η εξελισσόμενη κρίση
και οι ταξικοί αγώνες
της περιόδου 2011-2013

Το 2007, η παγκόσμια οικονομία, ακολουθώντας το ξεφούσκωμα της φούσκας των ακινήτων που την κρατούσε σε υψηλά επίπεδα, βυθίστηκε σε παρατεταμένη ύφεση.1 Οι ιδιοκτήτες κατοικιών βρέθηκαν καταποντισμένοι. Οι εταιρείες κάτω απ’ το νερό. Η ανεργία εκτοξεύτηκε στα ύψη. Και το δραματικότερο όλων, η χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας σχεδόν κατέρρευσε. Οι υπουργοί των κυβερνήσεων, μπαίνοντας με πιρουέτες στο σκηνικό, ανέλαβαν συντονισμένη δράση για να εμποδίσουν την επανάληψη της δεκαετίας του ’30. Λίγο αργότερα, οι ίδιοι υπουργοί αναγκάστηκαν να επιβάλουν λιτότητα προκειμένου να διαβεβαιώσουν τους κατόχους ομολόγων ότι διατηρούσαν τον έλεγχο της σε-αργή-κίνηση καταστροφής. Δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν. όσοι παρέμειναν στις θέσεις τους είδαν τους μισθούς τους να μειώνονται. Σχολεία, πανεπιστήμια και νοσοκομεία αντιμετώπισαν μαζικές περικοπές. Εν τω μεταξύ, παρά την κρίση, οι τιμές του πετρελαίου και των τροφίμων παρέμειναν υψηλές. Και η ανεργία παρέμεινε πεισματικά υψηλή, προπαντός όσον αφορά την ανεργία των νέων. Εν τέλει, μερικές εθνικές οικονομίες, παρά τις μέγιστες προσπάθειες των πολιτικών –ή, ίσως, ακριβώς εξαιτίας αυτών των προσπαθειών–, βυθίστηκαν όχι σε μια ή δύο, αλλά τρεις διαφορετικές υφέσεις σε διάστημα μερικών χρόνων.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ολοένα και περισσότεροι προλετάριοι αναγκάζονται να στηριχτούν στη βοήθεια της κυβέρνησης για να επιβιώσουν, ενόσω αυτή η βοήθεια τίθεται εν αμφιβόλω. Έξω από την τυπική μισθωτή σχέση, η ατυπικότητα εξαπλώνεται: από την ανεπίσημη εργασία μέχρι τη μικροεγκληματικότητα.

 Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, τόσο οι μισθωτοί όσο και οι άμισθοι στις περισσότερες περιπτώσεις ανταποκρίθηκαν στην έναρξη της κρίσης –η οποία αποτελεί απλά την πιο πρόσφατη συνέπεια μιας οικονομικής παρακμής που διαρκεί εδώ και δεκαετίες– προσαρμοζόμενοι σε αυτή.2 Φυσικά, αυτό δεν είχε γενική ισχύ: πολλοί προλετάριοι καταπιάστηκαν με την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής τους. Την περίοδο 2008-10, υπήρξαν διαδηλώσεις μερικές από τις οποίες περιλάμβαναν μπλοκαρίσματα δρόμων και διυλιστηρίων. Υπήρξαν ταραχές, καθώς και περιστατικά λεηλασιών. Γενικές απεργίες σταμάτησαν τη δουλειά για μια μέρα. Φοιτητές κατέλαβαν πανεπιστήμια και δημόσιοι υπάλληλοι κατέλαβαν κυβερνητικά κτίρια. Εργάτες, απαντώντας στο κλείσιμο εργοστασίων, ανέλαβαν τον έλεγχο των χώρων εργασίας τους και όχι μόνο. σε κάποια μέρη απήγαγαν αφεντικά ή έκαψαν εργοστάσια.

Ορισμένες από αυτές τις δράσεις προέκυψαν ως απάντηση σε αστυνομικές δολοφονίες ή ατυχήματα στους χώρους εργασίας. Πολύ περισσότερες είχαν ως στόχο να εμποδίσουν την απώλεια θέσεων εργασίας και την εφαρμογή της λιτότητας και να μειώσουν την αυξανόμενη ανισότητα και διαφθορά. Όμως, όπως σημείωσε το περιοδικό Kosmoprolet, «πουθενά τα συμβατικά μέσα ταξικής πάλης δεν ήταν ικανά να ασκήσουν αρκετή πίεση για να περάσουν τα αιτήματά τους και οι διαμαρτυρίες απέτυχαν από κάθε άποψη παρά τις τεράστιες απόπειρες κινητοποίησης».3 Τότε, το 2011 –μια χρονιά που συνοδεύτηκε από σεισμούς, πυρηνικά ατυχήματα και πλημμύρες– οι ακτές της Μεσογείου καλύφθηκαν από μια εντελώς απρόσμενη μορφή αγώνα.

1  ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΠΛΑΤΕΙΩΝ

Ξεκινώντας από την Τυνησία, το κίνημα των πλατειών εξαπλώθηκε σε όλη τη Μέση Ανατολή και κατά μήκος της Μεσογείου πριν φτάσει στον αγγλόφωνο κόσμο ως Occupy. Στην πραγματικότητα, μεταξύ των πολλών κινημάτων πλατειών υπήρξαν περισσότερες διαφορές παρά ομοιότητες, τόσες ώστε η γενίκευση να μοιάζει με απερισκεψία. Παρ’ όλα αυτά, δεν είμαστε εμείς, οι σχολιαστές, που κάνουμε τις συνδέσεις, αλλά τα ίδια τα κινήματα τόσο με τη μορφή της ανάδυσής τους όσο και με τις καθημερινές πρακτικές τους. Το κίνημα των πλατειών, από την αρχή ένα διεθνιστικό φαινόμενο, ένωσε αγώνες από ένα μωσαϊκό χωρών με υψηλά και χαμηλά εισοδήματα. Το Όκλαντ και το Κάιρο έγιναν ξαφνικά «μια γροθιά».

Διαφέροντας από τις διαδηλώσεις ενάντια στην παγκοσμιοποίηση –αλλά μοιάζοντας με το αντιπολεμικό κίνημα του 2003–, η αυξανόμενη συγκρουσιακότητα δεν περιορίστηκε σε μια πόλη ούτε πηδούσε διαδοχικά από μια πόλη στην άλλη. Αντ’ αυτού, οι καταλήψεις πολλαπλασιάστηκαν στα κέντρα των πόλεων, προσελκύοντας επισφαλείς μισθωτούς και φοβισμένα μεσαία στρώματα, καθώς και οργανωμένη εργασία, κατοίκους φτωχογειτονιών και νέους άστεγους. Εντούτοις, το κίνημα των πλατειών, εκτός από το να ρίξει κάποιους ηλικιωμένους δικτάτορες από τους θρόνους τους, δεν πέτυχε νίκες διαρκείας. Όπως το κύμα διαμαρτυρίας του 2008-10, αυτή η νέα μορφή αγώνα αποδείχτηκε ανίκανη να αλλάξει τη μορφή διαχείρισης της κρίσης – για να μη μιλήσουμε για το κυρίαρχο κοινωνικό καθεστώς.

Ωστόσο, το κίνημα των πλατειών άλλαξε κάτι: επέτρεψε στους πολίτες –έναν διαταξικό σχηματισμό– να έρθουν κοντά, να συζητήσουν για την κρίση και τις συνέπειές της στην καθημερινή ζωή (στη Βόρεια Αφρική, πραγματικά τους απελευθέρωσε ώστε να το κάνουν). Το προηγούμενο διάστημα, τέτοιες συζητήσεις γίνονταν μόνο κατ’ ιδίαν: τα άτομα διαμορφώνονταν να νιώθουν προσωπικά υπεύθυνα για την ανεργία, την έλλειψη στέγης, την αυθαίρετη αστυνομική βία και το χρέος. ποτέ δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσουν συλλογικές λύσεις στα προβλήματά τους. Μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, όλες οι συζητήσεις στις πλατείες δεν αποτέλεσαν ασήμαντο ζήτημα.

Καθώς εξελίσσονταν οι καταλήψεις, η ίδια η δραστηριότητα των καταληψιών έγινε το κύριο θέμα συζήτησης. Τι θα έπρεπε να κάνουν για να υπερασπίσουν τις πλατείες απέναντι στην αστυνομία; Πώς μπορούσαν να επεκτείνουν το κίνημα σε νέες περιοχές; Η δημοφιλία τέτοιων συζητήσεων, ακόμα και έξω από τις ίδιες τις καταλήψεις, υποδήλωνε ότι μια αυξανόμενη μερίδα του πληθυσμού παραδεχόταν τότε ότι το κράτος δεν έχει τη δύναμη να επιλύσει την κρίση. Την ίδια στιγμή, κανένας δεν είχε ιδέα τι να την κάνει αυτή την παραδοχή. Οι καταλήψεις έγιναν θεάματα. Οι καταληψίες ήταν θεατές της ίδιας τους της δραστηριότητας, περιμένοντας να ανακαλύψουν ποιος ήταν ο στόχος τους όλο αυτό το διάστημα.

Το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπισαν οι καταληψίες ήταν το γεγονός ότι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο συναντήθηκαν τους καθιστούσε πολύ αδύναμους για να απειλήσουν πραγματικά την άρχουσα τάξη. Οι καταλήψεις  αφορούσαν τους πάντες, αλλά –με την εξαίρεση των άστεγων– δεν αφορούσαν κανέναν άμεσα.  Οι καταληψίες βρήκαν η μια την άλλη, αλλά μόνο εγκαταλείποντας τις συγκεκριμένες καταστάσεις (γειτονιές, σχολεία, κέντρα εργασίας, χώρους εργασίας) που ίσως τους έδιναν πλεονέκτημα. Ως αποτέλεσμα, οι καταληψίες δεν έλεγχαν κανέναν υλικό πόρο ή στρατηγικό σημείο ή περιοχή, εκτός από τις ίδιες τις πλατείες.4 Η εμφάνιση κάποιας στις καταλήψεις ως εκπροσώπου μιας γειτονιάς ή χώρου εργασίας, για να μην μιλήσουμε για κάποιο άλλο τμήμα του κοινωνικού σώματος, ήταν σπάνιο φαινόμενο. Εκτός από τα ίδια τα σώματά τους και τις «αγανακτισμένες» κραυγές τους που αντηχούσαν στις μέχρι τότε άγονες κεντρικές πλατείες, οι καταληψίες είχαν λίγα πράγματα να προσφέρουν ο ένας στον άλλο. Εκτός από ορισμένες πόλεις της Βόρειας Αφρικής, αποδείχτηκαν εν πολλοίς ανίκανοι να μεταφέρουν την αγανάκτησή τους από τις πλατείες στην καθημερινή ζωή, όπου η αυτοδραστηριότητα αναγκαστικά θα συμπεριλάμβανε περισσότερα και σημαντικότερα ρίσκα.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι καταληψίες επέλεξαν μια σειρά αρνητικών αιτημάτων: ash-sha’b yurid isqat an-nizam (ο λαός θέλει την πτώση του καθεστώτος) και que se vayan todos (πρέπει να φύγουν όλοι). Ωστόσο, η πτώση των κυβερνήσεων, η αντιστροφή της λιτότητας, η μείωση της τιμής των τροφίμων και της στέγης – ακόμα και κάτω από τις ευνοϊκότερες συνθήκες, τι θα μπορούσαν να πετύχουν αυτά τα αιτήματα; Οι καταληψίες, αν μπορούσαν να εμποδίσουν την εφαρμογή της λιτότητας, ίσως ήταν ικανοί να φοβίσουν τους κατόχους κυβερνητικού χρέους εξαναγκάζοντας έτσι το κράτος σε πτώχευση. Πτώση στην άβυσσο: ούτε και τα πιο οπορτουνιστικά πολιτικά κόμματα –με την πιθανή εξαίρεση του Tea Party στις ΗΠΑ– δεν έχουν φανεί πρόθυμα να ανταποκριθούν σε αυτό το ενδεχόμενο.

Και επιπλέον, χωρίς την ικανότητα να απαιτήσει κανείς την αναθέρμανση, για να μην μιλήσουμε για επαναβιομηχάνιση, της οικονομίας, τι απομένει εκτός από τα επιμέρους συμφέροντα  των διαφόρων τμημάτων του προλεταριάτου (και των άλλων τάξεων); Αν δεν έχουν επιλογή άλλη από την αποδοχή του οικονομικού status quo, πώς μπορούν αυτά τα τμήματα να επιμερίσουν ένα περιορισμένο σύνολο πόρων –κρατικών επιδομάτων και ιδιωτικής απασχόλησης– χωρίς να ανταγωνιστούν το ένα το άλλο; Είναι αρκετά εύκολο να λέει κανείς ότι δεν έχει απομείνει τίποτα να γίνει παρά η επανάσταση, αλλά ποια επανάσταση θα είναι αυτή;

Στον εικοστό αιώνα, οι προλετάριοι μπορούσαν να ενωθούν κάτω από τις σημαίες του εργατικού κινήματος με στόχο την ανοικοδόμηση της κοινωνίας ως συνεργατικής κοινότητας. Οι συντεταγμένες αυτής της παλιότερης μορφής απελευθέρωσης έχουν εντελώς ανακατευτεί. Προηγουμένως, το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό είχε καταπιαστεί με την οικοδόμηση ενός σύγχρονου κόσμου. μπορούσε να κατανοήσει την εργασία του ως έχουσα έναν σκοπό πέρα από την αναπαραγωγή της ταξικής σχέσης. Τώρα, όλα αυτά μοιάζουν γελοία. Το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό συρρικνώνεται για δεκαετίες. Το βιομηχανικό σύμπλεγμα αυτοκίνησης-πετρελαίου δεν ανοικοδομεί τον κόσμο, αλλά τον καταστρέφει. Και καθώς αναρίθμητοι προλετάριοι απασχολούνται σε αδιέξοδες δουλειές στις υπηρεσίες, τείνουν να μην βλέπουν κάποιο σκοπό στην εργασία τους εκτός από το γεγονός ότι τους επιτρέπει να «τα βγάζουν πέρα». Πολλοί προλετάριοι σήμερα παράγουν ελάχιστα περισσότερα από τις συνθήκες της ίδιας της κυριαρχίας τους. Ποιο πρόγραμμα μπορεί να προταθεί σε αυτή τη βάση; Δεν υπάρχει κάποιο τμήμα της τάξης που να μπορεί να παρουσιάσει τα συμφέροντά του ως φορείς καθολικής σημασίας. Κι έτσι, αντ’ αυτού, ένα θετικό σχέδιο θα έπρεπε να βρει τον δρόμο του μέσω μιας κακοφωνίας επιμέρους συμφερόντων.

Αντί γι’ αυτό, το κίνημα των πλατειών μορφοποιήθηκε ως ένα νέος είδος μετώπου. Περισυνέλεξε κάθε τάξη και κομμάτι της τάξης που είχε επηρεαστεί αρνητικά από την κρίση, καθώς και από τα μέτρα λιτότητας που ακολούθησαν τη διάσωση των επιχειρήσεων. Έτσι, η βυθιζόμενη μεσαία τάξη, οι φοβισμένοι αλλά ακόμα-ασφαλώς απασχολούμενοι, οι επισφαλείς και οι προσφάτως άνεργοι, καθώς και οι φτωχοί της πόλη, άτομα απ’ αυτές τις ομάδες συναντήθηκαν σαν μια παθιασμένη (δια)τομή της κοινωνίας επειδή κανένας από αυτούς δεν μπορούσε να αποδεχθεί τις επιλογές που η κρίση έθετε μπροστά του. Εντούτοις, οι λόγοι για τη μη αποδοχή αυτών των επιλογών εκ μέρους τους δεν ήταν πάντοτε οι ίδιοι. Στη Βόρεια Αφρική, αυτά τα μέτωπα μπόρεσαν να κινητοποιηθούν για να ανατρέψουν κυβερνήσεις, αλλά σε αυτή την περίπτωση η επιτυχία τους ήταν ακριβώς ο μετασχηματισμός τους σε φράξιες.

Ισχυριζόμαστε πως το κίνημα των πλατειών πήρε αυτή τη μορφή για κάποιο λόγο. Επί της ουσίας –αν και βεβαίως όχι σε κάθε εκδήλωσή του– ο αγώνας του ήταν ένας αγώνας ενάντια στη λιτότητα. Το ότι ήταν ένας τέτοιος αγώνας θα έπρεπε να μας φαίνεται παράξενο. Κάθε τηλεοπτική περσόνα φαινόταν να γνωρίζει, το 2008, ότι μια βαθιά ύφεση, συγκρίσιμη με αυτή της δεκαετίας του ’30, θα έπρεπε να προκαλέσει όχι λιτότητα αλλά το αντίθετό της, δηλαδή μαζικές δημοσιονομικές δαπάνες. Ορισμένες χώρες χαμηλού εισοδήματος (Κίνα, Βραζιλία, Τουρκία και Ινδία, ανάμεσα σε άλλες) ακολούθησαν αυτή την οδό – συχνά με περιορισμένο τρόπο και μερικές φορές μόνο αφού βίωσαν βαθιές υφέσεις. Αλλά, και αυτό ήταν καίριο, οι χώρες υψηλού εισοδήματος δεν κινήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση. Πού είναι ο πολυμοστραρισμένος πράσινος καπιταλισμός που υποτίθεται θα έβαζε την παγκόσμια οικονομία σε νέες ράγες; Τα τελευταία χρόνια φάνηκαν να προσφέρουν στο κεφάλαιο την ευκαιρία να επανεπινοήσει πλήρως τον εαυτό του ως σωτήρα της ανθρωπότητας. Αυτό δεν έγινε. Η αίσθησή μας είναι ότι είναι ακριβώς το βάθος της κρίσης που αναγκάζει τα κράτη των υψηλών εισοδηματικά χωρών να περικόπτουν τους προϋπολογισμούς τους. Έχουν παγιδευτεί σε έναν χορό των πεθαμένων.

Όπως θα δείξουμε παρακάτω, αυτά τα κράτη χορεύουν εξαιτίας δύο αντιφατικών πιέσεων. Από τη μια, πρέπει να δανείζονται και να ξοδεύουν προκειμένου να αποτρέψουν τον πληθωρισμό. Από την άλλη, αναγκάζονται να επιβάλλουν τη λιτότητα προκειμένου να επιβραδύνουν την αύξηση αυτού που ήταν ήδη ένα μεγάλο δημόσιο χρέος (παρεπόμενο δεκαετιών ασθενούς οικονομικής ανάπτυξης). Αυτή η κυκλική περιστροφή δεν επέλυσε την κρίση. Ωστόσο, άμβλυνε τις αρνητικές συνέπειές της έτσι ώστε να γίνει κρίση ορισμένων ατόμων ή τμημάτων της κοινωνίας – και όχι της κοινωνίας ως όλου.

Αυτό είναι που έδωσε στους αγώνες έναν παράξενο χαρακτήρα: εφαρμόζοντας τη λιτότητα, απέναντι στην κρίση, το κράτος έκανε να φαίνεται σαν πράγματι να είχε τη δύναμη να αντιστρέψει την κρίση. Εν συντομία, φάνηκε σαν το κράτος να δρούσε παράλογα. Σύμφωνα με τους απανταχού καταληψίες, αν το κράτος δρούσε παράλογα αυτό θα έπρεπε να είναι αποτέλεσμα διαφθοράς: το κράτος είχε πέσει στα χέρια οικονομικών συμφερόντων. ενώ, στην πραγματικότητα, αυτό που εμφανιζόταν να είναι η δύναμη του κράτους αποτελούσε παραδόξως την αδυναμία του. Η λιτότητα είναι σύμπτωμα της αδυναμίας του κράτους –μπροστά σε δεκαετίες χαμηλής ανάπτυξης και περιοδικών κρίσεων– να κάνει οτιδήποτε άλλο από το να συνεχίζει να χρονοτριβεί. Αυτό είναι που κάνει, μέχρι τώρα. Η τάξη βασιλεύει.

2  ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΜΕ ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΥΨΟΜΕΤΡΟΥ

Η παρούσα οικονομική δυσφορία ξεκίνησε οπωσδήποτε ως μια χρηματοπιστωτική κρίση.5 Χρηματοπιστωτικά προϊόντα βασισμένα στα επιτόκια στεγαστικών δανείων και στη διαχείριση κινδύνου αθέτησης έγιναν ξαφνικά αντικείμενο ατέλειωτων ωρών τηλεοπτικής συζήτησης. Η Lehman Brothers κατέρρευσε. H AIG έλαβε δάνειο $85 δισ. Η Reserve Primary Fund πτώχευσε προκαλώντας πάγωμα στις συναλλαγές εταιρικών ομολόγων. Οι κεντρικές τράπεζες, δρώντας ως έσχατοι δανειστές, κατόρθωσαν να εμποδίσουν το πλήρες πάγωμα των χρηματοπιστωτικών ροών – αποτρέποντας με αυτόν τον τρόπο την επανάληψη της Μεγάλης Ύφεσης. Πού βρισκόμαστε τώρα, τέσσερα χρόνια μετά το τέλος της «Μεγάλης Ύφεσης»; Πώς οφείλουμε να κατανοήσουμε την κρίση; Επρόκειτο απλά για προσωρινό εμπόδιο κατά μήκος της λεωφόρου προς τον Κινεζικό Αιώνα; Οι πρόσφατες εξελίξεις υπαινίσσονται κάτι διαφορετικό.

Οι κατά κεφαλήν ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ στις χώρες υψηλού εισοδήματος, μετά την ανάκαμψή τους το 2010 έπειτα από δυο χρόνια βαθιάς ύφεσης, άρχισαν να επιβραδύνονται το 2011 και το 2012.6 Το 2012, αυξήθηκαν κατά το πενιχρό 0,7 τοις εκατό. Η ανάκαμψη ήταν εντελώς αδύναμη με ιστορικούς όρους –ο μόνος αντίπαλος, από την άποψη της διάρκειας και οξύτητας της καθοδικής πορείας, είναι η Μεγάλη Ύφεση– και συνεχίζει να αποδυναμώνεται. Στην πραγματικότητα, στις χώρες υψηλού εισοδήματος σαν σύνολο, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2012 παρέμεινε κάτω από την κορύφωση του 2007. Αυτό κατέστησε εξαιρετικά δύσκολη τη μείωση της ανεργίας (ειδικά δεδομένου ότι, εν τω μεταξύ, η παραγωγικότητα της εργασίας συνέχισε να αυξάνεται). Η ανεργία άγγιξε το 10 τοις εκατό στις ΗΠΑ και ξεπέρασε το 12 τοις εκατό στην Ευρωζώνη – και μέχρι τώρα έχει μειωθεί ελάχιστα.7 Σε μερικές χώρες που έχουν χτυπηθεί σκληρά, η ανεργία είναι πολύ υψηλότερη. Μέχρι τα μέσα του 2013, συνεχίζει να αυξάνεται: στην Κύπρο η ανεργία έχει φτάσει το 17,3 τοις εκατό. στην Πορτογαλία το 17,4 τοις εκατό. στην Ισπανία το 26,3 τοις εκατό και στην Ελλάδα το 27,6 τοις εκατό. Η ανεργία των νέων, στις ίδιες αυτές χώρες, έχει αποκτήσει αστρονομικά μεγέθη: 37,8 τοις εκατό. 41 τοις εκατό. 56,1 τοις εκατό και 62,9 τοις εκατό αντίστοιχα.8

Στις λεγόμενες αναδυόμενες αγορές, οι οποίες έμοιαζαν –προς στιγμήν τουλάχιστον– να είναι ικανές να σύρουν ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία προς τα εμπρός, οι πρόσφατες εξελίξεις είναι δυνητικά περισσότερο εκρηκτικές. Τώρα, όλες τους επιβραδύνονται. Στην Τουρκία και τη Βραζιλία, οι ρυθμοί ανάπτυξης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ καταβαραθρώθηκαν το 2012, στα επίπεδα του 0,9 και 0 τοις εκατό αντίστοιχα. O κινέζικός και ινδικός οδοστρωτήρας επίσης επιβραδύνονται. Στην Κίνα –παρότι εφαρμόζεται ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα τόνωσης στην παγκόσμια ιστορία– οι κατά κεφαλήν ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης έπεσαν από 9,9 τοις εκατό το 2010 σε 7,3 τοις εκατό το 2012. Στην Ινδία, οι ρυθμοί ανάπτυξης έπεσαν κι άλλο: από 9,1 τοις εκατό το 2010 σε 1,9 τοις εκατό το 2012 (ο τελευταίος κατά κεφαλήν ρυθμός αύξησης στην Ινδία είναι ο χαμηλότερος εδώ και δυο δεκαετίες).

Εντούτοις, παρά την ασθενέστατη ανάκαμψη και την πεισματικά υψηλή ανεργία, μια νέα συναίνεση βασιλεύει στις χώρες υψηλού εισοδήματος: η κεϋνσιανή περίοδος έχει παρέλθει. οι κυβερνήσεις οφείλουν να περικόψουν τις δαπάνες.

Καθώς η κρίση ξεπερνάει το αρχικό της στάδιο, γίνεται ξεκάθαρο ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η αποτυχία ρύθμισης του χρηματοπιστωτισμού. Αντιθέτως, οι τράπεζες είναι τώρα πολύ επιφυλακτικές στην ανάληψη ρίσκου. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών δίπλα στο πλεονάζον κεφάλαιο.9 Η αθλιότητα αποτελεί μακροπρόθεσμη τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά η αθλιότητα διαμεσολαβείται από το χρέος. Τη δεκαετία του ’60 δημιουργήθηκαν τεράστιες δεξαμενές πλεονάζοντος κεφαλαίου και από τότε μόνο επεκτείνονται. Σε διεθνές επίπεδο, αυτές οι δεξαμενές εμφανίζονται κυρίως ως περίσσεια δολαρίων: ευρωδολάρια στα μέσα της δεκαετίας του ’60, πετροδολάρια το ’70, ιαπωνικά δολάρια το ’80 και το ’90 και κινέζικα δολάρια το ’00. Καθώς αυτά τα δολάρια όργωναν τον πλανήτη αναζητώντας αποδόσεις (αφού δεν χρησιμοποιούνταν για την αγορά αγαθών), προκάλεσαν μια απότομη πτώση στην τιμή του χρήματος και με αυτόν τον τρόπο, στη συνέχεια, έσκασαν μια σειρά φούσκες, οι μεγαλύτερες εκ των οποίων, τον περασμένο αιώνα, ήταν η Λατινική Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η Ιαπωνία στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και η Ανατολική Ασία στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Καθ’ οδόν για την τωρινή κρίση, υπήρξαν οι φούσκες του χρηματιστηρίου των ΗΠΑ και του κατασκευαστικού τομέα την περίοδο 1998-2007.10

Καθώς οι χρηματιστηριακοί δείκτες των ΗΠΑ και οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν ακόμα πιο ψηλά, όσοι είχαν περιουσιακά στοιχεία αισθάνονταν πλουσιότεροι. Η αξία των περιουσιακών στοιχείων τους εκτοξευόταν στον ουρανό. Η αύξηση των αξιών των περιουσιακών στοιχείων οδήγησε τότε στη μακροπρόθεσμη πτώση του ρυθμού αποταμίευσης. Και με αυτόν τον τρόπο –παρά τους καθοδικούς επενδυτικούς δείκτες, τη μακροπρόθεσμη επιβράδυνση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και την έντονη εξαθλίωση του εργατικού δυναμικού– η υποβοηθούμενη από τη φούσκα κατανάλωση συνέχισε να κινεί την οικονομία στο ρελαντί, και αυτό όχι μόνο στις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ ρούφηξαν το 17,8 τοις εκατό των παγκόσμιων εξαγωγών το 2007. Οι εισαγωγές τους αντιστοιχούσαν στο 7 τοις εκατό του παγκόσμιου ΑΕΠ για την ίδια χρονιά. Αρκεί να πούμε ότι αποτέλεσε μια τόνωση τεραστίων διαστάσεων για την παγκόσμια οικονομία. Αλλά η βασισμένη στο χρέος κατανάλωση δεν επιμεριζόταν εξίσου στον αμερικάνικο πληθυσμό. Οι προλετάριοι ολοένα και περισσότερο ανακαλύπτουν ότι είναι υπεράριθμοι για την καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία. η ζήτηση για την εργασία τους είναι χαμηλή. Κατά συνέπεια, οι πραγματικοί μισθοί των εργατών παραμένουν στάσιμοι εδώ και 40 χρόνια. Αυτό έχει προκαλέσει μια μαζική μεταβολή στη σύνθεση της ζήτησης στις ΗΠΑ. Η κατανάλωση ολοένα πιο πολύ εξαρτάται μόνο από τα μεταβαλλόμενα γούστα των υπερπλουσίων: στο υψηλότερο 5 τοις εκατό των εισοδημάτων αντιστοιχεί το 37 τοις εκατό των δαπανών. στο υψηλότερο 20 τοις εκατό των εισοδημάτων αντιστοιχεί πάνω από το μισό των δαπανών – 60,5 τοις εκατό.11

Εικόνα 1: Πλεονάζον κεφάλαιο και πλεονάζων πληθυσμός ως αποσυντιθέμενα κυκλώματα κεφαλαίου και εργασίας

Τώρα που πέφτουν οι τιμές των ακινήτων και των χρηματιστηρίων, η επίδραση του πλούτου είναι αντίστροφη.12 Τα νοικοκυριά ξεπληρώνουν χρέη ήδη συσσωρευμένα. Προσπαθούν να μειώσουν τον λόγο χρέους-ανά-περιουσιακό στοιχείο. Ως αποτέλεσμα, οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν, όσο χαμηλά κι αν πέσουν τα επιτόκια. Και έχουμε μακρύ δρόμο ακόμα. Το συνολικό χρέος –κράτους, επιχειρήσεων και νοικοκυριών– αποτελεί χοντρικά το 350 τοις εκατό του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιαπωνία, την Ισπανία, τη Νότια Κορέα και τη Γαλλία, το συνολικό χρέος είναι ακόμα υψηλότερο, μέχρι 500 τοις εκατό του ΑΕΠ.13 Η απομόχλευση μόλις ξεκίνησε. Εν τω μεταξύ, η επιβράδυνση στις χώρες υψηλού εισοδήματος μεταδόθηκε στις χώρες χαμηλού εισοδήματος μέσω της στασιμότητας ή μείωσης των εισαγωγών από τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Το αποτέλεσμα είναι πίεση στις δαπάνες της κυβέρνησης, προερχόμενη από δυο κατευθύνσεις:

1)            Οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να ξοδέψουν για να αποτρέψουν την επιστροφή της ύφεσης. Αν δεν είναι σε θέση να υιοθετήσουν μεγάλα προγράμματα τόνωσης της οικονομίας, τότε στηρίζονται σε αυτόματες αυξήσεις δαπανών (ή τη διατήρηση του ύψους των δαπανών παρά τη μείωση των εσόδων). Ο λόγος του συνολικού χρέους προς το ΑΕΠ για τις χώρες του G7 αυξήθηκε από 83 τοις εκατό το 2007 σε 124 τοις εκατό το 2013. Τα τελευταία έξι χρόνια, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρεώθηκε με ένα ποσό μεγαλύτερο από ολόκληρη την ετήσια παραγωγή της χώρας το 1990 μόνο και μόνο για να εμποδίσει την οικονομία να καταρρεύσει! Για ποιον λόγο οι οικονομίες τρέχουν τόσο πολύ για να παραμείνουν στη θέση τους;

Επί της ουσίας, ο ιδιωτικός δανεισμός δεν έχει αυξηθεί παρά λίγο – παρά τα μηδενικά βραχυπρόθεσμα επιτόκια και τα ιστορικά χαμηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να αποταμιεύουν αντί να δανείζονται, σε όλη την έκταση της ιδιωτικής οικονομίας, δημιούργησε το λεγόμενο «κενό δαπανών». Η ιδιωτική οικονομία θα συρρικνωνόταν αν η κυβέρνηση δεν παρενέβαινε για να γεμίσει αυτό το κενό. Στόχος των μέτρων δημοσιονομικής τόνωσης δεν είναι η επανεκκίνηση της ανάπτυξης. Αυτό θα συνέβαινε μόνο αν οι άνθρωποι ξόδευαν τα χρήματα που τα μέτρα τόνωσης θα έβαζαν στις τσέπες τους. Αντίθετα, τα νοικοκυριά χρησιμοποιούν αυτά τα χρήματα για να αποπληρώσουν χρέη. Κατά την παρούσα κρίση, το νόημα των κρατικών δαπανών είναι η εξαγορά χρόνου – δίνοντας στον καθένα την ευκαιρία να μειώσει το ποσοστό χρέους-ανά-περιουσιακό στοιχείο χωρίς να προκαλέσει αποπληθωρισμό.14 Ο αποπληθωρισμός, μειώνοντας τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων, θα έκανε ακόμα χειρότερα αυτά τα ποσοστά, προκαλώντας ένα σπιράλ χρέους-αποπληθωρισμού.

Εν τω μεταξύ, στις κορυφές της παγκόσμιας οικονομίας, ορισμένα κράτη πειραματίζονται με άλλους τρόπους εξυγίανσης των ιδιωτικών ισολογισμών: προσπαθούν να αυξήσουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων αντί να μειώσουν τα χρέη. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Τράπεζα της Αγγλίας, μαζί με άλλες κεντρικές τράπεζες, έχουν αναλάβει την «ποσοτική χαλάρωση». Αγόρασαν τα δικά τους κρατικά ομόλογα μακράς διαρκείας μειώνοντάς τους τα επιτόκια. Οι επενδυτές εξωθήθηκαν έτσι εκτός της αγοράς ομολόγων, όπου οι αποδόσεις μειώνονταν, προς περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερου ρίσκου. Η προσωρινή επιτυχία αυτού του σχεδίου βρήκε την αντανάκλασή της στην εκ νέου αύξηση των τιμών των μετοχών. Υπήρχε η ελπίδα πως η αύξηση των τιμών θα μείωνε τα ποσοστά χρέους-ανά-περιουσιακό στοιχείο των επιχειρήσεων και των πλούσιων νοικοκυριών – όχι με την αποπληρωμή ή τη διαγραφή των χρεών τους, αλλά με το εκ νέου φούσκωμα σε ορισμένο βαθμό της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων. Το πρόβλημα είναι ότι τα αποτελέσματα της ποσοτικής χαλάρωσης μοιάζουν να διαρκούν μόνο όσο και η ίδια η χαλάρωση. Τα χρηματιστήρια δεν ανεβαίνουν επειδή η οικονομία ανακάμπτει. Ένας χείμαρρος άσχημων ειδήσεων –με το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης να αποτελεί τη χειρότερη όλων– προκαλεί την κατάρρευση αυτής της μικρογραφίας χρηματιστηριακών φουσκών.

Κι ακόμα περισσότερο: μόνο τώρα γίνεται ξεκάθαρο ποια ήταν η επίδραση της ποσοτικής χαλάρωσης έξω από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή στην παγκόσμια οικονομία. Το σημαντικότερο όλων, προκάλεσε την τεράστια αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων (π.χ. τρόφιμα και καύσιμα) – εξαθλιώνοντας τους φτωχούς του κόσμου και προκαλώντας τις ταραχές για την τροφή που προηγήθηκαν άμεσα της Αραβικής Άνοιξης.15 Ταυτόχρονα, η ποσοτική χαλάρωση προκάλεσε επίσης την εμφάνιση μαζικών συναλλαγών σε ξένο συνάλλαγμα: επενδυτές από όλο τον κόσμο δανείστηκαν σε πάρα πολύ χαμηλά επιτόκια στις ΗΠΑ προκειμένου να επενδύσουν στις «αναδυόμενες αγορές». Αυτό ισχυροποίησε τα νομίσματα ορισμένων χωρών χαμηλού εισοδήματος εξασθενώντας κατά πολύ τις χώρες που το προηγούμενο διάστημα είχαν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα. Τα κράτη των χωρών χαμηλού εισοδήματος εξουδετέρωσαν αυτή την εξασθένηση με τεράστια προγράμματα δημοσιονομικών κινήτρων (στηριζόμενα εν μέρει στις εισροές ξένου κεφαλαίου). Αυτά τα κίνητρα εξηγούν γιατί οι χώρες χαμηλού εισοδήματος κατόρθωσαν να ανακάμψουν τόσο γρήγορα από της Μεγάλη Ύφεση συγκρινόμενες με τις χώρες υψηλού εισοδήματος. Αλλά ανέκαμψαν όχι στη βάση μιας πραγματικής αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον μέσω της, στηριζόμενης σε φούσκες, ραγδαίας αύξησης της οικοδομικής δραστηριότητας, όμοιας με αυτήν που έσυρε τις πλούσιες χώρες καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’00. Τώρα, με την πιθανότητα η ποσοτική χαλάρωση να φτάνει στο τέλος της, διακινδυνεύεται όχι μόνο η ασθενής ανάκαμψη στις ΗΠΑ, αλλά κατά τα φαινόμενα και η, στηριζόμενη σε φούσκες, ανάκαμψη στις αναδυόμενες αγορές. Τα κράτη θα πρέπει να συνεχίσουν να ξοδεύουν για να μην καταρρεύσουν τα προσωρινά στηρίγματα που έχουν τοποθετήσει.

Πίνακας 1: Ρυθμοί κατά κεφαλήν αύξησης του ΑΕΠ για επιλεγμένες χώρες, 2008-12

Πίνακας 2: Κρατικό χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ για επιλεγμένες χώρες του ΟΟΣΑ, 2007-13

2)            Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πίεση προς τις κυβερνήσεις: στις ΗΠΑ και την ΕΕ, η τόνωση έχει δώσει τη θέση της στη λιτότητα προκειμένου να καθησυχαστούν οι κάτοχοι ομολόγων. Σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια αυξήθηκαν τάχιστα, σε σχέση με το γερμανικό δεκαετές ομόλογο. Η Ελλάδα χρειάστηκε να χρεωκοπήσει, εν μέρει. Αλλού, τα μέτρα λιτότητας ήταν αναγκαία για να ανακοπεί η περαιτέρω αύξηση των επιτοκίων. Το πρόβλημα είναι ότι τα κρατικά χρέη ήταν ήδη υψηλά το 2007, κατά την έναρξη της κρίσης. Αυτό το γεγονός έχει αγνοηθεί παντελώς από τους κεϋνσιανούς. Τα τελευταία 40 χρόνια, ο λόγος χρέους-προς-ΑΕΠ έτεινε να αυξάνεται κατά τη διάρκεια περιόδων ραγδαίας οικονομικής ύφεσης (busts), αλλά αρνιόταν να μειωθεί ή και ανέβαινε σε στιγμές ραγδαίας μεγέθυνσης (booms). Τα κράτη δεν ήταν ικανά να χρησιμοποιήσουν την ανάπτυξη κατά τη διάρκεια αυτών των εξάρσεων για να αποπληρώσουν τα χρέη, γιατί οι εξάρσεις αυτές ήταν όλο και πιο αδύναμες από κύκλο-σε-κύκλο. Οποιαδήποτε προσπάθεια αποπληρωμής του χρέους διακινδύνευε την υπονόμευση των ολοένα πιο εύθραυστων περιόδων ανάπτυξης. Ως αποτέλεσμα, τα κρατικά χρέη αυξάνονταν, αργά αλλά σταθερά, σε πολλές χώρες υψηλού εισοδήματος για μια περίοδο δεκαετιών. Όμως η αύξηση αυτού του χρέους μονάχα μετρίασε την αδιαμφισβήτητη επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης. Οι ρυθμοί ανάπτυξης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκαν με το πέρασμα των δεκαετιών, στις χώρες υψηλού εισοδήματος, από 4,3 τοις εκατό τη δεκαετία του ’60 σε 2,9 τοις εκατό τη δεκαετία του ’70, σε 2,2 τοις εκατό τη δεκαετία του ’80, σε 1,8 τοις εκατό τη δεκαετία του ’90, σε 1,1 τοις εκατό τη δεκαετία του ’00.

Κι έτσι, κατά την έναρξη της κρίσης, το χρέος ήταν ήδη πολύ υψηλότερο από ό,τι ήταν το 1929. Για παράδειγμα, την παραμονή της Μεγάλης Ύφεσης, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ είχε εκτιμηθεί σε 16 τοις εκατό του ΑΕΠ. δέκα χρόνια μετά, το 1939, αυξήθηκε σε 44 τοις εκατό. Αντίθετα, την παραμονή της παρούσας κρίσης, το 2007, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ είχε ήδη εκτιμηθεί σε 62 τοις εκατό του ΑΕΠ. Έφτασε το 100 τοις εκατό μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα.16 Αυτός είναι ο λόγος που η αύξηση του χρέους ξύπνησε το φάντασμα της χρεωκοπίας στις χώρες υψηλού εισοδήματος.

Το υψηλό κρατικό χρέος, μεταφερμένο από προηγούμενες δεκαετίες, περιορίζει την ικανότητα των κρατών να περικόψουν το χρέος σήμερα. Χρειάζεται να φυλάνε τις δυνάμεις τους – να συντηρούν, όσο περισσότερο γίνεται, τη δυνατότητά τους να έχουν πρόσβαση σε φθηνές πηγές δανειοδότησης. Τα κράτη θα χρειαστούν πίστωση καθώς θα προσπαθούν να καβαλήσουν τα κύματα της χρηματοπιστωτικής αναταραχής. Το παράδοξο αποτέλεσμα είναι η λιτότητα εν μέσω κρίσης. Τα κράτη χρειάζεται να πείσουν τους κατόχους ομολόγων για την ικανότητά τους να χαλιναγωγήσουν το χρέος τώρα, έτσι ώστε να διατηρήσουν τη δυνατότητα να περικόψουν το χρέος αργότερα. Μερικά κράτη (Ιρλανδία, Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) φαίνεται ότι έχουν ήδη φτάσει στα πιστωτικά όριά τους.

Αυτές οι δυο πιέσεις –για δαπάνες προκειμένου να αποτραπεί ο αποπληθωρισμός και για περικοπές προκειμένου να αποτραπεί η πτώχευση– είναι εξίσου αδύνατον να κατευναστούν. Συνεπώς, η λιτότητα δεν συνιστά μόνο μια επίθεση της καπιταλιστικής τάξης στους φτωχούς. Η λιτότητα έχει τη βάση της στη διόγκωση του κρατικού χρέους, η οποία τώρα φτάνει σε αδιέξοδο (όπως συνέβη στις χώρες χαμηλού εισοδήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’80).

Η Ελλάδα βρίσκεται στο κέντρο της συνεπαγόμενης καταιγίδας λιτότητας, έχοντας διασωθεί δυο φορές από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Το πρώτο πακέτο οικονομικής βοήθειας ήρθε τον Μάιο του 2010 και το δεύτερο τον Ιούλιο του 2011. Είναι σχεδόν αναπόφευκτο ότι θα χρειαστεί και τρίτο πακέτο μέσα στο 2014. Για να πάρει αυτά τα πακέτα, η Ελλάδα αναγκάστηκε να εφαρμόσει τουλάχιστον πέντε διαφορετικές δέσμες μέτρων λιτότητας, η χειρότερη από τις οποίες ψηφίστηκε τον Ιούνιο του 2011. Οι μισθοί των εργαζόμενων στον δημόσιο τομέα μειώθηκαν κατά 15 τοις εκατό. 150.000 εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα πρόκειται να απολυθούν μέχρι το 2015.17 Αυξήθηκε το όριο συνταξιοδότησης. Οι δαπάνες για συντάξεις και επιδόματα μειώθηκαν κατά 36 τοις εκατό. Πολλές ΔΕΚΟ (τηλέφωνο, νερό και ηλεκτρικό ρεύμα), καθώς και κρατικά λιμάνια, ορυχεία και αεροδρόμια, ιδιωτικοποιήθηκαν μερικώς. Αυξήθηκε ο φόρος εισοδήματος και ο φόρος προστιθέμενης αξίας. Βαθιές περικοπές ήρθαν, πάλι, τον Ιούλιο του 2013, όταν απολύθηκαν 25.000 δημόσιοι υπάλληλοι παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στον ιδιωτικό τομέα. Εξαιτίας της λιτότητας, τα ελληνικά εισοδήματα συρρικνώθηκαν κατά ένα πέμπτο μεταξύ 2007 και 2012. Καθώς αυτή η συρρίκνωση σήμαινε επίσης λιγότερα έσοδα στα κρατικά ταμεία, το μόνο που έκαναν τα μέτρα λιτότητας ήταν να απομακρύνουν την Ελλάδα ακόμα περισσότερο από τη δημοσιονομική εξυγίανση. Όπως τόσες πολλές χώρες χαμηλού εισοδήματος τη δεκαετία του ’80, η δομική προσαρμογή έκανε την Ελλάδα ακόμα πιο εξαρτημένη από τον εξωτερικό δανεισμό.

Παρόμοια μέτρα λιτότητας εφαρμόστηκαν στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιταλία με μικρότερη ένταση. Αλλά ακόμα και στις ΗΠΑ σχολεία έκλεισαν, δίδακτρα αυξήθηκαν, το κόστος περίθαλψης ανέβηκε και επιδόματα συνταξιοδότησης εξαφανίστηκαν. Δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν en masse. όσες παρέμειναν, είδαν τους μισθούς τους να μειώνονται.

Συντονισμένη δράση των κεντρικών τραπεζών, μαζική στήριξη στις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, αύξηση του κρατικού χρέους και τώρα –για να αποφευχθεί ο φόβος στις αγορές ομολόγων– στροφή στη λιτότητα. Όλα αυτά έχουν εμποδίσει τη μετατροπή της Μεγάλης Υποχώρησης (Great Recession) σε μια άλλη μια Μεγάλη Ύφεση (Great Depression). Ο τρόπος με τον οποίο αναλήφθηκαν αυτές οι ενέργειες προκάλεσε την περαιτέρω συγκέντρωση του ελέγχου στα χέρια των υπουργών των ΗΠΑ και της Γερμανίας, οι οποίες λειτουργούν ως έσχατοι καταναλωτές και δανειστές της παγκόσμιας οικονομίας. Αλλά είναι ξεκάθαρο –δεδομένων των πολύ υψηλών κρατικών και ιδιωτικών χρεών, της αργής ή ακόμα επίμονα αρνητικής οικονομικής ανάπτυξης και της υπερβολικά υψηλής ανεργίας (ειδικά των νέων) σε πολλές χώρες– ότι η αναταραχή κάθε άλλο παρά έχει περάσει.

Προτιμούμε να αντιλαμβανόμαστε την τωρινή περίοδο ως μια διαδικασία κράτησης. Επισημαίνοντας όμως ότι η οικονομία χάνει ύψος συνεχώς. Γι’ αυτόν τον λόγο η διαδικασία κράτησης μπορεί να είναι μόνο προσωρινή. Είναι ενδεχομένως πιθανό, με κάποιο θαύμα, η παγκόσμια οικονομία να πατήσει γκάζι, να επιταχύνει επαρκώς και να εξακοντιστεί στον ουρανό. Αλλά υπάρχουν «σημαντικοί καθοδικοί κίνδυνοι». Η στροφή στη λιτότητα θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη σταθερότητα που υποτίθεται ότι ενισχύει, μιας και λιτότητα σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις κάνουν λιγότερα για να αντισταθμίσουν την έλλειψη δαπανών στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό ξυπνάει, για μια ακόμα φορά, το φάντασμα του αποπληθωρισμού. ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης αορίστου χρόνου παραμένει η μόνη δύναμη που μπορεί να κάνει τις αποπληθωριστικές πιέσεις να υποχωρήσουν. Κι όμως, ακόμα και χωρίς αποπληθωρισμό, υπάρχουν ακόμα πολλές πιθανότητες η τρέχουσα οικονομική αναταραχή να καταλήξει σε συντριβή. Στο κάτω-κάτω, οι πτωχεύσεις –εξεταζόμενες σε παγκόσμιο επίπεδο– στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο σπάνιες: έρχονται με τη μορφή κυμάτων και παίζουν κυρίαρχο ρόλο στο πώς εκτυλίσσονται οι κρίσεις σε πλανητικό επίπεδο. 

Μπορούν τα κράτη με κάποιο τρόπο να αψηφήσουν τον νόμο της αξίας αυξάνοντας μαζικά τα χρέη τους χωρίς να μειώσουν τους αναμενόμενους μελλοντικούς ρυθμούς ανάπτυξης των οικονομιών τους; Όσοι πιστεύουν ότι θα καταφέρουν κάτι τέτοιο, θα δουν το επόμενο διάστημα αυτή τους την άποψη να ελέγχεται. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε την πιθανότητα να έχουν δίκιο: στην τελική, η μαζική συσσώρευση χρεών –εκ μέρους επιχειρήσεων, νοικοκυριών και κρατών, συνεχώς με καινούριους τρόπους– έχει αναβάλει την έναρξη μιας νέας ύφεσης ξανά και ξανά, για δεκαετίες. Ποιος μπορεί να πει αν το τωρινό μοτίβο πρόκειται διατηρηθεί μόνο για μερικές εβδομάδες ακόμα ή για μερικά χρόνια;

Ωστόσο, η ενδεχόμενη διατήρηση αυτού του μοτίβου θα απαιτούσε να μην λάβει χώρα, σε κάποια περιοχή της παγκόσμιας οικονομίας, κάποια κατάρρευση που θα δοκίμαζε εκ νέου τη σταθερότητα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αρχιτεκτονικής. H ΑΙG μπορεί να ήταν πολύ μεγάλη για να χρεωκοπήσει, όμως η Ιταλία είναι πολύ μεγάλη για να διασωθεί. Η Ευρωζώνη έχει βρεθεί στο χείλος μερικές φορές και την έχει γλιτώσει, αλλά η κρίση στην Ευρωζώνη δεν έχει επιλυθεί οριστικά. Η πιθανότητα μετατροπής της τρέχουσας επιβράδυνσης των BRICs σε αυτό που κατ’ ευφημισμό έχει αποκληθεί «ανώμαλη προσγείωση» μπορεί δυνητικά να προκαλέσει μεγαλύτερη αναταραχή. Κάτι τέτοιο μοιάζει να λαμβάνει χώρα στην Ινδία και τη Βραζιλία, αλλά η πραγματική ανησυχία αφορά μια κατάρρευση στην Κίνα. Η μαζική παροχή κινήτρων από την πλευρά του κράτους, από το 2007, ενέτεινε την πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα στις κατασκευές και τη μεταποίηση. Οι τράπεζες κρύβουν μεγάλους αριθμούς κόκκινων δανείων σε έναν «σκιώδη τραπεζικό» τομέα τεραστίων διαστάσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση, η υπερβολικά γρήγορη άνοδος στις τιμές των ακινήτων –μεγαλύτερης τάξης μεγέθους από τη φούσκα των τιμών των ακινήτων που μόλις έσκασε στις ΗΠΑ– είναι εντελώς αποκαλυπτική. Η κινεζική κυβέρνηση μας διαβεβαιώνει ότι «αυτή τη φορά είναι διαφορετικά», αλλά η κυβέρνηση των ΗΠΑ έλεγε ακριβώς τα ίδια στα μέσα της δεκαετίας του ’00...

3  Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι πιασμένος, προς το παρόν, σε βαθιά κρίση. ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην εκλάβουμε λανθασμένα την κρίση αυτού του τρόπου παραγωγής ως αδυναμία του κεφαλαίου στην πάλη του με την εργασία. Στην πραγματικότητα, οι κρίσεις τείνουν να ενδυναμώνουν το κεφάλαιο. Διότι, στην κρίση η ζήτηση για εργασία μειώνεται την ίδια στιγμή που, εξαιτίας μαζικών απολύσεων, η προσφορά της αυξάνεται. Αυτό και μόνο αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση των εργατών. Αλλά υπάρχει κι άλλο: ενώ είναι αλήθεια ότι το κεφάλαιο έχει απώλειες κατά τη διάρκεια μιας καθοδικής πορείας, εντούτοις είναι αλήθεια ότι οι ατομικοί καπιταλιστές σπανίως αντιμετωπίζουν μια υπαρξιακή απειλή εξαιτίας αυτών των απωλειών. Αντίθετα, είναι οι εργάτες που, κατά την καθοδική πορεία, απειλούνται με απώλεια των θέσεων εργασίας τους – και επομένως με απώλεια όλων όσων έχουν. Οι κρίσεις αποδυναμώνουν τη θέση των εργατών, ως εργατών.

Αυτός είναι ο λόγος που, εν μέσω κρίσης, οι καπιταλιστές μπορούν να υποστηρίζουν –σωστά, από την οπτική γωνία πολλών εργατών– ότι η αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι κάθε άλλου πράγματος. Όσο οι εργάτες αποδέχονται τους όρους της ταξικής σχέσης, ανακαλύπτουν ότι οι ζωές τους (πολύ περισσότερο από αυτές των καπιταλιστών) εξαρτώνται από την υγεία του συστήματος. Η αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους είναι ο μόνος τρόπος να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και, εν τη απουσία μιας μαζικής επίθεσης στην ίδια την ύπαρξη της ταξικής κοινωνίας, ο κάθε ατομικός προλετάριος πρέπει να ψάχνει για μια θέση εργασίας ή να τη διατηρεί. Δεν προκαλεί, λοιπόν, έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί εργάτες ανταποκρίθηκαν στην έναρξη της κρίσης αποδεχόμενοι τα μέτρα λιτότητας. Είναι επειδή οι εργάτες είναι ευάλωτοι, τώρα περισσότερο από ποτέ, που οι καπιταλιστές και οι εκπρόσωποί τους προωθούν τα συμφέροντά τους. ορίζουν τι θα χρειαστεί προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία του συστήματος με τρόπους που τους ωφελούν άμεσα.

Γι’ αυτό και η λιτότητα ποτέ δεν σημαίνει μόνο προσωρινές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες εν μέσω οικονομικής κάμψης. Αντιθέτως, τα προγράμματα κοινωνικών δαπανών δεν περικόπτονται μόνο. διαλύονται εκ των έσω ή καταργούνται εξ ολοκλήρου. Σε πολλές χώρες, η κρίση χρησιμοποιείται σαν μοχλός καταστροφής καλά θεμελιωμένων δικαιωμάτων και κεκτημένων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να οργανώνεσαι. Και παντού η κρίση έχει χρησιμεύσει ως δικαιολογία για την περαιτέρω συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των τεχνοκρατών που βρίσκονται στην υπηρεσία των πιο ισχυρών κρατών (ΗΠΑ, Γερμανία). Αυτοί οι χειρισμοί δεν αποτελούν απλά κυκλική προσαρμογή απέναντι στην απότομη πτώση της οικονομίας. Έχουν να κάνουν με την αποκατάσταση των κερδών με τον πιο άμεσο δυνατό τρόπο: πιέζοντας τους μισθούς προς τα κάτω. Η κεϋνσιανή αντίληψη ότι αν τα κράτη λειτουργούσαν ορθολογικά, τότε με κάποιο τρόπο θα έπειθαν το κεφάλαιο να μη χρησιμοποιεί τα όπλα του όταν η οικονομία βρίσκεται σε πτώση, είναι η καθαρότερη των ιδεολογιών.

Παραδόξως, είναι για τους ίδιους ακριβώς λόγους που οι κρίσεις συνδέονται όχι με τη συνέχιση της φυσιολογικής πορείας της ταξικής πάλης, αλλά μάλλον με τη «δραστηριότητα κρίσης».18 Αυτοοργανωμένοι αγώνες ξεσπούν πιο συχνά: μεγάλες διαδηλώσεις και γενικές απεργίες, ταραχές και λεηλασίες, καταλήψεις εργασιακών χώρων και κυβερνητικών κτιρίων. Εν μέσω κρίσης, οι εργάτες ανακαλύπτουν ότι αν συνεχίσουν να παίζουν με τους κανόνες του παιχνιδιού του κεφαλαίου, μπορούν μόνο να χάσουν. Γι’ αυτό και ολοένα περισσότεροι εργάτες έχουν πάψει να παίζουν με τους κανόνες αυτούς. Αντίθετα, εμπλέκονται σε αγώνες που θέτουν σε δοκιμασία τους όρους της σχέσης κεφαλαίο-εργασίας (χωρίς απαραίτητα να αμφισβητούν την ύπαρξή της).

Προκύπτει τότε το ερώτημα: σε τι είδους αυθόρμητους αγώνες εμπλέκονται οι προλετάριοι σήμερα; Στο δεύτερο τεύχος του Endnotes, επικεντρώσαμε στην εμφάνιση και εξάπλωση των πλεοναζόντων πληθυσμών, ως της ανθρώπινης ενσάρκωσης των αντιφάσεων του κεφαλαίου. Γι’ αυτή μας την επιλογή δεχτήκαμε κριτική από κάποιους. Στην τελική, η άμεση συμβολή των πλεοναζόντων πληθυσμών στη συσσώρευση είναι ελάχιστη. στερούνται το πλεονέκτημα των παραδοσιακών παραγωγικών εργατών, οι οποίοι μπορούν να ακινητοποιήσουν το σύστημα αποσυρόμενοι από την εργασία τους. Επιπλέον, οι υπερπληθυσμοί μπορούν να περιθωριοποιηθούν, να φυλακιστούν και να γκετοποιηθούν. Μπορούν να εξαγοραστούν με πελατειακές σχέσεις. οι ταραχές τους μπορούν να αφεθούν να εξαντληθούν μέχρι τέλους. Πώς θα μπορούσαν οι πλεονάζοντες πληθυσμοί να παίξουν έναν ρόλο κλειδί στην ταξική πάλη;

Στα τέλη του 2010, οι πλεονάζοντες πληθυσμοί απάντησαν οι ίδιοι σε αυτό το ερώτημα. Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Mohamed Bouazizi αυτοπυρπολήθηκε έξω από ένα αστυνομικό τμήμα στο Sidi Bouzid. Δυο μέρες αργότερα, ο Hussein Nagi Felhi σκαρφάλωσε σε έναν στύλο ηλεκτρικού ρεύματος στην ίδια πόλη, φώναξε «όχι στην αθλιότητα, όχι στην ανεργία» και προκάλεσε ηλεκτροπληξία στον εαυτό του. Μέσα σε μερικές μέρες, οι ταραχές εξαπλώθηκαν σχεδόν σε κάθε πόλη και σε μερικές εβδομάδες ο πρόεδρος το είχε σκάσει. Στον μήνα που ακολούθησε, ενέργειες αυτοπυρπόλησης, σαν φωτοβολίδες στον ουρανό, φώτισαν τις παραγκουπόλεις της Βόρειας Αφρικής: στην Αλγερία, το Μαρόκο, τη Μαυριτανία και την Αίγυπτο.

Ο Abdou Abdel-Moneim, ένας αιγύπτιος φούρναρης, αυτοπυρπολήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2011, μετά την απόρριψη παροχής επιδοτούμενου αλευριού. Οι παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις κατέρρεαν.19 Αυτή ήταν η μια πλευρά του κακού που βρήκε τους φτωχούς της Αιγύπτου. Η άλλη, που σηματοδοτήθηκε από την άγρια δολοφονία του Khaled Said ενώ ήταν κρατούμενος την προηγούμενη χρονιά, ήταν η ένταση της αστυνομικής καταστολής. Αυτό ήταν το πλαίσιο εντός του οποίου οι νεαροί ακτιβιστές της Αιγύπτου –παίρνοντας τη σκυτάλη από την ανατροπή του Ben Ali στην Τυνησία– αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν με τον Mubarak. Κάνοντας μια καίρια επιλογή, ξεκίνησαν τις πορείες τους στις 25 Ιανουαρίου (μέρα παραδοσιακά προορισμένη για τον εορτασμό της αστυνομίας) από τις πιο φτωχές γειτονιές του Καΐρου προσθέτοντας το «ψωμί» στα ήδη διακηρυγμένα αιτήματα για «ελευθερία» και «κοινωνική δικαιοσύνη». Ανταποκρινόμενος, κόσμος απ’ αυτές τις γειτονιές ξεχύθηκε στους δρόμους. Παίρνοντας θάρρος από το παράδειγμα της Τυνησίας, αυτός ο καινούριος, σύμμικτος αγώνας –που έφερε κοντά ταξικά κομμάτια των οποίων οι αγώνες προηγουμένως εξελίσσονταν απομονωμένοι– γρήγορα εξαπλώθηκε σε κάθε μεγάλη πόλη (σε αντίθεση με τις ταραχές για το ψωμί στη Malhalla το 2008, οι οποίες προέκυψαν από μια αποτυχημένη απεργία εκεί).

Κι έτσι, αν οι αυτοπυρπολήσεις αποτέλεσαν την αφετηριακή στιγμή αυτού του αγώνα, οι αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες που ακολούθησαν ήταν η κορύφωσή του. Η τακτική του τρέχοντος κύκλου αγώνα αποκρυσταλλώθηκε σε: (1) μαζικές ταραχές, ικανές για ευρεία διάχυση, συχνά όμως επικεντρωμένες σε ένα έδαφος. (2) μετασχηματισμό αυτού του εδάφους σε κατάληψη, σε κέντρο δημόσιου διαλόγου και αντιπαράθεσης (και σύγκρουσης με την αστυνομία). και (3) σε απόπειρες επέκτασης από αυτό το κέντρο προς τις γύρω περιοχές μέσω άγριων διαδηλώσεων, συνελεύσεων γειτονιάς, απεργιών αλληλεγγύης και μπλοκαρισμάτων.

Φυσικά, οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων δεν ήταν το μόνο ούτε καν το κύριο συστατικό αυτού του νέου κύματος. Ποιοι άλλοι τοποθέτησαν τους εαυτούς τους στις πλατείες; Ο Paul Mason, ένας δημοσιογράφος του BBC που βρισκόταν επί τόπου στα περισσότερα κινήματα, αναγνώρισε τρία ταξικά κομμάτια, τα οποία όλα έπαιξαν ρόλους-κλειδιά στο κίνημα των πλατειών του 2011: πτυχιούχοι χωρίς μέλλον, η νεολαία των κατώτερων τάξεων και οι οργανωμένοι εργάτες.20 Είναι οι πρώτοι σε αυτή τη λίστα –δηλαδή καταχρεωμένοι γραφίστες, φτωχοποιημένοι διοικητικοί υπάλληλοι, απλήρωτοι ειδικευόμενοι και, στη Βόρεια Αφρική, απόφοιτοι που περιμένουν πολύ καιρό για να διοριστούν σε γραφειοκρατικές θέσεις εργασίας– που βρίσκονται στο προσκήνιο όσων περιγράφει ο Mason. Όμως, κοιτώντας πίσω στο 2011, είναι εμφανές ότι οι αγώνες αυτών των αποξενωμένων πτυχιούχων γίνονται εκρηκτικοί μόνο όταν οι φτωχοί εισβάλλουν και τους κατακλύζουν. Στην Αίγυπτο, όπως είδαμε, οι διαμαρτυρίες του Ιανουαρίου απογειώθηκαν επειδή οι νεαροί ακτιβιστές ξεκίνησαν τις πορείες τους από τις παραγκουπόλεις. Το ίδιο συνέβη και στην Αγγλία: σημαντικό σημείο καμπής για τις φοιτητικές διαμαρτυρίες του 2010 αποτέλεσε η είσοδος των ατίθασων νιάτων (the young and the restless), που εξήλθαν δυναμικά για να διαμαρτυρηθούν για την κατάργηση του Eπιδόματος Εκπαιδευτικής Προστασίας.21

Το ζήτημα εδώ είναι γενικότερο: στον βαθμό που οι διαμαρτυρίες του 2011 γενικεύτηκαν, έτειναν να το κάνουν με τρόπους που αποσταθεροποιούσαν τα κεντρικά αιτήματά τους. Υπήρχε μια πίεση για γενίκευση, η οποία εντούτοις απέτυχε να ενοποιήσει την τάξη. Στο κάτω-κάτω, τι σημαίνει να απαιτεί κανείς ελευθερία μέσα σε μια θάλασσα κατοίκων των φτωχογειτονιών του Καΐρου; Δεν υπάρχει καμία περίπτωση αυτοί να ενσωματωθούν –ως κανονικοί εργάτες/καταναλωτές– σε μια οποιαδήποτε οικονομία, είτε πρόκειται για την αυταρχική ή για τη φιλελεύθερη Αίγυπτο. Με την ίδια λογική, τι σημαίνει να μάχεσαι την αύξηση των διδάκτρων μαζί με τη νεολαία από τις εργατικές συνοικίες; Οι τελευταίοι ενδέχεται να αποκλειστούν από την ίδια την οικονομία, στην οποία οι φοιτητές επιδιώκουν να μπουν. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι συμμαχίες μεταξύ φοιτητών και φτωχών νεολαίων είναι άβολες. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: αυτή η ένταση δεν είναι η ίδια που διέρρηξε τη δεκαετία του ’60, διαχωρίζοντας τους νεολαίους της μεσαίας από αυτούς της εργατικής τάξης.

Κι αυτό γιατί η ανώτερη εκπαίδευση έχει μετασχηματιστεί βαθιά στον μισό αιώνα που έχει μεσολαβήσει από το ’68. Στις πλούσιες χώρες, τα πανεπιστήμια έχουν εποικιστεί όχι μόνο από παιδιά της ελίτ, αλλά επίσης –και κυρίως– από παιδιά της εργατικής τάξης. Αυτοί οι φοιτητές συνήθως αντεπεξέρχονται στις υποχρεώσεις του πανεπιστημίου. Ακόμα κι έτσι, συσσωρεύουν μεγάλα χρέη προκειμένου να πάρουν ένα πτυχίο. Υπό αυτήν την έννοια, η λεγόμενη περίοδος του νεοφιλελευθερισμού δεν αφορούσε μόνο την παγκοσμιοποίηση της αθλιότητας. Αφορούσε επίσης την παγκοσμιοποίηση της ελπίδας. Η εκπαίδευση παίζει έναν κεντρικό ρόλο εδώ: το Αμερικάνικο Όνειρο –ελευθερία μέσω της ιδιωτικής επιχείρησης– γενικεύτηκε μέσω της διευρυμένης πρόσβασης στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Το «πάρτε ένα πτυχίο» αντικατέστησε το enrichissez-vous [πλουτίστε] του Guizot.

Ανταποκρινόμενες, οι οικογένειες παντού προσπαθούν να στείλουν τουλάχιστον ένα από τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο (ακόμα και ο Mohamed Bouazizi έβαζε λεφτά στην άκρη για το πτυχίο της αδελφής του). Σε αυτό το πλαίσιο, «το τεράστιο μέγεθος του φοιτητικού πληθυσμού σημαίνει πως το μήνυμα της εξέγερσης μεταδίδεται σε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού απ’ ό,τι παλαιότερα. Αυτό ισχύει τόσο για τον ανεπτυγμένο κόσμο όσο και για τον παγκόσμιο Νότο. Από το 2001, τα ποσοστά φοίτησης στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκαν από 19% σε 26% παγκοσμίως. Στην Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική ένα συγκλονιστικό 70% ολοκληρώνει κάποιου είδους μετα-δευτεροβάθμια εκπαίδευση».22 Γι’ αυτόν τον λόγο, οι δεκαετίες του ’90 και του ’00 ήταν μια περίοδος όχι μόνο ταξικής ήττας, αλλά και ταξικού συμβιβασμού. Τώρα αυτός ο συμβιβασμός κλονίζεται, ή υπονομεύεται, από την κρίση. Τα παιδιά έχουν γαμηθεί και αυτό σημαίνει πολλά: κάποιος έπρεπε να πληρώσει και ήταν ευκολότερο να διαγραφεί το μέλλον τους, με το πάτημα ενός κουμπιού, από το να αφαιρεθούν οι τρέχουσες θέσεις εργασίας από τους παλιότερους εργάτες. Στην Αίγυπτο, σήμερα, η ανεργία είναι σχεδόν 10 φορές μεγαλύτερη για τους πτυχιούχους από ό,τι για όσους έχουν τελειώσει το δημοτικό. Η κρίση εκδηλώθηκε ως σύγκρουση γενεών.23

Για τον Mason ήταν η «έλλειψη σύνθεσης» ανάμεσα, από τη μια, στους αγώνες των δυο τμημάτων της νεολαίας και, από την άλλη, στους αγώνες της εργατικής τάξης, αυτή που ανέκοψε την ισχύ των κινημάτων διαμαρτυρίας: εξ ου και η διάζευξη ανάμεσα στο «μαύρο μπλοκ» που διέλυσε την Oxford Street και τους διαδηλωτές του TUC που μαζεύτηκαν μαζικά στο Hyde Park για τη μεγαλύτερη (και πιο αναποτελεσματική) συνδικαλιστική διαδήλωση στη βρετανική ιστορία.24 Εξ ου επίσης, θα προσθέταμε, και η τεταμένη σχέση ανάμεσα στο συνδικάτο ILWU των φορτοεκφορτωτών της Δυτικής Ακτής και το Occupy. Από το πρώτο μπλοκάρισμα του λιμανιού στις 2 Νοεμβρίου ενάντια στην καταστολή του Occupy Oakland μέχρι το δεύτερο μπλοκάρισμα στις 12 Δεκεμβρίου για την υπεράσπιση του συνδικάτου στο Longview, η ένταση αυξανόταν καθώς και οι δυο πλευρές φοβούνταν το καπέλωμα. Τα πράγματα εξελίχθηκαν με παρόμοιο τρόπο στην Ελλάδα. Τα ελληνικά συνδικάτα, εν μέρει απαντώντας στους καταληψίες της Πλατείας Συντάγματος και σε άλλα κοινωνικά κινήματα, ανακοίνωσαν μονοήμερες γενικές απεργίες. Αλλά, παρά τη μεγάλη συμμετοχή, αυτές οι απεργίες είχαν μόνο έναν ελάχιστο αντίκτυπο και αυτός εξανεμίστηκε με τον χρόνο. Απέναντι σε αυτό, τα συνδικάτα αύξησαν τη συχνότητα των γενικών απεργιών, επεκτείνοντάς τες ορισμένες φορές στις 48 αντί των συνηθισμένων 24 ωρών. ωστόσο, οι απεργίες παρέμειναν επικουρικές ως προς τις μαζικές διαδηλώσεις και τις ταραχές που λάμβαναν χώρα τις ίδιες μέρες, στις οποίες τα μέλη των συνδικάτων υποβιβάστηκαν σε θεατές.25

Η τεταμένη σχέση των εργατών με τα ευρύτερα κινήματα διαμαρτυρίας ξεπεράστηκε μόνο στην Αίγυπτο – και, ακόμα κι εκεί, μόνο στιγμιαία. Κατά τις τελευταίες μέρες του καθεστώτος Mubarak, οι εργάτες άρχισαν να σχηματίζουν αυτόνομες οργανώσεις, ξέχωρα από τα διεφθαρμένα κρατικά συνδικάτα που διοικούντο από το κράτος. Ολοένα περισσότεροι εργάτες άρχισαν να απεργούν ενάντια στο καθεστώς. Ο Mason περιγράφει αυτή τη μεταδοτική διαδικασία με μια φράση που ανέσυρε από τη συνέντευξη ενός ψυχιάτρου στο Κάιρο: αυτό που έβλεπε ήταν «η κατάρρευση αόρατων τοίχων».26 Ο ψυχίατρος αναφερόταν στους τοίχους μεταξύ κομματιών των εργατών. Στα νοσοκομεία, γιατροί, νοσοκόμες και αχθοφόροι άρχισαν να μιλάνε ο ένας στην άλλη σαν ίσοι, διατυπώνοντας μαζί αιτήματα. Οι τοίχοι κατέρρευσαν.

Το κεντρικό επιχείρημα του Mason είναι ότι, αν αυτοί οι τοίχοι δεν κατέρρευσαν αλλού, αυτό οφειλόταν στη σύγκρουση μεταξύ οργανωτικών μορφών: ενώ οι πτυχιούχοι χωρίς μέλλον και οι νεολαίοι από τις κατώτερες τάξεις των πόλεων σχημάτισαν αμφότεροι δίκτυα, οι εργάτες συνέχισαν να οργανώνονται ιεραρχικά. Εδώ, ωστόσο, έχουμε να κάνουμε με ένα βαθύτερο όριο, το οποίο δεν αφορούσε μόνο τη μορφή του αγώνα, αλλά και το περιεχόμενό του. Ήταν μια πραγματική σύγκρουση συμφερόντων αυτή που διακυβεύτηκε στο κίνημα των πλατειών.

Μεταξύ των διαδηλωτών, υπήρχαν εκείνοι που βίωναν την κρίση ως αποκλεισμό από την εξασφαλισμένη απασχόληση: φοιτητές, νεαροί επισφαλείς εργάτες, φυλετικοποιημένες μειονότητες κ.α. Αλλά μεταξύ αυτών που ήδη περιλαμβάνονταν στην εξασφαλισμένη απασχόληση, η κρίση βιώθηκε ως ακόμα μία απειλή για τον τομέα τους. Εν συντομία, «η νεολαία» κλειδώθηκε έξω από ένα σύστημα που την είχε απορρίψει, ενώ την ίδια στιγμή οι οργανωμένοι εργάτες ήταν απασχολημένοι με την απόπειρα διατήρησης αυτού που ήξεραν ότι είναι ένα πολύ εύθραυστο status quo ante. Αυτό το status quo ante έπρεπε να διατηρηθεί – όχι απλά απέναντι στην επίθεση του κράτους λιτότητας, αλλά επίσης απέναντι στις ορδές των φοιτητών και των φτωχών που προσπαθούσαν να μπουν με το ζόρι. Αυτό κατέστη εμφανές σε ό,τι ακολούθησε τις διαμαρτυρίες όταν, ακολουθώντας μια προηγούμενη τάση, «η νεολαία» εύκολα επαναπροσδιορίστηκε ως «μετανάστες» που κλέβουν τις δουλειές από τους πολίτες που τις αξίζουν. Εδώ, μας απασχολεί το ζήτημα του περιεχομένου του αγώνα. Αλλά για ποιο πράγμα πάλευαν οι διαδηλωτές το 2011;

4  ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

Κάιρο και Τύνιδα, Ιστανμπούλ και Ρίο, Μαδρίτη και Αθήνα, Νέα Υόρκη και Τελ Αβίβ – μια μεγάλη παραφωνία αιτημάτων ακούστηκε στα κατειλημμένα εδάφη αυτών των πόλεων. Αλλά αν υπήρξε ένα αίτημα που ξεχώρισε, ανάμεσα στα πολλά, ήταν να τεθεί ένα τέρμα στον «καπιταλισμό των κολλητών». Το έμβλημα των καταληψιών ήταν η «διαφθορά», στόχος τους ήταν να θέσουν το χρήμα εκτός πολιτικής. Σε κάθε πλατεία, μπορούσε να βρει κανείς ενδείξεις αηδίας: οι διεφθαρμένοι επιχειρηματίες και πολιτικοί είχαν καταστρέψει την οικονομία. Υπό τον μανδύα της απελευθέρωσης των αγορών, βοήθησε ο ένας τον άλλο να βάλει χέρι στα λάφυρα. Ίσως αυτό διευκρινίζει μερικά από τα άλλα γενικά (generic) αιτήματα των κινημάτων: αιτήματα για «δημοκρατία» και «ισότητα» συνιστούσαν ακριβώς αιτήματα για την ισοτιμία μεταξύ των ατόμων, σε έναν κόσμο που μερικά άτομα ξεκάθαρα μετρούσαν πολύ παραπάνω από άλλα.

Αντιτιθέμενοι στη διαφθορά, οι καταληψίες βρέθηκαν να υιοθετούν δυο αμοιβαία αποκλειόμενες θέσεις. (1) Έκαναν κριτική στον νεοφιλελευθερισμό με τους όρους των ίδιων των ιδανικών του: ήθελαν να εξαλείψουν τη διαφθορά –τις μίζες στους κολλητούς– για να αποκατασταθεί ένα πεδίο ελεύθερο για να κάνουν το παιχνίδι τους οι δυνάμεις της αγοράς. Την ίδια στιγμή, (2) καλούσαν προς αντικατάσταση του νεοφιλελευθερισμού από μια περισσότερο εξισωτική μορφή πελατειακών σχέσεων: ήθελαν να ανακατευθύνουν το πελατειακό σύστημα της κυβέρνησης από τις ελίτ στις μάζες (διάσωση του λαού σε αντικατάσταση της διάσωσης των τραπεζών). Αξίζει να κάνουμε μια παύση και να εξετάσουμε αυτά τα αιτήματα – να προσπαθήσουμε να διακρίνουμε τι υπήρχε πίσω τους και γιατί η απεύθυνσή τους ήταν τόσο καθολική, σε όλη την έκταση του πλανητικού κινήματος των πλατειών.

Οι αριστεροί (leftists) τυπικά αντιλαμβάνονται τον νεοφιλελευθερισμό ως μια συνωμοσία με στόχο την παγίωση της ταξικής εξουσίας.27 Ωστόσο, ο νεοφιλελευθερισμός, κατά την αυτοπαρουσίασή του –ως τεχνοκρατική ατζέντα–, ασχολείται πρώτα απ’ όλα με την αντίθεση στη διαφθορά, η οποία εμφανίζεται με τη μορφή «αναζήτησης προσόδων» από «ιδιαίτερα συμφέροντα». Αυτό που υποτίθεται θα αντικαταστήσει την αναζήτηση προσόδων είναι ο ανταγωνισμός της αγοράς, με την υπόσχεσή του για δίκαιη έκβαση του παιχνιδιού. Υπ’ αυτή την έννοια, ο νεοφιλελευθερισμός δεν συνιστά τόσο μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων από το κράτος στην αγορά. περισσότερο, αφορά την κατασκευή ενός κράτους που είναι συμβατό με την κοινωνία της αγοράς: ένα καπιταλιστικό κράτος. Το παράδοξο, για τους νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους, είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις τους παντού οδήγησαν στην αύξηση της ανισότητας και, συνακόλουθα, στην άλωση της κρατικής εξουσίας από την τάξη των υπερβολικά πλούσιων (με επίκεντρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις ασφάλειες και την ακίνητη περιουσία, τον στρατό και την εξόρυξη πετρελαίου). Αυτή η τάξη έχει καταλήξει –μέσω αμφίβολων συμφωνιών και σχεδίων διάσωσης– να αντιπροσωπεύει την επιτομή της διαφθοράς. Ο νεοφιλελευθερισμός επομένως παρέχει ένα πλαίσιο με το οποίο μπορεί κανείς να αντιπαρατεθεί στα ίδια του τα αποτελέσματα.

Αλλά τι είναι η διαφθορά ακριβώς; Είναι μάλλον δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Με πολλούς τρόπους, διαφθορά αποκαλείται η επικάλυψη του καπιταλισμού με μη καπιταλιστικά καθεστώτα. Η διαφθορά είναι τότε συνώνυμη με τις πελατειακές σχέσεις. Μη καπιταλιστικές ελίτ καθώς επίσης και νεόπλουτοι ανταγωνίζονται για την άλωση τμημάτων του κράτους. Μάχονται για την ιδιοκτησία των ροών εισοδήματος – έτσι, για παράδειγμα, τέτοιες ελίτ μπορεί να ελέγχουν τις εισαγωγές αλευριού ή να διοικούν κρατικές κλωστοϋφαντουργικές επιχειρήσεις. Οι ελίτ, επομένως, χρησιμοποιούν τα εισοδήματα που έχουν δημιουργηθεί από το κράτος για να χρηματοδοτούν κουστωδίες οι οποίες εξαγοράζουν την αφοσίωσή τους για ένα μερίδιο από την πίτα. Όπου τα δικαιώματα στην ιδιοκτησία συγκροτούνται ακόμα με πολιτικό τρόπο, όλοι –από τον τελευταίο ελεγκτή εισιτηρίων μέχρι τον ανώτερο πολιτικό– πρέπει να παίζουν το παιχνίδι της δωροδοκίας και της μίζας.

Ο εκσυγχρονισμός αποτελεί, εν μέρει, ένα σχέδιο εξάλειψης των πελατειακών διακανονισμών. Συγκεντροποιώντας το κράτος, αυξάνοντας τη φορολογική επάρκεια και αντικαθιστώντας τις άμεσες παροχές προς τους ψηφοφόρους με επενδύσεις σε υποδομές και στοχευμένες επιδοτήσεις, ο εκσυγχρονισμός υποτίθεται πως εξαναγκάζει τους πάντες να διασφαλίζουν τα εισοδήματά τους όχι με την άλωση του κράτους, αλλά μάλλον με τον ανταγωνισμό στις αγορές. Φυσικά, ο εκσυγχρονισμός παραμένει θλιβερά ανολοκλήρωτος υπό αυτή την έννοια. Ο ανολοκλήρωτος χαρακτήρας του εκσυγχρονιστικού σχεδίου ήταν ένας από τους κύριους στόχους των νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων δομικής προσαρμογής. Όμως μακριά από το να συνεπάγεται το τέλος της διαφθοράς, ο εκσυγχρονισμός του κράτους –τώρα υπό νεοφιλελεύθερη περιβολή– στην πραγματικότητα την ενέτεινε. Στο πλαίσιο μιας παραπαίουσας παγκόσμιας οικονομίας, οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις είχαν μικρή πιθανότητα να διευρύνουν τη συμμετοχή στις αγορές με «έντιμους» κύκλους ανάπτυξης (αυτό αποδείχθηκε ιδιαίτερα αληθές, δεδομένου ότι ο νεοφιλελευθερισμός συσχετίστηκε με τη μείωση των δημοσίων επενδύσεων σε υποδομές, χωρίς τις οποίες η σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη είναι σχεδόν αδύνατη).

Αυτό που κατάφερε ο νεοφιλελευθερισμός, επομένως, ήταν να κάνει τη διαφθορά πιο διακριτική, ενώ τη διοχέτευε προς τις ανώτερες κοινωνικές βαθμίδες. Η διαφθορά είναι τώρα λιγότερο πανταχού παρούσα, αλλά αφορά πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά. Η μικρής κλίμακας δωροδοκία των υπαλλήλων έχει υποκατασταθεί από τη μεγάλης κλίμακας δωροδοκία των διεφθαρμένων συμφωνιών που αφορούν ιδιωτικοποιήσεις και προγράμματα δημοσίων επενδύσεων – οι οποίες ρέουν προς τους πλουσιότερους πελάτες. Τα μέλη των οικογενειών των δικτατόρων, πάνω από όλους ο Gamal Mubarak, έγιναν γι’ αυτόν τον λόγο βασικοί στόχοι του λαϊκού μίσους. Τα τεράστια ποσά που παίρνουν μοιάζουν ακόμα περισσότερο εξωφρενικά τώρα που (1) το κράτος υποτίθεται ότι εξαλείφει τη διαφθορά και (2) αυτοί που βρίσκονται χαμηλότερα στην ιεραρχία δεν συμμετέχουν πλέον στο παιχνίδι. Αυτός είναι ο λόγος που ο νεοφιλελευθερισμός σχετίζεται με την ανισότητα: όταν οι παλιότερες μορφές πελατειακών σχέσεων διαλύονται με την υπόσχεση ότι θα αντικατασταθούν με νέες πηγές πλούτου, η αποτυχία αυτής της υπόσχεσης αποκαλύπτει το καινούριο ως εκδοχή των παλιών πελατειακών σχέσεων, τώρα μόνο περισσότερο εξωφρενικών, περισσότερο άδικων.

Στις χώρες υψηλού εισοδήματος έλαβε χώρα μια παρόμοια διαδικασία νεοφιλελευθεροποίησης. Ο στόχος των μεταρρυθμίσεων στις πλούσιες χώρες δεν ήταν, όμως, οι πελατειακές διευθετήσεις του παλιού καθεστώτος αλλά, μάλλον, ο σοσιαλδημοκρατικός κορπορατισμός. Ο τελευταίος είχε αντικαταστήσει τον πρώτο στην πορεία του εικοστού αιώνα. τώρα, επρόκειτο ο ίδιος να διαλυθεί. Για μια ακόμα φορά, η χιλιομοστραρισμένη απελευθέρωση της αγοράς υποτίθεται ότι θα ωφελούσε τους πάντες. Όταν η οικονομική ανάπτυξη δεν κατόρθωσε να εμφανιστεί, ο νεοφιλελευθερισμός σήμαινε μόνο ότι τα χρηματικά ποσά είχαν διοχετευτεί προς τα πάνω.

Αυτή η διαδικασία ήταν ενδεχομένως περισσότερο ξεκάθαρη στις βόρειες και ανατολικές ακτές της Μεσογείου, όπου οι κρατικοί πόροι (και οι ροές ζεστού χρήματος) διοχετεύτηκαν σε επενδύσεις υποδομών. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 μέχρι το κραχ του 2008, οι οικονομίες της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας παρέμειναν από μια σημαντική άποψη στην επιφάνεια λόγω της ραγδαίας ανόδου του κατασκευαστικού τομέα. Οι κατασκευές αποτελούν, από την ίδια τη φύση τους, μια προσωρινή μορφή τόνωσης: πολλοί άνθρωποι μπορούν να απασχοληθούν για να κατασκευαστεί ένα οδικό δίκτυο, αλλά μόνο λίγοι χρειάζονται για τη συντήρησή του από τη στιγμή που το έργο θα ολοκληρωθεί. Γι’ αυτόν τον λόγο, τα προγράμματα αστικής ανάπτυξης μπορούν να αντισταθμίσουν τη μείωση της κερδοφορίας μόνο προσωρινά. Η ραγδαία άνοδος του κατασκευαστικού τομέα απλά μεταθέτει την κρίση δεσμεύοντας το πλεονάζον κεφάλαιο στην επέκταση του δομημένου περιβάλλοντος.

Όταν τα καύσιμα αυτής της αναπτυξιακής μηχανής τελειώσουν, μερικές φορές μένουν πίσω εντυπωσιακά αλλά άχρηστα ερείπια. Η διαφθορά σήμερα εμφανίζεται ως άδεια αεροδρόμια σε απομονωμένες γωνιές της Ισπανίας. μισοχτισμένα πανύψηλα κτίρια με θέα ένα αθηναϊκό λιμάνι και σχέδια για ένα εμπορικό κέντρο σε μια φτωχή γειτονιά της Ισταμπούλ. Εκείνο που κάνει αυτά τα σχέδια διεφθαρμένα δεν είναι τόσο οι συμφωνίες κάτω από το τραπέζι που οδήγησαν τις κυβερνητικές υπηρεσίες να πετάξουν τα λεφτά τους σε χαζομάρες. Στην πραγματικότητα, αυτές οι συμφωνίες εμφανίστηκαν ως διεφθαρμένες μόνο αναδρομικά: όταν οι τουρίστες σταμάτησαν να έρχονται, η αγορά ακινήτων κατέρρευσε και η κατανάλωση μειώθηκε. Από εκείνη τη στιγμή, οι συμφωνίες κάτω από το τραπέζι δεν βιώνονταν πλέον ως σχετικά ακίνδυνα συνοδευτικά της οικονομικής ανάπτυξης. Αντίθετα, άρχισαν να μοιάζουν με τις παλιές πελατειακές σχέσεις, αλλά τώρα με επίδικο αντικείμενο πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά (εξαιτίας της αυξημένης ικανότητας των κρατών να δανείζονται καθ’ οδόν προς την κρίση) και επίσης έναν πολύ μικρότερο κύκλο ωφελούμένων.28

Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες επίσης, η διαφθορά αποτελούσε κοινή θεματική τόσο για το UK Uncut όσο και το Occupy Wall Street.29 Παρ όλα αυτά, και στις δυο χώρες, το αίτημα να τεθεί τέρμα στη διαφθορά δεν ήταν ζήτημα σκοτεινών κατασκευαστικών σχεδίων και πολιτικών δωροδοκιών. Αντίθετα, αυτό το αίτημα διατυπώθηκε ως απάντηση στις γιγάντιες διασώσεις εταιριών που ενορχηστρώθηκαν την επαύριον της κατάρρευσης της Lehman Brothers και της Royal Bank of Scotland. Αλλά ο ίδιος κανόνας ισχύει εδώ, όπως κι αλλού: αυτό που έκανε «διεφθαρμένες» αυτές τις διασώσεις ήταν τόσο οι σκιώδεις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγιναν όσο και το γεγονός ότι έμοιαζαν να μην έχουν τίποτα να κάνουν με την αποκατάσταση της οικονομικής ανάπτυξης (με άλλα λόγια, τη δημιουργία θέσεων εργασίας κ.λπ.).

Οι καταληψίες των πλατειών, αντιπαρατιθέμενες με αυτές τις διαφορετικές εκδηλώσεις της διαφθοράς, έμοιαζαν να προωθούν δυο κάπως αποκλίνουσες ιδέες.

1)            Οι πλούσιοι θα πρέπει να νιώσουν τον πόνο της κρίσης και της λιτότητας που ακολούθησε. Στο κάτω-κάτω, οι νεοφιλελεύθεροι ιδεολόγοι υποστήριζαν ότι θα πρέπει όλοι να αναλαμβάνουν «προσωπική ευθύνη» για τους εαυτούς τους και τις πράξεις τους. υπ’ αυτή την έννοια, όλοι θα έπρεπε να προσβλέπουν στο να είναι μικροαστοί. Στόχος αυτού του λόγου (discourse) ήταν τα συνδικάτα όπως και όλοι όσοι παίρνουν κρατικά επιδόματα. Όπως είδαμε παραπάνω, όμως, τα μεγαλύτερα ποσά δεν δόθηκαν στα συνδικάτα ή στους πάρα πολύ φτωχούς, αλλά αρκετά εμφανώς στους πάρα πολύ πλούσιους. Οι τελευταίοι έπιασαν την καλή, ενώ όλοι οι άλλοι υπέφεραν όχι μόνο εξαιτίας της κρίσης αλλά και της λιτότητας. Το να βγάλεις το χρήμα έξω από την πολιτική σημαίνει: να εξαναγκάσεις τους πάρα πολύ πλούσιους να αναλάβουν την ευθύνη των πράξεών τους.

2)            Την ίδια στιγμή, στον βαθμό που οι πουλημένοι πολιτικοί έκοβαν την υποστήριξη στους φτωχούς ενώ μοίραζαν χρήματα στους πλούσιους, οι καταληψίες απαιτούσαν όχι ισότητα στους κανόνες του παιχνιδιού αλλά μάλλον την αλλαγή του συσχετισμού υπέρ τους. Οι πελατειακές σχέσεις του κράτους θα έπρεπε να κατευθυνθούν μακριά από τις παχιές γάτες και προς τους λαϊκούς ψηφοφόρους («το έθνος»). Οι καταληψίες απαίτησαν με τον τρόπο αυτό τη διάσωση του λαού, τόσο λόγω μιας αίσθησης αυτού που συχνά αποκαλείται «κοινωνική δικαιοσύνη» όσο και επειδή, σαν καλοί κεϋνσιανοί οικονομολόγοι, ήλπιζαν ότι μια διάσωση του λαού θα αποκαθιστούσε την υγεία της οικονομίας.

Πίσω από αυτό το δεύτερο αίτημα υπάρχει μια αλήθεια που γίνεται όλο και πιο προφανής: μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού έχει παραμείνει εκτός της οικονομικής ανάπτυξης των περασμένων δεκαετιών και δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο επαναφοράς της εντός. Σε όλες τις χώρες χαμηλού εισοδήματος, οι άμεσες κρατικές πελατειακές σχέσεις προς τους φτωχούς –ένα κρίσιμο θεμέλιο του πελατειακού κράτους– έχουν διαβρωθεί, ενώ από τις ιδιωτικοποιήσεις επωφελείται ένα λεπτό στρώμα της ελίτ. Η συνθήκη ότι μπορούσε κανείς να ανήκει σε έναν από τους κοινωνικούς εταίρους, βάσει της οποίας οι φτωχοί ήταν ικανοί να απολαμβάνουν ορισμένα από τα οφέλη του εθνικιστικού σχεδίου, αποσυντίθεται.

Έχει σημασία να επισημανθεί ότι αυτή η διάλυση έχει μια γενεακή διάσταση – ιδιαίτερα σημαντική στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης του πληθυσμού είναι υψηλοί. Οι πολιτικοί γνωρίζουν ότι τα φιλολαϊκά μέτρα δεν μπορούν να καταργηθούν σε όλους τους τομείς χωρίς να προκληθεί μαζική οργή και δυνητικά μαζική εξέγερση. Αντ’ αυτού, το κράτος πηγαίνει από κλάδο σε κλάδο. Ξεκινάει αφαιρώντας τα μη-πραγματωμένα ακόμη προνόμια της επόμενης γενιάς. Αυτή η διαδικασία είναι ξεκάθαρα επί τω έργω στον συρρικνούμενο αστεακό επίσημο εργασιακό τομέα της Αιγύπτου – ο οποίος τώρα αντιστοιχεί περίπου στο δέκα τοις εκατό του εργατικού δυναμικού (περιλαμβάνοντας την επεξεργασία τροφίμων, την κλωστοϋφαντουργία, τις μεταφορές, την παραγωγή τσιμέντου, τις κατασκευές και τη χαλυβουργία). Οι νέοι άνθρωποι βρίσκονται αποκλεισμένοι από τις «καλές» θέσεις εργασίας. Αντίθετα, περιορίζονται στον μη-αγροτικό ανεπίσημο τομέα, ο οποίος απορροφά πάνω από τα δύο τρίτα του εργατικού δυναμικού.

Ωστόσο, το κράτος δεν έχει μόνο οπισθοχωρήσει. Το κράτος, όταν δεν έχει το περιθώριο να τηρήσει τη δική του πλευρά της πελατειακής συμφωνίας, αντικαθιστά τις χρηματικές παροχές προς τους φτωχούς με αστυνομική καταστολή. Με αυτόν τον τρόπο οι δεσμοί της πελατειακής σχέσης σφίγγουν και αναδιατάσσονται: η αστυνομία και ο στρατός επωφελούνται από την αυξημένη πρόσβαση στη διαπλοκή, ακόμα κι αν πολλοί άλλοι τομείς χάνουν μια τέτοια πρόσβαση. Η αστυνομία και ο στρατός καταλήγουν να απασχολούν ένα κομμάτι αυτών που υπό άλλες συνθήκες θα βρίσκονταν εκτός του νέου συστήματος πελατειακών σχέσεων, αλλά απασχολούν αυτό το κομμάτι μόνο για να πειθαρχεί τους υπόλοιπους. Εξ ου και ο δυνητικός συμβολισμός του Bouazizi και του Abdel Moneim. Το πρώτο σώμα πυρπολήθηκε για να σηματοδοτηθεί η αστυνομική καταστολή, το άλλο για να καταδειχτεί η κατάρρευση του κρατικού πελατειακού συστήματος προς τον λαό. Αυτές οι δυο εμπειρίες διαπλέκονται άμεσα.30

Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που η αστυνομία έχει γίνει η ισχυρότερη εκδήλωση, και το πιο μισητό σύμβολο, της διαφθοράς. Η επέκταση και η στρατιωτικοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων μοιάζει να είναι η χειρότερη ένδειξη των καιρών. Παντού τα κράτη επιδεικνύουν ότι έχουν τη θέληση να ξοδεύουν τεράστια χρηματικά ποσά για την πληρωμή της αστυνομίας, την κατασκευή φυλακών κ.ο.κ. – ακόμη και τη στιγμή που κάνουν περικοπές στη χρηματοδότηση σχολείων και νοσοκομείων. Τα κράτη δεν προσανατολίζονται πλέον, έστω και επιφανειακά, στη μεταχείριση των πληθυσμών τους ως αυτοσκοπών. Αντίθετα, τα κράτη τώρα αντιλαμβάνονται τους πληθυσμούς τους ως απειλές για την ασφάλεια και είναι πρόθυμα να πληρώνουν για τον περιορισμό τους.

Αυτός ο περιορισμός συνιστά καθημερινή πραγματικότητα, ειδικά για τα περιθωριοποιημένα κομμάτια του προλεταριάτου. Καθώς οι αστυνομικοί είναι συνήθως κακοπληρωμένοι, συχνά συμπληρώνουν το εισόδημά τους με δωροδοκίες και μίζες που αποσπώνται από τους φτωχούς. Με τον τρόπο αυτό, η καθημερινή αλληλεπίδραση με την καταστολή αποκαλύπτει τους αστυνομικούς ως μερικούς από τους τελευταίους ωφελούμενους της παλιάς διαφθοράς. Την ίδια στιγμή, η αστυνομία, συνθλίβοντας τα πιο ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού, επιβάλλει τη νέα διαφθορά: καταστέλλει κάθε αντίσταση απέναντι σε μια αυξανόμενα πλούσια, νεοδιαπλεκόμενη ελίτ.

Η αστυνομία δεν αποσπά μόνο χρήματα από τους φτωχούς. βγαίνει και στους δρόμους ψάχνοντας για αίμα.  Η υπερδιόγκωση των αστυνομικών δυνάμεων παντού συνοδεύτηκε από αύξηση της αυθαίρετης αστυνομικής βίας και των αστυνομικών δολοφονιών που συχνά αποτελούν εναύσματα για ταραχές. Κάθε φορά που άλλο ένα σώμα πέφτει στο έδαφος, ένα τμήμα του πληθυσμού λαμβάνει το ξεκάθαρο μήνυμα: «πλέον δεν έχετε καμία σημασία για μας. εξαφανιστείτε». Το ίδιο μήνυμα εκπέμπεται, περισσότερο εμφατικά, προς τις διαμαρτυρίες ενάντια στη λιτότητα. Η αστυνομία είναι εκεί, στις πρώτες γραμμές της σύγκρουσης, διασφαλίζοντας ότι ο πληθυσμός παραμένει στοιχισμένος στη γραμμή και δεν διαμαρτύρεται και πολύ για τη γενική αδικία.

Η αντίθεση στη διαφθορά βρίσκει επομένως πραγματική βάση στην άμεση εμπειρία των διαδηλωτών. Η μάχη ενάντια στη διαφθορά καταγράφει την πικρή εμπειρία του αποκλεισμού, υπό μια διπλή έννοια. Από τη μια, τα άτομα δεν μπορούν να απολαύσουν τον αυξανόμενο πλούτο της νέας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, τον οποίο μπορεί κανείς να αντιληφθεί από την κατάφωρη κατανάλωση των νεόπλουτων. Από την άλλη, τα ίδια άτομα διαπιστώνουν ότι έχουν εξίσου αποκλειστεί από τα παλιότερα συστήματα πελατειακών σχέσεων – τα οποία αποτελούσαν επίσης συστήματα αναγνώρισης (είτε με τη μορφή  του παλιού καθεστώτος είτε με την εργατίστικη). Έτσι, η διαμαρτυρία απέναντι στη διαφθορά δεν αποτελεί μόνο καταγραφή των ακραίων επιπέδων ανισότητας ή της αδικίας με την οποία ο πλούτος αναδιανέμεται προς τα πάνω μέσω των πολλών συμφωνιών κάτω από το τραπέζι. Αφορά επίσης τη στηλίτευση της έλλειψης αναγνώρισης ή τον φόβο απώλειάς της: η καλπάζουσα διαφθορά σημαίνει επίσης, κατά βάση, ότι κάποιες δεν μετράνε πραγματικά (ή κινδυνεύουν να μην προσμετρηθούν) ως μέλη του έθνους. Αυτό που παίρνει τη θέση της εθνικής κοινότητας είναι μόνο η αστυνομία ως διαιτητής του κλονισμού. Τι θα μπορούσε να διορθώσει αυτή την κατάσταση και να αποκαταστήσει την κοινότητα; Οι καταλήψεις αποτέλεσαν οι ίδιες μια απόπειρα να απαντηθεί αυτό το ερώτημα.

5 ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ

Οι διαδηλωτές του 2011 εξέθεσαν τα σώματά τους και τα δεινά τους στις δημόσιες πλατείες για να αποκαλύψουν τις ανθρώπινες συνέπειες μιας αμείωτης κοινωνικής κρίσης. Αλλά δεν παρέμειναν για πολύ σε αυτόν τον εννοιακό χώρο. Οι καταληψίες αυθόρμητα προτίμησαν την άμεση δημοκρατία και την αλληλοβοήθεια για να αναδείξουν τις δυνάμεις μιας άλλης μορφής κοινωνικότητας που είναι εφικτή: είναι εφικτό να μεταχειρίζεσαι τα ανθρώπινα όντα ως ίσα αναφορικά με το δικαίωμά τους να μιλούν και το δικαίωμά τους να ακούγονται.

Στην πορεία των καταλήψεων, τα οριζόντια μοντέλα οργάνωσης έτειναν να γίνουν αυτοσκοπός. Οι καταληψίες, απέναντι στην αδιάλλακτη ή/και χρεωκοπημένη κρατική εξουσία, στράφηκαν προς τα μέσα, για να βρουν μέσα στην αυτοδραστηριότητά τους μια ανθρώπινη κοινότητα – μια κοινότητα στην οποία δεν υπήρχε πλέον η ανάγκη για ιεραρχία, ηγεσία ή διαφοροποίηση λόγω στάτους. Αρκούσε να είσαι παρών στις πλατείες για να μετράς. Καμία άλλη προσχώρηση ή πίστη δεν ήταν απαραίτητη. πράγματι, άλλες προσχωρήσεις συχνά αντιμετωπίζονταν με καχυποψία. Με αυτόν τον τρόπο, οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις –οι οποίες έθεσαν ως στόχο να πετάξουν τους πλουτοκράτες εκτός αξιώματος– έγιναν αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες με μια άλλη έννοια. Έγιναν αντιπολιτικές. Φυσικά, αυτός ο μετασχηματισμός δεν πρέπει να ιδωθεί μόνο ως πρόοδος: σηματοδότησε μια ταλάντευση στον προσανατολισμό των διαδηλωτών από το εξωτερικό προς το εσωτερικό και ξανά προς τα έξω.

Η αναζήτηση προδρόμων αυτού του χαρακτηριστικού του κινήματος των πλατειών έχει αποδειχθεί δύσκολη υπόθεση. Η οριζοντιότητα του κινήματος ήταν παρούσα στην Αργεντινή, το 2001. Το κίνημα αντέγραψε επίσης τις μορφές –πάνω απ’ όλα τη διαδικασία λήψης συναινετικών αποφάσεων– των διαδηλώσεων ενάντια στην παγκοσμιοποίηση (και πριν από αυτών, των αντιπυρηνικών διαδηλώσεων). Αλλά το κίνημα των πλατειών ήταν διαφορετικό επειδή οι καταλήψεις των πλατειών διήρκεσαν τόσο πολύ. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι καταληψίες αναγκάστηκαν να καταστήσουν την ίδια την αναπαραγωγή τους αντικείμενο διαπραγμάτευσης.31 Οι καταληψίες έπρεπε να αποφασίσουν πώς θα ζουν μαζί. Η ικανότητά τους να παραμείνουν στις πλατείες –να κάνουν κατάληψη για όσο χρειαζόταν ώστε να έχει κάποιο αποτέλεσμα– ήταν η μόνη τους δύναμη. το πλεονέκτημά τους ήταν ότι αρνιόντουσαν να φύγουν. Υιοθέτησαν μορφές διακυβέρνησης τις οποίες θεωρούσαν καλύτερες από αυτές που προσφέρονται σε αυτή την τελειωμένη κοινωνία.

Ίσως ο πιο συναφής πρόδρομος αυτού του χαρακτηριστικού των κινημάτων να πρέπει να βρεθεί σε μια προηγούμενη κατάληψη πλατείας, μια κατάληψη που δεν φαίνεται να αποτέλεσε άμεση αναφορά για τους διαδηλωτές του 2011. Πρόκειται για την Πλατεία Τιενανμέν. Παρά τις απλουστεύσεις του, ο ιταλός φιλόσοφος Giorgio Agamben συνέλαβε κάτι από το πνεύμα της Τιενανμέν, με έναν τρόπο που προφητεύει το κίνημα διαμαρτυρίας του 2011. Στην Κοινότητα που έχεται, ο Agamben, μιλώντας για «έναν αγγελιαφόρο από το Πεκίνο», χαρακτηρίζει την Τιενανμέν ως ένα κίνημα του οποίου τα γενικά αιτήματα για ελευθερία και δημοκρατία αντικρούουν το γεγονός ότι το πραγματικό αντικείμενο του κινήματος ήταν να συνθέσει τον εαυτό του.32 Η κοινότητα που συνευρέθηκε στην Τιενανμέν μεσολαβήθηκε «όχι από οποιεσδήποτε συνθήκες του να ανήκεις κάπου» ούτε «από την απλή απουσία συνθηκών», αλλά μάλλον «από το να ανήκει στον εαυτό της».33 Ο στόχος των διαδηλωτών ήταν να «σχηματίσουν μια κοινότητα χωρίς να επιβεβαιώσουν μια ταυτότητα» όπου «οι άνθρωποι συνανήκουν χωρίς καμία αναπαραστήσιμη συνθήκη του ανήκειν».34

Ο Agamben υποστηρίζει ότι οι καταληψίες, αποσυνδέοντας τους εαυτούς τους από όλα τα σημάδια μιας ταυτότητας, έγιναν «τυχαίες μοναδικότητες».35 Αυτές οι τυχαίες μοναδικότητες παραμένουν ακριβώς αυτό που είναι, ανεξάρτητα από τις ιδιότητες που τυχόν κατέχουν σε μια οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή. Σύμφωνα με τον Agamben, οι καταληψίες, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους με αυτόν τον τρόπο, αναγκαστικά προσάραξαν στην ξέρα της αντιπροσωπευτικής λογικής του κράτους: το κράτος επεδίωξε να φιξάρει τους καταληψίες σε μια ιδιαίτερη ταυτότητα, η οποία στη συνέχεια θα μπορούσε να περικλείεται ή να αποκλείεται ως τέτοια. Έτσι, ο Agamben καταλήγει: «όποτε αυτές οι μοναδικότητες διαδηλώνουν ειρηνικά τη συνεύρεση τους, θα υπάρχει μια Τιενανμέν και, αργά ή γρήγορα, θα εμφανιστούν τα τανκς».36

Ο σχηματισμός μιας κοινότητας που διαμεσολαβείται από το ανήκειν στον εαυτό της, με την έννοια που προσδίδει ο Agamben, σημαίνει τα παρακάτω: (1) Η κοινότητα συντίθεται από όλους όσοι τυχαίνουν να είναι εκεί. δεν υπάρχουν άλλες προϋποθέσεις του ανήκειν. (2) Η κοινότητα δεν διαμεσολαβεί μεταξύ προϋπαρχουσών ταυτοτήτων, σε μια πολιτική συνασπισμού. αντίθετα, γεννιέται ex nihilo. (3) Η κοινότητα δεν αναζητεί την αναγνώριση από το κράτος. Παρουσιάζει τον εαυτό της, οριακά, ως εναλλακτική ως προς το κράτος: ως πραγματική δημοκρατία ή ακόμα και ως ξεπέρασμα της δημοκρατίας. (4) Καθήκον μιας τέτοιας κοινότητας είναι η ενθάρρυνση όλων των άλλων να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους στην κοινωνία και να ενταχθούν στην κοινότητα ως «τυχαίες μοναδικότητες». Αυτή η περιγραφή ταιριάζει με την αυτοαντίληψη των καταληψιών του 2011. Και αυτοί ήθελαν να είναι τυχαίες μοναδικότητες, ακόμα κι αν αναφέρονταν στους εαυτούς τους με ένα λιγότερο φιλοσοφικό τρόπο.

Αλλά πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι: για τον Agamben, η Τιενανμέν αποτελείτο ήδη από τυχαίες μοναδικότητες. Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε φοιτητές και εργάτες που διαπότιζε την πλατεία μέχρι και σε λεπτομέρειες για το πού μπορούσε να καθίσει ο καθένας εκπίπτει εντελώς της περιγραφής του. Ωστόσο, παρά τα ελαττώματά της, η περιγραφή του Agamben συλλαμβάνει κάτι από τον κανονιστικό προσανατολισμό των κινημάτων. Γιατί φαίνεται ότι στην Τιενανμέν –όπως στην Plaza del Sol, την πλατεία Συντάγματος και το Zuccotti Park– οι συμμετέχουσες πίστευαν ότι βρίσκονταν πέρα από τους καθορισμούς της κοινωνίας εντός της οποίας ζούσαν. Οι διαδηλωτές του 2011 σίγουρα αισθάνονταν έτσι: πρότειναν να καταπολεμηθεί ο καπιταλισμός των κολλητών σε αυτήν ακριβώς τη βάση.

Η αλήθεια είναι, εντούτοις, ότι οι διαδηλωτές παρέμειναν αγκυρωμένοι στην κοινωνία στην οποία ανήκαν ακόμα και οι πλατείες τους. Αυτό ήταν αρκετά καθαρό στις διαιρέσεις ανάμεσα σε πιο «μεσαίας τάξης» συμμετέχοντες και τους φτωχούς. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό: άτομα με κάθε είδους προϋπάρχουσες προσχωρήσεις έτειναν να συναθροίζονται σε εκείνη ή την άλλη γωνία της πλατείας. Έφτιαχναν τις σκηνές τους σε κύκλους με την είσοδο προς τα μέσα. Περισσότερο ύπουλες διαιρέσεις αναδύθηκαν γύρω από ζητήματα φύλου. Η συμμετοχή γυναικών στις καταλήψεις έλαβε χώρα υπό την απειλή βιασμού από κάποιους άνδρες. οι γυναίκες αναγκάστηκαν να οργανωθούν για την αυτοάμυνά τους.37 Τέτοιες διαιρέσεις δεν ήταν δυνατόν να διαλυθούν εντός μιας ενότητας που αποτελείτο μόνο από διαδικασίες συναινετικής λήψης αποφάσεων και συλλογικές κουζίνες.

Εδώ είναι το ζήτημα: το γεγονός ότι τα κινήματα του 2011 αυτοπαρουσιάστηκαν ως ήδη ενοποιημένα, ως ήδη πέρα από τους καθορισμούς μιας φρικτής κοινωνίας, σήμαινε ότι οι εσωτερικές διαιρέσεις τους συνήθως αποκηρύσσονταν. Επειδή αποκηρύσσονταν, αυτές οι διαιρέσεις μπορούσαν μόνο να εμφανιστούν ως απειλές για το κίνημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εσωτερικές διαιρέσεις απλά καταπνίγονταν: σημαίνει μάλλον ότι αυτές οι διαιρέσεις μπορούσαν να επιλυθούν –εντός των ορίων των πλατειών– μόνο με τη δημιουργία μιας ακόμη επιτροπής ή γνωστοποιώντας έναν νέο κανόνα συμπεριφοράς.38

Το κίνημα αναγκάστηκε να κοιτάξει προς τα μέσα, με αυτόν τον τρόπο, γιατί εμποδιζόταν να κοιτάξει προς τα έξω. Χωρίς την ικανότητα μετακίνησης από τις πλατείες προς την κοινωνία –χωρίς να αρχίσει η αποδιάρθρωση της κοινωνίας– δεν υπάρχει καμία πιθανότητα αναίρεσης της ταξικής σχέσης, πάνω στην οποία βασίζονται οι εσωτερικές διαιρέσεις του προλεταριάτου. Οι καταληψίες περιορίστηκαν έτσι μέσα στις πλατείες σαν να βρίσκονταν στο εσωτερικό μιας χύτρας ταχύτητας. Τμήματα της τάξης που συνήθως κρατάνε αποστάσεις μεταξύ τους αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν το ένα το άλλο και μερικές φορές να ζήσουν μαζί. Στις εντάσεις που ακολούθησαν, το κίνημα ήρθε αντιμέτωπο με αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόβλημα της σύνθεσης.

Πρόβλημα της σύνθεσης αποκαλείται η σύνθεση, ο συντονισμός ή η ενοποίηση προλεταριακών τμημάτων κατά την πορεία του αγώνα τους. Σε αντίθεση με το παρελθόν –ή, τουλάχιστον, σε αντίθεση με εξιδανικευμένες αναπαραστάσεις του παρελθόντος– δεν είναι πλέον δυνατόν να ερμηνεύονται τα τμήματα της τάξης σαν ήδη συνθέτοντα τον εαυτό τους, σαν η ενότητά τους να ήταν με κάποιο τρόπο δοσμένη «καθ’ εαυτήν» (ως η ενότητα του ειδικευμένου, του μαζικού ή του «κοινωνικού» εργάτη). Σήμερα, δεν υπάρχει μια τέτοια ενότητα· ούτε μπορεί να προσδοκά κανείς να προκύψει με περαιτέρω αλλαγές στην τεχνική σύνθεση της παραγωγής. Με αυτή την έννοια, δεν υπάρχει κανένα προκαθορισμένο επαναστατικό υποκείμενο. Δεν υπάρχει καμία «για-τον-εαυτό-της» ταξική συνείδηση ως συνείδηση ενός γενικού συμφέροντος, το οποίοι μοιράζονται όλοι οι εργάτες. Ή, καλύτερα, μια τέτοια συνείδηση μπορεί να είναι μόνο η συνείδηση του κεφαλαίου, αυτού που ενοποιεί τους εργάτες ακριβώς διαχωρίζοντάς τους.

Η σύνθεση της τάξης εμφανίζεται έτσι, σήμερα, όχι ως πόλος έλξης εντός της τάξης, αλλά μάλλον ως ένα άλυτο πρόβλημα: πώς μπορεί η τάξη να δράσει ενάντια στο κεφάλαιο παρά τις διαιρέσεις της; Το κίνημα των πλατειών ήταν –για λίγο– ικανό να αναστείλει αυτό το πρόβλημα. Η αρετή των καταλήψεων ήταν η δημιουργία ενός χώρου ανάμεσα σε μια αδύνατη ταξική πάλη και έναν χλιαρό λαϊκισμό, όπου οι διαδηλωτές μπορούσαν στιγμιαία να ενοποιηθούν παρά τις μεταξύ τους διαιρέσεις. Αυτό προκάλεσε ένα ποιοτικό άλμα στην ένταση του αγώνα. Αλλά την ίδια στιγμή, αυτό σήμαινε ότι όταν οι διαδηλωτές αντιμετώπισαν το πρόβλημα της σύνθεσης, διαπίστωσαν ότι αυτό ήταν αδύνατον να λυθεί.

Διότι οι καταληψίες βρέθηκαν μαζί παρακάμπτοντας το πρόβλημα της σύνθεσης. Βάφτισαν την ενότητά τους με τον πιο αφηρημένο τρόπο: ήταν «αγανακτισμένοι πολίτες» ή «το 99 τοις εκατό». Δεν θα ήταν της μόδας να πουν ότι ήταν η εργατική τάξη ή το προλεταριάτο, αλλά κι αυτό δεν θα έκανε καμία διαφορά: καθετί καθολικό είναι αφηρημένο όταν η ενότητα την οποία ονοματίζει δεν έχει συγκεκριμένη ύπαρξη. Γι’ αυτούς τους λόγους, η ενότητα των καταληψιών συνιστούσε αναγκαστικά μια αδύναμη ενότητα που θα μπορούσε να κρατηθεί μόνο για όσο διάστημα οι καταληψίες θα μπορούσαν να τιθασεύσουν τις διαιρέσεις που επανεμφανίζονταν εντός των κατασκηνώσεων – διαιρέσεις που ήταν ήδη παρούσες στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις: φυλή, φύλο, έθνος, ηλικία κ.α.39 Είναι δυνατόν να προσεγγιστεί το πρόβλημα της σύνθεσης από την αντίθετη οπτική γωνία, να ξεκινήσουμε από τις διαιρέσεις εντός του προλεταριάτου και σε αυτή τη βάση να θέσουμε το ζήτημα της ενότητας;

Είναι, ενδεχομένως, μόνο με τη χρονική μετάθεση του ζητήματος της ενότητας, προκειμένου να προκληθεί η εμφάνιση των διαιρέσεων ως τέτοιων, που οι προλετάριοι θα αναγκαστούν να θέσουν το ζήτημα της πραγματικής ενοποίησής τους ενάντια στην ενότητα-εν-τω-διαχωρισμό τους για το κεφάλαιο. Σε αυτή την περίπτωση, προκειμένου να ενωθούν πραγματικά, οι προλετάριοι θα πρέπει να γίνουν το επέκεινα αυτής της κοινωνία – και όχι με έναν φαντασιακό τρόπο, αλλά μάλλον σχετιζόμενοι μεταξύ τους, με υλικό τρόπο, εκτός των όρων της ταξικής σχέσης.

Γιατί το προλεταριάτο είναι τόσο απελπιστικά διαιρεμένο σήμερα συγκρινόμενο με το παρελθόν; Αυτό το ερώτημα τίθεται περισσότερο καθαρά ως εξής: γιατί οι διαιρέσεις εντός του προλεταριάτου εμφανίζονται τόσο καθαρά στην επιφάνεια της κοινωνίας; Πώς η πολιτική της ταυτότητας κατέληξε να αντικαταστήσει την πολιτική που ήταν βασισμένη στην τάξη;

Στο παρελθόν, φαινόταν εφικτό να αποκηρύσσονται οι μη-ταξικές ταυτότητες στη βάση μιας ταξικής ταυτότητας που περιελάμβανε τα πάντα. Αυτή η αποκήρυξη υποστηριζόταν από εν εξελίξει τότε μετασχηματισμούς του τρόπου παραγωγής: το κεφάλαιο είχε δημιουργήσει τη βιομηχανική εργατική τάξη. φαινόταν ότι τώρα θα τραβούσε ολοένα περισσότερους εργάτες στα εργοστάσια (ή αλλιώς ότι όλη η εργασία θα μετασχηματιζόταν στα πρότυπα της εργασίας των εργοστασίων). Καθώς η εργατική τάξη αυξανόταν σε μέγεθος και ισχύ, αναμενόταν ότι θα γινόταν περισσότερο ομοιογενής. Το εργοστάσιο θα καθιστούσε τις διαιρέσεις φυλής, φύλου και θρησκείας επουσιώδεις, σε σύγκριση με το ταξικό ανήκειν – αυτή ήταν η μόνη ταυτότητα που είχε σημασία, τουλάχιστον σύμφωνα με το εργατικό κίνημα.

Θα θέλαμε να προτείνουμε τη θέση ότι αυτό το όραμα του μέλλοντος ήταν εφικτό μόνο στη βάση της υψηλής ζήτησης για εργασία στη βιομηχανία. Φυσικά, η υψηλή ζήτηση για εργασία ποτέ δεν υπήρξε πραγματικά κανονικό χαρακτηριστικό των καπιταλιστικών κοινωνιών (οι περίοδοι ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης μακράς διαρκείας στη βιομηχανία είναι στην πραγματικότητα λίγες και απέχουν πολύ χρονικά μεταξύ τους στην ιστορία του κεφαλαίου). Εντούτοις, είναι δυνατό να ειπωθεί ότι η ζήτηση για εργασία στη βιομηχανία υπήρξε κατά κανόνα υψηλότερη στο παρελθόν από ό,τι έχει υπάρξει από τη δεκαετία του ’70 και μετά. Γιατί, στο παρελθόν, οι εργάτες οδηγήθηκαν στον βιομηχανικό τομέα, όχι ολοκληρωτικά, αλλά ως τάση. Αυτό είχε συνέπειες: όταν η ζήτηση για εργασία στη βιομηχανία είναι υψηλή, το κεφάλαιο αναγκάζεται να προσλάβει εργάτες, οι οποίοι υπό φυσιολογικές συνθήκες αποκλείονται από παραγωγικούς τομείς υψηλής προστιθέμενη αξίας, στη βάση του φύλου, της φυλής, της θρησκείας κ.α. Η υψηλή ζήτηση για εργασία γκρεμίζει τις προκαταλήψεις τόσο ανάμεσα στους μάνατζερ όσο και μεταξύ των εργατών, σε αυτή τη βάση. Αυτό που υποτίθεται ότι ακολουθεί είναι η υλική σύγκλιση των εργατικών συμφερόντων.

Αυτή η σύγκλιση πράγματι συνέβη, τουλάχιστον σε κάποια έκταση, κατά την πορεία του εργατικού κινήματος.40 Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, η μηχανοποίηση της γεωργίας στον Νότο εκτόπισε τους μαύρους που μάζευαν τη σοδειά προάγοντας τη μετανάστευσή τους στις αναπτυσσόμενες πόλεις του Βορρά. Εκεί, οι μαύροι απορροφήθηκαν στα εργοστάσια αλλά και στα εργατικά συνδικάτα. Η ενσωμάτωση των μαύρων εργατών στα συνδικάτα δεν συνέβη χωρίς αγώνα, ούτε ποτέ έφτασε στην ολοκλήρωση. Εντούτοις, ήταν καθ’ οδόν τη δεκαετία του ’60.

Τότε, αυτή η ενσωμάτωση προσέκρουσε σε εξωτερικά όρια. Με το που η πόρτα στην ενσωμάτωση άρχιζε να ανοίγει, ξαφνικά έκλεισε απότομα. Η βιομηχανική ζήτηση για εργασία έκανε κοιλιά, αρχικά στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά ξανά στα χρόνια της κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Αυτοί που προσλήφθηκαν τελευταίοι απολύθηκαν πρώτοι. Για τους μαύρους αμερικάνους, οι φυλακές αντικατέστησαν τις θέσεις εργασίας. Η αύξηση του πληθυσμού των φυλακών βρίσκεται σε στενή αντιστοιχία με τη μείωση της βιομηχανικής απασχόλησης.

Μια παρόμοια εξέλιξη έλαβε χώρα και σε πλανητικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανάπτυξης, οι χώρες χαμηλού εισοδήματος έτειναν να ενσωματωθούν στο κλαμπ των βιομηχανοποιημένων εθνών. Όμως ενσωματώθηκαν μόνο καθώς το μεταπολεμικό μπουμ έφτανε στα όριά του. Στην πραγματικότητα, ενσωματώθηκαν ακριβώς επειδή έφτανε στα όριά του: καθώς ο ανταγωνισμός γινόταν πιο έντονος, οι εταιρείες υποχρεώθηκαν να οργώσουν τον πλανήτη ψάχνοντας φτηνή εργασία. Τη στιγμή που η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη έδινε τη θέση της στην απότομη πτώση μακράς διαρκείας, αυτή η ενσωμάτωση κατέρρευσε.

Αυτό που συνέβη, από τη δεκαετία του ’70 και μετά, ήταν η σταθερή αύξηση του πλεονάζοντος πληθυσμού. Ουσιαστικά, η αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών αντέστρεψε την ταξική ενσωμάτωση· η ενσωμάτωση έγινε κατακερματισμός. Αυτός είναι ο λόγος που η βιομηχανική ζήτηση για εργασία είναι χαμηλή. Με πολλές αιτήσεις για κάθε δουλειά, οι προκαταλήψεις των μάνατζερ (π.χ. ορισμένες «φυλές» αποτελούνται από τεμπέληδες) έχουν πραγματικά αποτελέσματα για τον καθορισμό του ποιος παίρνει και ποιος όχι μια «καλή» δουλειά. Ως αποτέλεσμα, μερικά τμήματα της τάξης λιμνάζουν στον πάτο της αγοράς εργασίας. Οπότε, εκείνο που κάνει αυτά τα τμήματα μη ελκυστικά σε ορισμένους εργοδότες, τα κάνει πολύ ελκυστικά σε άλλους – ειδικά για θέσεις εργασίας όπου τα μεγάλα ποσοστά αποχωρήσεων από την πλευρά των εργαζομένων δεν συνιστούν κάποιο πραγματικό κόστος για τους εργοδότες. Η ύπαρξη μεγάλου πλεονάζοντος πληθυσμού δημιουργεί τις συνθήκες για τον διαχωρισμό ενός  υπερεκμεταλλευόμενου κομματιού της τάξης, το οποίο ο Μαρξ αποκαλεί στάσιμο υπερπληθυσμό. Αυτός ο διαχωρισμός ενισχύει τις προκαταλήψεις μεταξύ των προνομιούχων εργατών, οι οποίοι γνωρίζουν (μέχρις ενός σημείου) ότι πήραν τις «καλές» θέσεις εργασίας βασισμένοι στις προκαταλήψεις των εργοδοτών. Ενισχύει επίσης μη-ταξικές ταυτότητες μεταξύ των αποκλεισμένων, μιας και αυτές οι ταυτότητες διαμορφώνουν τη βάση του αποκλεισμού τους.

Ωστόσο, ενώ το κεφάλαιο πλέον δεν ξεπερνάει τις διαιρέσεις, η τόσο μπερδεμένη φύση των νέων διαιρέσεων φαίνεται να τις εξασθενεί, με ορισμένους τρόπους. Επειδή πρόκειται για μια διαδικασία σε εξέλιξη, μπορούμε ίσως να πούμε ότι, ως τάση, η εκτύλιξη του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσσώρευσης υποσκάπτει τις σταθερές διαμορφώσεις ταυτοτήτων σε όλα τα τμήματα της αγοράς εργασίας. Ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι εμπίπτουν στον πλεονάζοντα πληθυσμό. ο καθένας θα μπορούσε, δυνητικά. Σε αυξανόμενο βαθμό, η διάκριση σταθερός/μη-σταθερός είναι αυτή που ρυθμίζει όλες τις άλλες διακρίσεις εντός της εργατικής τάξης. Αυτό οδηγεί σε μια ευρύτατα διαδεδομένη αίσθηση ότι όλες οι άλλες ταυτότητες είναι θεμελιωδώς επουσιώδεις, υπό δύο έννοιες:

1)            Δεν αποκλείονται όλοι, ακόμα και στα πιο περιθωριοποιημένα κομμάτια της τάξης, από τις σταθερές θέσεις εργασίας και τη δημόσια αναγνώριση. Στην τωρινή εποχή έχουμε δει την άνοδο ατόμων από περιθωριοποιημένους πληθυσμούς στις κορυφές της εξουσίας. Το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές γυναίκες CEOs –και ένας μαύρος πρόεδρος των ΗΠΑ– δίνει σε όλους την εντύπωση ότι κανένα στίγμα, κανένα σημάδι αποκειμενοποίησης (abjection) δεν είναι εντελώς ανυπέρβλητο.

2)            Αλλά επίσης, η ίδια η φύση της προσωρινότητας είναι η διάλυση των φιξαρισμένων θέσεων. Πολύ λίγοι προλετάριοι αναγνωρίζουν κάποια από τα προσόντα ή τις ικανότητές τους ως ουσιώδεις καθορισμούς του εαυτού τους. Σε έναν κόσμο χωρίς ασφάλεια δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόφαση κανονικότητας, ούτε και κάποιας ταυτότητας που παραμένει σταθερή στον χρόνο. Αντίθετα, οι ζωές μπαλώνονται από κοινού χωρίς μια ξεκάθαρη αίσθηση εξέλιξης. Όλοι οι τρόποι ζωής εμπορευματοποιούνται, με τα κομμάτια τους να είναι εναλλάξιμα. Τα χαρακτηριστικά αυτά ενός κατακερματισμένου προλεταριάτου ήταν παρόντα στις πλατείες.

6 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΧΩΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Τι έρχεται μετά; Είναι αδύνατον να ειπωθεί εκ των προτέρων. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι, τουλάχιστον προς στιγμήν, ζούμε και πολεμάμε εντός της διαδικασίας κράτησης. Η κρίση έχει ανασταλεί. Το κράτος, για να προκαλέσει αυτή την αναστολή της κρίσης, αναγκάστηκε να αναλάβει την πραγματοποίηση ασυνήθιστων ενεργειών. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι οι κρατικές παρεμβάσεις, τα τελευταία χρόνια, μοιάζουν με μια ύστατη απόπειρα. Τα επιτόκια αγγίζουν το επίπεδο του μηδέν τοις εκατό. Η κυβέρνηση ξοδεύει δισεκατομμύρια δολάρια κάθε μήνα, μόνο για πείσει το κεφάλαιο να επενδύσει έστω και λίγο. Για πόσο ακόμα; Κι ωστόσο, ως τώρα τουλάχιστον, οι κρατικές παρεμβάσεις έχουν δουλέψει. Η κρίση έχει απολιθωθεί. Και η απολίθωσή της ήταν η απολίθωση του αγώνα.

Πράγματι, από τη στιγμή που η επίδραση της κρίσης έχει ανασταλεί, η ταξική πάλη παραμένει υπόθεση των πιο ανυπόμονων και αυτών που βρίσκονται στη χειρότερη θέση. Όλοι οι υπόλοιποι ελπίζουν ότι, αν κρατήσουν κάτω τα κεφάλια τους, θα επιβιώσουν μέχρι να ξεκινήσει η πραγματική ανάκαμψη. Εν τω μεταξύ, αυτοί που εμπλέκονται στον αγώνα είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος χαμένοι στις δικές τους ψεύτικες ελπίδες: ελπίζουν ότι το κράτος μπορεί να πειστεί να δράσει ορθολογικά, να αναλάβει μια πιο ριζοσπαστική κεϋνσιανή τόνωση. Οι διαδηλωτές ελπίζουν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να εξαναγκαστεί να ξεφορτωθεί τους κολλητούς και να δράσει για το συμφέρον του έθνους. Οι αγώνες ενάντια στη λιτότητα, χωρίς πιθανότητα να εγκαταλείψουν αυτή την προοπτική –για όσο διάστημα κάτι τέτοιο παραμένει έστω και ελάχιστα εύλογο–, έχουν οι ίδιοι κολλήσει σε μια διαδικασία κράτησης. Έρχονται αντιμέτωποι με την αντικειμενικότητα της κρίσης μόνο στην απάθεια του κράτους μπροστά στα αιτήματά τους.

Εμείς βλέπουμε τρία σενάρια για τη συνέχεια:

1)            Η διαδικασία κράτησης θα μπορούσε να διατηρηθεί λίγο ακόμα, έτσι ώστε ένα δεύτερο κύμα αγώνων, όπως το κύμα 2011-13, να αναδυθεί ενδεχομένως εντός των ορίων της. Αυτό το δεύτερο κύμα ίσως παραμείνει χλιαρό, όπως ήταν συχνά ο προκάτοχός του. Αλλά είναι επίσης πιθανό να γίνει πιο ισχυρό, στη βάση των πραγματικών δεσμών που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια. Αν αυτό συμβεί, θα μπορούσαμε να δούμε την αναζωπύρωση ενός ριζοσπαστικού δημοκρατικού κινήματος, περισσότερο λαϊκού από αυτό της περιόδου ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Αυτό το κίνημα δεν θα εστίαζε απαραίτητα στις καταλήψεις πλατειών. ίσως αναγγείλει τον εαυτό του μέσω κάποιας άλλης τακτικής που είναι αδύνατον να προβλεφθεί. Ένα τέτοιο κίνημα, αν ήταν ικανό να βρει κάποιο πλεονεκτικό σημείο, ίσως κατάφερνε να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους με τους οποίους γίνεται η διαχείριση της κρίσης. Για παράδειγμα, οι διαδηλωτές ίσως καταφέρουν να επιβάλουν στους υπερπλούσιους τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης: με έναν νέο Φόρο Τόμπιν, προοδευτικούς φόρους εισοδήματος ή περιορισμούς στα εισοδήματα των CEOs. Ίσως οι ταραχοποιοί φτιάξουν ουσιαστικές οργανώσεις που θα είναι σε θέση να πιέσουν για το τέλος της αυθαίρετης αστυνομικής βίας και για μια μερική αποστρατιωτικοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων. Ίσως τα αραβικά κράτη μπορούν να πιεστούν να αυξήσουν τα επίπεδα απασχόλησης στον δημόσιο τομέα, προκειμένου να απορροφηθούν οι ουρές των άνεργων πτυχιούχων. Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά τα αιτήματα, ακόμα κι αν γίνονταν δεκτά, θα ήταν σαν να σχηματιζόταν ένα εργατικό συμβούλιο στο κατάστρωμα του Τιτανικού. Θα αυτοδιαχειρίζονταν ένα πλοίο που βυθίζεται (αν και, ομολογουμένως, δεδομένου του ότι τα παγόβουνα λιώνουν, παραμένει άγνωστο σε τι θα χτυπούσε αυτό το πλοίο).

2)            Η διαδικασία κράτησης θα μπορούσε να διατηρηθεί για λίγο παραπάνω, αλλά το δεύτερο κύμα αγώνα, εντός των ορίων της, θα έμοιαζε ριζικά διαφορετικό από το πρώτο. Ίσως –παίρνοντας τη σκυτάλη από το κίνημα των πλατειών– οι προλετάριοι δουν το άνοιγμα για έναν νέο, περισσότερο ή λιγότερο ανεπίσημο, συνδικαλισμό βάσης. Αυτός ο συνδικαλισμός, αν μόλυνε την τεράστια μάζα των ανοργάνωτων εργατών στις υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα, θα μπορούσε να μετασχηματίσει ριζικά τους όρους με τους οποίους διεξάγεται η διαχείριση της κρίσης. Θα ήταν ίσως δυνατό, σε αυτή τη βάση, να προσεγγιστεί το πρόβλημα της σύνθεσης από την άλλη πλευρά. Οι εργαζόμενοι στα φαστ φουντ στις ΗΠΑ αυτή την περίοδο απεργούν, απαιτώντας τον διπλασιασμό του μεροκάματού τους. Κι αν επιτύχουν και αυτή η επιτυχία λειτουργήσει ως σινιάλο για να ξεχυθεί το υπόλοιπο της τάξης στους δρόμους; Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η μαζική μεταβολή των όρων της ταξικής πάλης δεν αντιστοιχεί πάντοτε με την αύξηση στην ένταση της κρίσης. Η αντικειμενική και η υποκειμενική στιγμή της ταξικής σχέσης δεν προχωρούν αναγκαστικά σε συγχρονισμό.

3)            Τέλος, θα μπορούσε να υπάρξει μια εντατικοποίηση της κρίσης, ένα πλανητικό ξύσιμο του πάτου, το οποίο θα ξεκινούσε με μια βαθιά απότομη πτώση στην Ινδία ή την Κίνα. Ή αλλιώς, το λασκάρισμα της Ποσοτικής Χαλάρωσης θα μπορούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο. Το τέλος της διαδικασίας κράτησης θα ανακάτευε όλους τους όρους της εποχής που περιγράψαμε. Η κρίση δεν θα ήταν πλέον μια κρίση λιτότητας, αλλά, μάλλον, κάτι εντελώς διαφορετικό, που θα επηρέαζε πολύ ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού. Οι κατηγορίες προς τους διεφθαρμένους πολιτικούς δεν θα ήταν πλέον δυνατές, ή τουλάχιστον, δεν θα ήταν πλέον χρήσιμες, μιας και η δυνατότητα της κρατικής διαχείρισης της κρίσης θα είχε αποκλειστεί. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι η επανάσταση θα εμφανιστεί ξαφνικά στο τραπέζι ως η μόνη εναπομένουσα επιλογή. Το να γίνονται τα πράγματα χειρότερα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι γίνονται καλύτερα. Οι διαιρέσεις εντός του προλεταριάτου είναι βαθιές και η παραπέρα αύξηση του πλεονάζοντος πληθυσμού τις βαθαίνει περαιτέρω. Είναι απολύτως εφικτό να φανταστούμε ότι τμήματα της τάξης θα στραφούν το ένα απέναντι στο άλλο. και ότι το μίσος του ενός προς τον άλλο, καθώς και η διασφάλιση ότι κανένας δεν θα βρεθεί σε ελαφρώς καλύτερη θέση από τους υπόλοιπους, θα πάρουν το προβάδισμα έναντι της επανάστασης.

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τους φίλους του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 2015. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ