Στρασβούργο των εργοστασίων»,53  ήταν έκφραση του αδιεξόδου στο οποίο έφτασε το μοντέλο της για τη θεωρία, την οργάνωση και τη συνείδηση που βρισκόταν στη βάση τους.

Η Επιτροπή Δράσης στη Σιτροέν στο Censier

Οι διαφορετικές αντιλήψεις που είχαν πάνω στο ερώτημα του «τι να κάνουμε» η ICO και η ΚΔ το ’68 εκδηλώθηκαν στην Επιτροπή Δράσης στη Σιτροέν στο Censier. Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου, καθώς οι απεργίες άρχισαν να διευρύνονται, σχηματίστηκαν επιτροπές δράσης φοιτητών-εργατών σε ολόκληρη τη Γαλλία, οι οποίες προσπάθησαν να στηρίξουν το κίνημα. Όσοι επιθυμούσαν την επανάσταση συναντήθηκαν στη βάση της αντίληψής τους για το τι έπρεπε να γίνει σε σχέση με το κίνημα.54  Ο Roger Gregoire και ο Φρέντυ Πέρλμαν υποστηρίζουν ότι αυτές οι επιτροπές φοιτητών-εργατών ήταν μια αυθόρμητη αναβίωση της δημιουργικής κοινωνικής δραστηριότητας από τα κάτω που σημάδεψε προηγούμενα επαναστατικά ξεσπάσματα όπως η Παρισινή Κομμούνα. Περιγράφουν τη συμμετοχή τους στην Επιτροπή Δράσης Φοιτητών-Εργατών στη Σιτροέν, μια από τις πολλές ανάλογες επιτροπές που είχαν ως βάση τους το κατειλημμένο κτίριο Censier στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Η επιτροπή αυτή αποτελούνταν κυρίως από ανθρώπους που είχαν συναντηθεί στις οδομαχίες των προηγούμενων ημερών και συγκροτήθηκε μετά τον σχηματισμό απεργιακής επιτροπής στα εργοστάσια της Σιτροέν που καλούσε σε επ’ αόριστον απεργία. Οι Πέρλμαν και Gregoire περιγράφουν τις προκηρύξεις που γράφονταν και τις δράσεις που γίνονταν: τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισαν το ζήτημα της διαίρεσης ανάμεσα στους μετανάστες και τους ντόπιους Γάλλους εργάτες (από τους οποίους προέρχονται οι συνδικαλιστές)· τον τρόπο με τον οποίο η επιτροπή δράσης χρησιμοποιήθηκε από την ελεγχόμενη από το συνδικάτο απεργιακή επιτροπή του εργοστασίου αλλά στη συνέχεια αποκλείστηκε από το εργοστάσιο· και τις σχέσεις που ανέπτυξαν με ομάδες μη-συνδικαλιστών εργατών στα εργοστάσια.55

Η επιτροπή ήταν αυτόνομη υπό την έννοια ότι δεν αναγνώριζε τη νομιμότητα κανενός «ανώτερου» θεσμού και καμιάς εξωτερικής «εξουσίας». Καθένας μπορούσε να συμμετέχει επί ίσοις όροις στην καθημερινή συνάντηση όπου επινοούνταν εγχειρήματα και σχεδιάζονταν δράσεις απέναντι στη διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση. Η κατεύθυνση που πήρε η επιτροπή έδειξε ότι όποιος κι αν ήταν ο πολιτικός προσανατολισμός των μελών της πριν από τον Μάη, η κατεύθυνση που κυριάρχησε κατά τη διάρκεια των γεγονότων ήταν σε γενικές γραμμές συμβουλιακή, με τη δημιουργία συνελεύσεων και την ανάπτυξη της αυτενέργειας των εργατών.

Ως προς τη διάκριση του Ανρί Σιμόν ανάμεσα στην ηθελημένη και την αυθόρμητη οργάνωση, αυτές οι επιτροπές ανήκαν στη δεύτερη κατηγορία καθώς επρόκειτο για ομάδες όπου σε σημαντικό βαθμό τα μέλη τους άφησαν πίσω τους τις προηγούμενες πολιτικές τους δεσμεύσεις προσανατολιζόμενα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της κατάστασης. Ωστόσο, είχαν επίσης χαρακτηριστικά ηθελημένης οργάνωσης διότι ένας από τους βασικούς στόχους της επιτροπής στο Censier ήταν να απευθυνθεί και να δράσει προς το ευρύτερο κίνημα και, ειδικά, προς τους εργάτες στα εργοστάσια.56

Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στον απολογισμό των Πέρλμαν και Gregoire –και που παρουσιάζει ιδιαίτερη σημασία για μας– είναι η αυτοκριτική που περιλαμβάνει. Κρίνοντας δυσμενώς τις επιτροπές φοιτητών-εργατών στις οποίες συμμετείχαν σε σύγκριση με το Κίνημα της 22ης Μαρτίου,57  οι Πέρλμαν και Gregoire γράφουν ότι για αυτούς που είχαν μαζευτεί στο Censier, το να είναι κανείς επαναστάτης σήμαινε το να συμμετέχει σε κάτι του οποίου η δυναμική βρισκόταν αλλού. Αντί να κατανοήσουν τον εαυτό τους ως μια συγκεκριμένη ομάδα ατόμων που θα προχωρούσε μέσω του ξεπεράσματος συγκεκριμένων εμποδίων, που θα μπορούσε να πάρει πρωτοβουλίες, αυτοπαγιδεύτηκαν στο να ακολουθούν την «αυθόρμητη» δραστηριότητα μιας αφηρημένης φαντασιακής ομάδας: «των ίδιων των εργατών». Όπως υποστηρίζουν, η συγκεκριμένη ομάδα στην οποία συμμετείχαν (η επιτροπή φοιτητών-εργατών) ενώ υποκειμενικά ένιωθε έτοιμη να προχωρήσει στην επανάσταση, αναζητούσε κάποια άλλη ομάδα που θα πυροδοτούσε την κατάσταση και δεν εστίαζε στον ίδιο τον εαυτό της.58  Ως προς αυτό έμοιαζαν, ενδεχομένως, με τη συντριπτική πλειοψηφία όσων συμμετείχαν στο κίνημα του ’68.

Οι Πέρλμαν και Gregoire περιγράφουν την εμβληματική στιγμή κατά την οποία μια πορεία δέκα χιλιάδων ανθρώπων ήρθε αντιμέτωπη με τα στελέχη της CGT στην είσοδο του εργοστασίου της Ρενώ στο Billancourt, 59  το οποίο είχε καταληφθεί την προηγούμενη μέρα από τους εργάτες. Θα ήταν εύκολο να πηδήξουν τους φράχτες και να μπουν στο εργοστάσιο, αλλά οι διαδηλωτές ανέχτηκαν την απώθησή τους. Ένα τεράστιο πλήθος, που θεωρούσε ότι υποστήριζε την επανάσταση και που είχε πρόσφατα συγκρουστεί με τους πραγματικούς μπάτσους των γαλλικών ΜΑΤ, απωθήθηκε παρόλα αυτά από έναν μικρό αριθμό μπάτσων του συνδικάτου.60  Η αιτία για αυτό σύμφωνα με τους Πέρλμαν και Gregoire βρισκόταν στον συγκεκριμένο τρόπο συσχέτισης με τους «εργάτες».

Αν σύμφωνα με τη «λενινιστική» θέση θα πρέπει οι εργάτες να δεχτούν συμβουλές για το τι να κάνουν, και οι λενινιστές πρότειναν τα κόμματά τους ως εναλλακτική ηγεσία προς το ΚΚΓ και τη CGT, η θέση της υπεραριστεράς και των συμβουλιακών, αντίθετα, ήταν ότι θα έπρεπε να περιμένουν τους εργάτες να κάνουν από μόνοι τους ό,τι χρειάζεται. Δεν μπόρεσαν να θεωρήσουν τον εαυτό τους ικανό να δημιουργήσει μια κατάσταση η οποία θα επέβαλλε μια τέτοια επιλογή. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι άφησαν την πρωτοβουλία των κινήσεων στους γραφειοκράτες συνδικαλιστές.

Οι Πέρλμαν και Gregoire υποστηρίζουν ότι η πιο ριζοσπαστική υπεραριστερή ή «συμβουλιακή» κατεύθυνση που δινόταν από τον κόσμο στο Censier ήταν απλώς ένας διαφορετικός λόγος στον οποίο τα καλέσματα των μαοϊκών και των τροτσκιστών για το «επαναστατικό κόμμα» και την «εθνικοποίηση» αντικαταστάθηκαν από το κάλεσμα για την «αυτοοργάνωση των εργατών» και την «κοινωνικοποίηση της παραγωγής». Γραφούν σχετικά τα εξής:

Τα μεγάλα λόγια δεν συνοδεύονταν από ισχυρές πράξεις, καθώς οι ομιλητές δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους αποστερημένο. Ήταν οι «εργάτες» που ήταν αποστερημένοι και, συνεπώς, μόνο οι «εργάτες» μπορούσαν να δράσουν. Οι ομιλητές καλούσαν τους εργάτες να έχουν μια βεβαιότητα την οποία οι ίδιοι δεν διέθεταν· καλούσαν τους εργάτες να περάσουν από τα λόγια στις πράξεις, αλλά η δική τους «δράση» αποτελείτο μόνο από λόγια.61

Και όπως αναφέρουν για την αντιπαράθεση στο Billancourt:

Υπήρχαν ξεκάθαρα πολύ λίγοι «επαναστάτες» στη διαδήλωση ή μέσα στο εργοστάσιο· υπήρχε πολύ λίγος κόσμος που ένιωθε πως οτιδήποτε υπήρχε μέσα στο εργοστάσιο του ανήκε… Δεν υπήρχε κατά τα φαινόμενα κανένας μέσα κι έξω από το εργοστάσιο που να το θεωρεί κοινωνική ιδιοκτησία. Ένας άνθρωπος που γνωρίζει ότι το εργοστάσιο αποτελεί κοινωνική ιδιοκτησία δεν θα αποδεχόταν να του κλείσει την πόρτα ένας γραφειοκράτης. Ο κόσμος σε εκείνη τη διαδήλωση προέβαλλε διάφορες προφάσεις για να μην κάνει τίποτα. «Αυτή η δράση είναι πρόωρη· είναι τυχοδιωκτική! Το εργοστάσιο δεν είναι ακόμα κοινωνική ιδιοκτησία». Φυσικά, οι γραφειοκράτες της CGT συμφωνούσαν με αυτόν τον συλλογισμό, έναν συλλογισμό που υπονομεύει απολύτως κάθε «δικαίωμα» που έχουν οι εργάτες στην απεργία. Και δέκα χιλιάδες αγωνιστές… αποδέχτηκαν αδιαμαρτύρητα την εξουσία των τραμπούκων του συνδικάτου που φύλαγαν τις πύλες του εργοστασίου.62

Αναφέροντας εδώ την αυτοκριτική των Πέρλμαν και Gregoire, δεν θέλουμε να πούμε ότι το Billancourt ήταν η μεγάλη στιγμή που «αν μακάρι» είχε συμβεί όλα θα είχαν πάει διαφορετικά, σε περίπτωση που κυριαρχούσε μια διαφορετική πρακτική ή συνείδηση. Αν το πλήθος έξω από το Billancourt δρούσε διαφορετικά, το γεγονός αυτό θα είχε αντίχτυπο. Αλλά ό,τι συνέβη, συνέβη για συγκεκριμένους λόγους, που εξαρτώνται από τη συνολική κατάσταση του πλήθους, συμπεριλαμβανομένης της αντίληψής του για τον εαυτό του και για το τι συνεπάγεται η επανάσταση.

Η ιδεολογία περί της «δράσης των ίδιων των εργατών» –η θέση ότι μόνο οι εργάτες μπορούν να κάνουν κάτι– αποτελούσε ένα όριο στη δραστηριότητα πολλών από τους συμμετέχοντες το ’68. Η ιδέα ότι η επανάσταση είναι αυτοοργάνωση και ότι το συνθετικό «αυτό-» σε αυτή την περίπτωση δεν αναφέρεται σε εμάς, όποιοι και να είμαστε, αλλά στους «ίδιους τους εργάτες» ήταν ένα αντικειμενικό στοιχείο της κατάστασης. Αυτή η αντίληψη για την επανάσταση δεν ήταν απλώς μια ιδέα που θα μπορούσε τυχαία να αντικατασταθεί από μια άλλη, αλλά το προϊόν ολόκληρου του κύκλου αγώνων που οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Αυτό που δείχνει το κείμενο των Πέρλμαν και Gregoire είναι ότι ορισμένοι από τους πιο διαυγείς συμμετέχοντες είχαν ξεκινήσει να αμφισβητούν αυτή την αντίληψη. Ενώ η ιδέα ότι οι «εργάτες και οι φοιτητές πρέπει να συναντηθούν και να συζητήσουν» ήταν σε γενικές γραμμές κυρίαρχη, το κείμενό τους θέτει το ζήτημα διαφορετικά. Κάνει την εξής πρόταση: γιατί να μην πάρουμε το εργοστάσιο; Όχι για να ξεκινήσουμε πάλι την παραγωγή (άλλωστε ήταν ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων) αλλά για να το στερήσουμε από τον εχθρό και, ναι, με τον κίνδυνο να μας αποκαλέσουν υποστηριχτές της ιδεολογίας της υποκατάστασης των εργατών, να επιχειρήσουμε να ωθήσουμε τα πράγματα προς τα εμπρός.

Αυτή η διάκριση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό που, στην κανονική πορεία των γεγονότων, είναι θεμελιώδης –με τις παρεμβάσεις των «επαναστατών» ή των «ακτιβιστών» συνήθως να αποτυγχάνουν– θα πρέπει να αμφισβητηθεί σε καταστάσεις έντονης ταξικής πάλης και κοινωνικής σύγκρουσης. Τα εργοστάσια, τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής και επικοινωνίας δεν ανήκουν στους εργάτες τους. Η κομμουνιστική επανάσταση απαιτεί το ξεπέρασμα της διαίρεσης της παραγωγής σε ξεχωριστές επιχειρήσεις και του διαχωρισμού ανάμεσα σε αυτούς που είναι εντός και σε αυτούς που είναι εκτός της παραγωγής. Αν αυτό αναγνωρίζεται τώρα θεωρητικά ως ένα πρόβλημα που θα πρέπει να ξεπεράσει ο κομμουνισμός, σε καταστάσεις έντονης ταξικής πάλης αυτό μπορεί να αρχίσει να τίθεται ως πρακτικό πρόβλημα.

Τέθηκε αυτό το ζήτημα πραγματικά το ’68; Σαφώς όχι. Θα τεθεί στο μέλλον; Είτε μιλάμε για την Αργεντινή το 2001, είτε για την Ελλάδα το 2008, είτε για το Κάιρο το 2011, είτε για τα κίτρινα γιλέκα πρόσφατα στη Γαλλία, μια από τις πιο ξεκάθαρες πλευρές των πιο πρόσφατων αγώνων είναι ότι συμβαίνουν σε ένα κοινωνικό πεδίο όπου το ζήτημα της διάκρισης εσωτερικού/εξωτερικού τίθεται με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι το ’68. Τα γεγονότα του Μάη του ’68 όπου δεν έγινε σχεδόν καμία λεηλασία παρά την απόσυρση της αστυνομίας, ανήκαν σε έναν παλιότερο κύκλο αγώνων. Το πρόσφατο κίνημα των κίτρινων γιλέκων, παρόλο που είναι πιο μειοψηφικό από τον Μάη του ’68, δείχνει πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα.

Αυτό που διακυβεύεται σε αυτό το ζήτημα είναι το ίδιο το νόημα της επανάστασης και του κομμουνισμού. Αν η κομμουνιστική επανάσταση αφορά την εργατική αυτοδιαχείριση της παραγωγής, τότε σίγουρα μόνο οι εργάτες μπορούν να την κάνουν (και το ’68 οι εργάτες έδειξαν πολύ μικρό ενδιαφέρον για κάτι τέτοιο). Αλλά αν η επανάσταση και ο κομμουνισμός είναι το ξεπέρασμα του διαχωρισμού, τότε η ίδια η έννοια του εργάτη και του μη-εργάτη, του δικού μου και του δικού σου χώρου εργασίας, είναι κάτι το οποίο πρέπει να αμφισβητηθεί και να ανατραπεί. Όπως υποστηρίζουν οι Πέρλμαν και Gregoire, όσοι παρέμειναν αδρανείς ενώ περίμεναν τον αυθορμητισμό των εργατών φαίνονταν να απορρίπτουν το γραφειοκρατικό μοντέλο του σοσιαλισμού ενώ αποδέχονταν τις οντολογικές προϋποθέσεις του:

Συνεπώς, οι επαναστάτες που έχουν ως στόχο τη χειραφέτηση της καθημερινής ζωής προδίδουν το εγχείρημά τους όταν πέφτουν στην παθητικότητα ή τοποθετούν τον εαυτό τους πάνω από την καθημερινή ζωή: το ζήτημα είναι να ξυπνήσουν οι νεκροί, να εξαναγκαστούν οι παθητικοί να επιλέξουν τη συνειδητή αποδοχή του περιορισμού τους ή τη συνειδητή κατάφαση της ζωής.63

Ο «εξαναγκασμός των παθητικών να επιλέξουν» είναι, βέβαια, συχνά ο τρόπος που μια μειοψηφία εργατών μέσα σε μια επιχείρηση ξεκινά οποιαδήποτε άγρια απεργία – αυτό που υποστηρίζουν οι Πέρλμαν και Gregoire είναι ότι, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αυτό θα μπορούσε επίσης να το κάνει και μια ενεργή «εξωτερική» ομάδα.64  Στις περισσότερες περιπτώσεις, μια τέτοια απόπειρα θα ήταν ανάξια προσοχής και θα αποτύγχανε –και είναι πιθανό ότι αυτό θα συνέβαινε το ‘68– αλλά αυτή η αποτυχία θα ήταν αυτό στο οποίο θα έπρεπε να ασκηθεί κριτική κι όχι στο γεγονός ότι μια ομάδα έκανε κάτι σε σχέση με μια άλλη ομάδα.

Επανοικειοποίηση του Κόμματος;

Ένα σημαντικό πρόσωπο στις συζητήσεις μετά το ’68 ήταν ο Ζιλ Ντωβέ. Η επιχειρηματολογία του στο κείμενο «Λενινισμός και Υπεραριστερά» είναι παρόμοια με αυτή των Πέρλμαν και Gregoire αλλά πηγαίνει μακρύτερα καθώς επιχειρεί να αποκαταστήσει την έννοια του κόμματος.65  Ο Ντωβέ υποστήριζε ότι η «συμβουλιακή» θέση για την οργάνωση ήταν μια κριτική του «Λενινισμού»66  η οποία συνδεόταν αρνητικά με το αντικείμενό της – αποτελούσε αντίδραση σε αυτόν και όχι ξεπέρασμά του. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η συμβουλιακή ιδεολογία όπως και ο Αναρχισμός αποδέχεται την ταύτιση του κόμματος με το λενινιστικό κόμμα. Ως αντίδραση στον ιστορικά αντεπαναστατικό ρόλο που κατέληξαν να παίξουν οι Μπολσεβίκοι, θεωρήθηκε ότι η διαχωρισμένη συλλογικότητα επαναστατών ή κομμουνιστών, ό,τι και να κάνει, αποτελεί υποκατάσταση της τάξης και απειλεί να την καθυποτάξει. Σύμφωνα με τον Ντωβέ αυτή η θέση παραβλέπει το γεγονός ότι μπορεί να βρεθεί στον Μαρξ μια διαφορετική έννοια για το κόμμα, η οποία βασίζεται στη διάκριση ανάμεσα στο «ιστορικό» και το «τυπικό» κόμμα.

Ο Μαρξ είχε κάνει αυτή τη διάκριση σε μια επιστολή του προς τον ποιητή Freiligrath το 1860, ο οποίος ήταν σύντροφος του Μαρξ στην Κομμουνιστική Λίγκα δέκα χρόνια πριν. Ο Μαρξ προσπαθούσε να εξασφαλίσει τη στήριξη του Freiligrath απέναντι στους συκοφαντικούς ισχυρισμούς του Carl Vogt για τον Μαρξ και την Κομμουνιστική Λίγκα, αλλά ο Freiligrath αρνήθηκε να εμπλακεί λέγοντας ότι δεν είναι πια μέλος του κόμματος. Ο Μαρξ απάντησε ότι ούτε κι αυτός ανήκει σε ένα τέτοιο κόμμα διότι: «το κόμμα… υπό αυτή την απολύτως εφήμερη έννοια, έπαψε να υπάρχει για μένα 8 χρόνια πριν» όταν διαλύθηκε μετά από προτροπή του:

Από το 1852 δεν ξέρω κανένα «κόμμα» υπό την έννοια που υπονοείς στο γράμμα σου. Εσύ είσαι ποιητής, ενώ εγώ είμαι κριτικός και για μένα η εμπειρία του 1849-1852 ήταν υπεραρκετή. Η «Λίγκα», όπως και η société des saisons [γιακωβίνικη οργάνωση] στο Παρίσι και εκατοντάδες άλλες ομάδες, ήταν απλώς ένα επεισόδιο στην ιστορία ενός κόμματος που είναι παντού, αναβλύζοντας φυσικά από το έδαφος της σύγχρονης κοινωνίας […] Προσπάθησα να ξεκαθαρίσω την παρεξήγηση που προέκυψε λόγω της εντύπωσης ότι όταν έγραφα για «κόμμα» εννοούσα τη «Λίγκα» η οποία τελείωσε πριν δώδεκα χρόνια. Γράφοντας «κόμμα», εννοούσα το κόμμα υπό την ευρεία ιστορική έννοια.67

Είναι πιθανό ότι ο Ντωβέ έλαβε γνώση της εν λόγω διάκρισης που έκανε ο Μαρξ μέσω του κειμένου «Προέλευση και Λειτουργία της Μορφής Κόμμα».68  Σε αυτό το κείμενο, ο Ζακ Καμάτ και ο Roger Dangeville εξιστορούν την εξέλιξη του «κόμματος» και πώς αυτό γινόταν κατανοητό από τον Μαρξ και από όσους είχαν επηρεαστεί από αυτόν. Ξεκινώντας από τη σεχταριστική φάση της Κομμουνιστικής Λίγκας κατά τη δεκαετία του 1840, οι συγγραφείς ακολουθούν το μεταβαλλόμενο νόημα της έννοιας του κόμματος μέσω της Πρώτης Διεθνούς και της Παρισινής Κομμούνας και στη συνέχεια δείχνουν πώς αυτές οι ιδέες αναπτύχθηκαν και αργότερα προδόθηκαν μέσα στη Δεύτερη και την Τρίτη Διεθνή και πώς τελικά η Ιταλική [Κομμουνιστική] Αριστερά στάθηκε σε σχέση με αυτή την ιστορία.

Το κείμενο υποστηρίζει ότι το κόμμα δεν προσδιορίζεται κατά βάση από τις μορφές οργάνωσης ή τους γραφειοκρατικούς κανόνες αλλά από το «πρόγραμμά» του, από την «προεικόνιση της κομμουνιστικής κοινωνίας, από το απελευθερωμένο και συνειδητό ανθρώπινο είδος».69  Το κομμουνιστικό πρόγραμμα, με τη σειρά του, δεν ήταν προϊόν του Μαρξ ή οποιουδήποτε άλλου ατόμου, αλλά γέννημα του αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο κατά τον οποίο το προλεταριάτο επιχειρεί να σχηματίσει μια κοινότητα για να αντικαταστήσει την ατομικοποίηση της καπιταλιστικής κοινωνίας, και, απλώς, εκφράζεται, συχνά αρκετά ατελώς, από άτομα και ομάδες.70  Η διαίσθηση των Μαρξ και Ένγκελς για τη μελλοντική κοινωνία βασιζόταν σε αυτόν τον αγώνα και το έργο τους ήταν μια προσπάθεια να περιγράψουν την ανάδυσή της και να την υπερασπιστούν απέναντι στην αστική κοινωνία.71  Κατά συνέπεια, το κείμενο υποστηρίζει ότι, υπό την ιστορική του έννοια, το κόμμα είναι μια «απρόσωπη δύναμη πέρα από συγκεκριμένες γενιές, εκπροσωπεί το ανθρώπινο είδος, την ανθρώπινη ύπαρξη που πια βρέθηκε. Είναι η συνείδηση του είδους».72  Οι οργανώσεις που ισχυρίζονται ότι αποτελούν το κόμμα, είτε στο παρόν είτε στο παρελθόν, είναι στην καλύτερη περίπτωση τυπικά οργανωμένες ομάδες που προσωρινά εκφράζουν αυτή την ιστορική δύναμη, αλλά που εξίσου συχνά αποτυγχάνουν να το κάνουν ή την εκπροσωπούν για κάποιο διάστημα ή σε κάποιο βαθμό προτού περάσουν στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης.

Ο Ντωβέ υποστήριξε ότι η διάκριση ανάμεσα στην ιστορική και την τυπική έννοια του κόμματος μετατρέπει την αντίθεση ανάμεσα στην ανάγκη για το κόμμα και τον φόβο για αυτό σε ψευδοδίλημμα. Με τη διάρρηξη της συσχέτισής του με τον Λενινισμό, το κόμμα δεν αποτελούσε πια πρόβλημα: το κόμμα δεν είναι κάτι που δημιουργείται και οικοδομείται μέσα από μια διαδικασία στρατολόγησης και κατήχησης –κατά την πρακτική των γραφειοκρατικών σεχτών– αλλά αντίθετα είναι αυθόρμητο προϊόν της καπιταλιστικής κοινωνίας που μπορεί να εμφανιστεί μόνο σε επαναστατικές περιόδους. Ο καπιταλισμός παράγει ανθρώπους που επιχειρούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να κατανοήσουν και να αγωνιστούν ενάντια στην κατάσταση εντός της οποίας βρίσκονται. Ο Ντωβέ έκρινε ότι μπορούμε να αποκαλέσουμε ορισμένους τέτοιους ανθρώπους επαναστάτες73  ή κομμουνιστές και υποστήριξε ότι, κόντρα στους φόβους των συμβουλιακών, δεν θα πρέπει να ανησυχούν για το γεγονός ότι επιδιώκουν θεωρητική συνοχή και ενεργούν συλλογικά για τη διάδοση των αντιλήψεών τους. Υποστήριζε ότι «το επαναστατικό κίνημα είναι μια οργανική δομή της οποίας η θεωρία αποτελεί αδιαχώριστο και απαραίτητο στοιχείο». Όσοι επιχειρούν να διατυπώσουν μια τέτοια θεωρία, όσοι επιχειρούν να «εκφράσουν το πλήρες νόημα του τι συμβαίνει και να κάνουν πρακτικές προτάσεις» σε κανονικές περιόδους πιθανόν δεν θα έχουν μεγάλη επιρροή. Αλλά σε επαναστατικές περιόδους «αν η έκφραση είναι σωστή και η πρόταση κατάλληλη, είναι τμήματα του αγώνα του προλεταριάτου και συμβάλλουν στη δημιουργία του “κόμματος” της κομμουνιστικής επανάστασης».74

Η συμβουλιακή αντίθεση ανάμεσα στην ηθελημένη και την αυθόρμητη οργάνωση κλονίζεται στη βάση αυτής της επιχειρηματολογίας. Αν η καπιταλιστική κοινωνία προκαλεί αυθόρμητα την ανάδυση μορφών οργανωμένης αντίστασης, όπως οι απεργίες και τα κοινωνικά κινήματα, τότε η παραγωγή των κομμουνιστών ως ηθελημένης ομάδας αποτελεί με τον δικό της τρόπο αυθόρμητο προϊόν. Πάντοτε γεννιούνται μειοψηφίες που αναζητούν άλλους ανθρώπους σαν και τους ίδιους, τόσο κατά τη διάρκεια των αγώνων όσο και σε περιόδους που δεν συμβαίνουν πολλά. Κατά συνέπεια, για τον Ντωβέ, η πρόσδοση αξίας από τους συμβουλιακούς στον πόλο του αυθορμητισμού και η καταγγελία του πόλου της ηθελημένης οργάνωσης δεν είναι δικαιολογημένη. Το ότι η επανάσταση προέρχεται θεμελιακά από τον ένα πόλο δεν σημαίνει ότι οι μειοψηφίες στον άλλο πόλο δεν παίζουν κανένα ρόλο. Τα άτομα που προσελκύονται από τις ιδέες της επανάστασης και του κομμουνισμού, τα οποία σχηματίζουν στη συνέχεια «ηθελημένες ομάδες» ή σχετίζονται μεταξύ τους με λιγότερο τυπικό τρόπο είναι εξίσου φυσικό προϊόν της καπιταλιστικής κοινωνίας όπως και οι «αυθόρμητοι» αγώνες και κινήματα που ξεσπούν από καιρό σε καιρό. Αυτές οι ομάδες θα είναι ατελείς διότι και αυτές αποτελούν κομμάτι της αστικής κοινωνίας. Πολλές θα παίξουν κακό ρόλο, όπως οι περισσότερες από τις σέχτες του ’68, αλλά αν καταφέρουν να εκφράσουν κάτι το «κομμουνιστικό» αποτελούν εφήμερες εκφράσεις ενός κινήματος που αναδύεται μέσα και ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Δημιουργημένο μέσα σε επαναστατικές περιόδους, όπως αυτή μέσα στην οποία ο Ντωβέ θεωρούσε ότι ζούσε, το κόμμα δεν οικοδομείται από μια πράξη της βούλησης. Αποτελεί απλώς την οργάνωση του αναδυόμενου κινήματος. Όπως το θέτει ένα μέλος της άτυπης ομάδας στην οποία συμμετείχε ο Ντωβέ:

Όταν το προλεταριάτο δεν είναι επαναστατικό, δεν υπάρχει, και οι επαναστάτες δεν μπορούν να κάνουν τίποτα με αυτό. Δεν είναι αυτοί, που παίζοντας τον ρόλο του παιδαγωγού των ανθρώπων, μπορούν να δημιουργήσουν την ιστορική κατάσταση μέσα στην οποία το προλεταριάτο γίνεται αυτό που είναι, αλλά η ίδια η ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας. Όταν προκύπτει μια τέτοια κατάσταση, οι επαναστάτες που δεν προέρχονται από την εργατική τάξη και αυτοί που για πολλούς λόγους βρίσκονται «περιορισμένοι» εντός της αστικής κοινωνίας ενώνονται στο προλεταριακό κόμμα, το οποίο σχηματίζεται αυθόρμητα προκειμένου να λυθούν τα προβλήματα της επανάστασης.75

Ωστόσο, αν αυτή η κριτική της συμβουλιακής ιδεολογίας που διατυπώθηκε το 1969 και η οποία εστιάζει στη διάκριση ιστορικού και τυπικού κόμματος οφείλει πολλά στο κείμενο του Καμάτ «Προέλευση και Λειτουργία…», την ίδια περίοδο η θέση του ίδιου του Καμάτ είχε μετακινηθεί. Ο Καμάτ επηρεάστηκε και ανοίχτηκε στον χαρακτήρα της νέας εξέγερσης με έναν τρόπο που η τυπική «Μπορντιγκιστική» ομάδα στην οποία συμμετείχε δεν το έκανε. Το ίδιο έτος με την παρέμβαση του Ντωβέ στο συνέδριο της ICO, ο Καμάτ και ο Collu έγραψαν μια επιστολή που αργότερα δημοσιεύτηκε με τον τίτλο On Organisation (Πάνω στο ζήτημα της Οργάνωσης), η οποία αν μη τι άλλο ήταν πιο κριτική στις «ηθελημένες ομάδες» από τους συμβουλιακούς. Η επιστολή τους καταγγέλλει τις προσπάθειες των πολιτικών ομάδων να στρατολογήσουν τους επαναστάτες που παρήχθησαν από αυτή την περίοδο και απορρίπτει την πρόταση από ορισμένα μέλη του περιοδικού Invariance, στο οποίο συμμετείχαν κι οι δύο, να συγκροτηθεί ως μια τέτοια ομάδα.

Το κείμενο On Organisation προχωράει πέρα από την απόρριψη του Λενινισμού που μοιράζονταν οι αναρχικοί και οι συμβουλιακοί, εντοπίζοντας μια τάση που εμφανίζεται σε κάθε οργάνωση, όποια ιδεολογία κι αν υιοθετεί, είτε χρησιμοποιεί τον όρο κόμμα είτε όχι, να μετατρέπεται σε συμμορία ή σπείρα. Αυτή η τάση είναι το αποτέλεσμα της ανταγωνιστικής, αντίζηλης ύπαρξης που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής επιβάλλει στις ατομικές και στις συλλογικές υποκειμενικότητες.76  Ας εξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται οι πολιτικές ομάδες μεταξύ τους καθώς ανταγωνίζονται για τη στρατολόγηση νέων μελών και τη διατήρηση όσων ήδη έχουν. Αν στον πρώιμο καπιταλισμό ήταν δυνατό για τις οργανώσεις της εργατικής τάξης να αποτελούν ένα είδος κοινότητας ενάντια στο κεφάλαιο, στην περίοδο της πραγματικής κυριαρχίας του, το κεφάλαιο διαμορφώνει τόσο τις ατομικές όσο και τις συλλογικές υποκειμενικότητες.77  Στη θεώρηση του Καμάτ, ακόμα και η ομάδα στην οποία συμμετείχε –η οποία μέσω της πρακτικής της ανωνυμίας και της απόρριψης της δημοκρατικής ψηφοφορίας αντιτίθετο στον αστικό ατομικισμό, ή την «στείρα και παθολογική απομόνωση του Εγώ»– εξελίχθηκε σε συμμορία, μια συλλογική μορφή αυτού του παθολογικού εγώ στη σχέση του με τον κόσμο.78

Επανερχόμενοι στα επιχειρήματα του κειμένου Προέλευση και Λειτουργία, ο Καμάτ και ο Collu γράφουν τα εξής:

Σήμερα το κόμμα μπορεί να είναι μόνο το ιστορικό κόμμα. Κάθε τυπικό κίνημα αποτελεί αναπαραγωγή αυτής της κοινωνίας και το προλεταριάτο είναι ουσιαστικά έξω από αυτό. Μια ομάδα δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να υποκρίνεται ότι πραγματοποιεί την κοινότητα χωρίς να υποκαθιστά το προλεταριάτο, που μόνο αυτό μπορεί να την πραγματοποιήσει. Αυτή η απόπειρα εισάγει μια διαστρέβλωση που γεννά θεωρητική σύγχυση και πρακτική υποκρισία. Δεν είναι αρκετό να αναπτύσσεται η κριτική του κεφαλαίου ούτε να υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχουν οργανωτικοί δεσμοί. Είναι αναγκαίο να αποφεύγεται η αναπαραγωγή της δομής της συμμορίας, καθώς είναι το αυθόρμητο προϊόν της κοινωνίας.79

Έτσι, ενώ η ιδέα του κόμματος στον Ντωβέ ως αυθόρμητου προϊόντος της κοινωνίας φαίνεται ότι διαλύει τον φόβο για το κόμμα από την πλευρά της Γερμανοολλανδικής Αριστεράς, ο Καμάτ προειδοποιεί ότι η καπιταλιστική κοινωνία παράγει επίσης αυθόρμητα τη δομή και τη νοοτροπία της συμμορίας.80

Το 1969, όταν γραφόταν το κείμενο On Organisation, οι Καμάτ και Collu υποστηρίζουν την υιοθέτηση της στάσης που θεωρούν ότι κρατά ο Μαρξ στην επιστολή του προς τον Freiligrath. Θα πρέπει κανείς να αρνηθεί να συγκροτήσει κάθε είδους ομάδα και, αντιθέτως, απλώς να διατηρεί ένα δίκτυο επαφών με όσους έχουν οικειοποιηθεί ή βρίσκονται στη διαδικασία της οικειοποίησης της θεωρητικής γνώσης. Αυτή η οικειοποίηση πρέπει να είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία χωρίς ακολουθητισμό και διδακτισμό διότι «το κόμμα υπό την ιστορική του έννοια δεν είναι σχολείο». Έτσι, αντί να ταυτίζεται με μια ομάδα, ο επαναστάτης μπορεί να προσανατολιστεί προς μια θεωρία: «ένα έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη και πρέπει να αναπτυχθεί».81  Μια τέτοια θεωρία δεν εξαρτάται από κάποια ομάδα ή περιοδικό αλλά αποτελεί έκφραση της ταξικής πάλης.

Ωστόσο, σε ένα σημείωμα που έγραψε το 1972, ο Καμάτ εντοπίζει τις αδυναμίες και τις πιθανές παρερμηνείες του κειμένου On Organisation. Σημειώνει ότι αυτός και ο Collu έκαναν λάθος να πάρουν σαν μοντέλο μια στιγμή της δραστηριότητας του Μαρξ από μια πολύ διαφορετική περίοδο του καπιταλισμού.82  Παρατήρησε ότι η εστίασή τους στη θεωρία διατρέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί ως μια ελιτίστικη αντίληψη για την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος, σύμφωνα με την οποία η συνείδηση εισάγεται στις μάζες απέξω. Υποστήριξε ότι η κριτική της οργάνωσης μπορεί να μετατραπεί σε μια αντι-οργανωτική θέση, ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα προς πώληση το οποίο θα λειτουργήσει ως θέλγητρο για μια νέα διαδικασία συμμοριοποίησης.83  Αυτό μπορεί να ιδωθεί ως μια επιστροφή στον Στίρνερ με κάθε άτομο να καλλιεργεί τη δική του επαναστατική υποκειμενικότητα.

Όπως γράφει ο Καμάτ:

Κάθε πολιτική αναπαράσταση αποτελεί προπέτασμα και επομένως εμπόδιο στη συνένωση των δυνάμεων. Καθώς η αναπαράσταση μπορεί να προκύψει τόσο στο επίπεδο του ατόμου όσο και στο επίπεδο της ομάδας, η προσφυγή στο πρώτο επίπεδο θα ήταν, για εμάς, μια επανάληψη του παρελθόντος.84

Τόσοι πολλοί λάθος δρόμοι!

Ξεκινώντας από τη θέση της Ιταλικής Αριστεράς για το κόμμα, η οποία ήταν φαινομενικά αντίθετη από αυτή των συμβουλιακών, βλέπουμε ότι ο Καμάτ κατέληξε σε μια παρόμοια θέση με την απόρριψη των αξιώσεων της μικρής οργανωμένης ομάδας. Υπάρχει μια υποβόσκουσα συνέχεια στο γεγονός ότι η έννοια του Καμάτ για τη μετατροπή της ομάδας σε συμμορία αλληλεπικαλύπτεται με τη συμβουλιακή θεώρηση ότι η ηθελημένη ομάδα θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στο να προσανατολιστεί προς την επιβίωσή της εντός του καπιταλισμού.85  Και οι δύο εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην αυθόρμητη οργάνωση προς την οποία οδηγείται η τάξη (ή το ανθρώπινο είδος για τον ύστερο Καμάτ). Στην αυθόρμητη οργάνωση υπάρχει πολύς χώρος για μια δυναμική μάθησης στην οποία η ταυτότητα και η αυτοκατανόηση όσων συμμετέχουν μετασχηματίζεται. Στην ηθελημένη ομάδα υπάρχει μια μεγαλύτερη επένδυση σε μια ταυτότητα (γύρω από ένα σύνολο ιδεών) που οδηγεί σε μορφές συμπεριφοράς υπεράσπισης αυτής της ταυτότητας. Η ηθελημένη ομάδα –ακόμα κι αν αυτή η ομάδα εμφανιστεί αυθόρμητα ως αντίδραση σε ένα επαναστατικό κύμα– έχει την τάση να διατηρείται σε ύπαρξη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό για το οποίο εξυπηρετεί έναν σκοπό και κυριαρχείται από μια νοοτροπία συμμορίας ή «ωθείται προς ρεφορμιστικούς ή καπιταλιστικούς χώρους και εξαναγκάζεται να έχει μια πρακτική που έρχεται σε όλο και μεγαλύτερη αντίθεση με τις διακηρυγμένες αρχές της».86

Για τον Καμάτ, αυτό αποτελεί λόγο για να αποφεύγεται πλήρως η μορφή της ομάδας. Ένας διαφορετικός τρόπος απόκρισης στις τάσεις που περιγράφει είναι η αναγνώριση ότι κάθε «ηθελημένη» συλλογική πρωτοβουλία, ιδιαίτερα έξω από τον ενθουσιασμό της επαναστατικής στιγμής, θα έχει την ταυτοτική, συμμορίτικη πλευρά της – το ζήτημα είναι να υπάρχει εγρήγορση σε σχέση με αυτή την πλευρά, να κατονομάζεται ρητά όταν εμφανίζεται και να γίνεται συλλογική προσπάθεια για την αποφυγή ή τον περιορισμό της. Πράγματι, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι όσο μεγαλύτερο διάστημα υπάρχει μια ομάδα τόσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να υποβιβαστεί σε μια τέτοια δομή, πράγμα που υποδηλώνει ότι οι ομάδες θα πρέπει να σχηματίζονται για συγκεκριμένους σκοπούς και θα πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν για όσο διάστημα θεωρούν ότι συμβάλλουν σε αυτούς τους σκοπούς. Κι αν αυτός ο σκοπός είναι η θεωρία, θα πρέπει να συνεχίσουν να υπάρχουν μόνο για όσο θεωρούν ότι συνεισφέρουν κάτι χρήσιμο.

Ένας σκοπός που μας κινεί είναι η κομμουνιστική θεωρία, η σκέψη για τον καπιταλισμό και το ξεπέρασμά του. Η επόμενη ενότητα διαπραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε να το κάνουμε.

ΙΙ. Ανοιχτός Μαρξισμός;

Η αλήθεια ούτε γεννιέται ούτε βρίσκεται στο κεφάλι κάποιου συγκεκριμένου ανθρώπου – η αλήθεια γεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους που την αναζητούν από κοινού, μέσα σε μια διαδικασία διαλογικής συνεύρεσης.87

Αν ενδιαφερόμαστε για τη σκέψη σχετικά με τον καπιταλισμό και το ξεπέρασμά του, το έργο του Μαρξ και, ιδιαίτερα, η περιγραφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και η κριτική του, παρουσιάζεται ως ένα βασικό θεωρητικό σημείο αναφοράς – ως ένα θεμέλιο. Ωστόσο, εξετάζοντας την ιστορία του Μαρξισμού στην εξουσία, από τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι την ΕΣΣΔ, την Κίνα και άλλες χώρες, διαπιστώνουμε ότι ο Μαρξισμός έχει σε μεγάλο βαθμό αποτελέσει δύναμη που ώθησε την ανάπτυξη του καπιταλισμού κι όχι το ξεπέρασμά του. Πώς μπορεί κανείς να διαχωρίσει τον Μαρξ και τον Μαρξισμό από αυτή την ιστορία;

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Richard Gunn, ο Werner Bonefeld, o John Holloway και άλλοι χρησιμοποιούν τον όρο «Ανοιχτός Μαρξισμός» σε περιοδικά όπως το Common Sense και σε μια σειρά από βιβλία.88  Υιοθέτησαν αυτόν τον όρο από τον Γιοχάνες Ανιόλι, ο οποίος σε μια συζήτηση με τον Έρνεστ Μαντέλ89  τον πρότεινε για να περιγράψει έναν Μαρξισμό που είναι ανοιχτός στην «αίρεση της πραγματικότητας». Οι Gunn, Bonefeld και άλλοι τον χρησιμοποιούν υπό μια παρόμοια έννοια, όχι ως αναφορά σε μια συγκεκριμένη σχολή ή είδος Μαρξισμού αλλά αντίθετα ως μια χρήσιμη ετικέτα που συλλαμβάνει το ζωντανό (και επαναστατικό) νήμα που συνδέει διαφορετικούς ετερόδοξους Μαρξισμούς –τον Συμβουλιακό Κομμουνισμό, τη Σχολή της Φρανκφούρτης, τη Γερμανική Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, τον Ιταλικό Εργατισμό και τον Αυτόνομο Μαρξισμό– ενάντια στις δογματικές εκδοχές του.

Σε μια περίοδο ορατής κρίσης του Μαρξισμού, μπροστά στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση και την «επίθεση των αφεντικών»90 , αυτή η κίνησή τους αποτελούσε παρέμβαση υπέρ του κριτικού, επαναστατικού και καταστροφικού σκοπού του Μαρξισμού – όχι απλώς ενάντια στις μορφές της Μαρξιστικής-Λενινιστικής ορθοδοξίας που εκείνη την περίοδο υποχωρούσαν αλλά και ενάντια στις κοινωνιολογικές και θετικιστικές μορφές Μαρξισμού που είχαν γίνει κυρίαρχες στην ακαδημαϊκή σφαίρα. Αντί να απαντήσουν στην κρίση που είχε γίνει ορατή με μια φονταμενταλιστική επιβεβαίωση της ορθοδοξίας, υποστήριξαν ότι η αρχή της αμφισβήτησης και της διάλυσης της ψευδούς βεβαιότητας ήταν απαραίτητο στοιχείο για έναν ανοιχτό Μαρξισμό.

Παρά την υποτιθέμενα οριστική εξάντλησή του… ο Μαρξισμός δεν βρίσκεται σε κρίση όσο προκαλεί και δημιουργεί κρίσεις στις [μαρξιστικές] «σχολές» που έχουν αναπτυχθεί ιστορικά ή στους ίδιους τους μαρξιστές. Μεταφορικά μιλώντας, ο Μαρξισμός είναι η θεωρητική έννοια της πρακτικής και η πρακτική έννοια της θεωρίας που προκαλεί κρίσεις στον εαυτό της ως στοιχείο της εγγενούς ισχύος και εγκυρότητάς της.91

Φυσικά, μπορεί να τεθεί το ερώτημα γιατί θα πρέπει κανείς να υπερασπίζεται καν κάποιον αποκαλούμενο «Μαρξισμό». Θα μπορούσε κανείς να απορρίψει όλους τους «-ισμούς» ως ιδεολογικά παγιωμένες μορφές σκέψης, όπως το έκανε η ΚΔ.92  Θα μπορούσε κανείς να κρατήσει τον «Μαρξισμό» ως όρο για τις ιδεολογίες που βασίζονται στις ιδέες του Μαρξ, οι οποίες θα πρέπει να διακρίνονται από την επαναστατική ή κομμουνιστική χρήση αυτών των ιδεών.93  Ωστόσο, ακόμα κι αν ακολουθείτο αυτή η οδός, το ερώτημα για το πώς θα μπορούσε να διακριθεί η «αυθεντική» κομμουνιστική χρήση του Μαρξ από την ιδεολογική μαρξιστική χρήση του, πέραν μιας αυθαίρετης απόφασης, θα παρέμενε. Το κίνητρο πίσω από τον ορισμό ενός Ανοιχτού Μαρξισμού ή, όπως στην περίπτωση της ΚΔ, το να «(μην) είναι κανείς μαρξιστής… όπως και ο Μαρξ όταν έλεγε “Δεν είμαι μαρξιστής”»94  είναι το ίδιο. Το ζήτημα δεν είναι αν κανείς υιοθετεί ή όχι την ετικέτα του μαρξιστή αλλά το πώς θα αναπτυχθεί η σκέψη ώστε να ανταποκρίνεται στην πρώτη ύλη της πραγματικότητας.

Πώς μπορούμε να αποφύγουμε να φιλτράρουμε την ύπαρξη ώστε να ταιριάζει με τις προσχηματισμένες ιδέες μας, αν απλώς διακηρύσσουμε ότι η περιορισμένη οπτική μας αποτελεί την αλήθεια; Πιο συγκεκριμένα, πώς μπορεί κανείς να συλλάβει την ίδια του την εμπειρία μέσω των κατηγοριών του Μαρξ χωρίς να διαβάζει δογματικά την πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα τους; Χρειαζόμαστε μια φιλοσοφία ή μέθοδο; Έχουμε κάποιου είδους αρχές τις οποίες εφαρμόζουμε; Πώς ανταποκρινόμαστε στα επιχειρήματα ανθρώπων που δεν συμμερίζονται τις κατηγορίες που χρησιμοποιούμε; Πώς αντιλαμβανόμαστε την ενότητα θεωρίας και πράξης; Αν το ζήτημα είναι να «αλλάξουμε τον κόσμο», αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε και απορρίπτουμε τη θεωρία βάσει του πόσο χρήσιμη είναι στους αγώνες; Μπορεί η θεωρία να ιδωθεί ως ένα είδος όπλου που χρησιμοποιείται στον αγώνα ή, όπως υποστήριξε ο Moss, ο κύριος στόχος της είναι η «αναζήτηση της αλήθειας μιας κατάστασης»;

Μια ιδέα του Ανοιχτού Μαρξισμού που εμπνέει αδιάλειπτα τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και αυτό που κάνουμε είναι η ιδέα περί «καλής συζήτησης» που διατυπώθηκε από τον Richard Gunn. Αυτή η έννοια είναι κεντρική στην αυτοκατανόησή μας για τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται η σκέψη και η θεωρία.

Η ιδέα της συζήτησης συλλαμβάνει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο την κοινωνικότητα της ανθρώπινης σκέψης. Όπως με πειστικό τρόπο έδειξαν οι Μπάχτιν και Βολοσίνοφ, ακόμα και η σκέψη που κάνουμε «μέσα στο μυαλό μας» είναι κομμάτι μιας διαλογικής αλυσίδας. Πάντοτε συνεχίζουμε σκέψεις που ξεκινούν από άλλους, συμφωνώντας ή διαφωνώντας με αυτές, απαντώντας σε κριτικούς και συνομιλητές, προβλέποντας τι απάντηση μπορεί να δοθεί.95  Η σκέψη είναι πέρα για πέρα κοινωνική. Ωστόσο, αυτή η κοινωνικότητα ισχύει τόσο στην ιδεολογία όσο και στη θεωρία, τόσο στον τρόπο με τον οποίο αναπαράγουμε ιδέες που συμμορφώνονται με την υφιστάμενη κοινωνική τάξη πραγμάτων όσο και στην ανάπτυξη μιας σκέψης που δείχνει πέρα από αυτή. Αν ενδιαφερόμαστε για την τελευταία, χρειαζόμαστε μια πιο λεπτή έννοια συζήτησης. Όπως δεν είναι πραγματικά σκέψη ό,τι θεωρεί ο κόσμος σκέψη,96  ούτε κάθε συζήτηση, με τον εαυτό μας ή με άλλους, είναι καλή συζήτηση. Γνωρίζουμε επίσης το πώς οι εκκλήσεις σε διάλογο και συζήτηση –και στην «ελευθερία του λόγου»– αποτελούν κοινότοπες εκκλήσεις που επιτελούν εξαιρετικά ιδεολογικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της παρεκτροπής από την αναγκαία δράση.97  Ακόμα και μέσα σε χώρους που θεωρούν τον εαυτό τους ανταγωνιστικό σε αυτή την κοινωνία, υπάρχουν μορφές κακής συζήτησης, όπως το κήρυγμα στους προσήλυτους, οι διάλογοι κωφών, οι ατέρμονες συζητήσεις χωρίς αποτέλεσμα. Είναι κατά συνέπεια αναγκαίο να καθορίσουμε τι εννοούμε ως καλή συζήτηση. Σε τι είδους συζήτηση πρέπει να στοχεύουμε.98

Όπως θα δούμε, η καλή συζήτηση προσδιορίζεται για τον Gunn από αμοιβαία αναγνώριση, πρακτική αναστοχαστικότητα και εμμενή κριτική.99  Σε πιο πρόσφατα κείμενα, οι Gunn και Wilding υποστηρίζουν ότι οι έννοιες της αμοιβαίας αναγνώρισης και της συζήτησης είναι απολύτως κεντρικές για την επαναστατική δράση και τον ίδιο τον κομμουνισμό.100  Η ιδέα ότι, αφενός, η μικρή «ηθελημένη ομάδα» που στοχεύει στην κατανόηση και στο ξεπέρασμα του καπιταλισμού και, αφετέρου, το αυθόρμητο επαναστατικό πλήθος κι η μαζική δράση που θα παράγουν πραγματικά αυτό το ξεπέρασμα, διαθέτουν κοινή βάση στην έννοια της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία τα συνέχει, είναι, για εμάς, συναρπαστική και θα προσπαθήσουμε να την περιγράψουμε με λεπτομέρεια.

Μαρξισμός και Φιλοσοφία

Η αρχική αιτία για τη συγγραφή του κειμένου του Gunn «Marxism and Philosophy»101  ήταν το να δοθεί απάντηση στην εισαγωγή του Κριτικού Ρεαλισμού από τον Roy Bhaskar ως φιλοσοφικής βάσης του Μαρξισμού και της «Αριστεράς». Στην απάντησή του, ο Gunn σημειώνει ότι προτού κανείς απαντήσει στο ερώτημα αν ο Μαρξισμός χρειάζεται μια Κριτική Ρεαλιστική φιλοσοφία θα πρέπει να θέσει το ερώτημα αν ο Μαρξισμός χρειάζεται καν κάποια φιλοσοφία. Το ενδιαφέρον μας για το κείμενο του Gunn δεν αφορά αυτά που λέει σχετικά με τον Bhaskar αλλά την προσπάθειά του «να σκιαγραφήσει ενάντια στον Κριτικό Ρεαλισμό μια εναλλακτική κατανόηση του εννοιολογικού καθεστώτος (conceptual status) της Μαρξιστικής σκέψης».102

Ο Gunn υποστηρίζει ότι παρέχοντας μια φιλοσοφία στην Αριστερά, ο Bhaskar αποδέχτηκε τον αστικό διαχωρισμό της μεταθεωρίας δεύτερης τάξης –μιας θεωρίας σχετικά με τις κατηγορίες [της θεωρίας]– από τη θεωρία πρώτης τάξης σχετικά με τον κόσμο. Ο Gunn υποστηρίζει ότι αυτός ο διαχωρισμός είναι προϊόν του αστικού διαφωτισμού, που έφτασε στο απόγειό του κατά τον 20ο αιώνα όταν η φιλοσοφία υποβιβάστηκε σε θεραπαινίδα της επιστήμης.103  Υποστηρίζει ότι ο Μαρξ, και ο Χέγκελ πριν απ’ αυτόν, απέρριπταν αυτό τον διαχωρισμό.104  Αυτό, ωστόσο, δεν οφείλεται στο ότι ο Μαρξισμός είναι ένας θετικιστικός ή επιστημονικιστικός λόγος που «δεν ενδιαφέρεται για ζητήματα περί των κατηγοριών»105  ούτε στο ότι επιστρέφει στην παλιά κοσμολογική ενότητα που κυριαρχούσε πριν την άνοδο του καπιταλισμού, αλλά αντιθέτως στο ότι έχει ενσωματώσει αυτά που θεωρούνταν φιλοσοφικά ερωτήματα σε μια ενιαία μορφή αυτο-αναστοχαστικής θεωρητικής δραστηριότητας για τον κόσμο.

Ο Gunn υποστηρίζει ότι ο Μαρξισμός δεν χρειάζεται κάποια φιλοσοφία ή μεταθεωρία για να στηρίξει τη θεωρία του για τον κοινωνικό κόσμο διότι ο Μαρξικός λόγος όπως το Κεφάλαιο, όπως η Φαινομενολογία του Χέγκελ πριν από αυτό, κινείται ανάμεσα στο επίπεδο της θεωρίας πρώτης τάξης για τον κόσμο και στο επίπεδο της θεωρίας δεύτερης τάξης για τις κατηγορίες με τις οποίες συλλαμβάνεται ο κόσμος, σε μια μοναδική κίνηση ολοποίησης.106  Αν αυτή η ολοποίηση είναι ταυτόχρονα «πρακτικά αναστοχαστική», «εμμενώς κριτική» και βασισμένη στην αμοιβαία αναγνώριση, τότε αποτελεί «καλή συζήτηση».

Παρόλο που ο Gunn γράφει σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο δυσκολίας και αφαίρεσης, η επιχειρηματολογία του στοχεύει να εντοπίσει:

μια ικανότητα αντιμετώπισης ζητημάτων εγκυρότητας των κατηγοριών (με άλλα λόγια, μια ικανότητα για «κριτική θεωρία») εντός της εμπειρίας πρώτης τάξης και την αυτεπίγνωση, ας πούμε, του καθενός κι όχι την προνομιούχα μετα-επίγνωση μιας φιλοσοφικής ελίτ.107

O Gunn υποστηρίζει ότι η θεωρία και η αλήθεια παράγονται εντός μιας καλής (αλλά όχι απαραίτητα ευγενικής) συζήτησης εντός της οποίας όλοι όσοι συμμετέχουν θέτουν υπό αμφισβήτηση τις απόψεις τους για τον κόσμο, τις κατηγορίες με τις οποίες τον συλλαμβάνουν και όλες τις πλευρές του εαυτού τους.108

Μια τέτοια συζήτηση βασίζεται ή κινείται στην κατεύθυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης. Ο Gunn υποστηρίζει ότι έξω από συνθήκες κοινωνικής επανάστασης και αγώνα η αμοιβαία αναγνώριση υπάρχει μόνο με μια αντιφατική μορφή και, συνεπώς, οι στιγμές κατά τις οποίες πραγματοποιείται μια τέτοια συζήτηση είναι σχετικά σπάνιες και ίσως μόνο ατελώς προσεγγισμένες.

Λέγεται ορισμένες φορές ότι καθοριστικό στοιχείο της συζήτησης του είδους που επιθυμούμε είναι ένας συγκεκριμένος προσανατολισμός προς την πράξη. Στις περίφημες «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ» ο Μαρξ υπέδειξε τον προσανατολισμό προς την αλλαγή του κόσμου. Αλλά είναι σημαντικό αυτός ο προσανατολισμός να μην γίνεται κατανοητός υπό τον μάλλον επιπόλαιο και κανονιστικό τρόπο σύμφωνα με τον οποίο η θεωρία και η πράξη θεωρούνται ως διαχωρισμένες σφαίρες που πρέπει να συναντηθούν μέσω του ακτιβισμού.109  Η συνάντηση της θεωρίας και της πράξης υποδηλώνει την ύπαρξη μιας εξωτερικής σχέσης μεταξύ τους.110  Αντίθετα, όπως υποστηρίζει ο Gunn, μπορούμε να συλλάβουμε την ενότητα θεωρίας και πράξης με όρους πρακτικής αναστοχαστικότητας.

Ο Gunn υποστηρίζει ότι η σχέση θεωρίας και πράξης είναι εσωτερική και όχι εξωτερική: συγκροτούν αμοιβαία η μία την άλλη. Η πρακτική αναστοχαστικότητα είναι μια θεωρητική δραστηριότητα που αναγνωρίζει τον εαυτό της και τις κατηγορίες της ως μέρος της αντιφατικής κοινωνικής πρακτικής την οποία επιχειρεί να κατανοήσει. Οι κατηγορίες που χρησιμοποιεί δεν είναι εγγυημένες από μια ξεχωριστή φιλοσοφία ή μεθοδολογία. Αντιθέτως, μέσα σε μια διαδικασία εμμενούς κριτικής, η θεωρητική δραστηριότητα που είναι πρακτικά αναστοχαστική λαμβάνει και υποβάλλει σε κριτική εξέταση το νόημα των κατηγοριών που υπάρχουν στον κοινωνικό της κόσμο. Αυτές οι κατηγορίες είναι τμήμα του τρόπου με τον οποίο η καπιταλιστική κοινωνία αυθόρμητα παρουσιάζεται σε όλα τα μέλη της· εκδηλώνονται τόσο στον καθημερινό κοινό νου όσο και στα συστηματικά θεωρητικά σχήματα των φιλοσόφων και των ιδεολόγων.

Ένα παράδειγμα που παίρνει ο Gunn από τον Μαρξ είναι το κομμάτι από το Κεφάλαιο στο οποίο ο Μαρξ προσδιορίζει ότι η βασική προϋπόθεση του κεφαλαίου, «Χ-Ε-Χ΄», είναι η αγοραπωλησία της εργασιακής δύναμης και ό,τι αυτή αφορά. Όταν ο Μαρξ λέει ότι η σφαίρα της ανταλλαγής εντός της οποίας αγοράζεται και πωλείται η εργασιακή δύναμη είναι το βασίλειο της «Ελευθερίας, της Ισότητας, της Ιδιοκτησίας και του Μπένθαμ»,111  υποδεικνύει το γεγονός ότι η καθημερινή κοινωνική πρακτική περιλαμβάνει θεωρητικές κατηγορίες ως μέρος της αναπαραγωγής της, ότι η ίδια η έννοια του ατόμου που έχουμε –το είδος υποκειμένου που είμαστε, το πώς κατανοούμε τους εαυτούς μας, το πώς σκεφτόμαστε και δρούμε– συγκροτείται από αυτή την κοινωνική πρακτική.112  Για παράδειγμα, οι κατηγορίες της ατομικότητας και της ορθολογικής ιδιοτέλειας που ο Μπένθαμ εκφράζει στον ωφελιμισμό του φαίνονται αυτονόητες και αυτεξήγητες στους δρώντες μέσα στην αστική κοινωνία. Ωστόσο, αυτή η προφάνεια συγκροτείται κοινωνικά και ιστορικά μέσα από μια διαδικασία αλλοτρίωσης, ατομικοποίησης και διαχωρισμού. Η πρακτικά αναστοχαστική θεωρητική δραστηριότητα αρνείται την «προφάνεια» αυτών των κατηγοριών θέτοντας το ερώτημα για το πώς αυτή κατασκευάζεται κοινωνικά. Η πρακτική αναστοχαστικότητα –η αναγνώριση της κοινωνικής συγκρότησης του εαυτού και των κατηγοριών του– είναι απαραίτητη προκειμένου κανείς να μπορεί να συλλάβει τη μυστικοποιητική, μερική και, συνεπώς, ψευδή φύση αυτών των φαινομένων/ιδεολογιών, με άλλα λόγια του πώς αυτά αποτελούν μια αναγκαία, λειτουργική μεσολάβηση άλλων διαδικασιών (εκμετάλλευσης, αλλοτρίωσης, κυριαρχίας), τις οποίες την ίδια στιγμή συστηματικά αποκρύπτουν.113  Συνεπώς, η κριτική των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων περιλαμβάνει ταυτόχρονα την κριτική του εαυτού μας και των κατηγοριών με τις οποίες κατανοούμε τους εαυτούς μας και αντιστρόφως – η αμφισβήτηση του εαυτού μας και των κατηγοριών μας έχει θεμελιώδη σημασία για την κριτική των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

Ένα άλλο παράδειγμα της ταυτόχρονης πρώτης τάξης και δεύτερης τάξης θεωρητικής διαπραγμάτευσης είναι η φράση του Μαρξ στο Κεφάλαιο ότι τα άτομα αντιμετωπίζονται μόνο ως «χαρακτηρολογικές μάσκες», ως «προσωποποιήσεις οικονομικών κατηγοριών, φορείς καθορισμένων ταξικών σχέσεων και συμφερόντων».114  Αυτό γενικά εκλαμβάνεται ως μεθοδολογικό (δεύτερης τάξης) ζήτημα. Αλλά όπως υποστηρίζουν οι Gunn και Wilding, την ίδια στιγμή αποτελεί μια κριτική που βρίσκεται σαφώς και στο επίπεδο της θεωρίας πρώτης τάξης, ως κριτική του αναγωγισμού, της εμπειρικής φτώχειας, της στέρησης και της υπεραπλούστευσης του βιόκοσμου (life-world), τον οποίο περιγράφει.115

Τι καθιστά καλή μια συζήτηση;

Για να εξετάσει κανείς κριτικά τη δική του εμπειρία και τις δικές του κατηγορίες, θα πρέπει να είναι ανοιχτός στις άλλες εμπειρίες και θεωρίες που υπάρχουν στον κοινωνικό κόσμο του. Αυτό δεν σημαίνει απλώς το να ασκεί κανείς κριτική στις άλλες εμπειρίες και θεωρίες από τη δική του θέση αλλά το να είναι ανοιχτός και στη δική τους κριτική, «αφού μια κριτική που είναι απλώς εξωτερική και σε τρίτο πρόσωπο παραλείπει τη στιγμή της “κατά-την-πορεία” έκθεσης του εαυτού σε κίνδυνο».116  Συνεπώς, ο Gunn υποστηρίζει ότι η πρακτική αναστοχαστικότητα και η εμμενής κριτική αποτελούν επί της ουσίας μια συζήτηση. Μια πρακτικά αναστοχαστική, εμμενής κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας και των ιδεών και θεωριών που τη δικαιολογούν στην καθημερινή ζωή δεν είναι μια κριτική που ασκείται από το βάθρο μιας υπέρτερης κοσμοθεώρησης ή από μια εκ των προτέρων υιοθετημένη πολιτική τοποθέτηση αντίθεσης. Είναι, αντίθετα, μια ανοιχτή συνάντηση με άλλες απόψεις και εμπειρίες.

Έτσι υποδεικνύεται μια απάντηση στο κρίσιμο ερώτημα για το πώς σε μια συζήτηση όπου αυτοί που συμμετέχουν δεν μοιράζονται τις ίδιες κατηγορίες θα μπορούσαν παρόλα αυτά να φτάσουν σε ακλόνητα συμπεράσματα.117  Καθώς μετέχουμε στον ίδιο κοινωνικό και πρακτικό κόσμο –με έναν τρόπο που δεν το κάναμε πριν την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής– το θεμελιώδες ερώτημα που θέτουμε ο ένας στον άλλο μέσα στη συζήτηση είναι το εξής: «Έτσι δεν είναι τα πράγματα;». Κάθε τοποθέτηση για το πώς είναι τα πράγματα πάντοτε προκαλεί μια απόκριση από τους άλλους του τύπου «όχι, είναι διαφορετικά» ή «ναι, αλλά επίσης θα πρέπει να προστεθεί το εξής». Όντας σε μια δυναμική σχέση με τους άλλους διαρκώς περιγράφουμε και ξαναπεριγράφουμε τον κόσμο. Η φαινομενολογική118  πλευρά αυτού του γεγονότος –η επίκληση στην εμπειρία– σημαίνει για τον Gunn ότι δεν υπάρχει καμία πρότερη συμφωνία επί της μεθόδου ή επί των κατηγοριών που να είναι αναγκαία για τη συζήτηση. Το ίδιο το αντικείμενο μπορεί να «παίξει (εν μέρει) έναν ρόλο στον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο θα γίνει, ως προς τις κατηγορίες, έγκυρα γνωστό».119  Σε μια τέτοια συζήτηση, κάθε πλευρά της θεώρησης όσων συμμετέχουν θα πρέπει να μπορεί να τεθεί: «θεωρητικές και μεταθεωρητικές διαστάσεις» καθώς και ζητήματα σχετικά με τη θέση από την οποία πρακτικά αφορμάται καθένας που συμμετέχει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε απλώς να απορρίψουμε, εν είδει μονολόγου, τον άλλον ως, λόγου χάρη, αστό απολογητή, ακαδημαϊκό, μιλιτάντη ή ως μη φέροντα την ορθή ταυτότητα. Θα πρέπει καθένας να εξάγει τα όρια των επιχειρημάτων του άλλου αναφορικά με τις δικές τους αντιφάσεις και την ανεπάρκειά τους ως προς τον κόσμο που ισχυρίζονται ότι εξηγούν. Είναι λογικό να αμφισβητούμε την οπτική γωνία του άλλου βάσει μιας επιχειρηματολογίας του τύπου «σκέφτεσαι κάτι τέτοιο διότι εσύ…» μόνο αν είμαστε ανοιχτοί τόσο στο να ακούσουμε πώς θα απαντήσει ο άλλος σε αυτόν τον ισχυρισμό μας όσο και στο να δεχτούμε να απευθύνονται παρόμοιες ερωτήσεις και σε εμάς.

Η ιδέα περί μιας ενδελεχούς ανοιχτής συζήτησης εντός της οποίας καθένας που συμμετέχει αμφισβητεί τους άλλους στη βάση του ότι και αυτός αποδέχεται να δεχτεί αμφισβήτηση θα μπορούσε να έχει ρυθμιστικό ρόλο. Ο Gunn απλώς διατυπώνει ρητά κάτι που ήδη οι άνθρωποι προσπαθούν να κάνουν –μέσω συζητήσεων, διαβασμάτων, συναντήσεων, κριτικών, δημοσιεύσεων– και προσφέρει ένα μέσο προφύλαξης απέναντι στην υπονόμευση μιας τέτοιας ανοιχτότητας, που μπορεί να επιφέρουν έννοιες περί φιλοσοφίας ή μεθόδου.

Φυσικά, συζητήσεις γίνονται συνέχεια και αυτό δεν μπορεί από μόνο του να παίξει τον ρόλο που προτείνει ο Gunn. Κρίσιμη είναι εδώ η διαφορά ανάμεσα στην «καλή» και την απογοητευτική συζήτηση. Ο Gunn δεν αποδίδει αξία στη «συζήτηση» καθεαυτή αλλά στην «καλή συζήτηση», που όπως λέει είναι σχετικά σπάνια. Η διαφορά ανάμεσα στην καλή και την «απογοητευτική» συζήτηση είναι μια εμπειρία που όλοι έχουμε και στην οποία μπορούμε να αναφερθούμε για να κατανοήσουμε πού το πηγαίνει ο Gunn.

Αν αυτή η εστίαση στη συνομιλία ή τις ιδέες φαίνεται πολύ «ιδεαλιστική», ας σημειώσουμε ότι η αναφορά στην εμπειρία και την πρακτική τροφοδοτεί διαρκώς αυτή τη συζήτηση, κι αν ακούγεται υπέρ του δέοντος ευγενική και δημοκρατική, όπως σημειώνει ο Gunn «δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο ευγενικό από μια ενδελεχή συζήτηση η οποία συνεχίζει μέχρι να φτάσει στο τέλος της. Κανείς δεν μπορεί να πει εκ των προτέρων πού θα οδηγήσει μια καλή συζήτηση (σε τι ζητήματα αγώνα ζωής και θανάτου)».120  

Όπως δείχνουν τα σχόλια του Gunn για την ανία της φιλοσοφίας και τον θετικισμό των επιστημών,121  στη σφαίρα της αστικής κοινωνίας, η οποία φαινομενικά προορίζεται για την ελεύθερη αμερόληπτη και προσανατολισμένη στην αλήθεια συζήτηση, οι ειδικεύσεις στον ακαδημαϊκό χώρο λειτουργούν ενάντια στην ολοποίηση που απαιτεί η καλή συζήτηση. Όμως, βασική του θέση είναι ότι μέσα ή έξω από τα πανεπιστήμια δεν μπορεί να γίνει καλή συζήτηση ούτε αν τηρείται η διάκριση θεωρίας/μεταθεωρίας (είτε ως ακαδημαϊκή ειδικότητα είτε ως ασυλλόγιστος περιορισμός της σκέψης) ούτε αν οι άνθρωποι σχετίζονται ως ατομικοί ιδιοκτήτες ή μέσω κοινωνικών ρόλων, συμπεριλαμβανομένων των ρόλων του διδάσκοντα και του φοιτητή, του ηγέτη και του ακολουθητή, του αντιπροσώπου και αυτού που αντιπροσωπεύεται.

Μέχρι στιγμής, εξετάσαμε τις ιδέες του Gunn ως προς τη συνάφειά τους με το είδος της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε άτομα και μέσα σε μικρές ομάδες που είναι προσανατολισμένες στην παραγωγή θεωρίας – δηλαδή, σε σχέση με τη διάκριση του Ανρί Σιμόν, περισσότερο στον πόλο των ηθελημένων ομάδων και λιγότερο στον πόλο των αυθόρμητων. Είναι, ωστόσο, αξιοσημείωτο ότι ο Gunn μαζί με τον Adrian Wilding επέστρεψαν σε μια πρόσφατη σειρά κειμένων σε αυτές τις ιδέες στο πλαίσιο των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων και αγώνων που ακολούθησαν την κρίση του 2008. Σε αυτά τα πιο πρόσφατα κείμενα υποστηρίζουν ότι η ιδέα της αμοιβαίας αναγνώρισης και της συζήτησης δεν είναι κεντρική μόνο για την αλληλεπίδραση μικρής κλίμακας με κείμενα και άλλους ανθρώπους στα πλαίσια της κοινωνικής παραγωγής θεωρίας και αλήθειας, αλλά επίσης βρίσκεται στην καρδιά των πρόσφατων αγώνων και, γενικότερα, της επαναστατικής διαδικασίας και του ίδιου του κομμουνισμού.

Η Αβάσταχτη Ανοιχτότητα του Κομμουνισμού

Οι Gunn και Wilding υποστηρίζουν ότι η αμοιβαία αναγνώριση όπως προσδιορίστηκε και περιγράφηκε από τον Χέγκελ στη Φαινομενολογία βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής του Μαρξ στον καπιταλισμό και της αντίληψής του για τον κομμουνισμό.122  Η ουσία της αμοιβαίας αναγνώρισης είναι ότι τα άτομα «απολαμβάνουν την ελευθερία μέσω της αλληλεπίδρασης μεταξύ τους».123  Η αμοιβαία αναγνώριση περιλαμβάνει την αναγνώριση της ελευθερίας του άλλου. Η αναγνώριση μετράει ως αναγνώριση μόνο όταν δίδεται ελεύθερα και η ελευθερία είναι ελευθερία μόνο όταν αναγνωρίζεται. Το επιχείρημά τους είναι ότι ο καπιταλισμός εμποδίζει την αμοιβαία αναγνώριση. Αυτό δεν το κάνει με τον τρόπο που το έκαναν οι προκαπιταλιστικές σχέσεις άμεσης κυριαρχίας αλλά μέσω της δόμησης της κοινωνικής αλληλεπίδρασης μέσω κοινωνικών θεσμών και καθορισμένων ρόλων, όπως η ατομική ιδιοκτησία, η πολιτική, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα μαζικά μέσα κ.λπ., μέσω ενός είδους δόμησης που στέκεται πάνω από τα άτομα.

Μπορεί να διατυπωθεί η αντίρρηση ότι ο καπιταλισμός καθορίζεται ακριβώς από την αμοιβαία αναγνώριση των εμπορευματοκατόχων, όπου καθένας αναγνωρίζει τον άλλον ως κάτοχο εμπορεύματος ή χρήματος και αποκτά ό,τι έχει ο άλλος μόνο μέσω της ελεύθερα ασκούμενης ανταλλαγής. Αυτή η πλευρά του καπιταλισμού επικυρώνεται από τον Χέγκελ ως Αφηρημένο Δίκαιο. Ήταν βασική συνεισφορά του Μαρξ το ότι συνέλαβε πως όταν κανείς μετακινείται από τη σφαίρα της ανταλλαγής στη σφαίρα της παραγωγής, το σύστημα ισότητας και ελευθερίας αποδεικνύεται σύστημα ανισότητας και ανελευθερίας.124  Η τυπική αναγνώριση της ελευθερίας και της ισότητας αναπαράγει διαρκώς τις σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας, δηλαδή σχέσεις ανισότητας, εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Οι Gunn και Wilding δέχονται αυτή τη θέση αλλά υποστηρίζουν πως αυτό σημαίνει ότι στον καπιταλισμό έχουμε να κάνουμε με μια αντιφατική μορφή αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία έρχεται σε αντίφαση λόγω της ύπαρξης αυτών των καθορισμένων ρόλων και κοινωνικών θεσμών και, προεξάρχοντος, του κοινωνικού θεσμού της ιδιοκτησίας.125  Η σχέση ανάμεσα στους μισθωτούς εργάτες και τα αφεντικά τους αποτελεί μια ελεύθερη σύμβαση όπου καθένας αναγνωρίζεται αλλά πίσω από αυτό κρύβεται το γεγονός ότι οι εργοδότες αντιπροσωπεύουν έναν κόσμο απόλυτης ιδιοκτησίας και οι εργάτες αντιπροσωπεύουν έναν κόσμο στέρησης ιδιοκτησίας, μια σχέση που αναπαράγεται διαρκώς. Ως τέτοια, «η αμοιβαιότητα υπολείπεται της αλληλεπίδρασης χωρίς περιορισμούς και η ελευθερία είναι περιορισμένη σε αυτό που οι καθορισμένοι ρόλοι επιτρέπουν».126  Η ιδιοκτησία στις διάφορες μορφές της –τα εμπορεύματα, οι αγορές και η εξουσία του χρήματος– στέκονται πάνω από τα άτομα και εναντίον τους, άτομα τα οποία προκειμένου να επιβιώσουν πρέπει να σχετιστούν μεταξύ τους ως ιδιοκτήτες. Όπως υποστηρίζουν οι Gunn και Wilding:

Όταν απαλλαγούμε από την ιδιοκτησία (όχι από το ένα ή το άλλο είδος ιδιοκτησίας αλλά από την ιδιοκτησία καθεαυτή), η ατομικότητα θα πάψει να είναι μονολογική και κτητική· η ελευθερία θα πάψει να υπάρχει ενάντια στα άλλα άτομα. Μόλις ξεπεραστεί η ιδιοκτησία, η ελευθερία θα υπάρξει μέσα και μέσω της αλληλεπίδρασης με τους άλλους ανθρώπους και τα άτομα θα ρισκάρουν την ταυτότητά τους μέσα στη ροή της αμοιβαίας αναγνώρισης.127

Για τους Gunn και Wilding, σύμφωνα με τη θεώρηση του Μαρξ, η προλεταριακή επανάσταση δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ρήξη με τη μονομερή ή/και καθορισμένη βάσει ρόλου αναγνώριση προς μια μη αντιφατική αμοιβαία αναγνώριση που δεν σέβεται καμία παραδεδομένη δομή αλλά βασίζεται στην απεριόριστη και συνεπώς ελεύθερη αλληλεπίδραση, ακολουθώντας μόνο εκείνους τους στόχους που η ίδια έχει θέσει για τον εαυτό της.128

Εδώ μπορούμε να δούμε τη ριζική διαφορά ανάμεσα στην επαναστατική αναγνώριση την οποία επικαλούνται οι Gunn και ο Wilding και την αναγνώριση στην οποία αναφέρονται αριστεροί φιλελεύθεροι θεωρητικοί όπως ο Taylor και ο Honneth. Αυτοί εμπνέονται από τον «συμφιλιωμένο» Χέγκελ της Φιλοσοφίας του Δικαίου και συνεπώς αποδέχονται τις διαχωρισμένες σφαίρες και θεσμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας, που σημαίνει ότι αναφέρονται σε μια αναγνώριση στη βάση των κοινωνικών ρόλων και σε μια συσχέτιση βάσει του ορισμού των ρόλων. Οι Gunn και Wilding εμπνέονται από τη Φαινομενολογία, η οποία με τη σειρά της εμπνεύστηκε από την «άγρια» αναγνώριση της Γαλλικής Επανάστασης όπου οι κοινωνικοί θεσμοί –που ονομάζονται από τον Χέγκελ πνευματικές μάζες– διαλύονται.129  Μόνο σε μια τέτοια επαναστατική κατάσταση είναι δυνατή μια μη αντιφατική αμοιβαία αναγνώριση, μια αναγνώριση όπου υπάρχει ένα «Εγώ» που είναι «Εμείς» και ένα «Εμείς» που είναι «Εγώ»130  και στην οποία «καθένας… κάνει πάντα καθετί χωρίς να κατακερματίζεται, και ό,τι προβάλλει ως πράττειν του όλου… είναι το άμεσο και συνειδητό πράττειν του καθενός».131  Για τον ύστερο Χέγκελ της Φιλοσοφίας του Δικαίου αυτή η δυνατότητα περιορίζεται μέσα στη θρησκευτική κοινότητα. Αυτό εκφράζει τη μετατόπιση στην ιστορία από την άμεση, μετεπαναστατική στιγμή της Φαινομενολογίας στη συντηρητική στιγμή της δεκαετίας του 1820 που ακολουθεί την παλινόρθωση. Το επιχείρημα των Gunn και Wilding είναι ότι το είδος σκέψης που προτείνεται από τον Χέγκελ στη Φαινομενολογία ενώ σήμερα φαίνεται απόκρυφο και απαιτεί μεγάλη προσπάθεια για να κατανοηθεί, θα ήταν κατανοητό από όλους τη στιγμή της επανάστασης –το φως της Γαλλικής Επανάστασης– που το παρήγαγε.132  Εκείνη τη στιγμή, η εν λόγω επιστήμη θα συναντούσε ένα κοινό όπου θα υπήρχε αμοιβαία αναγνώριση και το οποίο θα ήταν «ώριμο να υποδεχτεί»133  την αλήθεια, δηλαδή ένα κοινό που θα μπορούσε να «τη μάθει και να την οικειοποιηθεί με έναν ερευνητικό και αξιολογικό (κι όχι με έναν απλώς παθητικό και δεκτικό) τρόπο».134

Συνεπώς, η αρχή της συζήτησης την οποία επικαλείται η κομμουνιστική θεωρία είναι πολύ διαφορετική από τη συζήτηση στην οποία γίνεται ορισμένες φορές επίκληση εντός της καπιταλιστικής πολιτικής και της κοινωνίας των πολιτών. Μπορούμε να πούμε ότι όπου η μη αντιφατική (δηλ. η επαναστατική) αλληλεπίδραση εμποδίζεται, η καλή συζήτηση είναι σπάνια και συνεχώς απωθείται. Ένα μεγάλο κομμάτι της «δυσκολίας» και της «συνθετότητας» της κομμουνιστικής θεωρίας σχετίζεται με αυτή την κατάσταση. Η κομμουνιστική συζήτηση σε μια επανάσταση ή σε μια κατάσταση έντονου αγώνα ξεσπάει παντού·135  σε άλλες περιόδους δεν είναι εύκολο να διεξαχθεί.

Προβάλλεται η αντίρρηση, της οποίας έχουν επίγνωση οι Gunn και Wilding, ότι η απόδοση κεντρικού ρόλου στη συζήτηση και την αμοιβαία αναγνώριση στην επαναστατική διαδικασία κάνει αυτή τη διαδικασία να ακούγεται «υπερβολικά εξευγενισμένη». Ως προς αυτό, οι συνδέσεις που βλέπουν ανάμεσα στη συζήτηση, το επαναστατικό πλήθος και τη μορφή της βίας που αυτό ασκεί είναι σημαντικές. Σε μια κατάσταση καθορισμένων ρόλων και διαχωρισμού των σφαιρών της ζωής, η βία μπορεί να είναι αναγκαίο στοιχείο για την εγκαθίδρυση της συνομιλίας – μιας μορφής επικοινωνίας που οδηγεί προς την αμοιβαία αναγνώριση. Τα προϋπάρχοντα κανάλια, κοινωνικοί ρόλοι και θεσμοί που διαστρεβλώνουν ή έρχονται σε αντίφαση με την αμοιβαία αναγνώριση αίρονται μέσα στην επαναστατική κατάσταση η οποία επιτρέπει την «απεριόριστη αλληλεπίδραση… μια αλληλεπίδραση που είναι ανοιχτή σε όλους όσους προσέρχονται και για οποιοδήποτε ζήτημα κι αν θέτουν».136

Μια επαναστατική διαδικασία κατά την οποία η κοινωνία πολώνεται από τη μια μεριά στο κόμμα της αναρχίας και από την άλλη μεριά στο κόμμα της τάξης προχωρά προσελκύοντας όλο και περισσότερους ανθρώπους στη συζήτηση. Η αμοιβαία αναγνώριση επιτυγχάνεται μέσα και μέσω της σύγκρουσης με όσους την αρνούνται και, πράγματι, όταν αντιμετωπίζονται οι ενεργητικοί εχθροί της αμοιβαίας αναγνώρισης –για παράδειγμα η αστυνομία–, η βία και η ισχύς είναι ο τρόπος με τον οποίο το κόμμα της τάξης εισέρχεται στη συζήτηση. Στο παράδειγμα της Γαλλικής Επανάστασης ήταν η εικαζόμενη απειλή του στρατού που δημιούργησε το «ενωμένο πλήθος» το οποίο έκανε έφοδο στη Βαστίλη.137  Γράφοντας την περίοδο που ακολούθησε τις ταραχές του κεφαλικού φόρου (poll tax) το 1990 [στη Βρετανία], ο Gunn αναποδογυρίζει τη συνηθισμένη διάκριση ανάμεσα σε «βία» και «ισχύ» – δεν είναι η εργαλειακή βία του κράτους που είναι αποδεκτή αλλά η επικοινωνιακή βία του πλήθους.138  Ο Gunn υποστηρίζει ότι μια συνεπής και αυθεντική πασιφιστική θέση πρέπει να «εξυμνήσει τη (συμμετοχική ή επικοινωνιακή) βία που οι φιλελεύθεροι βρίσκουν φρικτή και να αποδοκιμάσει την (εργαλειακή και κρατική) βία που οι φιλελεύθεροι διστακτικά υπερασπίζονται».139

Σε ένα αξιοπρόσεκτα αιχμηρό απόσπασμα, ο Gunn υποστηρίζει ότι η επαναστατική βία εμπεριέχει τα εξής:

Μια άνοδος και πτώση παρατάξεων τόσο ταχεία ώστε καμία να μην μπορεί να αποκτήσει νομιμότητα, τόσο ευμετάβλητη ώστε να μην μπορούμε να δηλώσουμε την πίστη μας σε καμία από αυτές – ανοίγει το πεδίο για την καλύτερη δυνατή πολιτική συζήτηση. Όταν στο τέλος της βραδιάς θα πίνουμε το τελευταίο ποτήρι κρασί, η συζήτηση μεταξύ μας πιθανόν να είναι πιο διεισδυτική αν κανένας μας δεν γνωρίζει ποιος από εμάς θα σηκώσει τη λεπίδα της γκιλοτίνας την επόμενη μέρα.140

Ανθρωπισμός;

Ο ανερυθρίαστος ενστερνισμός του Χέγκελ σε αυτό το είδος επιχειρηματολογίας μπορεί να προκαλεί αμηχανία σε όσους έχουν οχυρωθεί στον αντι-ανθρωπισμό της πρόσφατης γαλλικής σκέψης. Οι Gunn και Wilding επιλαμβάνονται άμεσα αυτού του ζητήματος. Σημειώνοντας ότι ο «ανθρωπισμός» μπορεί να σημαίνει διάφορα πράγματα, εκ των οποίων μόνο ορισμένα είναι απορριπτέα, υποστηρίζουν ότι ο Μαρξ και ο Χέγκελ απορρίπτουν έναν ανθρωπισμό ο οποίος βασίζεται σε ένα ιστορικό σενάριο που εμπεριέχει μια προϋπάρχουσα ανθρώπινη ουσία η οποία αναμένει την πραγμάτωσή της. Έτσι δηλώνουν ότι: «αν η έννοια του ανθρωπισμού εξαρτάται από την ιδέα της αυτοπραγμάτωσης, ο Μαρξ είναι θεωρητικός αντι-ανθρωπιστής (και μπορούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό με τον Αλτουσέρ)».141  Αλλά το ίδιο υποστηρίζουν ότι ισχύει και για τον Χέγκελ. Ισχυρίζονται ότι ούτε ο Μαρξ «ούτε ο Χέγκελ της Φαινομενολογίας» έχουν μια τελεολογική αντίληψη της ιστορίας σύμφωνα με την οποία η «ανθρωπότητα» θεωρείται ως το καθολικό υποκείμενο ή ο μέγας ολοκληρωτής και η ιστορία της ως «έκφραση ή αυτοπραγμάτωση αυτού του υποκειμένου».142  Αναγνωρίζουν ότι έχουν τοποθετήσει την ιδέα της «μη αντιφατικής αναγνώρισης» σε μια αντίστοιχη εννοιολογική θέση με την ιδέα ενός τέτοιου υποκειμένου. Ωστόσο, επισημαίνουν ότι η μη αντιφατική αναγνώριση δεν είναι μια πάγια και καθορισμένη οντότητα, ένας εαυτός ή υποκείμενο που μπορεί να πραγματώσει τον εαυτό του. Αντιθέτως, είναι μια «διαδικασία χωρίς τέλος», διότι παρόλο που αυτή η αναγνώριση είναι μια κατάσταση «όπου η ελευθερία (νοούμενη ως αυτοκαθορισμός) και η εκδίπλωση των ανθρώπινων ικανοτήτων επιτυγχάνεται», την ίδια στιγμή είναι «το διαμετρικά αντίθετο της παγίωσης και του καθορισμού». Συνεπώς, οι Gunn και Wilding υποστηρίζουν ότι «το φάντασμα του “ανθρωπισμού” έχει εξαλειφθεί».143

Ωστόσο, οι Gunn και Wilding αναγνωρίζουν ότι το να εξαλειφθεί το φάντασμα του ανθρωπισμού και το να δοθεί τέλος στη μυστικοποίηση την οποία συνεπάγεται έχει ένα τίμημα. Σε σύγκριση με το καθησυχαστικό ανθρωπιστικό όραμα της αυτοπραγμάτωσης του ιστορικού υποκειμένου, οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι η επανάσταση που συλλαμβάνεται ως αμοιβαία αναγνώριση έχει σκοτεινές και όχι και τόσο καθησυχαστικές πλευρές. Ο κόσμος των κοινωνικών θεσμών που ο Χέγκελ ονόμασε «πνευματικές μάζες» [geistige Massen] υπονοεί ότι υπάρχει κάτι το οιονεί φυσικό που στέκεται πάνω από τα άτομα. Η επαναστατική αναγνώριση ανατρέπει αυτούς τους θεσμούς.144  Την ίδια στιγμή αυτή η οιονεί φυσική πλευρά των κοινωνικών θεσμών προσφέρει –στους περισσότερους ανθρώπους, τον περισσότερο καιρό– μια ορισμένη σταθερότητα και ασφάλεια. Η ανθρώπινη κοινωνία αναπαράγεται πίσω από τις πλάτες των ανθρώπων· εμφανίζεται να ακολουθεί φυσικούς νόμους. Αυτό είναι ταυτόχρονα αλλοτριωτικό και καθησυχαστικό. Γνωρίζει κανείς πού βρίσκεται με το χρήμα· μπορεί να προστάξει αξιόπιστα την εργασία των άλλων και αντίστοιχα μπορεί να βασιστεί στο ότι οι άνθρωποι θα δράσουν βάσει των καθορισμένων ρόλων τους, διότι η ιδιωτική τους συμπεριφορά είναι ουσιαστικά άσχετη με αυτούς.

Αντίθετα, οι σχέσεις αμοιβαίας αναγνώρισης μας θέτουν περισσότερες απαιτήσεις. Βασίζονται αδιάκοπα στις προσωπικές σχέσεις και θα πρέπει κανείς να εκτιμά αν τα λόγια και οι πράξεις γίνονται με καλή πίστη. Η αμοιβαία αναγνώριση περιλαμβάνει την αποποίηση της «απατηλής και καταμαγευτικής» ασφάλειας την οποία προσφέρουν οι θεσμοί και οι κοινωνικοί ρόλοι. Όπως το θέτουν οι Gunn και Wilding, μια συνθήκη που βασίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση είναι πάντοτε πιο «τεχνητή» και λιγότερο «φυσική» –ή, για να το θέσουμε αυστηρά, λιγότερο «οιονεί φυσική»– από μια συνθήκη αλλοτρίωσης.145  Η ελευθερία αποκαλύπτεται ή, όπως λένε οι συγγραφείς, «αποφλοιώνεται».146  Γράφουν σχετικά τα εξής:

Ο κομμουνισμός δεν γνωρίζει καμία φυσική ή οιονεί φυσική αδράνεια: παρόλο που είναι ανθρώπινος, δεν τίθεται ζήτημα πραγμάτωσης της «πραγματικής ουσίας» –ή της «πραγματικής φύσης»– του ανθρώπου (ή της ανθρωπότητας). Στερούμενος μιας οιονεί φυσικής ασφάλειας, ο κομμουνισμός στερείται της σταθερότητας που φέρνει η αδράνεια. Σε κάθε στάδιο της ύπαρξης μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, η υποτροπή σε αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει ιστορία ή σε αυτό που ο Μαρξ ονομάζει «ως τώρα υπάρχουσα κοινωνία» παραμένει πιθανό. Καμία εγγύηση δεν μπορεί να γίνει διανοητή απέναντι σε μια τέτοια υποτροπή. Και επιπλέον: αυτό που μπορεί να αποκαλεστεί οντολογική ανασφάλεια είναι αδιαχώριστο από τον κομμουνισμό. Στα περιθώρια ενός κειμένου που περιγράφει την κομμουνιστική ύπαρξη, εμφανίζονται ίχνη υπαρξιακού τρόμου.147

Η ιδέα ότι ο κομμουνισμός εμπεριέχει την επίτευξη της καλής συζήτησης είναι παρόμοια με τον τρόπο που κάποιες ομάδες όπως η Théorie Communiste και η Αόρατη Επιτροπή υιοθέτησαν την παραδοσιακή αφρικανική ιδέα της διαρκούς συνέλευσης (palabre).148  

Το κεντρικό στοιχείο της πράξης είναι η διαρκής συνέλευση (palabre), που ταυτόχρονα προηγείται, συνοδεύει και ακολουθεί κάθε δράση. Η διαρκής συνέλευση είναι ο τρόπος λήψης αποφάσεων, ελέγχου και διόρθωσης όλων των δράσεων. Δεν τελειώνει ποτέ. Περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες και για όλες τις δραστηριότητες αφιερώνουμε όσο χρόνο χρειάζεται για να φτάσουμε στο (προσωρινό) τέλος της διαρκούς συνέλευσης. Η διαρκής συνέλευση είναι η γνώση της πραγματικής, συνειδητής δράσης. Συνειδητή ιστορία σημαίνει ότι καταλήγουμε σε μια συμφωνία! Η αναζήτηση της καλύτερης δυνατής απόφασης, η επιδίωξη της έκφρασης των περισσότερων δυνατών απόψεων, για μια δράση που μπορεί να αλλάξει ή ακόμη και να ακυρωθεί, που δεν βαραίνει το μέλλον, είναι το διαρκές μέλημα της διαρκούς συνέλευσης μέσα και ανάμεσα στα δίκτυα. Οι συγκρούσεις δεν είναι ποτέ συγκρούσεις συμφερόντων διότι δεν αναπαράγεται καμία κατάσταση στην οποία οι συγκρούσεις δεν μπορούν να επιλυθούν.149

Ο κομμουνισμός θα είναι η επίτευξη και η διατήρηση της «καλής συζήτησης» μέσω της ανατροπής των υφιστάμενων κοινωνικών θεσμών. Εν τη απουσία μιας τέτοιας ανατροπής, η επίτευξη της αμοιβαίας αναγνώρισης μέσα από την καλή συζήτηση μπορεί μόνο να προσεγγιστεί και διατρέχει πάντοτε κίνδυνο. Είναι δυνατό για δύο ανθρώπους ή για μια μικρή ομάδα να διατηρήσουν την καλή συζήτηση, αλλά είναι κάτι το δύσκολο. Η διατήρηση της καλής συζήτησης σε μια ομάδα που είναι προσανατολισμένη στην κομμουνιστική επανάσταση είναι συνεπώς μια δύσκολη προσπάθεια, που μπορεί μόνο να προσεγγιστεί. Οι περιπτώσεις ομάδων από τις οποίες ξεκίνησε το κείμενο προσφέρουν παραδείγματα για τα είδη των εντάσεων που μπορούν να παρεμβληθούν ή να καταστρέψουν την αμοιβαία αναγνώριση μέσα σε μια ομάδα και να οδηγήσουν στην αποτυχία της συζήτησης. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τέτοια περιστατικά;

ΙΙΙ. Ανάλυση των περιπτώσεων που μελετήθηκαν

Οι περιπτώσεις της Ομάδας της Πράξης και της Θεωρητικής Ομάδας με τις οποίες ξεκινήσαμε αυτό το κείμενο αποτελούν παραδείγματα κατά τα οποία η συζήτηση εντός της ομάδας κατέρρευσε. Επιχειρώντας να τις κατανοήσουμε, η θεωρία της συζήτησης που προσφέρει ο Gunn (την οποία και οι δύο εν λόγω ομάδες γνώριζαν και αναφέρονταν σε αυτή) φάνηκε ανεπαρκής στη διαχείριση των κρίσεων τις οποίες αντιμετώπισαν οι ομάδες και στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αυτές επιλύθηκαν. Για να κατανοήσουμε εμπειρίες όπως αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις μελέτης, στραφήκαμε στην ψυχανάλυση –στις «ομαδικές σχέσεις»– και συγκεκριμένα στο έργο του Γουίλφρεντ Μπίον.150  Εκεί, βρήκαμε ορισμένα κείμενα που φαίνονταν, με τρόπο ανοίκειο, να μιλούν τόσο για εμάς όσο και για τις εμπειρίες που σχετίζονται με τις περιπτώσεις που μελετήθηκαν.

Στο κείμενο «The Internal Establishment», ο Paul Hoggett χρησιμοποιεί μια μελέτη περίπτωσης για ένα κοινοτικό εγχείρημα, στο οποίο του ζητήθηκε να παρέχει συμβουλές, για να περιγράψει ορισμένες δυναμικές της ομαδικής ζωής που είναι παρόμοιες με την περίπτωση της Ομάδας της Πράξης και με τις εμπειρίες που βιώνει πολύς κόσμος όταν αρχίζει να αμφισβητεί πλευρές των πολιτικών ομάδων στις οποίες συμμετέχει.151

Ο Hoggett χρησιμοποιεί ψυχαναλυτικές ιδέες από έναν αριθμό πηγών152  με πιο σημαντική την ιδέα του Γουίλφρεντ Μπίον για την ύπαρξη ενός «κατεστημένου» μέσα στην ομάδα, μέσω της οποίας μπορεί να γίνει κατανοητό αυτό που εντοπίζει ως βαθιά δομή μέσα στις συλλογικότητες, η οποία επιτρέπει την ύπαρξη συγκεκριμένων μορφών σκέψης και ζωής αλλά που καταφέρεται αμείλικτα εναντίον άλλων.

Δανειζόμενος τον όρο του Christopher Bollas «ασυλλόγιστο γνωστό» (unthought known),153  ο Hoggett υποστηρίζει ότι οι ομάδες, όπως και τα άτομα, έχουν πλευρές που, ενώ κατά κάποιο τρόπο είναι γνωστές, δεν μπορούν πραγματικά να τεθούν υπό σκέψη, διότι αυτό θα απειλούσε τις ψευδαισθήσεις της ομάδας για τον εαυτό της. Για τον Hoggett, το γεγονός ότι οι ομάδες λένε ιστορίες για τον εαυτό τους που είναι εν μέρει ψευδείς δεν αποτελεί πρόβλημα καθεαυτό – είναι κομμάτι του «δημιουργικού χαρακτήρα ολόκληρης της κοινωνικής ζωής».154  Όπως το θέτει ο Hoggett, οι «ομάδες καταλαμβάνουν εκείνο τον δυνητικό χώρο όπου τίποτα δεν είναι απλώς “πραγματικό” ή απλώς “προϊόν παραισθήσεων”».155  Η δημιουργική τους ικανότητα υπάρχει σε έναν χώρο που φτιάχνουν οι ίδιες μέσω της αφήγησης για τον εαυτό τους. Αλλά όπως προειδοποιεί, «η απόσταση της ψευδαίσθησης από την παραίσθηση είναι πολύ μικρή».156  Η «ευφάνταστη επινόηση» έχει την τάση να μετατρέπεται σε «παρηγορητικό μύθο… ο οποίος διαρκώς ενισχύεται από την προπαγάνδα».157  Η ιστορία που η ομάδα λέει στους άλλους είναι εξίσου παραπλανητική τόσο για την ίδια όσο και για τους άλλους. Η αμφισβήτηση αυτής της ιστορίας βιώνεται συχνά ως ντροπιαστική και απειλητική και παράγει μια αντίδραση από αυτό που αποκαλεί «κατεστημένο» της ομάδας: μια «παθολογική οργάνωση» εντός της ομάδας που προστατεύει το «ασυλλόγιστο γνωστό» από την εξέταση και την κριτική και ανταποκρίνεται μπαλώνοντας τις τρύπες των ψευδαισθήσεών της.

Συνοψίζοντας αυτή την ιδέα, ο Hoggett υποστηρίζει ότι το κατεστημένο είναι μια «αντιδραστική και μυστικοπαθής δύναμη», μια κρυμμένη βαθιά δομή που λειτουργεί «περισσότερο ως δίκτυο παρά ως θεσμός»· η οποία, παρότι δεν δυσκολεύεται να δράσει με βία και τρόμο, συνήθως βασίζεται «στην πανουργία, την προπαγάνδα και το πατρονάρισμα», εκμεταλλευόμενη επιδέξια τις χειρότερες ιδιότητες των ατόμων, «την επιθυμία τους να μην καταναλώνουν πολύ φαιά ουσία, να μην κάνουν πολλές ερωτήσεις».158

Ο Hoggett υποστηρίζει ότι η διαίρεση ανάμεσα στο περιοριστικό κατεστημένο και τον αντάρτη μέσα στην ομάδα, ο οποίος προωθεί τη νέα σκέψη, δεν είναι μια διαίρεση ανάμεσα σε καλά και κακά άτομα, αλλά κάτι που υπάρχει μέσα στα ίδια τα άτομα.159  Η σύγκρουση για την οποία μιλάει ο Hoggett είναι μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο καθολικές τάσεις στις ομάδες και τα άτομα: η πρώτη είναι η τάση προς την εξέλιξη και τη μάθηση μέσω της εμπειρίας και η δεύτερη είναι η τάση αντίστασης προς αυτή τη μάθηση. Όπως το θέτει, στην ομάδα κάθε «μέλος είναι, σε διαφορετικό βαθμό, θύμα, τύραννος, αντάρτης και συνεργάτης – δηλαδή, κομμάτι του κατεστημένου και κομμάτι της αντιπολίτευσης. Η λειτουργία του κατεστημένου είναι η αστυνόμευση αυτής της συμμορίας».160

Η τυπολογία του Hoggett υποδεικνύει ότι τα «άτομα» που ασκούν κριτική στις «ομάδες» «απέξω» μπορεί να είναι εξίσου θύματα της περιοριστικής σκέψης και να συμμορφώνονται εξίσου με την «ομάδα που βρίσκεται μέσα στο μυαλό» όσο και τα μέλη των ομάδων που έχουν φυσική παρουσία μέσα στον κόσμο και στα οποία ασκούν κριτική. Επιπλέον, η ερμηνεία του Hoggett μπορεί εύκολα να επεκταθεί από τις τυπικά οργανωμένες ομάδες και τους θεσμούς στους άτυπους χώρους και δίκτυα μέσα στα οποία τείνει να λειτουργεί σήμερα ο κόσμος ή ακόμη και σε χαλαρές ταυτότητες, όπως η «αριστερά», η «αναρχία», ο «μαρξισμός», η «υπεραριστερά», το «κίνημα», που μπορεί να έχουν τα δικά τους «ασυλλόγιστα γνωστά», το δικό τους κατεστημένο, τις δικές τους απαγορεύσεις στον συλλογισμό συγκεκριμένων σκέψεων και τους δικούς τους παθολογικούς τρόπους να αντιμετωπίζουν τη διαφωνία.

Εμπνεόμενοι από τον Hoggett, μπορούμε να πούμε ότι αυτό που συνέβη στην Ομάδα της Πράξης ήταν η αποτυχία της ομάδας και του κατεστημένου της να διαχειριστούν την αλλαγή και την εξέλιξη που αντιπροσώπευαν οι νέες ιδέες. Οι νέες ιδέες αμφισβήτησαν το «ασυλλόγιστο γνωστό» της ομάδας όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη και τον ρόλο των ριζοσπαστών και της επαναστατικής θεωρίας. Η εστίαση στις νέες ιδέες θεωρήθηκε εμπόδιο στον προσανατολισμό της ομάδας προς την πρακτική, την υφιστάμενη αντίληψη για τον σκοπό της. Οι νέες ιδέες θεωρήθηκαν απειλητικές και λήφθηκαν μέτρα για την εξουδετέρωση της διαλυτικής τους παρουσίας.

Η Θεωρητική Ομάδα σχηματίστηκε με τον ρητό στόχο της ανοιχτότητας απέναντι σε νέες ιδέες και εν τέλει απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα. Επηρεάστηκε από τις ίδιες ιδέες που διέλυσαν την Ομάδα της Πράξης. Ένας κίνδυνος που αντιμετώπισε ήταν η μετατροπή των νέων ιδεών που ήταν τόσο εκρηκτικές στο πλαίσιο της Ομάδας της Πράξης στο δικό της περιοριστικό πλαίσιο που θα λειτουργούσε ως κατεστημένο. Ωστόσο, οι τριβές που σχεδόν διέλυσαν τη νέα ομάδα στα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της είχαν διαφορετικό χαρακτήρα, ο οποίος αποτελούσε τη σκιά των εξαιρετικά θετικών συναισθημάτων που δημιούργησε η ανοιχτή δημιουργικότητά της.

Είναι ενδιαφέρον ότι όπως βρήκαμε στο κείμενο «Inner Establishment» του Hoggett μια περιγραφή που ταιριάζει απίστευτα σε πλευρές της Ομάδας της Πράξης, το βιβλίο του Partisans in an Uncertain World προσφέρει έναν τρόπο σκέψης σχετικά με αυτό που αποκαλεί δημιουργική ή «Επαναστατική Ομάδα Εργασίας», ο οποίος ταιριάζει ιδιαίτερα στην περίπτωση της Θεωρητικής Ομάδας. Ο Hoggett αφηγείται την εμπειρία του σχηματισμού μιας ομάδας με πολιτικά ομονοούντες συναδέλφους του στο πανεπιστήμιο. Περιγράφει τον ενθουσιασμό, την ελεύθερα κινούμενη δημιουργικότητα και την αίσθηση των δυνατοτήτων της ομάδας. Δεμένη αυθόρμητα από την κοινή επιθυμία και φαντασία των μελών της, η ομάδα δεν απαιτεί καμία τυπική πειθαρχία. Ως προς την εφαρμογή της έννοιας της συνεργασίας του Μπίον στην ομάδα εργασίας, ο Hoggett υποστηρίζει ότι, όσο και να ταιριάζει, «ελάχιστα συλλαμβάνει την ηλεκτρισμένη φύση» της ομάδας που περιγράφει, η οποία μπορεί να γίνει καλύτερα αντιληπτή ως «ελεύθερη ένωση… όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι η προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».161

Κατά παρόμοιο τρόπο με την αναφορά του Gunn στη συζήτηση, ο Hoggett εντοπίζει ένα μοντέλο για αυτό το ιδιαίτερο είδος ηθελημένης ομάδας στις περιγραφές που δίνονται για τα πλήθη και άλλες συλλογικότητες που σχηματίζονται κατά τη διάρκεια επαναστατικών γεγονότων. Αντλεί στοιχεία από την περιγραφή τέτοιων συλλογικοτήτων από τον Polan (ο οποίος με τη σειρά του είναι επηρεασμένος από τον Σαρτρ) ο οποίος δηλώνει ότι μπορούν να αντλήσουν ενέργεια από «ένα σχεδόν ηλεκτρικό πεδίο κοινών υποθέσεων και προτύπων», που τους επιτρέπει να πραγματοποιήσουν τις δραστηριότητές τους και να επιδιώξουν τους στόχους τους «με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα, θέληση και συντροφικότητα που καθιστούν τις τυπικές δομές και διαδικασίες πρακτικά περιττές».162  Ο κόσμος που είδε τα οδοφράγματα να υψώνονται, είτε μιλάμε για το Παρίσι το 1968 είτε για το Πάρκο Γκεζί το 2013, ή συμμετείχε σε λιγότερο κεντρικά γεγονότα κοινωνικής αμφισβήτησης, μπορεί να αναγνωρίσει για ποιο πράγμα μιλάμε εδώ. Ωστόσο ο Hoggett ισχυρίζεται ότι μια τέτοια διαδικασία μπορεί επίσης να προκύψει και σε μια ηθελημένη μικρή ομάδα.

Η περιγραφή του Hoggett για τον χαρακτήρα της μικρής του ομάδας και του κοινού στόχου της για την αμοιβαία υποστήριξη των μελών της ως «συναρπαστικών» και «ηλεκτρισμένων» απηχεί τις εμπειρίες πολλών ανθρώπων κατά την αρχική περίοδο μιας πολιτικής ομάδας ή εγχειρήματος, είτε πρόκειται για μια ομάδα ανάγνωσης ή μια εκδοτική ομάδα είτε πρόκειται για μια πιο άμεσα προσανατολισμένη στον αγώνα συλλογικότητα. Δυστυχώς, η περιγραφή του για τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουν αυτές οι ομάδες απηχεί επίσης αυτές τις εμπειρίες. Σημειώνει ότι, σχεδόν αμέσως,

…είχαμε όλοι επίγνωση της πιθανότητας της προδοσίας. Αυτή δεν αφορούσε την αποστασία, το πέρασμα «στην άλλη πλευρά», γιατί εκείνη τη στιγμή δεν είχαν χαραχτεί ακόμα οι πλευρές. Αντίθετα, επρόκειτο για τον φόβο ότι οι σύντροφοι δεν θα έδιναν τον εαυτό τους. Η δημιουργική [ή επαναστατική] ομάδα απαιτεί ένα μόνο πράγμα: τη γενναιοδωρία των μελών της… Συνεπώς, αυτό για το οποίο υπάρχει φόβος δεν είναι η αποστασία αλλά η έλλειψη γενναιόδωρης προσφοράς· για την ομάδα αυτή είναι μια μορφή διαφωνίας την οποία είναι δύσκολο να ανεχτεί.163

Στη Θεωρητική Ομάδα, η ένταση που περιγράφει ο Hoggett φαίνεται να βρισκόταν πίσω από τη σύγκρουση σχετικά με το μέλος που επιθυμούσε να φύγει στο εξωτερικό. Εμφανίστηκε σε άλλες περιόδους γύρω από τους φόβους ότι κάποιο μέλος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις ιδέες που αναπτύχθηκαν σε ένα συλλογικό πλαίσιο για να προωθήσει την προσωπική ακαδημαϊκή του καριέρα. Για τον Hoggett, «Η πιθανότητα ότι οι σύντροφοι μπορεί να διαφοροποιούνται ως προς τη δέσμευσή τους διεγείρει τόσο ψυχωσικό όσο και καταθλιπτικό άγχος, τόσο τη φαντασίωση της αποσύνθεσης της ομάδας όσο και τη φαντασίωση της παραμόρφωσής της».164  Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι αυτό που κανείς βλέπει και βρίσκει αφόρητο στον άλλον μπορεί να αντιπροσωπεύει ένα κομμάτι του εαυτού του το οποίο απορρίπτει. Ο θυμός και το μίσος για τον σύντροφο που θεωρείται ότι είναι προδότης ή πουλημένος είναι ένας τρόπος εξοβελισμού ενός κομματιού του εαυτού του που θα ήθελε να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, και είναι ο τρόπος που ο άλλος υποκαθιστά αυτά τα κομμάτια του εαυτού του, ο οποίος εξηγεί το μένος του μίσους.

Όπως υποστηρίζει ο Hoggett, αυτά τα άγχη –«δυνητικά αφόρητα αισθήματα καχυποψίας, προδοσίας, απογοήτευσης και απώλειας ψευδαισθήσεων»165 – είναι αναπόφευκτα. Το καλύτερο που μπορεί να πετύχει κανείς είναι η περίεξή (containment) τους. Αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία κάποιου είδους κατεστημένου (του οποίου η λειτουργία εν μέρει είναι αυτή η περίεξη) είναι αναπόφευκτη και αυτό που τίθεται ως ζήτημα είναι η δημιουργία ενός κατεστημένου «το οποίο θα είναι περισσότερο καλοπροαίρετο και λιγότερο καταστροφικό».166  Υποστηρίζει ότι ο τρόπος για να ελαχιστοποιηθεί η ανάγκη για αυτό το κατεστημένο –και για να καταστεί το κατεστημένο που αναπόφευκτα δημιουργείται πιο καλοπροαίρετο– είναι η δημιουργία μιας κουλτούρας ή «τρόπου ύπαρξης» στην ομάδα που θα είναι γενναιόδωρη και ανεκτική, αυτό που στην καθημερινή γλώσσα «εκφράζεται μέσω φράσεων όπως “απ’ όλα έχει ο μπαξές” και “ζήσε κι άσε τους άλλους να ζήσουν”». Αυτό είναι δύσκολο διότι «όσο μεγαλύτερη είναι η δέσμευση κανενός τόσο περισσότερο αυτός ζητά ανταπόδοση». Ωστόσο, όπως υποστηρίζει, αν «η ομάδα απαιτεί από τα μέλη της να είναι γενναιόδωρα, τότε θα πρέπει κι αυτή σε αντάλλαγμα να υιοθετήσει μια πιο γενναιόδωρη συμπεριφορά».167

Η δύναμη αναλύσεων όπως αυτές που προσφέρει ο Hoggett μας φαίνεται αυτονόητη. Η διαφωτιστική τους δύναμη προέρχεται από το συνδυασμό της μαρξιστικής και της ψυχαναλυτικής οπτικής.168  Αυτές οι διορατικές θέσεις μας οδήγησαν επίσης στην ψυχανάλυση και ειδικά στο έργο του Γουίλφρεντ Μπίον, στο οποίο στηρίζεται το έργο του Hoggett.

IV. Θεωρία ομάδων και θεωρία του σκέπτεσθαι

Η διαφορά ανάμεσα σε μια αληθή σκέψη και σε ένα ψεύδος συνίσταται στο γεγονός ότι ο στοχαστής είναι λογικά αναγκαίος για το ψεύδος, όμως όχι για την αληθή σκέψη. Κανείς δεν χρειάζεται να σκεφτεί την αληθή σκέψη: αυτή περιμένει τον ερχομό του στοχαστή που αποκτά σημασία μέσω της αληθούς σκέψης. Το ψεύδος και ο στοχαστής δεν γίνεται να διαχωριστούν. Ο στοχαστής δεν έχει επίπτωση στην αλήθεια, όμως η αλήθεια είναι λογικά αναγκαία για τον στοχαστή. Η σημασία του εξαρτάται από το αν μπορεί ή δεν μπορεί να αναλογιστεί τη σκέψη, όμως η ίδια η σκέψη παραμένει αμετάβλητη. Απεναντίας το ψεύδος αποκτά ύπαρξη χάρη στην επιστημολογικά πρότερη ύπαρξη του ψεύτη. Οι μόνες σκέψεις για τις οποίες ο στοχαστής είναι απολύτως απαραίτητος είναι τα ψεύδη. Η υπόρρητη αξίωση του Καρτέσιου σύμφωνα με την οποία οι σκέψεις προϋποθέτουν έναν στοχαστή ισχύει μόνο για το ψεύδος.169

Ο Γουίλφρεντ Μπίον, ίσως ο πιο συχνά αναφερόμενος συγγραφέας στην ψυχαναλυτική γραμματεία μετά τον Φρόυντ, είναι μια μάλλον αξιοσημείωτη προσωπικότητα της ιστορίας της ψυχανάλυσης. Μέσα από μια θεωρία βασισμένη στην ψυχανάλυση, επαναστατικοποίησε τον τρόπο που κατανοούμε τις ομάδες και μεταμόρφωσε την ίδια την ψυχανάλυση μέσα από τη θεωρία του για το σκέπτεσθαι. Πιστεύουμε ότι και οι δυο θεωρίες έχουν σημασία για ό,τι είμαστε και για ό,τι κάνουμε. Προτού διερευνήσουμε τις παραπάνω θεωρίες, καλό θα ήταν να πούμε μερικά πράγματα για το κοινωνικό πλαίσιο και το άτομο που τις παρήγαγε.

Ο Μπίον γεννήθηκε το 1897 στην Ινδία από μια Αγγλο-Ινδική οικογένεια της ανώτερης μεσαίας τάξης. Ο πατέρας του ήταν πολιτικός μηχανικός και διηύθυνε την κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών και αρδευτικών έργων. Η φύση της εργασίας του πατέρα του είχε ως αποτέλεσμα ο Μπίον, σε σύγκριση με τα περισσότερα παιδιά των αποικιοκρατών, να είναι πιο κοντά στην ινδική κουλτούρα. Ένα άτομο κομβικής σημασίας για τη διάπλασή του ήταν η Ινδή παραμάνα του ή ayah170 , η οποία ίσως να αποτελεί την πηγή για μια αίσθηση ανατολικής φιλοσοφίας που εμφανίζεται σε κάποιες από τις ύστερες ιδέες του. Οι γονείς του τον έβαλαν στην ηλικία των οχτώ ετών εσώκλειστο σε σχολείο της Αγγλίας – πρόκειται για μια μορφή κακοποίησης των ανώτερων τάξεων της Αγγλίας απέναντι στα παιδιά τους. Δεν ξαναείδε την Ινδία ή την πολυαγαπημένη του ayah. Αυτό το τραύμα επιδεινώθηκε από την εμπειρία του ως αρχηγού πληρώματος τεθωρακισμένου στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρόλο που θεωρείτο ότι έδρασε με ηρωικό τρόπο, και τιμήθηκε με μετάλλια τόσο από την Αγγλία όσο και από τη Γαλλία, ο ίδιος αισθανόταν ότι είχε πεθάνει καθοδόν προς το Αμιάν.171  Μετά τον πόλεμο σπούδασε ιστορία πριν γίνει κατά σειρά γιατρός, ψυχίατρος και, μετέπειτα, ψυχοθεραπευτής στην Κλινική του Τάβιστοκ. Διετέλεσε θεραπευτής του Σάμιουελ Μπέκετ για μια διετία – αυτή η συνάντηση είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθούν διάφορες εικασίες σχετικά με την επιρροή που μπορεί να άσκησε ο ένας στον άλλον. Δυσαρεστημένος από την εκλεκτική μορφή θεραπείας, τόσο από τη σκοπιά του θεραπευόμενου όσο και από αυτήν του εκπαιδευόμενου, το 1938 ξεκίνησε μια διδακτική ανάλυση με τον John Rickman. Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αυτή η ανάλυση διακόπτεται, και αναλυτής και αναλυόμενος εργάζονται μαζί ως στρατιωτικοί ψυχίατροι.172

Οι Μπίον και Rickman γίνονται μέλη του «Αόρατου Κολλεγίου» του Τάβιστοκ στον στρατό. Ήταν μια εποχή που στη βρετανική διανόηση ήταν διαδεδομένη η συμπάθεια προς τον «σοσιαλισμό». Η ομάδα του Τάβιστοκ δεν αποτελούσε εξαίρεση.173  Ο πειραματισμός γύρω από τις δυνατότητες των ομάδων ήταν κάτι το συνηθισμένο. Οι Μπίον και Rickman είχαν επηρεαστεί από τη θεωρία πεδίου του Kurt Lewin.174  Ο Rickman συνέβαλε σημαντικά στην ιδέα της «ομάδας χωρίς ηγέτη». Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ ο Μπίον ήταν στον στρατό και έπαιζε τον ρόλο του ήρωα πολέμου, ο Rickman –ένας κουάκερος– ήταν αντιρρησίας συνείδησης και ταξίδεψε στη Ρωσία όπου δούλεψε ως οδηγός ασθενοφόρου και ως εργαζόμενος στις υπηρεσίες πρόνοιας. Το 1918 υπήρξε μάρτυρας της επανάστασης στην επαρχία. Παρατηρώντας ένα συμβούλιο αγροτών ή «Μιρ» εν λειτουργία ο Rickman σημείωσε: «το χωριό είχε σχηματίσει μια ομάδα χωρίς ηγέτη. Ο δεσμός που συνέδεε τα μέλη του ήταν ότι μοιράζονταν ένα κοινό ιδεώδες».175

Ο Μπίον είχε κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη ενός νέου τρόπου επιλογής αξιωματικών. Σύμφωνα με τη μέθοδο που ανέπτυξε, οι υποψήφιοι συγκεντρώνονταν σε ένα κοινό χώρο όπου σχημάτιζαν μια «ομάδα χωρίς ηγέτη». Έπειτα γίνονταν παρατηρήσεις γύρω από το πώς αναδυόταν αυθόρμητα η ηγεσία όταν ανατίθονταν καθήκοντα στην ομάδα. Αργότερα στον πόλεμο οι Μπίον και Rickman δημιούργησαν μια δομή, που θα αναγνωριστεί ως μια από τις πρώτες θεραπευτικές κοινότητες, στο στρατιωτικό ψυχιατρικό νοσοκομείο του Northfield. Κομμάτι του χαρακτήρα της δομής ήταν ότι δινόταν στους ασθενείς η αυτονομία να σχηματίσουν δικές τους ομάδες, έτσι ώστε να προωθηθεί η επανένταξή τους. Το Γενικό Επιτελείο του στρατού δεν είδε με καλό μάτι αυτό το πείραμα και το τερμάτισε μετά από έξι εβδομάδες. Όμως άφησε μια παρακαταθήκη ώστε άλλοι να μπορούν να συνεχίσουν σε παρόμοιες κατευθύνσεις. Μετά το πέρας του πολέμου, και στη βάση της φήμης που είχε αποκτήσει κατά τον πόλεμο, η κλινική Τάβιστοκ κάλεσε τον Μπίον να τεθεί επικεφαλής στη χρήση ομάδων για θεραπευτικούς σκοπούς. Οι ασθενείς και το προσωπικό που αποτελούσαν τις ομάδες είχαν την προσδοκία ο Μπίον να ηγηθεί του όλου εγχειρήματος ως ειδικός. Όμως, προς απογοήτευσή τους, η προσέγγιση του Μπίον ήταν να ενθαρρύνει τους συμμετέχοντες να προχωρήσουν σε μια εξέταση των εντάσεων εντός της ομάδας, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που αφορούσε την επιθυμία να αναλάβει εκείνος τα ηνία. Ο Μπίον θεωρητικοποίησε τις εμπειρίες του σε μια σειρά από κείμενα που αργότερα συγκέντρωσε στο βιβλίο Experiences in Groups.176  Παρόλο που ο ίδιος ο Μπίον δεν συνέχισε την έρευνά του προς αυτή την κατεύθυνση, αυτές οι ιδέες αποτέλεσαν το θεμέλιο για τη συγκρότηση μιας μεθόδου έρευνας και βιωματικής εκπαίδευσης και ανάπτυξης μέσα στις ομάδες, η οποία είναι γνωστή ως προσέγγιση Τάβιστοκ ή προσέγγιση σχέσεων ομάδας.177

Θεωρία ομάδων

Η κεντρική ιδέα του Μπίον είναι πως κάθε ομάδα λειτουργεί ταυτόχρονα με δύο τρόπους, στους οποίους εκδηλώνονται δύο διαφορετικές νοοτροπίες. Από τη μία μεριά, κάθε ομάδα αποτελεί αυτό που αποκαλεί ο Μπίον «ομάδα εργασίας». Πρόκειται για αυτό που η ομάδα σκέφτεται συνειδητά ότι είναι. Αφορά επίσης τη νοοτροπία, τη στάση και τις πράξεις που αντανακλούν αυτόν τον σκοπό.178  Η σύνδεση των μελών μιας ομάδας εργασίας αποσκοπεί στη συνεργασία. Τα μέλη της χρησιμοποιούν και αναπτύσσουν δεξιότητες, ικανότητες και ωριμότητα μέσα από μια αίσθηση κοινού σκοπού. Για τον Μπίον, η ομάδα εργασίας έχει «επιστημονικό χαρακτήρα, σε όσο εμβρυική μορφή κι αν βρίσκεται αυτή»179  γιατί τα μέλη της, μέσα από τη δραστηριότητά τους, όποια κι αν είναι αυτή, εξετάζουν την πραγματικότητα, αποζητούν τη γνώση, μαθαίνουν από την εμπειρία, και άρα αλλάζουν και αναπτύσσονται.

Όμως οι ομάδες δεν λειτουργούν πάντα με έναν τέτοιο διαφανή, ορθολογικό και ευθύ τρόπο. Οι ομάδες συχνά εμφανίζουν μια νοοτροπία και μια δραστηριότητα που λειτουργεί σε λιγότερο συνειδητό επίπεδο, ωθώντας τα πράγματα προς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Μπίον ανακάλυψε ότι αυτή η νοοτροπία και δραστηριότητα, που είναι αινιγματική και συχνά βάζει εμπόδια στον συνειδητό στόχο της ομάδας, αποκτά συνοχή και νόημα μόλις αρχίσουμε να εξετάζουμε την ομάδα βάσει της υπόθεσης ότι ο σκοπός για τον οποίο συγκροτείται αφορά κάτι πιο πρωταρχικό180  ή «βασικό» από τον συνειδητό της σκοπό. Ο Μπίον εισήγαγε τον όρο «ομάδα βασικής υπόθεσης» για αυτή την πλευρά των ομάδων.

Ο Μπίον εντόπισε τρεις τέτοιες βασικές υποθέσεις, τις οποίες συνέδεσε με πρωταρχικές συναισθηματικές ενορμήσεις: την εξάρτηση, τη σύγκρουση-φυγή και το ζευγάρωμα. Αυτές οι καταστάσεις της ομάδας οδηγούν σε διαφορετικούς τύπους ηγεσίας, οι οποίοι μπορεί να αντιστοιχούν (ή όχι) σε επίσημες ή ανεπίσημες ηγεσίες εντός της δραστηριότητας της ομάδας εργασίας.181

Υπό τη βασική υπόθεση της «εξάρτησης» η ομάδα δρα σαν να συναντιέται για να λάβει ό,τι έχει ανάγκη – σοφία, γνώση, καθοδήγηση κ.λπ.– από ένα μέλος. Υπό τη βασική υπόθεση της «σύγκρουσης-φυγής» η ομάδα δρα σαν ο σκοπός της να είναι η σύγκρουση με κάτι που αντιλαμβάνεται ως εχθρό ή η διαφυγή από αυτό. Η απειλή μπορεί να είναι εξωτερική ή εσωτερική, σαφώς ορισμένη ή ακαθόριστη. Πλησιάζοντας μια κατάσταση πανικού, η ομάδα γίνεται έντονα εχθρική στη σκέψη, όμως θα ακολουθήσει όποιον μοιάζει να προσφέρει έναν άμεσο τρόπο αντιμετώπισης της απειλής, είτε αυτός ο τρόπος είναι η επίθεση στον εχθρό είτε η γρήγορη απομάκρυνση από αυτόν. Στη βασική υπόθεση του «ζευγαρώματος» η ομάδα προσανατολίζεται με υπομονή στην αλληλεπίδραση δύο ατόμων (ή ίσως και δύο υποομάδων). Υπάρχει μια ατμόσφαιρα ελπιδοφόρας προσμονής, μια αίσθηση ότι η ομάδα μπορεί να σωθεί· η υποκείμενη υπόθεση είναι ότι μέσα από το ζεύγος η ομάδα θα γεννήσει κάτι σπουδαίο, ίσως μια νέα ιδέα ή έναν καινούργιο τρόπο δράσης.182

Μια βασική θέση του Μπίον είναι ότι η ομάδα εργασίας και η ομάδα βασικής υπόθεσης δεν αφορούν διαφορετικές ομάδες, αλλά διαφορετικές μορφές δραστηριότητας που είναι παρούσες σε κάθε ομάδα και σε κάθε μέλος ταυτόχρονα. Κάποιες φορές επικρατεί η πρώτη πλευρά και άλλες η δεύτερη. Όταν επικρατεί η πλευρά της ομάδας εργασίας, η ομάδα εργάζεται για την ολοκλήρωση της αποστολής της· όταν επικρατεί η πλευρά της ομάδας βασικής υπόθεσης, η ομάδα συμπεριφέρεται με αμυντικό τρόπο. Μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι ομάδες καθοδηγούνται από μια συγκεκριμένη βασική υπόθεση υπό την οποία λειτουργούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ σε άλλες περιόδους μπορεί να παρατηρηθεί μια γρήγορη εναλλαγή ανάμεσα σε διαφορετικές βασικές υποθέσεις. Μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις όπου η επίδραση της βασικής υπόθεσης είναι αμελητέα, ή και συμβατή με τη δραστηριότητα της ομάδας εργασίας183 , όμως σε άλλες περιπτώσεις η βασική υπόθεση παρεμποδίζει ή και υποκαθιστά την ίδια τη δραστηριότητα εργασίας. Σε περιόδους όπου το στρες κυκλοφορεί μέσα στην ομάδα, αυτή η νοοτροπία μπορεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα να κυριαρχεί στην ομάδα, με τρόπους που μπορούν να συγκριθούν με την ψύχωση.184

Πώς μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτές τις ιδέες στην «πολιτική» ή «επαναστατική» ομάδα; Όπως υπαινιχθήκαμε στην εισαγωγή, ένα από τα προβλήματα με την ιδέα της «ομάδας εργασίας» που προσανατολίζεται προς την επανάσταση ή τον κομμουνισμό είναι ότι πρόκειται για κάτι που προφανώς δεν είναι πρακτικός στόχος για τις ηθελημένες ομάδες του παρόντος. Έτσι η ιδέα που προτάσσεται στη θεωρία ομάδων του Μπίον, «η εργασία για την επίτευξη της αποστολής», είναι ιδιαίτερα δύσκολη στην εφαρμογή της για μια ηθελημένη ομάδα που η αποστολή στην οποία αποσκοπεί –ο κομμουνισμός ή η επανάσταση– δεν μπορεί στην πραγματικότητα να είναι έργο της, αλλά αντίθετα έργο αυθόρμητων (δηλαδή προσδιορισμένων185 ) ομαδικών διαδικασιών σε ταξικό ή και κοινωνικό επίπεδο.

O Μπίον υποστηρίζει ότι η ιδέα πως μια ομάδα μπορεί να δρα με συνέπεια ως ομάδα εργασίας αποτελεί «εξιδανικευμένο κατασκεύασμα» ή και «ομαδική φαντασίωση». Αυτό φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως αληθές για ομάδες που ρητώς δηλώνουν αφοσιωμένες στην ιδέα της επανάστασης ή του κομμουνισμού. Όλοι μας ξέρουμε τι άλλα πράγματα συμβαίνουν μέσα σε τέτοιες ομάδες. Είτε πρόκειται για επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα ρουτίνας στην οποία δεν πιστεύει κανείς, είτε για ανταγωνισμό με άλλες ομάδες, είτε για εσωτερικά δράματα και ίντριγκες – υπάρχουν πάρα πολλά που συμβαίνουν τα οποία λίγη σχέση έχουν με την πρόοδο αυτού που οι συμμετέχοντες φαντάζονται ως λειτουργία της ομάδας εργασίας. Δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά αυτών των ομάδων σε επίπεδο βασικής υπόθεσης: αρκετά συχνά υπάρχει το φαινόμενο της εξάρτησης από ένα –συχνά ανεπίσημο– μέλος-ηγέτη ή γκουρού, στο οποίο τα άλλα μέλη με συστηματικό τρόπο προστρέχουν για καθοδήγηση (ακόμη κι αν αυτό μπορεί ταυτόχρονα να συνεπάγεται ότι απογοητεύονται κατ’ εξακολούθηση από ό,τι εκείνο έχει να προσφέρει). Η συμπεριφορά σύγκρουσης-φυγής μπορεί να ιδωθεί στις εχθρικές και ανταγωνιστικές σχέσεις που τέτοιες ομάδες έχουν συχνά μεταξύ τους, καθώς και στις εσωτερικές διασπάσεις που τείνουν να προκύπτουν. Μπορεί κανείς ακόμη να δει μια εγγύτητα με τη βασική υπόθεση του ζευγαρώματος όταν στην ομάδα επικρατεί μια μεσσιανική ελπίδα.

Προφανής είναι επίσης η θεμελιώδης υπόθεση σύμφωνα με την οποία η ομάδα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει, η οποία εκδηλώνεται ως λόγος περί της αναγκαιότητας ύπαρξης της πολιτικής οργάνωσης (ή του «κόμματος»). Στις πολιτικές ομάδες υπάρχουν επίσης συχνά περίοδοι όπου περίεργα, ενοχλητικά και δυσάρεστα πράγματα συμβαίνουν «ανάμεσα σε άτομα, σε μερίδες της ομάδας ή και σε ολόκληρη την ομάδα», τα οποία διαρκούν «μερικές φορές μέχρι το σημείο της διάλυσης του εγχειρήματος, αλλά συχνότερα μέχρι το σημείο της διάσπασης της ομάδας ή της εκδίωξης από αυτή»186 . Όμως δεν πρέπει να περιορίσουμε τον εντοπισμό τέτοιων συμπεριφορών στις επίσημες πολιτικές ομάδες – τέτοιες συμπεριφορές μπορούν επίσης να εμφανιστούν σε κάθε είδους δίκτυα, σκηνές και χώρους όπου δραστηριοποιούνται άτομα.

Η ανάλυση όσων συμβαίνουν μέσα σε μια ομάδα δεν είναι ζήτημα απλής εφαρμογής των βασικών υποθέσεων. Μπορούμε, για παράδειγμα, να δούμε την επενέργεια βασικών υποθέσεων στις δύο περιπτώσεις με τις οποίες ξεκινήσαμε· όμως σύμφωνα με την ανάλυση του Hoggett που υιοθετήσαμε στην προηγούμενη ενότητα, η διαύγαση κάθε ειδικής δυσκολίας που εμφανίζεται σε μια ομάδα δεν απαιτεί απλώς τον εντοπισμό της βασικής υπόθεσης, αλλά μια δημιουργική διερεύνηση όσων επακριβώς συμβαίνουν σε κάθε ιδιαίτερη περίπτωση.

Ένα φαινομενικά απλό δίδαγμα από το έργο του Μπίον είναι πως όταν δρούμε μέσα σε ομάδες, πρέπει να προσπαθούμε να εστιάζουμε τόσο στην πλευρά της ομάδας εργασίας, δηλαδή στον στόχο ή στον σκοπό της, όσο και στις λιγότερο συνειδητές πλευρές όσων συμβαίνουν και παρεμποδίζουν την επίτευξη του στόχου. Ταυτόχρονα με τη δραστηριότητα της ομάδας ως ομάδας εργασίας, η ομάδα πρέπει, σύμφωνα με μια φράση του Μπίον, να κάνει τις εντάσεις εντός της αντικείμενο μελέτης. Η ενέργεια της ομάδας εστιάζει στη συμφωνημένη αποστολή της ή διασκορπίζεται σε κάτι άλλο; Η ερώτηση αυτή συνεπάγεται ότι οι διαδικασίες που παρεμβάλλονται [στην ομάδα εργασίας] δεν απωθούνται αλλά γίνονται αντικείμενο διερεύνησης. Όταν –και είναι αναπότρεπτο ότι θα υπάρχουν τέτοιες περίοδοι– η ομάδα εργασίας δεν επικρατεί, θα πρέπει να αναπτύσσεται μια συλλογική επίγνωση ως προς αυτό. Όμως κάτι τέτοιο μπορεί να είναι δύσκολο και να απαιτεί θάρρος από τους συμμετέχοντες. Εκείνοι που ζητούν από την ομάδα να εξετάσει τον εαυτό της ενδέχεται να γίνουν στόχοι εχθρικής συμπεριφοράς από την ομάδα. Ο Μπίον υποστήριξε ότι όταν συμβαίνουν περίεργα πράγματα σε μια ομάδα επηρεάζονται όλοι, και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι η διατήρηση της δυνατότητας «να σκεφτόμαστε ακόμα και όταν δεχόμαστε πυρά».

Ο Μπίον συχνά θεωρείται ότι έχει μια εν πολλοίς αρνητική εικόνα για τις ομάδες. Αυτό συμβαίνει επειδή η προσέγγιση που ακολούθησε στην καθοδήγηση των ομάδων έφερε στο φως τα περίεργα και ενοχλητικά πράγματα που συμβαίνουν εντός τους. Παράγοντας στρες και άγχος στους συμμετέχοντες, οι ομάδες Μπίον φέρνουν στο προσκήνιο τις ασυνείδητες και αμυντικές πλευρές της βασικής υπόθεσης που λειτουργούν στις ομάδες. Το ζήτημα που θέτει ο Μπίον είναι ότι όλοι μας φέρουμε τέτοιες δυνατότητες μέσα μας. Οι ομάδες, με τον ίδιο τρόπο που μας επιτρέπουν να κάνουμε πράξη δυνατότητες που δεν μπορούμε κατά μόνας, φέρνουν στο προσκήνιο και κάποια από τα λιγότερο ελκυστικά, ή ακόμη και ψυχωσικά, χαρακτηριστικά μας. Όμως σκεφτόταν πως μακροπρόθεσμα, «παρόλη την επιρροή των βασικών υποθέσεων»187 , η ομάδα εργασίας θριαμβεύει.188

Πράγματι, μακράν από το να τάσσεται με το άτομο ενάντια στον ανορθολογισμό της ομάδας, ο Μπίον πιστεύει εμφατικά ότι η ομαδικότητα είναι θεμελιώδης για το άτομο:

Το άτομο είναι, και ήταν πάντα, μέλος μιας ομάδας, ακόμη κι αν η συμμετοχή του συνίσταται στο να συμπεριφέρεται με τέτοιον τρόπο ώστε η ιδέα ότι δεν ανήκει σε καμιά ομάδα να αποκτά πραγματικότητα. Το άτομο είναι ομαδικό ζώο, που βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου τόσο με την ομάδα όσο και με εκείνες τις πλευρές της προσωπικότητάς του που συγκροτούν την «ομαδικότητά» του.189

Αντλώντας από το παραπάνω, ο Wolfenstein υποστήριξε με πειστικότητα ότι η όλη ιδέα του ατόμου ως «ενός εαυτού που δημιουργείται έξω από την κοινωνία και ουσιαστικά συγκροτείται από τα μέσα προς τα έξω» είναι μια ομαδική φαντασίωση190 . Οι δύσκολες εμπειρίες με τις ομάδες ενδεχομένως να ενθαρρύνουν την καταφυγή σε αυτή την αμυντική φαντασίωση, όμως πρόκειται περί αυταπάτης.

Ο «επιστημονικός χαρακτήρας» που ο Μπίον αποδίδει γενικά στη συνιστώσα της ομάδας εργασίας οποιασδήποτε ομάδας, αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια ομάδα που προσανατολίζεται στη θεωρητικοποίηση του κομμουνιστικού ξεπεράσματος του καπιταλισμού. Σε αυτήν την περίπτωση η σκέψη –η ανάπτυξη «της εναισθησίας και της κατανόησης»– είναι θεμελιώδης σε αυτό στο οποίο είμαστε «εμείς»· τουλάχιστον σε ό,τι θέλουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε. Αν και δε μπορεί να διαχωριστεί πλήρως από την όποια συμμετοχή μπορεί να έχουμε σε αγώνες, η σκέψη, η κατανόηση και η θεωρητικοποίηση της εμπειρίας αποτελούν ένα έργο που αξίζει να επιτελέσουμε. Ταυτόχρονα, αυτό το έργο δεν είναι εύκολο. Το αντικείμενο της έρευνας – η καπιταλιστική κοινωνία– δεν είναι κάτι που στέκεται πάνω και απέναντι από τον ερευνητή. Πρόκειται αντίθετα για μια δυναμική διαδικασία σύνθεσης και αποσύνθεσης των κοινωνικών σχέσεων μέσω της κρίσης και του αγώνα, η οποία συμπεριλαμβάνει και τον ερευνητή. Ο καπιταλισμός δεν είναι εκεί έξω, μας διαπερνά, είναι εμείς. Όπως το θέτει ο Wolfenstein, τόσο στην ψυχανάλυση όσο και στη θεωρία της κοινωνικής επανάστασης: «Εμείς οι ίδιοι είμαστε το πρόβλημα που προσπαθούμε να επιλύσουμε».191  Το να έχει κανείς επίγνωση αυτού που συμβαίνει είναι οδυνηρό. Έξω από τους αγώνες δεν υπάρχουν εύκολα κριτήρια μέσω των οποίων να μπορούμε να κρίνουμε αν η εργασία μιας ομάδας έχει αποτέλεσμα – και μια τέτοια γνώση δεν θα διευκόλυνε τη ζωή κανενός. Πράγματι, είναι ίσως εξαιτίας της δυσκολίας αυτού του έργου, το οποίο συνεπάγεται την εναντίωση σε ό,τι για την αστική κοινωνία είναι αυτονόητο, που ειδικά σε τέτοιες ομάδες προκύπτουν ψευδοαπαντήσεις και παθολογίες.

Είναι σχετικά εύκολο να εντοπίσουμε το πώς οι βασικές υποθέσεις μπορεί να παρεμβάλλονται στη λειτουργία μιας ομάδας που προσανατολίζεται στην επαναστατική αλλαγή – όμως, εν τη απουσία της επανάστασης, σε τι θα συνίστατο η εργασία της; Αν καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι έργο μας είναι να προσπαθήσουμε να σκεφτούμε, τότε θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε τη δεύτερη περίοδο του έργου του Μπίον που διαμόρφωσε την αντίληψή μας: τη θεωρία του για το σκέπτεσθαι.

Προς μια θεωρία του σκέπτεσθαι: η Κλαϊνική Εξέλιξη

Ενώ οι ιδέες για τις ομάδες που ανέπτυξε ο Μπίον έγιναν αφετηρία ώστε άλλοι να συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση με ενθουσιασμό, ο ίδιος ο Μπίον δεν ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένος με αυτές.192  Τελειώνοντας τη διδακτική ανάλυση με τη Μέλανι Κλάιν, ο Μπίον ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 να ασκεί ατομική ψυχανάλυση και μάλιστα εργαζόμενος με ψυχωσικούς ασθενείς. Μέσα από αυτή την εργασία προέκυψε η πιο σημαντική συνεισφορά του στην ψυχανάλυση – η θεωρία του σκέπτεσθαι.193

H θεωρία του σκέπτεσθαι του Μπίον μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν ιδωθεί σε σχέση με την Κλαϊνική τάση της ψυχανάλυσης και τις βασικές έννοιες της τελευταίας, όπως η προβολική ταύτιση, η παρανοειδής-σχιζοειδής και η καταθλιπτική θέση. Για αυτό τον λόγο, και επειδή βρίσκουμε ότι ανεξαρτήτως αυτής της σχέσης, οι παραπάνω έννοιες έχουν σημασία ως προς την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου, στα παρακάτω θα προχωρήσουμε σε μια σκιαγράφησή τους.

Αντλώντας από μια προγενέστερη συζήτηση για τη μανία και την κατάθλιψη ανάμεσα στον Καρλ Άμπραχαμ και τον Φρόυντ, καθώς και από τη δική της πρωτοποριακή δουλειά με παιδιά, η Κλάιν διατύπωσε την υπόθεση ότι υπάρχει μια συγγένεια ανάμεσα στις πρώιμες νηπιακές διανοητικές καταστάσεις και σε εκείνες που συναντούμε στην ψύχωση. Περιέγραψε δύο θεμελιώδεις τρόπους συσχέτισης με τον κόσμο, τους οποίους ονόμασε παρανοειδή-σχιζοειδή και καταθλιπτική θέση αντίστοιχα. Θεώρησε πως η κίνηση μεταξύ των δύο θέσεων αποτελεί κομβικό στοιχείο της ανάπτυξης. Έτσι η Κλάιν αντικατέστησε την εστίαση στο οιδιπόδειο δράμα, που κατά τον Φρόυντ εντοπίζεται γύρω στο πέμπτο έτος της ζωής, με την εστίαση στα πιο πρωταρχικά στάδια της ψυχικής λειτουργίας που εμφανίζονται διαδοχικά κατά το πρώτο έτος της ζωής του βρέφους, θεωρώντας όμως ότι συνεχίζουν να παίζουν ρόλο καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.

Η Κλάιν υποστήριζε ότι το βρέφος κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του κυριαρχείται από ένα άγχος αφανισμού, και υπερασπίζεται τον εαυτό του ενάντια σε αυτό μέσω της διαδικασίας της προβολικής ταύτισης. Η προβολική ταύτιση είναι μια ασυνείδητη φαντασίωση πρόσληψης και απόπτυσης πραγμάτων η οποία βιώνεται ως πραγματική και έχει πραγματικά αποτελέσματα στο αναπτυσσόμενο εγώ. Συνεπάγεται έναν διχασμό (splitting) της εμπειρίας του είτε σε εντελώς καλά είτε σε εντελώς κακά αντικείμενα. Το βρέφος συγκροτεί μια πρώτη αίσθηση του εαυτού του μέσω της ταύτισης με ένα ενδοβεβλημένο καλό αντικείμενο και της αγάπης του για αυτό, το οποίο πρέπει να κρατά μακριά από τα «κακά» αισθήματα του μίσους και της καταστροφικότητας που αποθέτει στο κακό αντικείμενο. Το πρότυπο καλό αντικείμενο είναι η μητέρα που παρέχει ικανοποίηση ή ο καλός μαστός, το κακό είναι η μητέρα που δεν παρέχει ικανοποίηση ή ο κακός μαστός. Η Κλάιν θεωρούσε ότι η απουσία του αντικειμένου, του πραγματικού μαστού, ήταν κάτι το «μη ανεκτό» για το νεογέννητο βρέφος, και ότι στη φαντασία του βιώνει τον μη-μαστό ως έναν συγκεκριμένο «κακό μαστό», τον οποίον προσπαθεί να ξεφορτωθεί ή να αποβάλει μέσω της διαδικασίας που ονόμασε προβολική ταύτιση. Σε έναν επαναλαμβανόμενο αγώνα για να μειώσει το κύριο άγχος του, εμπλέκεται σε έναν κύκλο διχασμού, προβολής και ενδοβολής. Η προβολική ταύτιση της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης είναι επομένως αυτό που κάνει κάποιος με μια δύσκολη εμπειρία όταν αδυνατεί να τη σκεφτεί. Αν δεν συμβαίνει σε υπερβολικό βαθμό, η προβολική ταύτιση επιτελεί μια αναπτυξιακή λειτουργία, επιτρέποντας τελικά τη μετάβαση στην καταθλιπτική θέση.

Η καταθλιπτική θέση συνεπάγεται μια πιο ρεαλιστική και απαρτιωμένη (integrated) εικόνα του κόσμου, όπου αρχίζει να είναι ανεκτή η αμφιθυμία τόσο προς τα αντικείμενα όσο και προς τα αισθήματα που αυτά προκαλούν. Το βρέφος αναγνωρίζει ότι οι καλές και κακές όψεις του μητρικού αντικειμένου, τις οποίες πρωτύτερα κρατούσε διαχωρισμένα με έναν άκαμπτο τρόπο, αναφέρονται σε ένα ολικό αντικείμενο, σε ένα άλλο πρόσωπο. Αναγνωρίζει έτσι ότι ο κακός (απών) μαστός, τον οποίον πριν μισούσε με σφοδρότητα, είναι στην πραγματικότητα το ίδιο αντικείμενο με τον καλό μαστό που αγαπούσε. Ως αποτέλεσμα, η κύρια μορφή άγχους αλλάζει, και από τον φόβο που έχει να κάνει με έναν επικείμενο αφανισμό του εαυτού, τώρα μετατρέπεται σε έγνοια για το αντικείμενο: [και άρα] για το πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται και το οποίο δεν μπορεί [το βρέφος] να ελέγξει μέσω των μηχανισμών της προβολικής ταύτισης, όπως φαντασιωνόταν πρωτύτερα. Η αναδυόμενη αντίληψη της πραγματικότητας του εαυτού και των άλλων, καθώς και του αντίκτυπου που έχουν οι πράξεις του πάνω στους άλλους, είναι οδυνηρή και υπόκειται σε αναδίπλωση στην παρανοειδή-σχιζοειδή θέση.

Είναι σημαντικό ότι για την Κλάιν η μετάβαση ανάμεσα σε αυτές τις θέσεις, παρόλο που συμβαίνει για πρώτη φορά γύρω στο μέσο του πρώτου έτους της ζωής, δεν πρέπει να γίνεται κατανοητή ως μια επίτευξη που συμβαίνει μια για πάντα, άλλα ως μια διαρκώς ενεργή διαδικασία. Η παρανοειδής-σχιζοειδής θέση δεν είναι τόσο ένα στάδιο το οποίο αφήνουμε πίσω μας, όσο ένας ιδιαίτερος τρόπος σύλληψης της πραγματικότητας και οργάνωσης της εμπειρίας που συνεχίζει να παίζει ρόλο καθ’ όλη τη ζωή ενός προσώπου. Η επίτευξη της καταθλιπτικής θέσης δεν είναι ούτε ομαλή ούτε βέβαιη· συνεχίζει ως διαδικασία καθ’ όλη την παιδική ηλικία και μπορεί στ’ αλήθεια να θεωρηθεί ως ένας αναπτυξιακός στόχος ζωής.

Η κατανόηση αυτών των θέσεων ως δυο θεμελιωδών τρόπων οργάνωσης και επεξεργασίας της εμπειρίας, ως δυο διαφορετικών τρόπων συσχέτισης με τον κόσμο που ο καθένας παράγει τη δική του ποιότητα ύπαρξης, σημαίνει ότι είτε κανείς πείθεται από την Κλαϊνική σκέψη σχετικά με τον ψυχικό κόσμο του βρέφους είτε όχι, μπορεί να δεχτεί την ύπαρξη αυτών των θέσεων και σε άλλες βάσεις: μέσα από την παρατήρηση του εαυτού του και των άλλων.194

Ο διχασμός ανάμεσα σε καλό και κακό αντικείμενο, η εξιδανίκευση των καλών αντικειμένων και η απαξίωση των κακών, όπου οι σκέψεις και ο εαυτός φαίνεται να έχουν έναν μη-απαρτιωμένο χαρακτήρα ή να βρίσκονται σε διαδικασία αποδιάρθρωσης (disintegration), αποτελούν αυτό που ονομάζεται παρανοειδής-σχιζοειδής θέση. Η αναγνώριση της αμφιθυμίας του εαυτού, των άλλων και της ίδιας της κατάστασης, η συνθήκη όπου οι σκέψεις και οι αντιλήψεις είναι περισσότερο ολοκληρωμένες, εκφράζουν τον ρεαλισμό της καταθλιπτικής θέσης. Παρόλο που η καταθλιπτική θέση είναι εκεί από όπου, καλώς εχόντων των πραγμάτων, συνήθως λειτουργούμε, όλοι μας έχουμε συναντήσει την παρανοειδή-σχιζοειδή θέση στον εαυτό μας, στους άλλους και ιδιαίτερα στη συλλογική ζωή. Όλοι μας έχουμε τη δυνατότητα της κίνησης προς την παρανοειδή-σχιζοειδή νοητική κατάσταση, ειδικά αν υποβληθούμε σε αρκετά έντονο στρες. Το ψυχωσικό κομμάτι της προσωπικότητάς μας συνυπάρχει με το μη-ψυχωσικό, επομένως η μετάβαση στην παρανοειδή-σχιζοειδή θέση αποτελεί μάλλον μια πλάγια κίνηση παρά μια κίνηση προς τα πίσω. Αν ο Φρόυντ έδειξε πως όλοι μας είμαστε νευρωτικοί, η Κλάιν έδειξε πως όλοι μας είμαστε ψυχωσικοί.

Από την εργασία πάνω στην ψύχωση στη Θεωρία του Σκέπτεσθαι

Είναι πασίγνωστο ότι ο Φρόυντ ήταν της γνώμης ότι οι ψυχωσικοί δε μπορούν να αναλυθούν. Ο Μπίον ανήκε σε μια μικρή ομάδα αναλυτών οι οποίοι, εξοπλισμένοι με ό,τι κέρδισαν από την εξερεύνηση της πρωταρχικής διανοητικής λειτουργίας του εαυτού τους μέσω της ανάλυσης με την Κλάιν, αισθάνθηκαν ότι έχουν την ικανότητα να εργαστούν με τέτοιους ασθενείς.195  Μέσα από τον έντονο προβληματισμό του για τους λόγους για τους οποίους αυτοί οι ασθενείς ήταν τόσο δύσκολο να γίνουν κατανοητοί, ο Μπίον εντόπισε μια διεργασία που ονόμασε «επιθέσεις στη διασύνδεση» – επιθέσεις στην αντίληψη της πραγματικότητας και στη διασύνδεση των αντικειμένων που είναι απαραίτητα για το ίδιο το σκέπτεσθαι.196  Τέτοιες επιθέσεις προστατεύουν τους ψυχωσικούς από τις αβάσταχτες συναισθηματικές αλήθειες των ζωών τους. Η εργασία με τέτοιες αποδιοργανωμένες μορφές σκέπτεσθαι (ή με ό,τι κάνουν οι ψυχωσικοί αντί να σκέφτονται) οδήγησε τον Μπίον στη θεωρητικοποίηση αυτού που κάνει ένα κανονικό πρόσωπο όταν σκέφτεται. Όπως το διατύπωσε αργότερα:

Θα ήταν εύκολο να πούμε ότι το προφανές πράγμα που κάνουμε με τις σκέψεις είναι να τις σκεφτόμαστε· όμως είναι πιο δύσκολο να αποφασίσουμε τι εννοούμε πράγματι με μια τέτοια διατύπωση. Πρακτικά η διατύπωση αποκτά περισσότερο νόημα όταν είναι εφικτό να αντιδιαστείλουμε αυτό που μια ψυχωσική προσωπικότητα κάνει με τις σκέψεις αντί να τις σκέφτεται, και να αναγνωρίσουμε την πειθαρχία και τη δυσκολία που συνεπάγεται το συνεκτικό σκέπτεσθαι για τον οποιοδήποτε.197

Το σκέπτεσθαι είναι δύσκολο και ενδεχομένως οδυνηρό – τον περισσότερο καιρό οι άνθρωποι δεν σκέφτονται αληθινά, αναπαράγουν ιδέες που βρίσκονται ήδη σε κυκλοφορία χωρίς να τις αναπτύσσουν οι ίδιοι καθόλου. Το εύρημα της θεωρίας του σκέπτεσθαι του Μπίον μας προσφέρει έναν νέο τρόπο για να κατανοήσουμε κάποια από τα εμπόδια για μια τέτοια ανάπτυξη. Σε αυτή την ενότητα ζητούμε από τους αναγνώστες να βυθιστούν σε αρκετά δύσκολα ζητήματα, των οποίων η σπουδαιότητα και η συνάφεια [ως προς το θέμα του κειμένου] ίσως είναι δύσκολο να διαπιστωθούν. Πιστεύουμε ότι αξίζει.

Η εξοικείωση με τη θεωρία του σκέπτεσθαι του Μπίον θέτει ορισμένα προβλήματα. Μια δυσκολία είναι ότι δεν πρόκειται πραγματικά για μια θεωρία, αλλά για μια σειρά από μοντέλα ψυχικής εξέλιξης και ανάπτυξης. Ανακύπτουν δε ερωτήματα ως προς το πώς σχετίζεται το κάθε μοντέλο με τα υπόλοιπα. Μια άλλη δυσκολία έχει να κάνει με το ότι στα γραπτά του, εκτός του ότι εισάγει μια σειρά από νέες έννοιες, συχνά ο Μπίον επιλέγει να τις αναπαραστήσει με σύμβολα και αλγεβρική σημειογραφία. Ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με το «Γ» και το «–Γ» («μείον Γ») για τη γνώση και το αντίθετό της· τα «στοιχεία βήτα» (β), τη «λειτουργία άλφα» (Ψ) και τα «στοιχεία άλφα» (α) για τις πιο βασικές ψυχικές λειτουργίες·198  «προ-συλλήψεις», «συνειδητοποιήσεις» και «έννοιες» για όλο και πιο σύνθετες μορφές πρωτο-σκέψεων· το «Γ>Ο» για τη μετάβαση από τη γνώση στο γίγνεσθαι· το «Πσ↔Κ» για την ταλάντωση ανάμεσα στην παρανοειδή-σχιζοειδή και την καταθλιπτική θέση. Ακόμη και η μεταφορά του περιέκτη (container) και του περιεχομένου (contained), που αντλείται από κάτι συγκεκριμένο, αναπαρίσταται κάποιες φορές με το «♀» για τον περιέκτη και το «♂» για το περιεχόμενο.199  Ο δηλωμένος στόχος του Μπίον ως προς τη χρήση τέτοιων συμβόλων είναι ότι θέλει να αποφύγει λέξεις ήδη κορεσμένες με υπάρχοντα νοήματα και συνειρμικές συνδέσεις, έτσι ώστε οι αναγνώστες να υποχρεώνονται να αναζητούν τρόπους ύπαρξης αυτών των ιδεών μέσα στη δική τους σκέψη. Ο αναγνώστης επιπλέον καλείται να μην απορροφήσει τη θεωρία παθητικά αλλά να τη σκεφτεί στ’ αλήθεια.

Για τους σκοπούς μας δεν θα εξηγήσουμε όλους τους όρους και τα σύμβολα του Μπίον σε βάθος. Θα θίξουμε μόνο ό,τι έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς:

Γ και –Γ

Περιέκτης και Περιεχόμενο

Πσ↔Κ

Μύστης και Κατεστημένο

Γ και –Γ

Ο Μπίον παρατηρεί ότι τόσο στο άτομο όσο και στην ομάδα υπάρχει μια ενόρμηση που τείνει προς τη σκέψη, τη μάθηση και την ανάπτυξη –την οποία προσδιορίζει ως «Γ»– αλλά και δυνάμεις που δρουν αντιθετικά στη σκέψη και την αλλαγή, τις οποίες αποκαλεί «μείον Γ» ή «–Γ».200

Ο Μπίον διακρίνει ανάμεσα στην κατοχή τμημάτων γνώσης και στη γνώση ως λειτουργία μιας σχέσης. Η πρώτη είναι ένας τύπος «γνώσης τινός» που σχετίζεται με τον έλεγχο του αντικειμένου. Το δεύτερο Γ έχει να κάνει με μια «γνωστική διεργασία» [getting to know] που λειτουργεί ως σύνδεσμος ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο ή ως σύνδεσμος ανάμεσα στα αντικείμενα ενός υποκειμένου. Πριν τον Μπίον, για την Κλαϊνική ή «αντικειμενότροπη» τάση της ψυχανάλυσης οι κύριες σχέσεις ανάμεσα στον εαυτό και τα αντικείμενα ήταν η αγάπη και το μίσος. Με την έννοια του συνδέσμου Γ, ο Μπίον υψώνει την ενόρμηση γνώσης (Γ) στο επίπεδο της αγάπης (Α) και του μίσους (Μ) ως θεμελιωδών συναισθηματικών συνδέσμων ανάμεσα στο υποκείμενο και τα αντικείμενά του. Όπως το «x Α y» (ή το «x M y») δηλώνουν μια σχέση αγάπης (ή μίσους) ανάμεσα σε x και y, έτσι και η διατύπωση «x Γ y» δηλώνει μια σχέση ή διαδικασία κατά την οποία «το x βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου πάει να γνωρίσει το y και το y σε μια κατάσταση όπου γνωρίζεται από το x».201

Για τον Μπίον, η προσπάθεια να είναι κανείς σε μια σχέση γνώσης (ο σύνδεσμος Γ ή το Γ) εγείρει συναισθηματικές απαιτήσεις. Το Γ εμπερικλείει μια διαδικασία εξερεύνησης που συνεπάγεται ανοιχτότητα και ρίσκο· μια διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ και έχει ένα μεταμορφωτικό αποτέλεσμα και για τον ίδιο τον γιγνώσκοντα. Απαιτεί αντοχή στον πόνο και τη ματαίωση της μη-γνώσης, και συνεπάγεται την πίστη πως με υπομονή και επιμονή, το νόημα θα αναδυθεί και θα πραγματοποιηθεί ο μετασχηματισμός ή η ψυχική ανάπτυξη. Όμως ο Μπίον σημειώνει αμέσως πως υπάρχει και μια αντίθετη διαδικασία: ο νους επιδιώκει ενεργητικά τη μη-γνώση: το μείον Γ (–Γ). Το –Γ δεν ισοδυναμεί με την άγνοια· αποτελεί μια κατάσταση αποφυγής της επίγνωσης της άγνοιας. Στο –Γ, αντί ο πόνος και η ματαίωση της μη-γνώσης να γίνονται ανεκτά και να μετασχηματίζονται σε εφαλτήρια προς την ψυχική ανάπτυξη, αποφεύγονται. Όταν αποφεύγουμε τη ματαίωση αποφεύγουμε και τη γνώση του αντικειμένου. Συνεπώς το x –Γ y δηλώνει έναν ενεργητικό (αν και ασυνείδητο) τρόπο απόπειρας μη-γνώσης του y. Ο Μπίον μας προσφέρει την ιδέα ότι το –Γ μπορεί να εκδηλωθεί με ακραίους τρόπους, όπως βρήκε ότι συμβαίνει με τους ψυχωσικούς ασθενείς, αλλά και με λιγότερο προφανείς, σαν κάτι το οποίο όλοι μπορούμε να κάνουμε.

Με όρους της προγενέστερης θεωρίας των ομάδων, μπορούμε να δούμε ότι η μεν ομάδα εργασίας προσανατολίζεται προς το Γ, η δε ομάδα βασικής υπόθεσης εκφράζει το –Γ. Το –Γ μπορεί να πάρει πολλές μορφές, από την απλή απόρριψη της νέας εμπειρίας μέχρι τον ισχυρισμό ότι οι υφιστάμενες κατηγορίες επαρκούν, την υποκατάσταση μιας διαδικασίας εξεύρεσης του πώς έχουν τα πράγματα με ισχυρισμούς περί καλού και κακού ή τη μεταπήδηση στη δράση χωρίς αναστοχασμό. Μορφές όπως οι παραπάνω αποτελούν μέσα έτσι ώστε να αποφευχθεί η αναγνώριση της ανάγκης για νέα σκέψη και του οφέλους που προκύπτει όταν μαθαίνουμε από την εμπειρία.

Ένα από τα πιο αποτελεσματικά εμπόδια στη γνώση είναι η ιδέα ότι γνωρίζουμε ήδη. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί τον νου του ώστε να αποκτά όλο και περισσότερες γνώσεις και ταυτόχρονα να αποφεύγει κάθε σημαντική αλλαγή. Αυτό είναι κάτι σύνηθες στην ακαδημαϊκή κοινότητα, όμως είναι παρόν και στην πολιτική σφαίρα με τη μορφή του απατεωνίσκου που έχει διαβάσει μερικά βιβλία. Η ιδέα ότι γνωρίζουμε ήδη, ότι οι υφιστάμενες κατηγορίες και τα διαθέσιμα σχήματα επαρκούν για να νοηματοδοτηθεί η εμπειρία μπορεί να αποτελεί έναν από τους αποτελεσματικότερους τρόπους για να αποφεύγουμε τη μετασχηματιστική σχέση της διαδικασίας της γνώσης.

Η ηθική ως υποκατάστατο του Γ

Όταν γίνεται απόπειρα να κατανοηθεί ένα ζήτημα, μπορεί κανείς να βραχυκυκλώσει τη διαδικασία και να μετατοπίσει τη συζήτηση στο αν πρόκειται για κάτι που είναι καλό ή κακό: η ηθική υποκαθιστά το Γ.

Έχουμε παρατηρήσει ότι μια τέτοια κίνηση –όπου η ηθική στάση παρεμβάλλεται στην κατανόηση– συμβαίνει αρκετά συχνά στις πολιτικές συζητήσεις και διενέξεις. Για να πάρουμε δυο τρέχοντα παραδείγματα: ο χαρακτήρας (λευκή μεσαία τάξη) της Extinction Rebellion και οι τακτικές πολιτικής ανυπακοής που υιοθετεί δεν εκλαμβάνονται ως στοιχεία του κινήματος, ως όρια προς εξερεύνηση, αλλά ως αιτία απόρριψής του.202  To δεύτερο παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δεξιές απόψεις πολύ κόσμου που συμμετέχει στο κίνημα των κίτρινων γιλέκων χρησιμοποιούνται για να μην αναγνωριστεί ο προλεταριακός του χαρακτήρας.203  Πρόκειται για πράγματα με τα οποία οφείλουμε να εμπλακούμε θεωρητικά αν θέλουμε να καταλάβουμε και πρακτικά αν θέλουμε να συμμετέχουμε, όμως η ηθική μπορεί να χρησιμοποιηθεί έτσι ώστε να αποφύγουμε εκ των προτέρων τη δυσκολία που προκύπτει όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε και να εμπλακούμε ουσιαστικά με ένα φαινόμενο. Ο ισχυρισμός ότι κάτι είναι κακό συνήθως ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι το γνωρίζουμε, και ότι εμείς είμαστε κάτι ξέχωρο από τον κακό του χαρακτήρα.204  Έτσι δεν χρειάζεται να κάνουμε τον κόπο να καταλάβουμε την πολυπλοκότητα, τις εντάσεις, τις αντιφάσεις ενός ζητήματος. Φαίνεται σχετικά ξεκάθαρο ότι πολλά από όσα θεωρούνται «πολιτικές της ταυτότητας» ή «πολιτική ορθότητα» συνδέονται με μορφές ηθικολογίας –με την εγκαθίδρυση του καλού και του κακού, με το κακό να ενδημεί εδώ και το κακό εκεί– χωρίς να γίνεται καμία προσπάθεια εμβάθυνσης στις πραγματικές πηγές και τη φύση της κυριαρχίας. Ταυτόχρονα, ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι απορρίπτουν τις πολιτικές της ταυτότητας χωρίς να προσπαθούν να κατανοήσουν τι διακυβεύεται σε κάθε ζήτημα που κατατάσσεται εκεί, μπορεί να εκφράζει μια παντογνωσία – την αξίωση ηθικής ανωτερότητας και έναν ιδιαίτερο τρόπο διχασμού.

Ο Μπίον ανέπτυξε τη σημειογραφία x Γ y και x –Γ y σε ένα ψυχαναλυτικό πλαίσιο όπου το αντικείμενο, το y, το οποίο το [υποκείμενο] x επιχειρεί να γνωρίσει ή να αποφύγει να γνωρίσει είναι ένα άλλο πρόσωπο. Σε πρώτη ματιά η απόπειρα κατανόησης του κοινωνικού κόσμου εμφανίζεται ως ένα πολύ διαφορετικό εγχείρημα και άρα δεν εμπεριέχει τις ίδιες δυσκολίες. Όμως, και στις δυο περιπτώσεις το αντικείμενο δεν είναι κάτι άψυχο που μπορούμε να γνωρίσουμε σαν να ήταν πράγμα, αλλά εμπερικλείει μια συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία, στην οποία το υποκείμενο εμπλέκεται με καθολικό τρόπο. Η κατανόηση του καπιταλισμού έχει να κάνει με την κατανόηση του εαυτού μας, η δε κατανόηση του εαυτού μας έχει ως όρο την κατανόηση του κοινωνικο-πολιτικού κόσμου του οποίου είμαστε μέρος.

Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να αποφύγει κανείς να γνωρίσει τον κόσμο. Με την ιδέα του –Γ, τη χρήση δηλαδή του σκέπτεσθαι ενάντια στο ίδιο το σκέπτεσθαι, ο Μπίον μας δίνει έναν νέο τρόπο να βλέπουμε ό,τι στο παρελθόν γινόταν αντιληπτό μέσω της ιδεολογίας, με την αρνητική έννοια του όρου. Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η καπιταλιστική κοινωνία διαπερνάται από το –Γ, με την έννοια μιας επίθεσης στη διασύνδεση εαυτού και άλλου, με την πλήρη έννοια του όρου. Σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η ουσιαστική κατανόηση του εαυτού μας έχει ως όρο τη σύλληψη της σχέσης μας με όλους και με το καθετί. Όμως ο καπιταλισμός αναγκαστικά παράγει μια έννοια του εαυτού ως ατομικιστικού ατόμου, διαχωρισμένου από τη μήτρα [matrix] από το οποίο αναδύεται.205  Σε σημαντικό βαθμό, το να εκλαμβάνουμε αυτή την αυταπάτη ως δεδομένη (–Γ) είναι λειτουργικό για την επιβίωση εντός αυτών των κοινωνικών σχέσεων, παρόλο που αυτή η επιβίωση είναι υπαρξιακά πτωχευμένη και μακροπρόθεσμα θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση τόσο του είδους μας όσο και των υπόλοιπων ειδών.

Το να μη βλέπουμε αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο, το να μη σκεφτόμαστε την καταστροφή που ξεδιπλώνεται, αποτελεί μια μείζονα μορφή του –Γ, και όπως οι επιθέσεις του ψυχωσικού στη διασύνδεση, αποτελεί άμυνα ενάντια σε μια αφόρητη συναισθηματική αλήθεια. Όμως, η ύπαρξη μιας κατανόησης του καπιταλισμού δεν αποτελεί εγγύηση για την απουσία του –Γ. Στο πεδίο που δρούμε, χωρίς αμφιβολία έχουμε υπάρξει μάρτυρες ομάδων ή ατόμων τα οποία φαίνεται ότι αντιστέκονται ενεργητικά στο να γνωρίσουν πράγματα τα οποία απειλούν την ταυτότητά τους και ό,τι πιστεύουν ότι γνωρίζουν. Η πρόκληση φυσικά συνίσταται στο να αναγνωρίζουμε τέτοιες καταστάσεις στους εαυτούς μας.

Στον κόσμο της πολιτικής συναντούμε το –Γ ξανά και ξανά. Ταυτόχρονα οι αγώνες συνεχίζουν να μας δείχνουν πόσο μπορούν να μας εκπλήξουν. Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι σε μια συνθήκη αγώνα και νέας εμπειρίας συχνά οι πολιτικοποιημένοι με την ακαμψία των υφιστάμενων προσδοκιών τους –των κορεσμένων τους προ-συλλήψεων206 – είναι εκείνοι που αποδεικνύονται λιγότερο ικανοί να μάθουν από τη νέα εμπειρία, και όχι ο καινούργιος κόσμος που συμμετέχει στο κίνημα. Ταυτόχρονα, καθώς ένας αγώνας φθίνει, χάνεται και η δυνατότητα για γοργή μάθηση που επέδειξε πολύς κόσμος ο οποίος συμμετείχε κατά τη διάρκειά του. Φαίνεται να επιστρέφουν στους παλιούς τρόπους σκέπτεσθαι (τρόπους που ταιριάζουν περισσότερο σε μια επιστροφή στην κανονικότητα), και είναι οι  πολιτικοποιημένοι εκείνοι που θα προσπαθήσουν να αφομοιώσουν την εμπειρία – κάτι που μπορεί να κάνουν καλά ή και όχι.

Οι πιο σημαντικές περίοδοι αγώνων είναι φυσικά οι επαναστάσεις και τα επαναστατικά κύματα. Η σπουδαιότητα που αποδίδουμε στη γερμανο-ολλανδική συμβουλιακή κομμουνιστική αριστερά και στην ιταλική «μπορντιγκιστική» αριστερά, και στην επιρροή που άσκησαν πάνω στην υπεραριστερά στη Γαλλία και την Ιταλία τη δεκαετία του 1970, έχει να κάνει με το ότι εκπροσωπούν μερικές από τις οξυδερκέστερες απόπειρες αφομοίωσης των εμπειριών από τα επαναστατικά κύματα στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και στο τέλος της δεκαετίας του 1960 αντιστοίχως.

Η πρόκληση σήμερα είναι να σχετιζόμαστε με τέτοιες ιδέες με έναν ανοιχτό και αδογμάτιστο τρόπο, να μη μετατρέπουμε τον τρόπο κατανόησης της εμπειρίας σε ένα υπερβολικά περιοριστικό πλαίσιο.

Περιέκτης και περιεχόμενο

Η σχέση περιέκτη [♀] και περιεχομένου [♂] είναι για τον Μπίον ένα ευέλικτο μοντέλο ή μεταφορά που περιγράφει το πώς συμβαίνει το σκέπτεσθαι, τόσο εντός των ατόμων όσο και ανάμεσά τους – στις ομάδες. Άλλες θεωρίες της γνώσης τείνουν να διατυπώνουν την υπόθεση ότι οι σκέψεις αποτελούν προϊόντα μιας προηγούμενης διαδικασίας σκέπτεσθαι. Ο Μπίον υποστηρίζει ότι σε αντίθεση με το να συλλαμβάνουμε τις σκέψεις ως προϊόν ενός προγενέστερου μηχανισμού του σκέπτεσθαι, ο μηχανισμός του σκέπτεσθαι είναι κάτι που αναπτύσσεται ώστε να αντιμετωπίζονται οι σκέψεις. Ο περιέκτης αυτός οικοδομείται σταδιακά, εν πολλοίς από προηγούμενες σκέψεις και σε σχέση με το σκέπτεσθαι άλλων ατόμων, οι οποίοι αρχικά επιτελούν τη διεργασία της περίεξης για εμάς.207

Το μοντέλο περιέκτη/περιεχομένου για το σκέπτεσθαι προέκυψε από την ενασχόληση του Μπίον με τα φαινόμενα που αφορούν την «προβολική ταύτιση», όπως αυτή θεωρητικοποιήθηκε από την Κλάιν. Αντλώντας από την εργασία του με ασθενείς με βαριές διαταραχές, ο Μπίον αισθάνθηκε ότι επικοινωνούσαν μαζί του μέσω της προβολικής ταύτισης. Το άλμα του Μπίον συνίστατο στο ότι είδε πως η προβολική ταύτιση έχει κάποιες φορές μια υγιή λειτουργία. Δεν είναι απαραίτητα ένας τρόπος να ξεφορτωθούμε ή να εξοβελίσουμε ένα κακό αίσθημα προβάλλοντάς το σε ένα άλλο άτομο· θα μπορούσε να είναι μια μορφή πρωταρχικής ή εμβρυικής επικοινωνίας. Όταν το βρέφος βιώνει κακά αισθήματα (την οδύνη της πείνας ή και κάτι χειρότερο: μια ακαθόριστη αίσθηση ότι πεθαίνει), δρα κατά τρόπον ώστε να κάνει το άτομο που το φροντίζει να νιώσει συναισθήματα σαν κι αυτά που θέλει να ξεφορτωθεί το ίδιο.208  Αν όλα πάνε καλά, η μητέρα θα λάβει υπόψη της το συναίσθημα, θα εντοπίσει τι πάει στραβά και θα απαντήσει όχι απλώς υλικά, ας πούμε με το γάλα της, αλλά και κατευναστικά. Στο ψυχικό επίπεδο της αμοιβαίας αναγνώρισης που μητέρα και νήπιο μοιράζονται, η μητέρα έχει παρατηρήσει, επεξεργαστεί και δώσει νόημα στο συναίσθημα του βρέφους, και έτσι το μεταμορφώνει209  από κάτι που το βρέφος αδυνατεί να αντιμετωπίσει σε κάτι που έχει όνομα και μπορεί να γίνει αντικείμενο διαχείρισης. Το βρέφος έρχεται αντιμέτωπο με τους φόβους του –ένα μέρος του εαυτού του– στη φαντασίωση, καθώς τους προβάλλει μέσα στον περιέκτη του μητρικού στήθους, και έπειτα ξανά στη φαντασίωση, καθώς αισθάνεται ότι τους έχει ενδοβάλει εκ νέου σε μια τροποποιημένη, περισσότερο ανεκτή μορφή. Η μητέρα μπορεί να ιδωθεί ως ένας περιέκτης –που αναπαρίσταται ως ♀– μέσα στον οποίον τοποθετείται ένα άλλο αντικείμενο (τα συναισθήματα)– που αναπαρίσταται ως ♂.210  Συνεπώς, η μητέρα με μια πολύ πραγματική έννοια σκέφτεται για το βρέφος. Για τον Μπίον η ανάπτυξη λαμβάνει χώρα όταν η δραστηριότητα ♂♀ που συμβαίνει ανάμεσα στο βρέφος και τη μητέρα σταδιακά αναπτύσσει την ικανότητα του βρέφους να ανέχεται τη ματαίωση, επιτρέποντάς του να «ενδοβάλει» τον δικό του μηχανισμό ♂♀. Το βρέφος σταδιακά αναπτύσσει την ικανότητα να περιέχει περισσότερα συναισθήματα και σκέψεις, δηλαδή, το σκέπτεσθαι των σκέψεών του αρχίζει και εξαρτάται λιγότερο από άλλους για να το φέρουν εκείνοι εις πέρας αντ’ αυτού.211  Επομένως αυτός ο μηχανισμός για το σκέπτεσθαι είναι ταυτοχρόνως μια περίεξη της συναισθηματικής εμπειρίας και μια μετάλλαξή της σε γνωστική δραστηριότητα. Για τον Μπίον το σκέπτεσθαι είναι επομένως ένας εσωτερικός μηχανισμός (♀) για την αντιμετώπιση των φορτισμένων με συναίσθημα σκέψεων (♂), τον οποίο αναπτύσσουμε σταδιακά, αποκτώντας έτσι την ικανότητα να περιέχουμε περισσότερη εμπειρία και σκέψεις ανώτερων επιπέδων αφαίρεσης, ενώ στην αρχή βασιζόμαστε σε έναν άλλο μηχανισμό (♀) περίεξης.

Παρόλο που κάθε πρόσωπο έχει, υπό μία έννοια, έναν δικό του μηχανισμό σκέπτεσθαι, ο τρόπος σκέπτεσθαι κάθε ατόμου σε μεγάλο βαθμό αφομοιώνεται, υιοθετείται και ιδιοποιείται από τη συσχέτισή του με τους άλλους. Πρέπει να διατηρούμε σχέσεις με τους μηχανισμούς των άλλων –αρχικά χρειαζόμαστε τον μητρικό μηχανισμό, έπειτα τους μηχανισμούς μιας ευρύτερης ομάδας– έτσι ώστε να μεγαλώσουμε και να αναπτυχθούμε. Αυτή η ομάδα δεν χρειάζεται να είναι μια πραγματική ομάδα, μπορεί να συμπεριλαμβάνει τη σκέψη άλλων, ζώντων και νεκρών, στην οποία αποκτούμε πρόσβαση με οποιονδήποτε τρόπο. Αν και αναπτύσσουμε την ικανότητα να περιέχουμε τους εαυτούς μας και το σκέπτεσθαί μας, αυτό είναι μόνο σχετικό. Σε τελική ανάλυση, βασιζόμαστε συνεχώς στους άλλους για την περίεξη του εαυτού μας και των σκέψεών μας. Αυτός ο άλλος διευρύνεται από τη μητέρα προς ευρύτερους κύκλους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε, κάτι που περιλαμβάνει τα κείμενα που διαβάζουμε, τις συζητήσεις που κάνουμε, και ούτω καθεξής.

Σε ένα κάποιο επίπεδο, η κομμουνιστική ομάδα, με όποιον τρόπο κι αν υπάρχει, είτε ως πραγματική ομάδα είτε ως θεωρία που υιοθετούμε από διαβάσματα ή τη συναναστροφή μας με άλλους, αποτελεί ένα παράδειγμα του ♀ – είναι ένας περιέκτης ή μηχανισμός για το σκέπτεσθαί μας. Η ικανότητα «να σκεφτόμαστε μόνοι μας» σημαίνει ότι έχουμε ενσωματώσει έναν τέτοιο μηχανισμό, όμως ακόμη και τότε εμπλεκόμαστε συνεχώς με «ομάδες του νου». Το σκέπτεσθαί μας απαντά και προσμένει πάντα τα λεγόμενα των άλλων. Το σκέπτεσθαι συμβαίνει μέσω της διασύνδεσης ή της αλληλοδιείσδυσης του ενός στοιχείου στο άλλο. Έτσι παράγεται κάτι τρίτο, και αυτές οι συνδέσεις έχουν μια συναισθηματική πλευρά.

Ο Μπίον υποστήριζε ότι οι πιο αφηρημένες και περίπλοκες μορφές σκέπτεσθαι και θεωρείν που έχουν να κάνουν με «έννοιες», και τις οποίες μπορούμε να έχουμε ως ενήλικες, αναπτύσσονται βασιζόμενες σε λειτουργίες διασύνδεσης που συντελούνται από το βρέφος με πιο πρωταρχικά είδη σκέψεων, τα οποία ονομάζει «προ-συλλήψεις» και «συλλήψεις». Σε ένα οικείο και βασικό παράδειγμα, η έμφυτη τάση του βρέφους να αναζητά τον μαστό θεωρείται «προ-σύλληψη», μια κατάσταση προσδοκίας212 , η οποία έρχεται και συνταιριάζει με την αντίληψη της πραγμάτωσής της (παρουσία του μαστού), σχηματίζοντας έτσι τη «σύλληψη» του μαστού. Μόλις εγκαθιδρυθεί, αυτή η σύλληψη μπορεί να δράσει ως μια πιο αναπτυγμένη προ-σύλληψη για περαιτέρω συνειδητοποιήσεις και πραγματώσεις αυξανόμενης πολυπλοκότητας. Σε άλλη περίπτωση, η προ-σύλληψη μπορεί να συναντηθεί όχι με μια πραγμάτωση αλλά με τη ματαίωση της προσδοκίας –τη μη-πραγμάτωσή της– και, αν το νήπιο είναι ικανό να ανεχτεί αυτή τη ματαίωση, η αντίληψη του μη-μαστού μπορεί να μεταμορφωθεί σε σκέψη του μαστού. Έτσι από μια διαδικασία που ξεκίνησε με κάποιες απλές προ-συλλήψεις γύρω από την τροφή, την αναπνοή και την απέκκριση, η συνάντηση μιας προ-σύλληψης με την πραγμάτωσή της (ή αρνητικά, η αποτυχία μιας προ-σύλληψης να συναντηθεί με μια πραγμάτωση) παράγει συλλήψεις που αποτελούν έπειτα προ-συλλήψεις για περαιτέρω πραγματώσεις και συλλήψεις, με έναν ιεραρχικό τρόπο που γίνεται ολοένα αφηρημένος και παράγει, τελικά, το πιο σύνθετο σκέπτεσθαι, ή ακόμη και πολύπλοκες επιστημονικές υποθέσεις και θεωρίες.

Αυτό είναι που κάνουμε όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε νέες εξελίξεις και αγώνες. Είναι το νέο γεγονός πραγμάτωση μιας υπάρχουσας προ-σύλληψης, και άρα κάτι που δεν μας προκαλεί να αναπτύξουμε τη θεωρία, ή κάτι διαφορετικό, μια μη-πραγμάτωση των υφιστάμενων ιδεών, και άρα κάτι που απαιτεί από εμάς να ανεχτούμε τη ματαίωση του μη-γνωρίζειν με την ελπίδα ότι μια νέα σκέψη θα προκύψει;

Το σκέπτεσθαι, ακόμη και στις πιο περίπλοκες, ορθολογικές, αφηρημένες του μορφές –τις θεωρίες– ριζώνει στην εμπειρία, η οποία καταρχάς δεν είναι γνωστική αλλά συναισθηματική. Σε κάθε βήμα, οι λειτουργίες της ικανοποίησης και της ματαίωσης παίζουν τον ρόλο τους στην προώθηση της ανάπτυξης του μηχανισμού του σκέπτεσθαι. Η ανοχή της ματαίωσης, η οποία στο ενήλικο επίπεδο συνεπάγεται την ανοχή της αμφιβολίας –την ανοχή του να μη γνωρίζουμε– είναι ο συναισθηματικός συνδετικός ιστός που μέσα του λαμβάνει χώρα η ψυχική ανάπτυξη. Αυτή δε η ψυχική ανάπτυξη συνεχίζει να φέρει μέσα της τη συναισθηματική χροιά της αρχικής διαδικασίας.

Από αυτή τη σκοπιά, η κομμουνιστική θεωρία μπορεί να συλληφθεί ως ένας μηχανισμός του σκέπτεσθαι που έχει αναπτυχθεί μέσω μιας διαρκούς σχέσης ανάμεσα στην εμπειρία του καπιταλισμού και τις προηγούμενες απόπειρες σκέψης και νοηματοδότησής του. Ο Μαρξ αποτελεί κεντρική φιγούρα εδώ, καθώς πήρε κάποιες από τις πιο σύνθετες θεωρίες που αναπτύχθηκαν εντός καπιταλιστικού πλαισίου –την πολιτική οικονομία και τον χεγκελιανό ιδεαλισμό– και, συνδέοντάς τες με το νόημα της προλεταριακής ταξικής πάλης, τις μεταμόρφωσε σε θεωρητικό περιέκτη του σκέπτεσθαι για το πραγματικό κίνημα προς τον κομμουνισμό. Ήταν μια συνεισφορά έξω από τα συνηθισμένα, κομβικό όμως στοιχείο αυτής της θεωρίας είναι το ότι μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε προκειμένου να μάθουμε από τη νέα εμπειρία και να σκεφτούμε πάνω σε αυτή, το ότι μας παρέχει τη δυνατότητα να εκπλησσόμαστε από την ταξική πάλη.

Η απόκτηση γνώσης για την ιστορία, τις θεωρίες, την κριτική κ.λπ., μπορεί να αποτελεί μέρος αυτής της Γ διαδικασίας, όμως μπορεί επίσης η απόκτηση θεωρητικών πλαισίων και γεγονότων να έχει να κάνει με την παραγωγή μιας ψευδαίσθησης γνώσης, η οποία βοηθά στο να αποφεύγει κανείς να μαθαίνει κάτι νέο από την εμπειρία. Η ιδέα ότι «εγώ» ή η «ομάδα μου» γνωρίζει ή έχει τις απαντήσεις υπονομεύει την αβεβαιότητα και τη στάση διερώτησης που αποτελούν τον μόνο τρόπο μέσω του οποίου μπορούν να προκύψουν νέες ιδέες.213  Μπορεί να αποκτούμε γνώση για να αποφύγουμε να μάθουμε από την εμπειρία, αφού οι ιδέες μπορεί να χρησιμοποιούνται για να αποφύγουμε την εμπειρία ή για να εκλογικεύσουμε το γιατί η εμπειρία δεν πρέπει να εισβάλλει στο υφιστάμενο θεωρητικό μας υπόδειγμα.

Συζητώντας τη σχέση ανάμεσα στον Ρικάρντο και τη ρικαρντιανή σχολή, ο Μαρξ είναι σαν να προβλέπει τη διαφορά ανάμεσα στις ανοιχτές (Γ) και στις δογματικές (-Γ) μορφές σκέπτεσθαι τις οποίες και ο ίδιος θα ενέπνεε:

Στον δάσκαλο το καινούργιο και σημαντικό αναπτύσσεται μέσα στην «κοπριά» των αντιφάσεων και αναπηδάει βίαια από τα αντιφάσκοντα φαινόμενα. Οι ίδιες οι αντιφάσεις που βρίσκονται στη βάση αποτελούν μαρτυρία για τον πλούτο της ζωντανής βάσης, από την οποία ξετυλίγεται η θεωρία. Διαφορετικά έχουν τα πράγματα με τον μαθητή. Η πρώτη του ύλη δεν είναι πια η πραγματικότητα, αλλά η καινούργια θεωρητική μορφή, στην οποία την έχει ανυψώσει ο δάσκαλος. Εν μέρει η θεωρητική αντίρρηση των αντιπάλων της καινούργιας θεωρίας, εν μέρει η συχνά παράδοξη σχέση αυτής της θεωρίας με την πραγματικότητα τον ωθούν στην προσπάθεια να αντικρούσει τους πρώτους και να ξεφορτωθεί την τελευταία. Στην προσπάθεια αυτή μπερδεύει ο ίδιος τις αντιφάσεις και με την προσπάθειά του να τις λύσει εκφράζει την αρχόμενη διάλυση της θεωρίας, που την υπερασπίζεται δογματικά.214

Η απόρριψη του δόγματος για χάρη της δεκτικότητας ως προς το ζωντανό θεμέλιο από το οποίο προέκυψε η θεωρία συνδέεται με ό,τι αποκομίσαμε τόσο από την ιδέα του Ανοιχτού Μαρξισμού όσο και από τη θεωρία του σκέπτεσθαι του Μπίον. Η «πρώτη ύλη» της πραγματικότητας είναι φυσικά η καπιταλιστική κοινωνία και οι αγώνες που γεννά.

Ο «Μαρξισμός» με την έννοια της θεωρητικής προσέγγισης που ανέπτυξε ο Μαρξ με τον Ένγκελς κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1840 είναι αδιανόητος χωρίς τους αγώνες του προλεταριάτου εκείνης της εποχής. Είναι πασίγνωστο ότι ο Μαρξ άλλαξε τις απόψεις του ως προς το κράτος εξαιτίας της Παρισινής Κομμούνας του 1871. Η επαφή με Ρώσους επαναστάτες τον οδήγησε να μελετήσει διεξοδικά τις κοινωνικές συνθήκες της περιοχής τους για να τις κατανοήσει· έτσι κατέληξε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη γραμμικότητα και τον ντετερμινισμό που χαρακτήριζε τον τρόπο με τον οποίον είχε συλλάβει μέχρι τότε την καπιταλιστική ανάπτυξη.215  Οι μαζικές απεργίες του προλεταριάτου και η δημιουργία των σοβιέτ στις αρχές του 20ου αιώνα παρήγαγαν τη βάση για εκείνα τα ρεύματα που θεωρητικοποίησαν αυτές τις εξελίξεις και προσπάθησαν να δράσουν μέσα τους, σχηματίζοντας τον πυρήνα που εναντιώθηκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το επαναστατικό κύμα που έβαλε τέλος στον πόλεμο παρήγαγε τη διαπλοκή επανάστασης και αντεπανάστασης στη Ρωσία και την προσπάθεια κατανόησης τόσο εκείνης όσο και της δικής τους εμπειρίας από τη γερμανο-ολλανδική και την ιταλική Αριστερά. Το επαναστατικό κύμα του ’68, με τους αγώνες του ενάντια και πέρα από την εργασία, με την αμφισβήτηση των ταυτοτήτων κάθε μορφής, παρήγαγε την ιδέα της επανάστασης ως κομμουνιστικοποίησης.

Μέρος της δυσκολίας σε αυτό είναι ότι το να μαθαίνει κανείς από την εμπειρία –το να είναι σε μια κατάσταση διαδικασίας γνώσης– εμπερικλείει την αναγκαιότητα αλλαγής του μηχανισμού μέσω του οποίου κατανοεί τον κόσμο –δηλαδή, την αναγκαιότητα αλλαγής του εαυτού του– και αυτό μπορεί να ιδωθεί ως μια απειλή καταστροφικής αλλαγής. Για να κατανοήσει αυτό το ζήτημα ο Μπίον επέστρεψε στην κεντρική Κλαϊνική έννοια των δύο θέσεων. Όπως έχουμε δει, για την Κλάιν η καταθλιπτική θέση εμπερικλείει μια κίνηση απαρτίωσης (integration) από τη μη-απαρτιωμένη κατάσταση της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης. Ο Μπίον υποστήριξε ότι η ταλάντωση ανάμεσα σε μια υγιή εκδοχή της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης και της καταθλιπτικής θέσης αποτελεί ουσιώδη όρο για να σκεφτούμε νέες σκέψεις. Αυτή την ταλάντωση την συμβόλισε με την έκφραση: «Πσ↔Κ».

Πσ↔Κ

Ο Μπίον υποστηρίζει ότι «η ικανότητα να μαθαίνουμε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας εξαρτάται» από την «ικανότητα να ανεχόμαστε την παρανοειδή-σχιζοειδή θέση, την καταθλιπτική θέση καθώς και τη δυναμική και διαρκή διάδραση ανάμεσα στις δύο»,216  μια διάδραση που αναπαρέστησε ως Πσ↔Κ.

Όπως έχουμε δει, για τον Μπίον η ανάπτυξη στο Γ –η μάθηση από την εμπειρία– δεν είναι ζήτημα καθαρά γνωστικό ή διανοητικό, αλλά εξαρτάται από μια συναισθηματική ατμόσφαιρα που αποτελείται από την ανεκτικότητα στη ματαίωση και την αβεβαιότητα. Ενώ η συσσώρευση νέων γνώσεων εντός ενός υφιστάμενου πλαισίου είναι κάτι το σχετικά εύκολο, η περαιτέρω εξέλιξη ή ανάπτυξη, η ανοιχτότητα σε νέες ιδέες έτσι ώστε οι νέες εμπειρίες, που μπορεί να μην ταιριάζουν με τις υφιστάμενες προ-συλλήψεις, να αποκτήσουν νόημα, απαιτεί να μπορεί κανείς να θέσει υπό αμφισβήτηση το πλαίσιό του, δηλαδή ό,τι πιστεύει ότι γνωρίζει.217  Αυτή η αμφισβήτηση του πλαισίου αποτελεί μια καταστροφή ή αποδόμηση των υφιστάμενων σκέψεων και θεωριών από τις οποίες ο μηχανισμός του σκέπτεσθαι (♀) έχει συγκροτηθεί. Η ανάπτυξη στο ♂ απαιτεί ανάπτυξη στο ♀ – μια διαφοροποίηση του περιέκτη. Αυτή η διαδοχή των ανασυνδυασμών μπορεί να αναπαρασταθεί ως ♂n♀n. Η ανάπτυξη στον μηχανισμό (♀n) είτε του ατόμου είτε της ομάδας έχει ως προϋπόθεση ότι υπάρχει η δυνατότητα να απωλεσθεί κάποια αυστηρότητα ή ακόμη και κάποια απαρτίωση. Λαμβάνει χώρα μια διαδικασία διάλυσης της απαρτίωσης –της θέσης Κ– που επιτεύχθηκε προηγουμένως. Πρόκειται δηλαδή για μια περιορισμένη επιστροφή στη λιγότερο σταθερή και περισσότερο κατακερματισμένη παρανοειδή-σχιζοειδή θέση (Πσ) με την ελπίδα ότι μια κατοπινή αναδιάρθρωση θα δώσει τη δυνατότητα να ανακτηθεί η καταθλιπτική θέση σε ανώτερο επίπεδο.218

Η Πσ↔Κ αποτελεί συνεπώς μια διαδικασία απαρτίωσης, αποδιάρθρωσης και εκ νέου απαρτίωσης. Είναι μια διαδικασία χωρίς οριστικό τέλος. Υπάρχει πάντα μια αδιάκοπη διαδικασία κατανόησης ή νοηματοδότησης της εμπειρίας, ανοιχτότητας σε νέες ανακαλύψεις, τροποποίησης όσων γνωρίζουμε μέσω της εμπλοκής με ό,τι ο Μαρξ ονόμασε πρώτη ύλη της πραγματικότητας. Ακολουθώντας τον Roland Britton θα μπορούσαμε να αναπαραστήσουμε την παραπάνω διαδικασία ως εξής:219

Πσ(1) → Κ(1) → Πσ(2) →Κ(2) → Πσ(3) →Κ(3)

ή

Πσ(n) → Κ(n) → …Πσ(n+1) →Κ(n+1)…

Τα βέλη υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια διαδικασία επί τα πρόσω ανάπτυξης, και η Πσ(n+1) είναι μια κανονική, ελεγχόμενη ή υγιής μορφή παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης η οποία έρχεται μετά την επίτευξη της καταθλιπτικής θέσης. Η Πσ(n+1) αναπαριστά την κατάσταση όπου γίνεται η πρόσληψη νέου υλικού –νέας εμπειρίας, νέων ιδεών– το οποίο δεν ταιριάζει στην κατάσταση απαρτίωσης που έχει ήδη επιτευχθεί, με την ελπίδα ότι μια ανώτερη κατάσταση απαρτίωσης Κ(n+1) είναι εφικτή. Όμως δεν υπάρχουν εγγυήσεις. Όταν μπαίνει κανείς σε μια κατάσταση Πσ(n+1), η Κ(n+1) στην οποία αποσκοπεί δεν είναι παρούσα· υπάρχει μόνο ελπίδα και όχι βεβαιότητα ότι θα φτάσει κανείς σε μια κατάσταση συνοχής και νοήματος. Στην Πσ(n+1) επιπλέον εγκαταλείπεται η κατακτημένη θέση (Κ), μια κατάσταση που διακρίνεται από κάποια ηθική και γνωστική αυτοπεποίθηση, για μια λιγότερο σταθερή και περισσότερο κατακερματισμένη κατάσταση που διακρίνεται από απουσία συνοχής και αβεβαιότητα. Υπάρχει κάτι το βασανιστικό σε αυτό. Συνεπάγεται την αποδοχή της συναισθηματικής δυσφορίας και της ναρκισσιστικής απώλειας. Το άτομο ή η ομάδα βρίσκεται υπό την απειλή της ενδεχόμενης καταστροφής. Έτσι η απάντηση στην Πσ(n+1) όπου πρέπει να γίνει η επεξεργασία του νέου υλικού, μπορεί να μην είναι το προχώρημα σε μια ανώτερη θέση Κ, αλλά η υπαναχώρηση ή παλινδρόμηση σε προγενέστερες μορφές Κ που πλέον είναι ανεπαρκείς.220

Τότε αντί για μια κίνηση προς τα εμπρός (→) συμβαίνει μια κίνηση προς τα πίσω (←), μια παλινδρόμηση σε μια προγενέστερη και τώρα πια ανεπαρκή κατάσταση Κ.221  Η ελεγχόμενη Πσ χάνεται και λαμβάνει χώρα μια παλινδρόμηση προς παθολογικές καταστάσεις Πσ και Κ τις οποίες ο Britton αναπαριστά ως Πσ(παθ) και Κ(παθ):222                                                  

                                 Ανάπτυξη→

                                     Πσ(n) → Κ(n) → Πσ(n+1) →...Κ(n+1)

                     Παλινδρόμηση      ↓               ↓

Πσ(παθ2) ← Κ(παθ2) ← Πσ(παθ) ←Κ(παθ)

        Ανάρρωση                         ↓                ↓

                                                 Πσ(n) → Κ(n) → Πσ(n+1) →...Κ(n+1)

Όταν ένα άτομο ή μια ομάδα συναντήσει ιδέες ή μια εμπειρία που θέτουν σε αμφισβήτηση το πλαίσιό τους, πρέπει να ανεχτεί τη διάλυση και την επαπειλούμενη απώλεια του νοήματος με την ελπίδα ότι θα αναδυθεί μια κατάσταση Κ(n+1). Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η Ομάδα της Πράξης. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου, η ομάδα είχε αναπτύξει από κοινού ένα πλαίσιο μέσα από κοινά διαβάσματα και τη συμμετοχή σε αγώνες και κινήματα. Η μάχη γύρω από τις νέες ιδέες είχε ως αποτέλεσμα να προκύψει μια διαίρεση στην ομάδα, ανάμεσα σε αυτούς που εκπροσωπούσαν το Κατεστημένο και σε εκείνους που έτειναν να εμπλακούν με τις νέες ιδέες και εν μέρει να τις αποδεχτούν. Αυτή η διαδικασία, της διαμάχης συμπεριλαμβανομένης, ήταν δυνητικά τμήμα μιας ανάπτυξης προς τα εμπρός. Όμως κάποια στιγμή η οδύνη και η δυσφορία που προκαλούνταν από την απώλεια μιας συνεκτικής λειτουργίας έγιναν υπερβολικά έντονες. Η κατάσταση Πσ(n+1) μετατράπηκε σε Πσ(παθ) και η δράση πήρε τη θέση της σκέψης, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα μέσω της απομάκρυνσης των διαλυτικών στοιχείων. Η κατάσταση Κ στην οποία επέστρεψε η ομάδα μπορεί να ιδωθεί ως Κ(παθ) επειδή δεν ήταν μια νέα επίτευξη η οποία θα εμπεριείχε την απώλεια της προγενέστερης, αλλά μια υποχώρηση σε προηγούμενη θέση, η οποία τώρα λειτουργούσε ως αμυντικός μηχανισμός εξοβελισμού και όχι ενσωμάτωσης των νέων στοιχείων που έγιναν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Πσ(n+1). Η ματαίωση αποφεύχθηκε αντί να γίνει ανεκτή.223

Η εμμονή σε μια κατάσταση απαρτίωσης και νοήματος η οποία παρόλο που εμφανίζει συνοχή δεν είναι πλέον επαρκής αποτελεί χαρακτηριστικό των περισσότερων πολιτικών ομάδων. Το μεγαλύτερο μέρος από ό,τι παρουσιάζεται ως επαναστατική ή κομμουνιστική θεωρία κρατιέται εν ζωή παρόλο που «έχει φάει τα ψωμιά του».

Πολιτικό Πσ

Στο μοντέλο που περιγράφουμε, η έννοια μιας ελεγχόμενης θέσης Πσ που κινείται προς την επίτευξη μιας νέας θέσης Κ συνεπάγεται μια στάση αναμονής. Ο Μπίον υιοθετεί την ιδέα του Keats περί «αρνητικής ικανότητας» για να περιγράψει αυτή την αναγκαία στάση.224  Σημαίνει ότι παραμένει κανείς ανοικτός σε νέες εμπειρίες και νέες ιδέες, αποδέχεται ότι δεν γνωρίζει και ότι οι αντίθετες απόψεις ενδέχεται να είναι σωστές. Η θέση Πσ(n+1) εμπερικλείει την αποχή από τη λήψη απόφασης μέχρι να είναι κανείς έτοιμος, ίσως μέσω της εμφάνισης ενός «επιλεγμένου γεγονότος»,225  το οποίο ενοποιεί και παράγει τάξη μέσα από το χάος, φτιάχνοντας μια νέα ολότητα.

Μια διαφορά ανάμεσα στη θέση Πσ(n+1) που ακολουθεί την καταθλιπτική θέση και την πρωταρχική νηπιακή Πσ ή την εκ παλινδρόμησης Πσ(παθ) είναι ότι δεν επιτελείται διχασμός, στο μέτρο του εφικτού. Αυτό είναι ταιριαστό για τον αναλυτή ο οποίος, ήρεμος και αμερόληπτος, οδηγείται από την ενόρμησή του να κατανοήσει τον ασθενή χωρίς να τον κρίνει ή να τον αλλάξει. Ο Hoggett, εμπνεόμενος από τον Meltzer, ισχυρίζεται ότι υπάρχει ένας διαφορετικός αλλά συνάμα υγιής τρόπος κινητοποίησης των παρανοειδών-σχιζοειδών μηχανισμών (του διχασμού συμπεριλαμβανομένου). Όταν αγωνιζόμαστε, η πραγματικότητα δεν είναι κάτι «δεδομένο» που πρέπει να κατανοήσουμε χωρίς πάθος, αλλά μια διαδικασία γίγνεσθαι με την οποία πρέπει να εμπλακούμε. Η δράση πάνω και μέσα στον κόσμο συντηρείται από το πάθος –«τον θυμό, την οδύνη, την ελπίδα»– που, όπως σημειώνει, «βασίζονται ως έναν βαθμό στον διχασμό».226  Δεν γίνεται να παραμένουμε απλώς σε μια κατάσταση «αμφιβολίας και αβεβαιότητας», η οποία κάποιες φορές συνεπάγεται την κίνηση προς την ωριμότητα της καταθλιπτικής θέσης. Είναι στιγμές που πρέπει να διακινδυνεύσουμε να δράσουμε, και άρα να εγκαταλείψουμε την ανοιχτότητα προς μια νέα καταθλιπτική θέση και να αφοσιωθούμε σε ένα σχέδιο δράσης το οποίο αποκλείει άλλα. Όπως προτείνει ο Donald Meltzer, υπάρχουν στιγμές όπου «η ανυπόμονη επαφή με τα γεγονότα και τον λόγο» που αποκηρύσσει ο Keats πράγματι είναι απαραίτητη διότι:

οι διαδικασίες διχασμού είναι αναγκαίες για τη λήψη αποφάσεων που καθιστούν τη δράση στον έξω κόσμο εφικτή. Κάθε απόφαση εμπερικλείει την κινητοποίηση ενός μοναδικού σχεδίου ανάμεσα σε άλλα εναλλακτικά· ως πείραμα συνεπάγεται το ρίσκο, και μια κάποια αμείλικτη στάση απέναντι στον εαυτό και τους άλλους.227

Υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να σκεφτούμε τις θέσεις Πσ και Κ. Όσοι συμμετέχουν στην πολιτική, ακόμη και στη λεγόμενη ριζοσπαστική (αντι-)πολιτική, έχουν την τάση να επιτελούν έναν διχασμό ανάμεσα σε καλό και κακό, φίλο και εχθρό, μια τάση δηλαδή που προσιδιάζει στην παρανοειδή-σχιζοειδή θέση. Πολλά από όσα δυσάρεστα συμβαίνουν στις ομάδες, η κατανόηση των οποίων εν μέρει αποτελεί κίνητρο αυτού του κειμένου, αντανακλούν αυτή τη ροπή προς την παρανοειδή-σχιζοειδή θέση μέσα σε αυτόν τον χώρο. Αυτή η παρατήρηση θα μπορούσε να ιδωθεί ως κομμάτι της «παθολογικοποίησης του πολιτικού», όμως παρόλο που σίγουρα μπορεί να είναι παθολογική, ο παρανοειδής-σχιζοειδής τρόπος μπορεί επίσης να επιτελεί έναν αναγκαίο και πολύτιμο ρόλο στην ανάπτυξη τόσο των ατόμων όσο και των ομάδων.228

Ο Hoggett παραπέμπει στην ύπαρξη μιας δημιουργικής και πειραματικής χρήσης της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης, μιας χρήσης που μπορεί να λειτουργήσει ως κάτι παραπάνω από ένα απλό στάδιο πριν την επικράτηση της καταθλιπτικής θέσης. Επισημαίνει το γεγονός ότι η απόφαση για δράση συνεπάγεται την άρση της αμφιβολίας και της ανοιχτότητας προς άλλα σχέδια δράσης και άλλες οπτικές γωνίες. Πράγματι, παρόλο που μια δηλωμένη ανάγκη για δράση συχνά χρησιμοποιείται ενάντια στο σκέπτεσθαι, είναι επίσης πιθανό, ενώ χρειάζεται κανείς να δράσει, να βρίσκει απεναντίας «καταφύγιο στη σκέψη». Στη δράση υπάρχει ρίσκο, δυνητικό κόστος για τον εαυτό μας και τους άλλους, και επομένως, όπως σημειώνει ο Metzler, απαιτείται μια κάποια αμείλιχτη στάση απέναντι και στους δύο. Η αβεβαιότητα και η ανοχή της αμφιβολίας ως προς το τι θέση παίρνει κανείς παύουν να είναι λειτουργικές. Σε περιόδους αγώνα αυτός ο τύπος δημιουργικής χρήσης της παρανοειδούς-σχιζοειδούς θέσης, αυτή η βεβαιότητα και η δέσμευση στην οπτική που έχουμε είναι αναγκαίες229 , αν και πρέπει να μετριάζονται από στιγμές αναστοχασμού και ανοιχτότητας, έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα αναθεώρησης του μέχρι τώρα σχεδίου δράσης σε σχέση με τα αποτελέσματά του ή την απουσία τους. Όταν κατακαθίσει ο κουρνιαχτός, το ζήτημα πλέον είναι να είμαστε αμείλικτοι απέναντι στον εαυτό μας σχετικά με το τι θα μπορούσε να μας πει η επιτυχία ή η αποτυχία κάθε πρωτοβουλίας που πήραμε για τη φύση του αγώνα στον οποίον συμμετείχαμε και για τη στάση που κρατήσαμε σε σχέση με αυτόν. Αυτό συνεπάγεται ότι κινούμαστε από μια αναγκαία περίοδο ενεργής θέσης Πσ πίσω σε μια ελεγχόμενη Πσ και Κ.

Μύστης και Κατεστημένο

Μια από τις κομβικές έννοιες που συναντούμε στον Hoggett, και η οποία φαίνεται ότι μπορεί να ρίξει φως στις δύο [παραπάνω] περιπτώσεις, είναι η ιδέα του Κατεστημένου μέσα στην ομάδα. Στην Ομάδα της Πράξης είχαμε περιγράψει μια σύγκρουση ανάμεσα σε μια κατεστημένη ορθοδοξία μέσα στην ομάδα και τις νέες ιδέες. Στη Θεωρητική Ομάδα περιγράψαμε μια ομάδα η οποία λειτουργεί δημιουργικά χωρίς να υπάρχει κάποιο εδραιωμένο Κατεστημένο, όμως αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αστάθεια και οδήγησε σε κρίσεις από τις οποίες προέκυψε τελικά η ανάγκη για τη δημιουργία μιας μορφής Κατεστημένου.

Η χρήση του όρου «Κατεστημένο» προέρχεται από τον Μπίον. Σε ένα βιβλίο που δημοσίευσε το 1970 σημειώνει ότι ο όρος «Κατεστημένο» χρησιμοποιείται για να περιγράψει το «σύνολο των προσώπων εντός του Κράτους» που ασκούν εξουσία και φέρουν ευθύνη. Υιοθετεί:

τον όρο έτσι ώστε να υποδηλώσει, μέσα από την παρασκιά των συνειρμών που προκαλεί αυτός, τα κυρίαρχα και δεσπόζοντα χαρακτηριστικά ενός ατόμου και τα χαρακτηριστικά της άρχουσας φράξιας σε μια ομάδα (για παράδειγμα ενός ψυχαναλυτικού ινστιτούτου, ενός έθνους ή μιας ομάδας εθνών).230

O Μπίον συνδυάζει αυτή την έννοια με μια άλλη, εκείνη του «μύστη», μιας φιγούρας δηλαδή που, όπως λέει, θα μπορούσαμε εναλλακτικά να ορίσουμε ως «ιδιοφυία» (ή και «μεσσία»). Υπάρχει, γράφει ο Μπίον,

ένα συναισθηματικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται στην ιστορία με διάφορες μορφές (…) [το μοτίβο] μιας εκρηκτικής δύναμης που λειτουργεί μέσα σε ένα περιοριστικό πλαίσιο: Για παράδειγμα, ο μύστης σε σύγκρουση με το Κατεστημένο· η νέα ιδέα που εγκλωβίζεται μέσα σε διατυπώσεις που δεν προορίζονταν για να την εκφράσουν· η παρωχημένη μορφή τέχνης που ξεπερνιέται από νέες δυνάμεις που επιζητούν την αναπαράσταση.231

Αυτό το μοτίβο, όπως κι εκείνο του περιέκτη και περιεχομένου (το μοτίβο που συζητούμε αποτελεί παράδειγμά του), είναι κάπως αφηρημένο, και δεν προκαλεί έκπληξη το ότι μπορεί να εντοπιστεί σε περιπτώσεις κάθε είδους. Ο Μπίον παρακινήθηκε να σκεφτεί για το μοτίβο μύστη/Κατεστημένου από την εμπειρία της διαδικασίας θεσμοποίησης της ψυχανάλυσης.232  Μας φαίνεται χρήσιμο να το σκεφτούμε σε σχέση με την κομμουνιστική ομάδα.

Το Κατεστημένο περιγράφει μια συντηρητική δομή μέσα στην ομάδα (ή τον ατομικό νου) που συγκροτείται από τη δύναμη των παλιών ιδεών να λειτουργούν ως περιέκτης. Με τον «Μύστη» ο Μπίον έχει στο μυαλό του τη δημιουργική/καταστροφική δύναμη των νέων ιδεών (και εκείνων που τις εκφράζουν). Οι εν λόγω ιδέες μπορεί να είναι επιστημονικές, καλλιτεχνικές, θρησκευτικές, πολιτικές, ψυχαναλυτικές – οτιδήποτε εκπροσωπεί μια ριζική ρήξη με υφιστάμενες κυρίαρχες ιδέες και παραδείγματα, και ανοίγει έναν νέο τρόπο σκέπτεσθαι σε οποιοδήποτε πεδίο. Για τον Μπίον ο μύστης/ιδιοφυία μπορεί να πάρει τη μορφή ενός συγκεκριμένου ατόμου ή ατόμων, όμως μπορεί να είναι και κάτι λιγότερο προσωπικό – η «έκλαμψη της ιδιοφυίας», η στιγμή της δημιουργικής εναισθησίας που κάθε άτομο «θα έπρεπε να είναι σε θέση να παράξει» κάποια στιγμή.233

Ο Μπίον συμπεριλαμβάνει στην κατηγορία του μύστη/ιδιοφυίας προσωπικότητες όπως ο Γαλιλαίος, ο Νεύτωνας, ο Φρόυντ, ο Σαίξπηρ και ο Μαρξ, αλλά και μύστες κατά κυριολεξία: τον Ιησού, τον Eckhart, τον Isaak Luria. Το κοινό μοτίβο είναι ο τρόπος με τον οποίον οι νέες ιδέες και αυτοί που τις ενστερνίζονται θέτουν σε αμφισβήτηση τις κατεστημένες συμβάσεις της ομάδας από την οποία προέκυψαν. Οι νέες ιδέες εκλαμβάνονται ως διασπαστικές (ή και καταστροφικές) για την ομάδα· μοιάζουν να αποτελούν μια καταστροφική απειλή, όμως από την άλλη είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη της ομάδας. Ο Μπίον θεωρεί πως η προσήκουσα λειτουργία του Κατεστημένου είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο η ιδιοφυία, είτε πρόκειται για ένα ιδιαίτερα προικισμένο άτομο είτε για την «ιδιοφυή έκλαμψη» που καθένας μας μπορεί να έχει κατά καιρούς, θα μπορεί να αναδυθεί.

Όμως αυτή η λειτουργία έρχεται σε ασυμφωνία με τον άλλο στόχο του Κατεστημένου, που είναι «να βρει και να παρέχει ένα υποκατάστατο της ιδιοφυίας».234  Επειδή οι μύστες ή η έκλαμψη του μύστη σπανίζουν, το Κατεστημένο αντισταθμίζει την έλλειψή τους με τη διακήρυξη «κανόνων», «δογμάτων» και (επιστημονικών) «νόμων», επιτρέποντας έτσι την απόκτηση και τη μετάδοση της γνώσης, χωρίς να χρειάζεται η γνώση να δημιουργείται από τα ίδια τα μέλη της ομάδας. Δημιουργώντας και επιβάλλοντας τέτοιους κανόνες, το Κατεστημένο παρέχει στα μέλη της ομάδας «μια αίσθηση συμμετοχής σε μια εμπειρία από την οποία σε άλλη περίπτωση θα αισθάνονταν ότι αποκλείονται». Όμως, όπως επισημαίνει ο Μπίον, το πρόβλημα είναι ότι αυτοί οι κανόνες (ή τα δόγματα) πρέπει ταυτόχρονα να εφοδιάζουν αδιάκοπα την ομάδα με «ιδιοφυία»:

Όμως αυτό δεν γίνεται κατά παραγγελία· και όταν συμβαίνει, το Κατεστημένο θα πρέπει να μπορεί να αντέξει το σοκ. Ελλείψει της ιδιοφυίας, και ισχύει ξεκάθαρα ότι η ιδιοφυία μπορεί να μην αποκτά υλική υπόσταση για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η ομάδα πρέπει να έχει τους κανόνες της και μια δομή τήρησής τους.235

Ο Μπίον υποστηρίζει ότι οι σχέσεις ανάμεσα σε μύστη και ομάδα μπορούν να πάρουν τρεις μορφές: την παρασιτική, την κοινοβιωτική και τη συμβιωτική. Η δύσκολη σχέση ανάμεσα στους τρεις υπαρκτούς μύστες που αναφέρει ο Μπίον και τα αντίστοιχα θρησκευτικά Κατεστημένα φωτίζει καθαρά αυτές τις τρεις μορφές. Στην παρασιτική σχέση, η σχέση είναι καταστροφική: οι δημιουργικές νέες ιδέες είτε συνθλίβονται από την ακαμψία του περιέκτη είτε ο περιέκτης διαρρηγνύεται από την ισχύ των νέων ιδεών (ο Ιησούς σταυρώνεται από το Κατεστημένο). Στην κοινοβιωτική σχέση, οι παλιές και οι νέες ιδέες καταφέρνουν να συνυπάρξουν, χωρίς να επηρεάζεται η ανάπτυξη ούτε των μεν ούτε των δε (το Χριστιανικό Κατεστημένο ανέχεται την ύπαρξη μυστών όπως ο Eckhart, χωρίς όμως η εκκλησία να αλλάζει εξαιτίας τους). Στην τρίτη σχέση –τη συμβιωτική– ο Μπίον γράφει πως «προκύπτει μια αντιπαράθεση και το αποτέλεσμα παράγει μεγέθυνση, ακόμη κι αν αυτή είναι δύσκολο να εντοπιστεί»236  (το Χασιδικό κίνημα σε σχέση με τον Ραββινικό Ιουδαϊσμό). Υποστηρίζει ότι τέτοια σχήματα, εκτός από την ομάδα, ενυπάρχουν και στο ίδιο το άτομο, μπορούν δε να εμφανιστούν και στη συνάντηση ανάμεσα σε διαφορετικά άτομα και ομάδες. Όπως μια ομάδα μπορεί να απορρίψει μια νέα ιδέα και το άτομο που την εξέφρασε σαν κάτι που είναι αδύνατο να τεθεί υπό περίεξη, έτσι και το άτομο μπορεί να απορρίψει μια νέα ιδέα σαν κάτι το ανυπόφορο. Όπως και σε σχέση με την ανάπτυξη του σκέπτεσθαι εν γένει, έτσι και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια διεργασία που μπορεί να είναι ενδοατομική, διατομική, ενδοομαδική ή διομαδική.

Παρότι είναι δελεαστικό, λίγο νόημα θα είχε, σε σχέση με τις κομμουνιστικές ομάδες (ή και τις ομάδες γενικά), να πάρουμε το μέρος του μύστη/της ιδιοφυίας. Η αντίσταση του Κατεστημένου στους μύστες και τις επικίνδυνες ιδέες τους είναι απαραίτητη. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι περισσότερες νέες ιδέες δεν είναι καλύτερες από τις παλιές, ενώ κάποιες είναι και καταστροφικές, όπως προκύπτει από την επίκληση που κάνει ο Μπίον στη φιγούρα του μηδενιστή μύστη. Ακόμη κι αν υπάρχει κάτι σημαντικό στις νέες ιδέες, οι ιδέες πρέπει να δοκιμαστούν. Είναι στη δημιουργική ένταση ανάμεσα σε νέες και παλιές ιδέες, ανάμεσα σε μύστη και Κατεστημένο, από όπου μπορεί να παραχθεί κάτι αξιόλογο· απεναντίας αν η νέα παρόρμηση δεν συναντήσει αντίσταση, μπορεί να διαλυθεί σε μια άμορφη επιδειξιομανία.

Ο όρος «ιδιοφυία» του Μπίον ενδεχομένως να εγείρει σκεπτικισμό στους κομμουνιστικούς κύκλους, καθώς μοιάζει να είναι μια μάλλον μικροαστική έννοια.237  Όμως η έκδηλη ένταση ανάμεσα στην έγνοια του Μπίον για τη μοίρα του ατομικού στοχαστή238  και στη μαρξική ιδέα ότι οι ιδέες παράγονται από την ταξική πάλη ίσως να μην είναι ανυπέρβλητη. Σημαντικό μέρος της θεώρησης του Μπίον είναι ότι τα δημιουργικά άτομα δεν παράγουν τις προκλητικές τους ιδέες μέσα στο νου τους, αλλά απεναντίας δημιουργούν συνδέσεις που παράγουν νόημα από την εμπειρία, προσδίδοντας έκφραση σε νέες ιδέες που έχουν κοινωνική ή υπερατομική προέλευση.

Επιπλέον, η φαινομενικά ατομικιστική έννοια του μύστη ή της ιδιοφυίας στον Μπίον πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο της βαθύτατα μη ατομικιστικής ιδέας του σύμφωνα με την οποία οι αληθείς σκέψεις δεν αποτελούν προϊόν του ατομικού στοχαστή αλλά, απεναντίας, το άτομο κατακτά τη σπουδαιότητά του στον βαθμό που είναι ικανό να τις σκεφτεί. Η ιδιοφυία για τον Μπίον δεν είναι εκείνο το άτομο που επινοεί πράγματα μέσα στον εγκέφαλό του, αλλά αυτός που είναι ανοιχτός σε υπάρχουσες ιδέες που περιμένουν να εκφραστούν.

Όμως οι ρήξεις προς έναν επαναστατικό νέο τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας, η διάνοιξη ενός νέου πεδίου ή μιας προβληματικής, συχνά συνδέονται με ένα άτομο.239  Ο στοχασμός του Μπίον για αυτά τα ζητήματα βρίσκει πατήματα στον Φρόυντ και στο ψυχαναλυτικό Κατεστημένο (ή Κατεστημένα) που δημιουργήθηκε στη βάση του έργου του. Ο Μαρξ φαίνεται ξεκάθαρα να είναι, με τους όρους του Μπίον, ένας άλλος τέτοιος μύστης ή ιδιοφυία, η κληρονομιά του οποίου δημιούργησε ένα νέο Κατεστημένο ή κατεστημένα. Είναι ενδιαφέρον ότι μια από τις λίγες καταγεγραμμένες παρατηρήσεις του Μπίον για τον Μαρξισμό ήταν ότι (τουλάχιστον στη θεωρία) είχε «σχεδόν καταφέρει»240  (μαζί με τον σουφισμό!) να υπάρξει χωρίς Κατεστημένο.

Η ιδέα ότι ο Μαρξισμός μπορεί να υπάρξει χωρίς Κατεστημένο φαίνεται αλλόκοτη. Δε έχουν γίνει αρνητικές συγκρίσεις του Μαρξισμού με τη θρησκεία; Δεν αποκαλείτο ο Κάουτσκυ «πάπας του Μαρξισμού»; Δεν λειτούργησαν τα κόμματα της Β΄, Γ΄ και Δ΄ Διεθνούς μέσα από μια κατεστημένη ορθοδοξία και με τους ίδιους κομφορμιστικούς τρόπους σκέψης και αποκλεισμούς που παρατηρούμε στις αιρέσεις; Δεν λήγουν οι δογματικές διαφωνίες με την αναφορά σε παραθέματα από τις γραφές; Ο Μαρξισμός σίγουρα φαίνεται να έχει το δικό του Κατεστημένο (ή Κατεστημένα), τόσο με την έννοια των θεσμικών εξουσιών όπως κόμματα ή και κράτη, όσο και με τη λιγότερο προφανή έννοια του άκαμπτου τρόπου σκέψης, στον οποίον υποπίπτουν ακόμη κι εκείνοι που βλέπουν τον εαυτό τους ως ανεξάρτητο μαρξιστή.241

Ωστόσο, όπως υποστηρίξαμε στο μέρος ΙΙ, η πρόταση του Μπίον ότι η θεωρία του Μαρξισμού «σχεδόν κατάφερε» να αποφύγει την ύπαρξη Κατεστημένου συλλαμβάνει κάτι. Η κριτική ορμή της κομμουνιστικής θεωρίας που εκφράστηκε από τον Μαρξ –μια σκέψη ανοιχτή στις «πρώτες ύλες της εμπειρίας»–, δεν περιήχθη και δεν απογυμνώθηκε ποτέ πλήρως από νόημα από τις διάφορες κοσμοθεωρίες, τα κόμματα, τις σχολές, τις παραδόσεις και τις ορθοδοξίες που εγκαθιδρύθηκαν στο όνομά του. Εντός, εκτός, και ενάντια σε αυτά τα ρεύματα υπήρχαν πάντα κριτικές, ετερόδοξες μορφές σκέψης που ήρθαν σε σύγκρουση με την κομφορμιστική χρήση του Μαρξ. Πράγματι, η κομμουνιστική θεωρία δεν είχε έλλειψη σε νέες ιδιοφυίες. Όμως, η κριτική ορμή στοχαστών όπως η Λούξεμπουργκ, ο Πάνεκουκ, ο Μπορντίγκα, ο Κορς, ο Λούκατς, ο Πασουκάνις, ο Rubin, ο Μπλοχ, ο Αντόρνο, ο Ντεμπόρ και ο Καμάτ, και η νέα σύλληψη της πραγματικότητας που παρείχαν, έγινε συχνά η βάση για νέα κατεστημένα.242  Αυτοί οι στοχαστές ήταν προϊόντα των καιρών τους (κατά βάση των δύο επαναστατικών κυμάτων που άφησαν το στίγμα τους στον 20ο αιώνα) και συχνά οι ίδιοι απομακρύνθηκαν από τις πιο ενδιαφέρουσες και επαναστατικές θέσεις τους όταν επήλθε η υποχώρηση της επανάστασης.

Η ένταξη του Αμαντέο Μπορντίγκα σε αυτή τη σειρά από μύστες/ιδιοφυίες μπορεί να μοιάζει περίεργη. Εν τέλει ο ίδιος ο Μπορντίγκα τόνιζε ότι δεν δημιούργησε τίποτα νέο. Απέρριπτε «την τετριμμένη ιδέα ότι ο Μαρξισμός είναι μια θεωρία “που υπόκειται σε μια διαδικασία συνεχούς ιστορικής επεξεργασίας” η οποία αλλάζει με τη διαδοχή των γεγονότων και ό,τι μας διδάσκουν αυτά», και ενστερνιζόταν την ιδέα που ο ίδιος ονόμασε «Αμεταβλητότητα του Μαρξισμού».243  Κατά την περίοδο ύστερα από την ήττα του επαναστατικού κύματος μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την αποτυχία να προκύψει κάτι αντίστοιχο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Μπορντίγκα θεώρησε ότι αποστολή, τόσο δική του όσο και της ομάδας που είχε συσπειρωθεί γύρω του, ήταν ουσιαστικά η υπεράσπιση αυτού του δόγματος μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες.244

Παρόλο που δώσαμε έμφαση στην ανάγκη να είναι κανείς πρόθυμος να αλλάξει το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί, ο Μπορντίγκα κατέκρινε όσους με ευκολία άλλαζαν το μαρξιστικό πλαίσιο. Γράφοντας τη δεκαετία του 1950, χώρισε τους αντίπαλους του «μαρξιστικού δόγματος» σε τρεις μεγάλες ομάδες. Τους αρνητές –την αστική τάξη για την οποία αγορά και εμπορευματική παραγωγή αποτελούν αιώνιες σταθερές–· τους παραχαράκτες –τους σταλινικούς και όσους υποστηρίζουν ότι είναι μαρξιστές αλλά ασκούν μια πολιτική σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού–· και τους εκσυγχρονιστές – εκείνους που αξιώνουν ότι είναι επαναστάτες όμως θεωρούν ότι το δόγμα χρειάζεται να τροποποιηθεί. Την πιο σκληρή του κριτική την επεφύλασσε για την τελευταία ομάδα – συχνός στόχος του ήταν ο Cardan (Καστοριάδης) της ομάδας Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα. Έτσι, όσο απέρριπτε όσους μετρίαζαν τον Μαρξισμό δίνοντας έμφαση σε ειρηνικές και δημοκρατικές μεθόδους, άλλο τόσο χλεύαζε και όσους αξίωναν ότι είναι επαναστάτες, αλλά βλέποντας μια ανάγκη εκσυγχρονισμού της σύλληψης του καπιταλισμού, τον όριζαν, τουλάχιστον ως προς την παραλλαγή του Ανατολικού Μπλοκ, με όρους γραφειοκρατίας.245

Ο Μπορντίγκα συνεπώς δίνει την εντύπωση ότι απορρίπτει την έμφαση που δίνουμε στην αμφιβολία, τη δεκτικότητα προς το νέο, την αρνητική ικανότητα και τη θεωρία ως ανοιχτή ή καλή συζήτηση.246  Πράγματι, ο Μπορντίγκα φαίνεται να μην είναι τόσο ο τύπος του μύστη όσο ένας υπέρμαχος του Κατεστημένου, του άκαμπτου δόγματος. Αυτά που προσωπικότητες όπως η Λούξεμπουργκ, ο Πάνεκουκ ή ο Ντεμπόρ εκλαμβάνουν ως δημιουργικές ανακαλύψεις της ταξικής πάλης –γεγονότα όπως η Παρισινή Κομμούνα, τα σοβιέτ, οι σύγχρονες μορφές αγώνα κ.λπ.– είναι για τον Μπορντίγκα τρόποι μέσω των οποίων η ανανέωση στο επίπεδο της ταξικής πάλης επιτρέπει στη θεωρία να επιστρέψει «σε ισχυρισμούς που θυμίζουν τις απαρχές της και την πρώτη ολοκληρωμένη της έκφραση».247

Γνωρίζουμε ωστόσο ότι ο σεβάσμιος ρόλος του μύστη συνίσταται στον ισχυρισμό ότι τηρεί τον νόμο και δεν τον καταργεί.

Στα γραπτά του Μπορντίγκα, μαζί με τους ισχυρισμούς που αφορούν το άκαμπτο δόγμα της τακτικής, οι οποίοι επιφανειακά μιλώντας δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από (άλλες) παραλλαγές του Λενινισμού,248  βρίσκουμε ένα μοναδικό κομμουνιστικό όραμα, που συμπεριλαμβάνει την απόρριψη της αυτοδιαχείρισης, καθώς και μια προδρομική σύλληψη του καπιταλισμού ως οικολογικής κρίσης. Η σκέψη του Μπορντίγκα εξέφρασε τα ανώτατα σημεία του επαναστατικού κύματος μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και τα διατήρησε, την ώρα που οι περισσότεροι άλλοι μαρξιστές συνθηκολόγησαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Γνώριζε τη διαφορά ανάμεσα σε καπιταλισμό και κομμουνισμό, κάτι που, με λίγες εξαιρέσεις, δεν είναι κατανοητό από σοσιαλδημοκράτες, μαρξιστές-λενινιστές, τροτσκιστές, δημοκράτες και ελευθεριακούς σοσιαλιστές.249

Ο Μπορντίγκα και η ομάδα του κράτησαν ζωντανό κάτι το κομμουνιστικό σε μια περίοδο ήττας της επανάστασης και το έκαναν μέσα από έναν βαθμό δογματικής ακαμψίας. Αυτή η ακαμψία εκπλήρωνε μια προστατευτική λειτουργία. Όμως ενώ ο ίδιος ο Μπορντίγκα στάθηκε ικανός να αναπτύξει τη θεωρία μέσα σε αυτό το κέλυφος, οι περισσότεροι ακολουθητές του δεν τα κατάφεραν. Η ακαμψία τους σήμαινε ότι ήταν εν πολλοίς ανίκανοι να συνδεθούν με το νέο επαναστατικό κύμα που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1960.250  Ήταν μέσα από το έργο του κατεξοχήν κομμουνιστή μύστη Ζακ Καμάτ που οι διορατικοί ισχυρισμοί του Μπορντίγκα διαδόθηκαν στα νέα κινήματα που εμφανίστηκαν ειδικά σε Γαλλία και Ιταλία.251  Όμως ήδη ο Καμάτ είχε χαρακτηριστεί ως αιρετικός από τους «Μπορντιγκιστές».252

Η σχέση του Καμάτ με την Ιταλική Αριστερά έχει ομοιότητες με τη σχέση του Μπίον με την Κλαϊνική ψυχανάλυση. Η τελευταία ήταν διάσημη, όπως και ο Μαρξισμός του Μπορντίγκα, για έναν βαθμό ακαμψίας και δογματισμού. Όμως ήταν ακριβώς μέσα από αυτό τον άκαμπτο Κλαϊνικό μηχανισμό, τον οποίον οικειοποιήθηκε, που κατάφερε ο Μπίον να προχωρήσει σε δημιουργικές ρήξεις. Ομοίως, ήταν μέσα από την αφομοίωση του αδιάλλακτου Μαρξισμού του Μπορντίγκα που κατάφερε ο Καμάτ να κάνει τα δικά του άλματα. Η σχέση ανάμεσα στον Μπίον και την Κλαϊνική ομάδα, για τουλάχιστον μερικά χρόνια, είχε χαρακτήρα συμβιωτικό, όμως ο Μπίον θεώρησε αναγκαίο να απελευθερωθεί από αυτή την ομάδα που αρχικά είχε βοηθήσει να αναπτυχθεί. Πέρα από τους περιορισμούς των ομάδων που τους είχαν παραγάγει, τόσο ο Καμάτ όσο και ο Μπίον κατάφεραν να παράγουν με περισσότερη ελευθερία (αν και κάποιοι αναρωτιούνται μήπως η παραγωγή τους έγινε υπέρ το δέον ελεύθερη).253

Σε πείσμα της ενδιαφέρουσας ιδέας του Μπίον, ότι η κομμουνιστική θεωρία (σαν τον σουφισμό) μπορεί να υπάρξει σχεδόν χωρίς Κατεστημένο, μπορούμε να δούμε σε αυτά τα παραδείγματα ότι ομάδες και άτομα –που αποτελούν πάντοτε μέλη ομάδων, ακόμη κι αν πρόκειται για ομάδες με τις οποίες συνδεόμαστε στο νου μας– κατ’ ανάγκη παράγουν κατεστημένα ως μέρος των ορίων και της περίεξης του σκέπτεσθαί τους. Το ζητούμενο είναι, χωρίς να αναζητούμε τον νεωτερισμό καθεαυτό, να είμαστε ανοιχτοί στην έκφραση νέων πραγμάτων, πράγμα που απαιτεί τη ρήξη ή την τροποποίηση αυτών των περιορισμών της σκέψης μας.

Ένας επίλογος χωρίς συμπέρασμα

Εκ φύσεως το παρόν είναι ένα έργο εν εξελίξει. Όμως καθώς πρέπει να υπάρχει ένα προσωρινό τέλος, αν όχι ένα συμπέρασμα, ας προσπαθήσουμε να συνδέσουμε τα διάφορα νήματα σκέψης όσων είπαμε.

Αφετηρία μας ήταν ότι ο κομμουνισμός είναι και θα είναι «ο απρόβλεπτος και γεμάτος ένταση αγώνας του ανθρώπινου είδους για ζωή». Αν η κομμουνιστική ομάδα σε ένα επίπεδο είναι όλοι εκείνοι –τα εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια– που συμμετείχαν, συμμετέχουν και θα συμμετέχουν σε αυτόν τον αγώνα, τότε συμπεριλαμβάνει και εμάς, εδώ και τώρα, καθώς αισθανόμαστε την παρότρυνση να είμαστε κομμάτι του αγώνα και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για αυτόν. Αυτό συμπεριλαμβάνει τη σύνδεσή μας με τους λίγους άλλους που σκέφτονται για τον καπιταλισμό και το δυνητικό του ξεπέρασμα.

Ομολογουμένως είμαστε κάτι το ασυνήθιστο («παρεκκλίσεις», όπως το έθεσε ο Moss). Λόγω τυχαίων γεγονότων στην προσωπική μας ιστορία, έχουμε διαπιστώσει, όπως και ο Μαρξ, ότι οι ιδέες του κομμουνισμού «που έχουν κυριεύσει τη νόηση και το μυαλό μας, που ο λόγος έχει σφυρηλατήσει με αυτές τη συνείδησή μας, είναι δεσμά, τα οποία δεν μπορούμε να σπάσουμε χωρίς να ξεριζώσουμε και την καρδιά μας, είναι δαίμονες που ο άνθρωπος μπορεί να υπερνικήσει μόνο υποκύπτοντας σ’ αυτούς».254

Αυτές οι ιδέες δεν αποτελούν προσωπική ιδιοκτησία αλλά είναι κάτι απρόσωπο, που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Η κομμουνιστική θεωρία είναι ένας μηχανισμός για να σκεφτόμαστε την εμπειρία της ζωής που κυριαρχείται από το κεφάλαιο, και το κίνημα για την υπέρβασή του. Κάποιοι υιοθετούν αυτόν τον μηχανισμό και τον κάνουν δικό τους, για όσο καιρό μπορούν.255  Ενδεχομένως, μέσα στη διαδικασία, να καταφέρουν να προσθέσουν κάποιες αληθείς σκέψεις, οι οποίες αυξάνουν την ικανότητα του μηχανισμού σε σχέση με την εξελισσόμενη εμπειρία που αποπειράται να περιέξει. Στα καλύτερά της, αυτή η διαδικασία είναι διεθνής και αυτοδιορθωτική. Για τον τρόπο που αναπτύσσεται προτείναμε το μοντέλο της «καλής συζήτησης» του Gunn. Στην πιο πρόσφατη εργασία των Gunn και Wilding εντοπίζουμε επιπλέον μια προκλητική υπόδειξη σχετικά με το τι θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνδέσεις ανάμεσα στις συζητήσεις των ηθελημένων μικρών ομάδων στις οποίες συμμετέχουμε και ανάμεσα στις συζητήσεις που προκύπτουν μέσα στις αυθόρμητες ομαδικές διεργασίες της επανάστασης.

Σε ένα κάποιο επίπεδο, η κομμουνιστική ομάδα, με όποιον τρόπο κι αν υπάρχει, είτε ως πραγματική ομάδα είτε ως θεωρία που υιοθετούμε από διαβάσματα ή τη συναναστροφή μας με άλλους, αποτελεί παράδειγμα ενός περιέκτη ή μηχανισμού για το σκέπτεσθαι. Πάντοτε χρειαζόμαστε άλλους για να μιλήσουμε. Ταυτόχρονα, από τις περιπτώσεις της ομαδικής ζωής που αναλύσαμε αναδείξαμε μερικά από τα προβλήματα που προκύπτουν στον μικρό κόσμο που κατοικούμε. Περιμένουμε ότι άλλοι θα έχουν τις δικές τους ιστορίες. Τέτοιες ιστορίες αποκαλύπτουν ότι οι απόπειρες για μια καλή συζήτηση συχνά συναντούν εμπόδια και εντάσεις εντός της ομάδας. Η αντιμετώπιση τέτοιων εντάσεων έχει σοβαρές συναισθηματικές απαιτήσεις. Παρόλο που η συνεύρεση με τους άλλους είναι απαραίτητη και έχει οφέλη, οι ομάδες που σχηματίζουμε συχνά φαίνεται να έχουν ως αποτέλεσμα μια υποκατάσταση της παθολογικής μοναξιάς του Εγώ από τις παθολογίες της ζωής των μικρών ομάδων.256  Αυτό είναι κάτι το κατανοητό, επειδή η ομάδα ή η συλλογικότητα υπό την καπιταλιστική κοινωνία αποτελεί κομμάτι και προϊόν της στον ίδιο βαθμό με τα άτομα από τα οποία συντίθεται. 257  Ο αναστοχασμός ως προς αυτό μπορεί να ωφεληθεί από την άντληση ιδεών από τη θεωρία του ασυνειδήτου, το οποίο πρέπει να γίνει κατανοητό όχι ως κάτι προσωπικό και ατομικό, αλλά ως ένα κοινωνικό και διαπροσωπικό φαινόμενο. Οι ομάδες αναδεικνύουν το ασυνείδητο και το καθιστούν ορατό. Μια ψυχαναλυτική ματιά στις ομάδες και το σκέπτεσθαι, όπως αυτή που μας προσφέρει ο Μπίον και άλλοι, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία.

Η ένταση που επανέρχεται εντοπίζεται ανάμεσα στην καθολικότητα αυτού που επιθυμούμε και την ιδιαιτερότητα και τα όρια αυτού που είμαστε ως άτομα και ως μικρές ομάδες. Αυτά που διακυβεύονται φαίνονται τόσο διαφορετικά, όμως σε κάποιο επίπεδο νιώθουμε ότι είναι τα ίδια. Η υγιής στάση θα ήταν να μην εστιάζουμε σε αυτό που είμαστε ως ομάδα αλλά στα καθήκοντα που θέτουμε στον εαυτό μας.258  Όμως οι παθολογίες των κομμουνιστικών ομάδων μπορούν ανά περιόδους να έχουν περισσότερο ενδιαφέρον από ό,τι παράγουν οι ίδιες οι ομάδες, επειδή μας λένε κάτι για την ίδια την καπιταλιστική ζωή.

Δεν παράγουμε τον αγώνα ή την επανάσταση, εκείνα μας παράγουν.259  Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι περίοδοι που συνέβησαν τα πιο δημιουργικά προχωρήματα στη σκέψη είναι οι επαναστατικές στιγμές και τα επαναστατικά κύματα (1848, 1871, 1917-21, 1968-71).

Αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «κόμμα της αναρχίας» κάνει την επανεμφάνισή του από καιρό σε καιρό.260  Αν και όσοι παράγουμε το Endnotes δεν συμμετείχαμε έμπρακτα στους αγώνες των ετών που απαριθμήσαμε παραπάνω, εμείς, και ο κόσμος που ζούμε, έχουμε διαμορφωθεί από αυτούς – από το μέτρο της επιτυχίας και της αποτυχίας τους. Αυτά τα γεγονότα και οι κύκλοι αγώνα τείνουν να ακολουθούνται από πιο μακροχρόνιες περιόδους σταθερότερης καπιταλιστικής ανάπτυξης και πιο περιορισμένων αγώνων. Ο καπιταλισμός που αντιμετωπίζουμε σήμερα έχει αντλήσει διδάγματα από αυτούς τους αγώνες και έχει αναδιαρθρωθεί αναλόγως. Συνεπώς, δεν χρειάζεται να μεταδώσουμε στην εργατική τάξη τα διδάγματα από εκείνα τα έτη, γιατί η σχέση της με το κεφάλαιο στην οποία σήμερα ζει περιέχει όλα τα διδάγματα της ιστορίας που χρειάζεται.261

Εμείς, όμως, βρίσκουμε ότι είναι χρήσιμο να κοιτάμε προς τα πίσω. Μεγάλο κομμάτι της κομμουνιστικής θεωρίας που έχουμε κληρονομήσει αποτέλεσε προϊόν της συνάντησης ενός περιέκτη –της συμβουλιακής, καταστασιακής, και «Μπορντιγκιστικής» σκέψης– με ένα «περιεχόμενο», δηλαδή τη νέα εμπειρία που προέκυψε από τους αγώνες του τελευταίου επαναστατικού κύματος και την ήττα τους. Αυτή η θεωρία δοκιμάστηκε, και παρόλο που κάποιοι έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η πραγματικότητα ήταν ένοχη που δεν στάθηκε στο ύψος της –η εργατική τάξη δεν παρήγαγε εργατικά συμβούλια ούτε προσχώρησε στο κόμμα (τους)– άλλοι στάθηκαν ικανοί να μετασχηματίσουν τη θεωρία έτσι ώστε να εκφράζει καλύτερα ό,τι μας λέει αυτό το κύμα και η ήττα του. Η έκρηξη της επαναστατικής ανάπτυξης εν πολλοίς ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Όμως, όπως συνέβη με τις μικρές ομάδες των «Μπορντιγκιστών» και των συμβουλιακών κομμουνιστών μετά το προηγούμενο επαναστατικό κύμα, κάποιοι από εκείνους που έγιναν κομμουνιστές κατά την επαναστατική περίοδο δεν προσχώρησαν κατόπιν στην αντεπανάσταση, αλλά απεναντίας την έκαναν αντικείμενο θεωρητικοποίησης, μαζί με την αναδιάρθρωση που τη συνόδεψε.

Αισθανθήκαμε έλξη για αυτή τη θεωρία, και προσπαθούμε να συνεισφέρουμε σε αυτήν. Οι ζωές μας δεν ήταν χωρίς στιγμές και κύκλους αγώνα, όπως το κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης κατά την αλλαγή του αιώνα, το κίνημα των πλατειών το 2011-13, και ό,τι μπορεί να μετεξελιχθεί σε παγκόσμιο κύμα [αγώνα] τη στιγμή που γράφουμε αυτό το κείμενο. Η αστάθεια των καιρών μας αποτελεί εγγύηση ότι θα υπάρξουν πολλά περισσότερα.

Φανταζόμαστε ότι υπάρχουν κάποιοι αναγνώστες του Endnotes που [διαβάζοντας το παρόν κείμενο] θα αναρωτήθηκαν «Όλα αυτά καλά και άγια, αλλά εντέλει τι προτείνετε να κάνουμε;» Η εναλλακτική που διαφαίνεται μοιάζει να είναι ανάμεσα στην «επαναστατική παρέμβαση» ή την «κατάσταση αναμονής»262 . Είτε υπάρχει ένας επαναστατικός κομμουνιστικός τρόπος να σχετιστούμε με τους αγώνες είτε δεν πρέπει να συμμετέχουμε καθόλου. Η Théorie Communiste μας δίνει ένα βοηθητικό τρόπο διάρρηξης αυτού του ψευδούς διλήμματος:

Στο μεσοδιάστημα, χωρίς να είμαστε ούτε ορφανά του εργατικού κινήματος ούτε προφήτες του κομμουνισμού που μέλλεται να έρθει, συμμετέχουμε στην ταξική πάλη όπως αυτή συμβαίνει καθημερινά και όπως παράγει θεωρία.263

Αυτή η ιδέα που λέει ότι δεν είμαστε εμείς που παράγουμε τη θεωρία αλλά η ταξική πάλη μας θυμίζει τον Μπίον. Το δίχως άλλο αφήνει ανοιχτά πολλά ζητήματα – για παράδειγμα, σε τι συμμετέχει η ταξική πάλη και πώς αναγνωρίζεται η θεωρία που παράγεται από την ταξική πάλη.264

Φυσικά, δεν υπάρχει επαναστατικός τρόπος παρέμβασης στους αγώνες αν αυτοί οι αγώνες δεν είναι επαναστατικοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να συμμετέχουμε σε «μη-επαναστατικούς» αγώνες. Όμως, μπορούμε να σχετιστούμε με αυτούς μόνο σύμφωνα με τα όριά τους265 . Η συμμετοχή μπορεί να μας βοηθάει να βρούμε αυτά τα όρια, καθώς μας επιτρέπει να τους κατανοήσουμε με τρόπους που όσοι δεν συμμετέχουν αδυνατούν. Όμως, η εμπλοκή μπορεί να μας οδηγήσει να αρνηθούμε αυτά τα όρια, και να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας μόνο σε ιδέες που θα στηρίζουνε αυταπάτες. Οι αυταπάτες και οι μύθοι είναι αναγκαίο μέρος της ομαδικής ζωής, καθώς επιτρέπουν την ύπαρξη μιας δημιουργικής διαφυγής από το δεδομένο στο πεδίο του εφικτού, του «όχι ακόμα», όμως κατά καιρούς η διάλυση των αυταπατών αποτελεί συνθήκη για το παραπέρα προχώρημα.

Η ανοιχτότητα δεν σημαίνει μονάχα ότι είμαστε ανοιχτοί στις ιδέες όσων αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές και επαναστάτες. Επιθυμούμε να είμαστε ανοιχτοί σε ιδιοφυείς στιγμές όπου κι αν εμφανίζονται, σε κάθε μορφή «επιστημονικής» σκέψης (με την ευρεία και μη-αναγωγιστική έννοια της αναζήτησης της αλήθειας). Το μότο του Μαρξ ήταν «δεν υπάρχει τίποτα ανθρώπινο που να μου είναι ξένο», και θα ήταν παράλογο οι κομμουνιστές να περιορίζουν τα ενδιαφέροντά τους σαν να ήταν «εργάτες εξειδικευμένοι σε μια ιδιαίτερη τέχνη, αντί να αφιερώνονται στην ενασχόληση με ολόκληρο το σύμπαν».266

Η κομμουνιστική θεωρία έχει καθολική σημασία. Εκφράζει μια θέληση για ζωή εκ μέρους της ανθρωπότητας ενάντια στο κεφάλαιο, ενάντια δηλαδή σε μια δύναμη που δημιουργήσαμε και συνεχίζουμε να δημιουργούμε, και η οποία μας απειλεί με καταστροφή. Ταυτόχρονα, όσοι συνειδητά προσπαθούν να διαπραγματευτούν το παραπάνω δεν είναι παρά άτομα και μικρές ομάδες που κάνουν ό,τι μπορούν. Μια σκέψη που μπορεί να αποτελέσει οδηγό για όσους εμπλέκονται σε αυτό το έργο θα ήταν η παρακάτω:

Η ομάδα πρέπει να έχει την ικανότητα να διατηρεί την κυριαρχία της δικής της καταθλιπτικής στάσης. Αυτό σημαίνει ότι, παρά το αίσθημα οράματος και μεγαλείου, διατηρεί την αίσθηση της πραγματικότητας και, άρα, γνωρίζει πως αυτό που μπορεί να δημιουργηθεί δεν θα είναι ποτέ τέλειο, αλλά θα μπορούσε να είναι αρκετά καλό.267

Η ελληνική μετάφραση έγινε από τους Αντίθεση, coghnorti, shibboleth και εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2020. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ