Δεν ξέρουμε αν τα [αντιτιθέμενα] πεπρωμένα της Λούξεμπουργκ [...] και του Λένιν πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση με το γεγονός ότι ο Λένιν και η ομάδα του μοίρασαν όπλα στους εργάτες, ενώ οι Σπαρτακιστές συνέχισαν να βλέπουν την οργάνωση ως συντονισμό [...] και την άρνηση της εργασίας ως το μόνο κατάλληλο όπλο των εργατών. Η ουσία του λενινισμού μετατοπίζεται από τη σχέση ανάμεσα στην αυτενέργεια και το κόμμα στη σχέση ανάμεσα στο κόμμα και την εξέγερση.1

Ξεδιπλώνονται οι σημερινοί αγώνες προς την επανάσταση; Προσπαθούμε να βρούμε πού βρισκόμαστε και πού πάμε, σε σχέση με αυτό το ερώτημα, με τον μόνο τρόπο που υπάρχει: όχι μόνο μέσα από την εμπειρία του παρόντος, αλλά και συμβουλευόμενοι τις επαναστατικές θεωρίες του παρελθόντος. Ωστόσο, η προσδοκία απαντήσεων από τις επαναστατικές θεωρίες του παρελθόντος συνιστά ένα προβληματικό εγχείρημα: αυτές οι θεωρίες αναδύθηκαν ως απάντηση σε ένα σύνολο προβλημάτων που προέκυψαν στην πορεία μιας ιδιαίτερης εποχής – μιας εποχής που δεν είναι η δική μας.2   Πράγματι, οι επαναστατικές θεωρίες του 20ου αιώνα αναπτύχθηκαν καθώς εξελισσόταν μια αλληλουχία αγώνων που αποκαλούμε εργατικό κίνημα. Αυτές οι θεωρίες φέρουν τα σημάδια του εργατικού κινήματος εν γένει. Διαμορφώθηκαν ως απάντηση στα όρια που αντιμετώπισε το κίνημα στις πιο έντονες στιγμές του – δηλαδή, στην εποχή των επαναστάσεων, 1905-21.

Από όποια πλευρά κι αν τα δούμε, τα όρια του εργατικού κινήματος είχαν να κάνουν με το πρόβλημα της ενστάλαξης ταξικής συνείδησης σε έναν πληθυσμό που είχε προλεταριοποιηθεί μονάχα εν μέρει. Οι στρατηγικοί στοχαστές του εργατικού κινήματος, αντιμέτωποι καθώς ήταν με έναν πολυπληθή αγροτικό πληθυσμό στην ύπαιθρο και μια εργατική τάξη με ετερόκλητα χαρακτηριστικά στις πόλεις, προσέβλεπαν σε μια μελλοντική στιγμή, κατά την οποία η πλήρης προλεταριοποίηση –επακόλουθο της περαιτέρω ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων– θα οδηγούσε στην εξάλειψη των υπαρκτών διαιρέσεων μεταξύ των προλετάριων. Τότε η αντικειμενική ενότητα της τάξης θα έβρισκε το υποκειμενικό της αντίστοιχο. Η τροπή των πραγμάτων έδειξε πως αυτό το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Η περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ενίσχυε κάποιες από τις ήδη υπάρχουσες διαιρέσεις ανάμεσα στους προλετάριους, ενόσω δημιουργούσε άλλες. Ταυτόχρονα, αυτή η ανάπτυξη εξάλειψε τη βάση της εργατικής ενότητας. Οι εργάτες αντιλήφθηκαν ότι είχαν πάψει πια να αποτελούν τη ζωτική δύναμη της σύγχρονης εποχής. απεναντίας, είχαν μετατραπεί σε εξαρτήματα-προσαρτήματα σε ένα σύνολο μηχανών και υποδομών που εξαπλωνόταν έχοντας ξεφύγει από τον έλεγχό τους.3

Μια σύντομη, ωστόσο, αναδρομή στα επαναστατικά ζενίθ του περασμένου αιώνα –πριν την πτώχευση του εργατικού κινήματος– ίσως μας βοηθήσει κατανοήσουμε το πλαίσιο εντός του οποίου γεννήθηκαν οι επαναστατικές θεωρίες του παρελθόντος. Σε αυτή τη βάση, θα αρχίσουμε να αρθρώνουμε μια επαναστατική θεωρία για τη δική μας εποχή. Πρέπει, όμως, να είμαστε υποψιασμένοι καθώς αναλαμβάνουμε ένα τέτοιο εγχείρημα σήμερα: το ξέσπασμα των επαναστάσεων είναι, από την ίδια του τη φύση, απρόβλεπτο· η θεωρία μας πρέπει κατά κάποιο τρόπο να ενσωματώνει αυτή τη μη προβλεψιμότητα στον ίδιο της τον πυρήνα. Οι επαναστάτες της προηγούμενης περιόδου ως επί το πλείστον αρνήθηκαν να ανοιχτούν στο άγνωστο – παρά το γεγονός ότι οι επαναστάσεις που βίωσαν ποτέ δεν διαδραματίστηκαν όπως οι ίδιοι είχαν φανταστεί.

Στο κάτω-κάτω, οι επαναστάσεις του εικοστού αιώνα αποδείχτηκε πως δεν ήταν αποτέλεσμα μεθοδικών σχεδίων αργής και σταθερής επέκτασης του αριθμού των μελών του συνδικάτου ή/και το κόμματος, ο οποίος προβλεπόταν να αυξάνεται στον ίδιο ρυθμό με τη βιομηχανοποίηση και την ομογενοποίηση της τάξης. Απεναντίας, τα επαναστατικά κύματα του 1905-21 αναδύθηκαν χαοτικά, με αυτοοργανωμένους αγώνες να αναπτύσσονται γύρω από την τακτική της μαζικής απεργίας. Ούτε η ανάδυση ούτε η ανάπτυξη της μαζικής απεργίας είχαν προβλεφθεί από τους στρατηγικούς στοχαστές της επανάστασης, παρά τις πολλές δεκαετίες στοχασμού (και τα ιστορικά παραδείγματα του 1848 και 1871).4

Συγκαταλεγόμενη και η ίδια στους λίγους εκείνους επαναστάτες που δεν εναντιώθηκαν ευθέως σε αυτή τη νέα μορφή πάλης, η Ρόζα Λούξεμπουργκ την αναγνώρισε ως την κατεξοχήν επαναστατική τακτική. Το βιβλίο της με τίτλο Η Μαζική Απεργία είναι ένα από τα καλύτερα κείμενα στην ιστορία της επαναστατικής θεωρίας. Όμως, ακόμα και η Λούξεμπουργκ έβλεπε στη μαζική απεργία ένα μέσο αναζωογόνησης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας. Όπως επισημαίνει ο Ντωβέ, «μολονότι [η Λούξεμπουργκ] έγραψε πως ‘μετά την 4η Αυγούστου 1914, η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αηδιαστικό πτώμα’, αποδείχτηκε ότι και η ίδια είχε έντονες τάσεις νεκροφιλίας».5

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ: Η ΜΑΖΙΚΗ ΑΠΕΡΓΙΑ

Η ιστορία της μαζικής απεργίας είναι μια ιστορία υπόγεια· εν πολλοίς παραμένει άγραφη. Μπορούμε, όμως, να τη σκιαγραφήσουμε κατά τον ακόλουθο τρόπο.6

Το 1902, μια σειρά από αλλεπάλληλες απεργίες λαμβάνουν χώρα στο Βέλγιο και τη Σουηδία, ως μέσο πίεσης για την καθιέρωση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος των αρρένων. Η τακτική διαδίδεται στη συνέχεια στην Ολλανδία και τη Ρωσία και φτάνει στην Ιταλία, το 1904, ως διαμαρτυρία ενάντια στη βίαιη καταστολή των εργατικών εξεγέρσεων. Στην Ιταλία, σχηματίζονται εργατικά συμβούλια για πρώτη φορά. Αυτό το πρώτο κύμα φτάνει στο αποκορύφωμά του με τις πολυπληθείς μαζικές απεργίες στη Ρωσία το 1905, οι οποίες καταλήγουν σε εξέγερση –την πρώτη Ρωσική Επανάσταση– τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους. Με το ρωσικό παράδειγμα να λειτουργεί σαν μοντέλο, η τακτική της μαζικής απεργίας διαδόθηκε αστραπιαία στις πόλεις της Ευρώπης.

Δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της και στη Γερμανία, την καρδιά του μαρξισμού της 2ης Διεθνούς, όπου τίθεται για πρώτη φορά το ζήτημα του «σκοπού» της μαζικής απεργίας – που ήδη είχε χρησιμοποιηθεί για μια σειρά από διαφορετικούς στόχους. Για τους αντιπροσώπους των συνδικάτων, η μαζική απεργία έμοιαζε να αποτελεί εμπόδιο στις αργόσυρτες προσπάθειες των ίδιων των συνδικάτων να οργανώσουν την τάξη. Ένας γερμανός συνδικαλιστής δήλωσε πως «για να οικοδομήσουμε τις οργανώσεις μας, χρειάζεται να υπάρχει ηρεμία στο εργατικό κίνημα».7 Η τακτική, όμως, συνέχισε να εξαπλώνεται και το εύρος της να μεγαλώνει, παρ’ όλο που η 2η Διεθνής διακήρυσσε πως υποστηρίζει την τακτική της μαζικής απεργίας μόνο ως αμυντικό όπλο.

Μετά το κύμα της περιόδου 1902-07, οι αγώνες ξεθύμαναν, μέχρι να ξεσπάσουν ξανά την περίοδο 1910-13. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο κυμάτων, ο αριθμός των μελών των συνδικάτων αυξήθηκε. κερδήθηκε το δικαίωμα ψήφου σε Αυστρία και Ιταλία, ενώ οι σκανδιναβικές χώρες αναγκάστηκαν να φιλελευθεροποιηθούν. Εμφανίστηκαν ο αναρχοσυνδικαλισμός και ο αριστερός κομμουνισμός ως διακριτές τάσεις. Η έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου έβαλε τέλος στο δεύτερο απεργιακό κύμα, που είχε αρχίσει ήδη να φθίνει. Όμως, αυτός ο φαινομενικά μόνιμος φραγμός αποδείχτηκε πως ήταν ένα ακόμη προσωρινό εμπόδιο. Ανά την Ευρώπη, ο αριθμός των απεργιών είχε ήδη αρχίσει να αυξάνεται σε σχέση με τα χαμηλά επίπεδα του 1915. Ο αγώνας ξεπέρασε τα όρια των χώρων εργασίας: στο Clydeside έγιναν απεργίες ενοικίου και στο Βερολίνο διαδηλώσεις ενάντια στις τιμές των τροφίμων. Το 1916, κηρύσσονται μαζικές απεργίες στη Γερμανία, αυτή τη φορά ως διαμαρτυρία για τη φυλάκιση του Καρλ Λήμπκνεχτ, ο οποίος αποτελούσε σύμβολο της εναντίωσης στον πόλεμο για λόγους αρχής. Φτάνοντας στο 1917, η εργατική αναταραχή ήδη είχε πλαισιωθεί από ανταρσίες στον στρατό και ταραχές για τα τρόφιμα στους δρόμους, ανάμεσα σε άλλες δράσεις. Αυτές οι δράσεις πολλαπλασιάστηκαν μέσα από νέες μορφές οργάνωσης: τα κινήματα των αντιπροσώπων σε Αγγλία και Γερμανία, και τις «εσωτερικές επιτροπές» στην Ιταλία.

Έτσι, ήδη πριν ξεσπάσει η μπολσεβίκικη επανάσταση του Οκτώβρη, η ένταση των αγώνων σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Οι μαζικές απεργίες στην Αυστρία και τη Γερμανία ήταν οι μεγαλύτερες στην ιστορία των χωρών αυτών. Συχνά λησμονούμε ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε όχι επειδή η μια από τις αντιμαχόμενες πλευρές ηττήθηκε, αλλά επειδή ολοένα περισσότερες από τις χώρες που είχαν εμπλακεί στις εχθροπραξίες κατέρρευσαν εξαιτίας ενός κύματος επαναστάσεων, που διογκώθηκε και μετά έσβησε από το 1917 μέχρι το 1921. Δεν θα ασχοληθούμε διεξοδικά με αυτό το τελευταίο κύμα αγώνων, αλλά θα παραθέσουμε τα λόγια του Φρίντριχ Έμπερτ, ηγέτη του SPD. απευθυνόμενος στην τρομαγμένη γερμανική αστική τάξη, είπε το 1918: «Είμαστε οι μόνοι που μπορούν να διατηρήσουν την τάξη»...

Τι μπορούμε να μάθουμε από αυτή τη σύντομη εξιστόρηση της τακτικής της μαζικής απεργίας; Αν ήταν να συμβεί σήμερα μια επανάσταση, θα προέκυπτε και αυτή μέσα από μια μαζική όξυνση αυθόρμητων, αυτοοργανωμένων αγώνων. Αυτοί οι αγώνες θα έπρεπε να ξεσπάσουν και να επεκταθούν σε μεγάλες γεωγραφικές περιοχές, με έναν ρυθμό άμπωτης και πλημμυρίδας που θα κρατούσε δεκαετίες. Μόνο μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο –δηλαδή, σε ένα πλαίσιο όπου ξεδιπλώνεται μια αλληλουχία αγώνων– καθίσταται εφικτή η επανάσταση, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην ενεργό πραγματικότητα. Συνεπώς, μονάχα στην πορεία της όξυνσης των αγώνων μπορούν να τεθούν, και να απαντηθούν με τρόπο συγκεκριμένο, τα στρατηγικά ερωτήματα μιας εποχής.

Από το παρελθόν, όμως, δεν μπορούμε να μάθουμε κάτι περισσότερο από αυτό. Η τακτική της μαζικής απεργίας προσιδιάζει στην εποχή της, μια εποχή στην οποία είχαμε: (1) μια άνευ προηγουμένου παγίωση εταιριών και χώρων εργασίας. (2) την άφιξη, στις νέες βιομηχανικές πόλεις, πρόσφατα προλεταριοποιημένων αγροτών, που έφερναν μαζί τους συγκεκριμένες κουλτούρες αλληλεγγύης. (3) την πάλη των εργατών για την υπεράσπιση του ελέγχου που ασκούσαν στην εργασιακή διαδικασία, ενάντια στην εκμηχάνιση και ορθολογικοποίηση· και τέλος, (4) την πάλη ενάντια στο παλαιό καθεστώς που εξακολουθούσε να επιβιώνει – πάλη για ίσα πολιτικά δικαιώματα, το δικαίωμα να οργανώνεσαι, την ψήφο, τα οποία οι ελίτ αρνούνταν να παραχωρήσουν στους προλετάριους. Αν και σήμερα ο ορίζοντας του αγώνα είναι πολύ διαφορετικός, τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας για να συλλάβουμε τη σχέση ανάμεσα στους αγώνες και την επανάσταση συνεχίζουν να φέρουν τα σημάδια του εργατικού κινήματος.

Αυτά τα εργαλεία πρέπει να σφυρηλατηθούν εκ νέου. Το παράθεμα του Bologna με το οποίο ξεκινήσαμε θίγει τις κομβικές έννοιες της επαναστατικής θεωρίας, όπως αυτή έγινε κατανοητή στην πορεία του εργατικού κινήματος: αυτενέργεια και οργάνωση, κόμμα και εξέγερση. Το ερώτημα με το οποίο είμαστε αντιμέτωποι είναι το εξής: πώς αρθρώνουμε τις σχέσεις μέσα σε αυτό το σύμπλεγμα εννοιών σήμερα, δηλαδή, μετά το τέλος του εργατικού κινήματος (που σημαίνει επίσης, και κατ’ ανάγκη, το τέλος όλων των επαναστατικών παραδόσεων που ενέπνεαν τον τελευταίο αιώνα: λενινισμός και υπεραριστερά, σοσιαλδημοκρατία και επαναστατικός συνδικαλισμός, κ.ο.κ.); Καταθέτουμε τις παρακάτω σκέψεις πάνω σε τρεις έννοιες –αυτενέργεια, μεσολάβηση, ρήξη– ως μια απόπειρα επαναδιαμόρφωσης των εργαλείων της επαναστατικής θεωρίας, για τη δική μας εποχή. Λαμβάνοντας υπόψη το χάσμα που μας χωρίζει από το παρελθόν, ευελπιστούμε να εξάγουμε από τις θεωρίες του παρελθόντος κάτι χρήσιμο για μας στο παρόν.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ

Πριν προχωρήσουμε στην πραγμάτευση αυτών των κομβικών εννοιών της επαναστατικής θεωρίας, ας κάνουμε μια παύση για να πούμε κάτι σχετικά με την ιδιαιτερότητα του αγώνα στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Έξω από αυτές τις κοινωνίες, τα ανθρώπινα όντα ως επί το πλείστον οργανώνονται σε κοινότητες πρόσωπο με πρόσωπο. Όταν συγκρούονται, συγκρούονται ως κοινότητες που προϋπάρχουν της σύγκρουσης. Απεναντίας, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, τα ανθρώπινα όντα είναι ως επί το πλείστον εξατομικευμένα. Οι προλετάριοι δεν αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον πρόσωπο-με-πρόσωπο ως μέλη κοινοτήτων, αλλά μάλλον ως ξένοι. Αυτή η εξατομίκευση καθορίζει τον χαρακτήρα των σύγχρονων αγώνων. Διότι η βάση επί της οποίας αγωνίζονται οι προλετάριοι δεν προϋπάρχει των αγώνων. Αντίθετα, τα θεμέλια του αγώνα πρέπει να φτιαχτούν (από τα υλικά της κοινωνικής ζωής) στην πορεία του ίδιου του αγώνα. Αυτό το χαρακτηριστικό των καπιταλιστικών κοινωνιών έχει δυο βασικές αιτίες:

1)            Στις αγορές όπου πωλούν την εργασιακή τους δύναμη, οι προλετάριοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τις θέσεις εργασίας. Από τη φύση της εκμεταλλευτικής σχέσης είναι δεδομένο ότι δεν υπάρχουν αρκετές δουλειές για όλους. Σε αυτή την κατάσταση, κάποιοι προλετάριοι θεωρούν ότι αξίζει τον κόπο να σχηματίσουν συμμορίες και μαφίες –στη βάση του φύλου, της φυλής, του έθνους, του επαγγέλματος– και να εναντιωθούν σε άλλες ομάδες εργατών σε αυτή τη βάση.8 Η αντίθεση μεταξύ προλετάριων εκδηλώνεται όχι μόνο σε σχέση με τις θέσεις εργασίες και τις μισθολογικές διαφορές, αλλά και σε σχέση με τις συνθήκες εργασίας, τον χρόνο που περνούν με την οικογένεια, τις ευκαιρίες στην εκπαίδευση κ.ο.κ. Ο ενδοταξικός ανταγωνισμός αντανακλάται και έξω από τις αγορές εργασίας, σε σκληρά επιβαλλόμενες ιεραρχίες επιπέδου ζωής που επιβάλλονται με αμείλικτο τρόπο, και εκφράζονται στην εξόφθαλμη κατανάλωση (πολυτελή αμάξια) και μέσα από αμέτρητους life-style δείκτες (κολλητά παντελόνια). Έτσι, η όλοένα καθολικότερη κατάσταση εξάρτησης από την εργασία δεν έχει οδηγήσει στην ομογενοποίηση των συμφερόντων. Κάθε άλλο: οι προλετάριοι βρίσκονται σε μια κατάσταση εσωτερικής διαστρωμάτωσης. Διαφοροποιούνται με επιμέλεια ο ένας από τον άλλον. Όπου καλλιεργούνται συλλογικά συμφέροντα μέσω οργανώσεων, συχνά αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επανεγγράφονται διαφορές στα όρια της φυλής, του έθνους, του φύλου, κ.λπ.

2)            Η εξάρτηση από την εργασία δεν απολήγει μόνο στον ανταγωνισμό ανάμεσα στους εργάτες, προκαλεί μια αμοιβαία απώθηση. Στον βαθμό που τα άτομα μπορούν να εξασφαλίσουν μια θέση εργασίας, ο μισθός απαλλάσσει τους προλετάριους από το υποχρεωτικό μεταξύ τους πάρε-δώσε. Καθώς δεν εξαρτώνται πια από μια κληρονομιά, οι μισθωτοί δεν έχουν καμία υποχρέωση απέναντι στους γονείς τους ούτε και σε κανέναν άλλο (πλην των αφεντικών τους!).9 Μπορούν να φύγουν από την ύπαιθρο και να καταφύγουν στις πόλεις, να φύγουν από τις πόλεις και να καταφύγουν στα προάστια, ή να γυρίσουν από τα προάστια πίσω στις πόλεις. Όσο βρίσκουν δουλειά, οι προλετάριοι έχουν το ελεύθερο να μετακινούνται όπως επιθυμούν. Μπορούν να γλιτώσουν από τις νουθεσίες των προγονικών και θρησκευτικών αρχών, καθώς και να απομακρυνθούν από τους πρώην φίλους και εραστές, έτσι ώστε να σχετιστούν με όποιον θέλουν, να προσεύχονται σε όποιον θεό επιθυμούν, να διαρρυθμίζουν τα σπίτια τους με οποιονδήποτε τρόπο. Οι προλετάριοι δεν οφείλουν να δουν κανέναν χωρίς να το θέλουν, εκτός από τη δουλειά. Έτσι η κοινότητα δεν διαλύεται μόνο δια της βίας· οι προλετάριοι επιθυμούν ενεργά τη διάλυσή της. Το αποτέλεσμα είναι μια ιστορικά μοναδική κοινωνική δομή, στην οποία οι άνθρωποι δεν εξαρτώνται από κανέναν άλλον άμεσα, και για τίποτα. Όμως, αυτή η ατομική αυτονομία των προλετάριων κερδήθηκε με τίμημα τη συλλογική απώλεια δύναμης. Όταν λήγει η εξέγερση, οι προλετάριοι τείνουν να επιστρέφουν στην εξατομίκευση. Διαλύονται και πάλι μέσα στο πλέγμα του χρήματος.

Επειδή οι προλετάριοι ξεκινούν από μια κατάσταση σχεδόν καθολικής εξατομίκευσης, έρχονται αντιμέτωποι με ένα μοναδικό πρόβλημα συντονισμού. Οι προλετάριοι βρίσκουν τρόπους να συνασπιστούν, όμως για να το κάνουν αυτό, πρέπει να υπερβούν την πραγματική αντιθετικότητα των συμφερόντων τους. Στον βαθμό που δεν υπερβαίνουν αυτούς τους φραγμούς, αντιλαμβάνονται πως είναι ανίσχυροι στον αγώνα τους τόσο ενάντια στο κεφάλαιο όσο και ενάντια στο κράτος. Έτσι, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι προλετάριοι –σε μη επαναστατικούς καιρούς– δεν η έλλειψη της κατάλληλης στρατηγικής (που θα μπορούσε να επινοηθεί από ευφυείς διανοούμενους), αλλά, μάλλον, η παρουσία μιας πραγματικής ασυμμετρίας ισχύος, ένα επακόλουθο της εξατομίκευσής τους. Τίποτα στο οπλοστάσιο του ατομικού εργάτη δεν μπορεί να ισοφαρίσει την εξουσία των καπιταλιστών να προσλαμβάνουν και να απολύουν κατά βούληση, ή την τάση των αστυνομικών να πυροβολούν, να ξυλοκοπούν ή να φυλακίζουν.

Ιστορικά, οι εργάτες ξεπερνούν την εξατομίκευσή τους –και τις ανισορροπίες ισχύος που προκύπτουν– μέσα από κύματα συντονισμένης, διαταρακτικής δραστηριότητας. Όμως οι εργάτες αντιμετωπίζουν ένα διπλό αδιέξοδο (double bind): μπορούν να δράσουν συλλογικά μόνο αν εμπιστεύονται ο ένας την άλλη, αλλά μπορούν να εμπιστευτούν ο ένας την άλλη –καθώς ρισκάρουν τόσα πολλά, τόσο οι ίδιοι όσο και οι γύρω τους– μόνο αν αυτή η εμπιστοσύνη έχει ήδη γίνει πράξη μέσα από τη συλλογική δράση. Αν η επαναστατική δραστηριότητα συμβαίνει σπάνια, αυτό συμβαίνει όχι γιατί η ιδεολογία διαιρεί τους εργάτες, αλλά μάλλον επειδή, εκτός κι αν η επαναστατική δράση διαδραματίζεται ήδη, είναι αυτοκτονικό να αποπειραθεί κάποιος «να τις παίξει μόνος του». Οι ιδέες μέσα στα κεφάλια μας, ανεξάρτητα από το πόσο επαναστατικές μπορεί να είναι, κατά κύριο λόγο εκλογικεύουν τον πόνο που αυτή η κατάσταση προκαλεί – βοηθώντας μας παράλληλα να την αντέξουμε.

Το φαινομενικά άλυτο πρόβλημα του αγώνα, αυτό το διπλό αδιέξοδο, επιλύεται τελικά μόνο από τον ίδιο τον αγώνα, από το γεγονός ότι ο αγώνας εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο. Υπολογιστικά μιλώντας, αυτή η λύση μπορεί να περιγραφεί ως το εφικτό αποτέλεσμα του επαναλαμβανόμενου διλήμματος των φυλακισμένων.10 Ο δικός μας όρος είναι η αυτενέργεια.

1  ΑΥΤΕΝΕΡΓΕΙΑ

Η αυτενέργεια συνήθως νοοείται ως έλλειψη οργάνωσης. Κάτι που είναι αυτενεργό εγείρεται από μια στιγμιαία ώθηση, σαν να συμβαίνει με φυσικό τρόπο. Οι μαρξιστές της 2ης Διεθνούς πίστευαν ότι η εργατική εξέγερση είναι αυτενεργή με την παρακάτω έννοια: είναι μια φυσική αντίδραση στην καπιταλιστική κυριαρχία, στην οποία πρέπει να δοθεί σχήμα και μορφή από το κόμμα. Η έννοια στηρίζεται σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε παράγωγο νόημα του όρου αυτενέργεια. Τον 18ο αιώνα, ο Καντ περιέγραψε την υπερβατολογική ενότητα της κατάληψης (apperception) –το γεγονός ότι έχω αντίληψη του εαυτού μου έχοντας τις δικές μου εμπειρίες– αποκαλώντας αυτήν την πράξη αυτενεργή.11 Ο Καντ, με το αυτενεργό, εννοούσε το αντίθετο από κάτι φυσικό. Μια αυτενεργή πράξη είναι κάτι που αναλαμβάνεται ελεύθερα. Πράγματι, η λέξη αυτενεργός (spontaneous) προέρχεται από τη λατινική sponte, που σημαίνει «με τη βούλησή μου, ελεύθερα, οικειοθελώς». Υπ’ αυτή την έννοια, η αυτενέργεια δεν σημαίνει καταναγκαστικό ή αυτοματικό πράττειν. Έχει να κάνει με το να δρα κανείς χωρίς εξωτερικό καταναγκασμό. Συμμετέχουμε καθημερινά στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις: πηγαίνοντας στη δουλειά, κάνοντας αγορές, κ.λπ. Όμως έχουμε το ελεύθερο να αποφασίσουμε να μην το κάνουμε αυτό, όποιες κι αν είναι οι συνέπειες (στην πραγματικότητα, οι συνέπειες είναι μερικές φορές βαρύτατες, γιατί η συμμετοχή μας στον καπιταλισμό δεν είναι επιλογή, αλλά μάλλον, ένας καταναγκασμός).12

Από αυτή την επανερμηνεία του όρου έπονται τέσσερα σημεία:

1)            Η αυτενέργεια –ακριβώς επειδή είναι κάτι που προκύπτει από την ελεύθερη βούληση– είναι εγγενώς μη προβλέψιμη. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν μπορεί να υπάρξει μια παγιωμένη θεωρία του αγώνα. Μπορεί να υπάρξει μόνο μια φαινομενολογία της εμπειρίας της εξέγερσης. Φυσικά, η εξέγερση είναι φορέας μιας σχέσης με την κρίση, οικονομική ή άλλη, καθώς οι κρίσεις κάνουν αφόρητους τους υπαρκτούς τρόπους ζωής των προλετάριων. Η σχέση, όμως, ανάμεσα στην κρίση και την εξέγερση δεν είναι ποτέ μηχανική. Η εξέγερση παραμένει θεμελιωδώς υπό- ή υπερ- καθορισμένη: δεν συμβαίνει ποτέ όταν υποτίθεται ότι πρέπει, και όταν συμβαίνει, συχνά αναδύεται από τις πιο απίθανες μεριές. Η δυσαρέσκεια σιγοβράζει, και έρχεται μια αστυνομική δολοφονία ή μια άνοδος στην τιμή του ψωμιού να «πυροδοτήσει» την εξέγερση. Όμως, κανένας δεν γνωρίζει εκ των προτέρων ποιο θα είναι το γεγονός-πυροκροτητής, σε μια δεδομένη περίπτωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εξέγερση δεν μπορεί να σχεδιαστεί – ή ότι οι οργανωμένοι δεν παίζουν κανένα ρόλο στην πυροδότηση εξεγέρσεων. Στην πραγματικότητα, οι οργανωμένοι δεν σταματούν να προσπαθούν να πυροδοτήσουν εξεγέρσεις. Το ζήτημα είναι ότι η επιτυχία τους εδράζεται σε κάτι έξω από τους ίδιους (αυτό το κάτι αποκαλύπτεται στις κομβικές στιγμές, όταν το ανθρώπινο υλικό με το οποίο δουλεύουν οι οργανωμένοι ξαφνικά παύει να ανταποκρίνεται στη μικροδιαχείριση που κάνουν – ο αγώνας τότε είτε κάνει το άλμα προς μια απρόβλεπτη κατεύθυνση είτε σβήνει).13 Ποιος μπορεί να προβλέψει αν με το να κατεβεί ο κόσμος στο πάρκο θα έχουμε μια ακόμα διαμαρτυρία ή αν θα προκύψει μια έκρηξη, και αν αυτή η έκρηξη θα εξελιχθεί σε εμφύλιο πόλεμο;

2)            Η αυτενέργεια –όντας τομή μέσα στην καθημερινότητα– είναι επίσης κατ’ ανάγκη διαταρακτική. Η αυτενέργεια εμφανίζεται ως ένα σύνολο από διαταρακτικές πράξεις: απεργίες, καταλήψεις, μπλοκαρίσματα, λεηλασίες, ταραχές, αυτομείωση των τιμών, και γενικότερα αυτοοργάνωση. Όμως, η αυτενέργεια δεν είναι κάτι που προκύπτει έτσι απλά από την ανάμειξη αυτών των συστατικών. Η αυτενέργεια έχει μια ιστορία, και στην ιστορία της προτεραιότητα έχει η ιδιαίτερη τακτική, με δυο έννοιες. (α) Tακτική είναι ό,τι συντονίζεται ανά τους χώρους εργασίας ή τις γειτονιές, ανά τις χώρες ή και τις ηπείρους. Κάποιος αυτοπυρπολείται ή κάποια άτομα καταλαμβάνουν μια δημόσια πλατεία. Αυτενεργά, άλλοι ξεκινούν να κάνουν κάτι παρόμοιο. Καθώς εξελίσσονται τα γεγονότα, οι προλετάριοι προσαρμόζουν μια δεδομένη τακτική στις δικές τους εμπειρίες – και διακόπτεται η συνεχής ροής του χρόνου. Η τοπική ιστορία γίνεται κάτι που μόνο παγκόσμια μπορεί να αρθρωθεί. (β) Η προτεραιότητα της τακτικής προκύπτει και από το γεγονός ότι οι άνθρωποι λαμβάνουν μέρος σε κύματα διαταρακτικής δραστηριότητας, ακόμα κι αν ταυτόχρονα έχουν αντικρουόμενες ή απλά διαφορετικές απόψεις για τους λόγους για τους οποίους οι ίδιοι προχωρούν σε τέτοιες πράξεις. Οι συμμετέχοντες διατυπώνουν αντιφατικά αιτήματα· οι ίδιες τακτικές χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, σε διαφορετικούς τόπους. Ταυτόχρονα, καθώς οι αγώνες εντείνονται και επεκτείνονται, οι συμμετέχοντες θέτουν πιο τολμηρά αιτήματα – ή και σταματούν ολωσδιόλου να έχουν αιτήματα. Οι φραγμοί μεταξύ των ανθρώπων αρχίζουν να καταρρέουν. Καθώς τα τείχη πέφτουν, αυξάνεται η αίσθηση συλλογικής ισχύος των ατόμων. Το ρίσκο συμμετοχής μειώνεται, καθώς όλο και περισσότερος κόσμος συμμετέχει. Καθώς εκτυλίσσεται, ο αγώνας οικοδομεί τα ίδια του τα θεμέλια.

3)            Η αυτενέργεια δεν είναι μόνο διαταρακτική, αλλά και δημιουργική. Η αυτενέργεια γεννά ένα νέο περιεχόμενο αγώνα, που αντιστοιχεί στις καθημερινές εμπειρίες των προλετάριων. Αυτές οι εμπειρίες μεταβάλλονται συνεχώς, μαζί με τις μεταβολές στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις (και την κουλτούρα γενικότερα). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εξέγερση που αναδύεται από μέσα –αυτενεργά– τείνει να διαδίδεται ευρύτερα και πιο άγρια από την εξέγερση που έρχεται από έξω – από οργανωμένους κ.λπ. Αυτό είναι αλήθεια, ακόμη κι όταν οι οργανωμένοι παρεμβαίνουν στη βάση της δικής τους εμπειρίας της εξέγερσης (κατά τη δεκαετία του ’60, πολλοί οργανωμένοι αποκήρυσσαν το σαμποτάζ και την απουσία από την εργασία ως «νηπιακές» μορφές αγώνα· στην πραγματικότητα, τα παραπάνω προεικόνιζαν ένα μαζικό κύμα άγριων απεργιών). Έτσι, οι οργανωμένοι θέτουν εαυτούς σε μια δύσκολη θέση. Αποτελούν τα κινητά στον χρόνο και τον χώρο ανθρώπινα ίχνη των συγκρούσεων του παρελθόντος. Αν υπάρχουν τοπικές/εθνικές ιστορίες αγώνα, αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι οργανωμένοι αποκαθιστούν συνέχειες της εμπειρίας. Οι ισχυροί σχηματισμοί των οργανωμένων γίνονται φορείς όξυνσης στο παρόν· στην προσπάθειά τους, όμως, να εφαρμόσουν τα διδάγματα που απέκτησαν από το παρελθόν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο παρόν, οι οργανωμένοι διακινδυνεύουν να μετατρέψουν το καινούριο σε κάτι κοινότοπο, τη στιγμή ακριβώς της ανάδυσής του. Πρόκειται για μια επικίνδυνη θέση, στον βαθμό που για μας αποτελεί αξίωμα ότι ο μόνος δρόμος για να βγούμε από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις περνά από την εμπιστοσύνη μας στο καινούριο.

4)            Η αυτενεργή εξέγερση συνεπάγεται, όχι μόνο τη δημιουργία ενός νέου περιεχομένου αγώνα, αλλά επίσης, κατ’ ανάγκη, και τη δημιουργία νέων μορφών αγώνα, που να ταιριάζουν ή να αντιστοιχούν σε αυτό το περιεχόμενο. Ο Χέγκελ έγραψε κάποτε πως «στην αντίθεση μεταξύ μορφής και περιεχομένου είναι σημαντικό να διατηρήσουμε κατά νου ότι το περιεχόμενο δεν είναι άμορφο, αλλά έχει τη μορφή μέσα του, και όμως συνάμα η μορφή είναι κάτι εξωτερικό προς αυτό.»14 Αρχικά η μορφή μπορεί είναι απλώς πρωτόλεια· μπορεί να υπάρχει μόνο δυνάμει, όμως συγκροτείται καθώς οι αγώνες επεκτείνονται και εντείνονται. Και εδώ υπάρχει κάτι δημιουργικό – η ανάδυση μιας μορφής χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η ιστορία μας δείχνει αυτό το γεγονός, ξανά και ξανά: οι αγώνες που έχουν πρόσφατα αναδυθεί αφήνουν στην άκρη τις υπάρχουσες μορφές. Αντίθετα, παράγουν τις δικές τους μορφές, οι οποίες με τη σειρά τους πέφτουν σε αχρηστία, στα μελλοντικά κύματα εξέγερσης. Αυτό το χαρακτηριστικό της αυτενέργειας, η τάση προς την καινοτομία μορφών, υπονομεύει κάθε ανάλυση της κομμουνιστικοποίησης ως διαδικασίας θεμελιωδώς άμορφης. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι είδους μορφές αυθόρμητης οργάνωσης θα παίξουν ένα ρόλο στην κομμουνιστικοποίηση – και θα πρέπει να ξεπεραστούν τη στιγμή που αυτή συμβαίνει.

Ενάντια στις επαναστατικές θεωρίες του παρελθόντος, μπορούμε σήμερα να πούμε ότι η οργάνωση δεν είναι κάτι το εξωτερικό προς την αυτενέργεια. Απεναντίας, η μαζική εξέγερση είναι πάντα οργανωμένη. Για να δώσουμε σε αυτόν τον όρο έναν ορισμό που να αντιστοιχεί στη θέση του στην επαναστατική θεωρία, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι η οργάνωση είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα στον συντονισμό και την επέκταση της αυτενεργούς διαταρακτικής δραστηριότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι η οργάνωση είναι πάντοτε επίσημη. Μπορεί να είναι ολωσδιόλου άτυπη, και πράγματι, στα υψηλότερα επίπεδα, είναι πάντοτε άτυπη. Ο συντονισμός σημαίνει τη διάδοση τακτικών στόμα με στόμα, μέσα από τις εφημερίδες, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τα βίντεο που τα κινητά τηλέφωνα καταγράφουν κ.λπ. (αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητη η ύπαρξη κάποιας ιδιαίτερης τεχνολογίας: ήδη στα 1930 στη Βρετανική Αυτοκρατορία είχε εξαπλωθεί ένα παγκόσμιο απεργιακό κύμα· οι τεχνολογίες απλώς παρέχουν τα μέσα για διαφορετικές δυνατότητες αγώνα).

Στο εσωτερικό κάθε εξέγερσης λαμβάνουν χώρα αντιπαραθέσεις γύρω από το ζήτημα της οργάνωσης: «ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος συντονισμού και επέκτασης μιας ιδιαίτερης διαταρακτικής δραστηριότητας;». Οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα προσιδιάζουν πάντοτε στο πλαίσιο του εν λόγω αγώνα. Πολλά άτομα, είτε από άγνοια, είτε από φόβο, θέτουν διαφορετικά ερωτήματα: «πώς θα μπορούσαμε να βάλουμε ένα τέλος αυτή τη διαταραχή;» «Πώς θα μπορούσαμε να το μαζέψουμε ή να το λήξουμε με μια νίκη, έτσι ώστε να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στην οικεία μιζέρια της καθημερινής ζωής μας;» Το ξεπέρασμα της άγνοιας και του φόβου –η συγκρότηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στο πράττειν και μάλιστα στο συντονισμένο πράττειν, μαζί με εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια και εντέλει δισεκατομμύρια ανθρώπους– αυτό το πρόβλημα συντονισμού δεν γίνεται να επιλυθεί εκ των προτέρων. Μπορεί να επιλυθεί μόνο εντός και διαμέσου μιας αλληλουχίας αγώνων καθώς αυτή ξεδιπλώνεται.

2  ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Συνήθως συναντάμε τον όρο μεσολάβηση σε στερητική μορφή, ως α-μεσότητα, με την έννοια του «τώρα, διαμιάς». Και πάλι, αυτό το νόημα είναι παράγωγο νόημα. Αμεσότητα σημαίνει, κατά κύριο λόγο, απουσία μεσολάβησης. Τότε, τι είναι λοιπόν η μεσολάβηση; Είναι η παρουσία ενός όρου που παρεμβάλλεται (στην πρώιμη χρήση της, η λέξη «μεσολάβηση» περιέγραφε τη θέση του Ιησού Χριστού, που παρεμβάλλεται ανάμεσα σε Θεό και άνθρωπο). Όταν μιλάμε για την αμεσότητα της επανάστασης, αυτό δεν σημαίνει ότι καλούμε για επανάσταση «άμεσα» με την έννοια του «τώρα αμέσως», αλλά μάλλον «άμεσα», με την έννοια της «απουσίας ενός παρεμβαλλόμενου όρου». Όμως ποιος είναι ο όρος που απουσιάζει σε αυτή την περίπτωση;

Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι η αμεσότητα της επανάστασης δεν είναι απλώς ζήτημα έλλειψης οργάνωσης (αν και κάθε επανάσταση θα είναι χαοτική). Απεναντίας, οι διαταρακτικές δραστηριότητες πρέπει να είναι εξαιρετικά συντονισμένες και εκτεταμένες –με μια λέξη, οργανωμένες– σε βαθμό μάλιστα που να προκαλέσουν τη λιποταξία των ενόπλων σωμάτων (μια εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της επαναστατικής στιγμής). Ούτε αυτό το σημείο διαυγάζεται λέγοντας ότι η επανάσταση θα πραγματοποιηθεί χωρίς μια παρεμβαλλόμενη ή μεταβατική περίοδο. Κι αυτό γιατί στην πραγματικότητα θα υπάρχει αναπότρεπτα μια μετάβαση, ακόμη κι αν δεν πρόκειται να υπάρξει «μεταβατική οικονομία» ή «μεταβατικό κράτος» με την έννοια που είχαν αυτοί οι όροι τον 20ο αιώνα. Η κομμουνιστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων σε εφτά δις άτομα θα πάρει χρόνο. Θα συνεπάγεται απότομα προχωρήματα αλλά και καταστροφικές υποτροπές, με ζώνες ελευθερίες να αναδύονται στο μέσο ζωνών ανελευθερίας κ.λπ. Ακόμη κι αν οι κομμουνιστικοποιητές ξερίζωναν την αντεπανάσταση, αναπότρεπτα θα ακολουθούσε μια περίοδος αποδόμησης και αναδόμησης. Οι σχέσεις ανάμεσα στα άτομα, χωρίς να μεσολαβούνται πια από αγορές και κράτη, θα έπρεπε να πραγματωθούν εντός του κόσμου, ως ένας διεξοδικός μετασχηματισμός των υλικών υποδομών.15

Για εμάς, το βασικό δεν είναι τόσο η επανάσταση ως διαδικασία που πρέπει να γίνει κατανοητή μέσω της κατηγορίας της «αμεσότητας». Η αναφορά στην αμεσότητα, σε σχέση με την επανάσταση, δεν αποτελεί κάτι παραπάνω από συντομογραφία του γεγονότος ότι η επανάσταση καταργεί τις μεσολαβήσεις του σύγχρονου κόσμου. Έτσι, το να μιλάμε για την αμεσότητα του κομμουνισμού είναι το ίδιο με το να διαβεβαιώνουμε ότι, σε αντίθεση με τις επαναστάσεις του παρελθόντος, οι κομμουνιστικοποιητές θα λάβουν σοβαρά υπόψη τη συνεκτικότητα του σύγχρονου κόσμου. Εργάτης, μηχανή, εργοστάσιο, επιστήμη και τεχνολογία: κανένας από αυτούς τους όρους δεν εμφανίζεται ως κάτι το ανεπιφύλακτα καλό, που αντιπαρατίθεται στο κεφάλαιο και το κράτος ως οντότητες ανεπιφύλακτα κακές. Δεν υπάρχει κάποια ουδέτερη διάταξη αυτού του κόσμου που θα μπορούσε να καταληφθεί από την εργατική τάξη και έπειτα να λειτουργήσει προς όφελός της. Έτσι, η επανάσταση δεν μπορεί να είναι ζήτημα εξεύρεσης νέων τρόπων μεσολάβησης των σχέσεων ανάμεσα στους εργάτες, ή ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και τη φύση, το κράτος και την οικονομία, τους άνδρες και τις γυναίκες κ.λπ.

Η επανάσταση, αντίθετα, δεν μπορεί παρά να είναι ένα σύνολο δράσεων που καταργούν τις ίδιες τις διακρίσεις επί των οποίων βασίζονται αυτές οι μεσολαβήσεις. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύνολο διαχωρισμών, ή οντολογικών χασμάτων –ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και τις πιο ενδόμυχες ικανότητές τους–, που έπειτα έρχονται και μεσολαβούνται από την αξία και το κράτος. Καταστροφή αυτών των μεσολαβήσεων σημαίνει καταστροφή των οντοτήτων πάνω στις οποίες στηρίζονται: έτσι ώστε, από τη μια μεριά, να επανασυνδεθεί ο καθένας με τις ικανότητές του, κατά τρόπο που να είναι πλέον αδύνατη η βίαιη απόσπασή τους, και από την άλλη, να δοθεί η δυνατότητα σε κάθε άτομο να αναπτύξει ή να απεκδυθεί κάθε ιδιαίτερη ικανότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χάνει την πρόσβαση στις υπόλοιπες.Τα μέσα επανασύνδεσης των ατόμων με τις ικανότητές τους, που θα προκύψουν στην πράξη, έξω από την αγορά και το κράτος, είναι αδύνατο να προβλεφθούν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ανθρώπινη εμπειρία θα αποκτήσει μια μη περιγράψιμη ποιότητα, ότι θα γίνει αμιγής ροή. Αναπότρεπτα νέες μεσολαβήσεις θα υψωθούν πάνω στα συντρίμμια των παλαιών. Έτσι, ο κομμουνισμός δεν θα σημάνει το τέλος της μεσολάβησης. Θα σημάνει όμως το τέλος εκείνων των μεσολαβήσεων που μας εγκλωβίζουν σε κοινωνικούς ρόλους: φύλο, φυλή, τάξη, έθνος, είδος. Όπως το τέλος της αφηρημένης κυριαρχίας δεν θα σημάνει το τέλος της αφαίρεσης, έτσι και το ξεπέρασμα αυτών των μεσολαβήσεων θα αφήσει άθικτες πολλές άλλες: γλώσσα, μουσική, παιχνίδι κ.λπ.

Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές οι μεσολαβήσεις δεν θα μετασχηματιστούν άρδην με το τέλος της α-κοινωνικής κοινωνικότητας. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη γλώσσα, ως την πρωταρχική μεσολάβηση: η γλώσσα έχει μεταμορφωθεί από το παγκόσμιο εμπόριο, κάτι που έχει οδηγήσει στη μαζική μείωση του αριθμού των γλωσσών, και τη συνακόλουθη κυριαρχία λίγων: ισπανικά, αγγλικά, μανδαρίνικη διάλεκτος (επίσημα κινέζικα). Δεν γνωρίζουμε αν το ξεπέρασμα αυτού του κόσμου θα συνεχίσει να μεγιστοποιεί την επικοινωνία ανάμεσα στις ανά την υφήλιο κοινωνικές ομαδοποιήσεις. Ίσως, αντίθετα, καταλήξει σε έναν πολλαπλασιασμό των γλωσσών. Η οικουμενική κατανόηση ίσως θυσιαστεί έτσι ώστε οι λέξεις να ταιριάζουν περισσότερο σε αμοιβαία ακατάληπτες μορφές ζωής.

3  ΡΗΞΗ

 Η εξέγερση ξεσπάει στο μέσο περιόδων νηνεμίας. Όμως παραμένει χωρίς διαρθρώσεις. Η σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις ξεσπάει, εδώ και εκεί, και έπειτα σβήνει. Οι περίοδοι νηνεμίας κρατούν για δεκαετίες, όμως τελικά φτάνουν σε ένα τέρμα. Η επανεμφάνιση της ταξικής πάλης εκδηλώνεται μέσα από έναν κυκεώνα δραστηριοτήτων. Μια νέα αλληλουχία αγώνων ξεκινά. Τα κύματα της προλεταριακής δραστηριότητας φουσκώνουν και καταλαγιάζουν, σε μια περίοδο ετών, καθώς αναπτύσσονται νέα περιεχόμενα και μορφές αγώνα. Η ένταση της μάχης μεγαλώνει, ποτέ όμως γραμμικά, καθώς οι προλετάριοι διασυνδέονται, επεκτείνοντας τις διαταρακτικές τους δραστηριότητες. Η άρθρωση αυτών των δραστηριοτήτων αρχίζει να αποκαλύπτει το περίγραμμα αυτού που πρέπει να ξεπεραστεί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπάρχει μια τάση προς τη ρήξη, από όπου πετάγονται σπινθήρες προς όλες τις κατευθύνσεις. Η ρήξη είναι εξ ορισμού τομή –τομή ποιοτική εκ φύσεως– όμως τομή με τι ή εντός τίνος πράγματος; Πού εντοπίζουμε τη ρήξη που είναι συνώνυμη με την έλευση μιας επαναστατικής περιόδου;

Είναι πολύ εύκολο να μιλάμε για την αυτενεργή διατάραξη σαν να ήταν η ίδια ρήξη, δηλαδή ρήξη με την καθημερινότητα. Τότε η επανάσταση θα γινόταν κατανοητή ως συσσώρευση διαταράξεων. Υπάρχει μια κάποια αλήθεια σε αυτή την οπτική. Εξάλλου, οι αγώνες ποτέ δεν επεκτείνονται με γραμμικό τρόπο αυξανόμενης έντασης. Απεναντίας, η σύγκρουση κινείται μέσω ασυνεχειών. Η δυναμική της προκαλεί περιοδικές μετατοπίσεις στους ίδιους τους όρους του αγώνα: τη μια στιγμή έχουμε να κάνουμε με εργάτες ενάντια σε αφεντικά, όμως την επόμενη με νοικάρηδες ενάντια σε ιδιοκτήτες, με τη νεολαία ενάντια στην αστυνομία, ή με μια αντιπαράθεση ανάμεσα σε αυτοοργανωμένους τομείς (όλες αυτές οι μάχες μπορούν να συμβαίνουν και ταυτόχρονα). Η αστάθεια –πρόκειται για την ίδια τη βάση επί της οποίας τα άτομα καλούνται να αντιπαρατεθούν– καθιστά εφικτό το να τεθούν τα πάντα επί τάπητος, τόσο γενικά όσο και σε κάθε ειδική λεπτομέρεια.

Όμως αυτοί οι όροι πρέπει να παραμείνουν διακριτοί: από τη μια, η αυθόρμητη διατάραξη, και από την άλλη η ρήξη, η οποία διαρρηγνύει την ίδια την αυθόρμητη διατάραξη. Η ρήξη εξαναγκάζει κάθε άτομο που λαμβάνει μέρος σε έναν αγώνα να διαλέξει πλευρά: να επιλέξει αν θα συνταχθεί με την πλευρά του κομμουνιστικού κινήματος –ως το κίνημα υπέρ της πρακτικής καταστροφής αυτού του κόσμου– ή, αντίθετα, με την πλευρά της συνέχισης της εξέγερσης, στη βάση αυτού που υπάρχει. Υπ’ αυτή την έννοια, η ρήξη είναι μια στιγμή στράτευσης, μια στιγμή κατά την οποία διαλέγει κανείς πλευρά.16 Πρόκειται για το ζήτημα της ένταξης στο κόμμα και της ικανότητας να πείσει κανείς και τους άλλους να πράξουν το ίδιο (επουδενί δεν τίθεται ζήτημα «καθοδήγησης του λαού»). Όπως κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στην αυτενέργεια και τη ρήξη, έτσι πρέπει να κάνουμε μια διάκριση και ανάμεσα στην οργάνωση, που προσιδιάζει στην αυτενέργεια, και στο κόμμα, που είναι πάντοτε το κόμμα της ρήξης.17

Το κόμμα ανοίγει τον δρόμο του διασχίζοντας τις προλεταριακές οργανώσεις, καθώς καλεί στην αποκαθήλωση της κοινωνικής τάξης πραγμάτων (και άρα, την καταστροφή των διακρίσεων πάνω στις οποίες θεμελιώνονται οι προλεταριακές οργανώσεις). Η διαφορά ανάμεσα στις οργανώσεις και το κόμμα, επομένως, είναι η διαφορά ανάμεσα, από τη μια μεριά, σε επιτροπές ανέργων, συνελεύσεις γειτονιάς και πρωτοβάθμια σωματεία –που οργανώνονται στη βάση της διατάραξης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων– και από την άλλη, σε ομάδες οργανωμένων – που αναδομούν τα δίκτυα μεταφορών και επικοινωνίας και οργανώνουν τη δημιουργία και ελεύθερη διανομή αγαθών και υπηρεσιών. Οι κομμουνιστικές τακτικές καταστρέφουν τις ίδιες τις διακρίσεις (πχ. ανάμεσα σε εργαζομένους και ανέργους) πάνω στις οποίες βασίζονται οι προλεταριακές οργανώσεις.18 Κάνοντάς το αυτό, εγκαινιάζουν την ενοποίηση της ανθρωπότητας.

Έτσι, ενώ οι εξεγέρσεις διαταράσσουν τον παλιό κόσμο, η ρήξη είναι η ανατροπή του (εξ ου και ο καθιερωμένος όρος για τη ρήξη: επανάσταση). Τόσο οι ποσοτικές όσο και οι ποιοτικές διαστάσεις αυτής της ανατροπής τη διαχωρίζουν από την εξέγερση. Για παράδειγμα, η κλίμακα της εξέγερσης είναι, τυπικά μιλώντας, περιορισμένη· απεναντίας, σήμερα επανάσταση δεν μπορεί παρά να σημαίνει εφτά δισεκατομμύρια ανθρώπων να προσπαθούν να βρουν μη καπιταλιστικούς τρόπους για να αναπαραχθούν. Από αυτά τα εφτά δισεκατομμύρια, μια ενεργή μειοψηφία δεν μπορεί παρά να ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια (με άλλα λόγια, αν τα άτομα μπορούν να καθορίζουν την τροπή των πραγμάτων, αυτό καθαυτό υποδηλώνει ότι απέχουμε ακόμη πολύ από την επαναστατική στιγμή). Η επανάσταση προϋποθέτει ότι αυτά τα δισεκατομμύρια άτομα θα εκθέσουν ποικίλες όψεις των ζωών τους στον ανοιχτό αγώνα, και η απόληξη αυτής της διαδικασίας θα είναι αυτά τα άτομα να θέσουν εν αμφιβόλω την ολότητα της ζωής τους. Η ρήξη θέτει εν αμφιβόλω την ίδια τη ζωή, όμως με έναν τρόπο που θα μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε.

Σύμφωνα με την Théorie Communiste, οι επαναστάτες της προηγούμενης εποχής δεν είχαν στη διάθεσή τους την έννοια της ρήξης. Υποτίθεται ότι έβλεπαν την επανάσταση ως ένα ζήτημα «συσσώρευσης» των αγώνων, δηλαδή, υπό ένα σχήμα κατά το οποίο οι αγώνες επεκτείνονται στην κοινωνία και οξύνονται μέχρι ένα σημείο καμπής, όπου και μετατρέπονται σε επανάσταση. Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, εμφανίστηκαν πολλές θεωρίες αυτού του τύπου (ο ίδιος ο όρος κατά τα φαινόμενα προέρχεται από τον Τρότσκι, όμως η ιδέα είναι περισσότερο συνηθισμένη μεταξύ των αυτόνομων). Όμως, αυτού του είδους οι θεωρίες δεν ήταν πολύ συνηθισμένες.19 Οι περισσότεροι επαναστάτες, του Τρότσκι συμπεριλαμβανομένου, χάρασσαν τη δική τους διάκριση ανάμεσα στην εξέγερση και τη ρήξη.

Έτσι, για παράδειγμα, στην Ιταλία, κατά τη διάρκεια του biennio rosso (1919-20), όταν η επανάσταση φαινόταν να αποτελεί πραγματική δυνατότητα, ο Amadeo Bordiga, μελλοντικός ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, δήλωνε τα εξής:

Δε θα θέλαμε οι εργατικές μάζες να πιστέψουν ότι το μόνο που χρειάζεται για να καταλάβουν τα εργοστάσια και να διώξουν τους καπιταλιστές είναι να στήσουν συμβούλια. Αυτό πράγματι θα ήταν μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Το εργοστάσιο θα κατακτηθεί από την εργατική τάξη –και όχι μόνο από το εργατικό δυναμικό που εργάζεται εκεί, που θα είναι υπερβολικά αδύναμο και μη κομμουνιστικό– μόνο αφότου η εργατική τάξη ως σύνολο καταλάβει την πολιτική εξουσία. Αν δεν το κάνει αυτό, οι βασιλικές φρουρές, η στρατιωτική αστυνομία, κτλ. –με άλλα λόγια ο μηχανισμός βίας και καταστολής που έχει στη διάθεσή της η αστική τάξη, ο πολιτικός μηχανισμός εξουσίας της– θα αναλάβει να διαλύσει ο ίδιος όλες αυτές τις ψευδαισθήσεις.20

Κατ’ ουσίαν, ο Bordiga (όπως πολλοί κομμουνιστές τον 20ο αιώνα) επιχειρηματολογούσε με τον παρακάτω τρόπο: καταλαμβάνοντας τα εργοστάσια και διαδηλώνοντας στον δρόμο, μπορεί κάποτε να καταστεί εφικτό το σταμάτημα της κοινωνίας, όμως όχι η παραγωγή της ρήξης. Η ρήξη λαμβάνει χώρα μόνο όταν το προλεταριάτο ρισκάρει το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, σε μια απόπειρα να μεταβιβάσει την εξουσία μόνιμα στον εαυτό του. Έπεται πως κύριο καθήκον του κόμματος ήταν, την κομβική στιγμή, να μοιράσει όπλα στους εργάτες και να καλέσει σε μια μεταβίβαση εξουσίας σε αυτά τα ένοπλα σώματα. Πράγματι, ο «εξοπλισμός των εργατών» ίσως να πρέπει να ιδωθεί ως η κομβική «προγραμματιστική τακτική» (άλλες τέτοιες τακτικές θα ήταν η εγκαθίδρυση πολιτικών σωμάτων ανακλητών εκπροσώπων).21 Η σύνδεση ανάμεσα σε αυτή την εννοιολόγηση και εκείνη του Bologna που παραθέσαμε πιο πάνω πρέπει να είναι εμφανής.

Έτσι, πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι οι επαναστάτες μιας προγενέστερης περιόδου πράγματι είχαν μια έννοια για τη ρήξη (ο επαναστάτης ήταν εκείνος που, σε κάθε άνοιγμα, εξέφραζε το διάσημο σύνθημα του Ντε Σαντ: «μια ακόμη προσπάθεια, σύντροφοι...»). Μολαταύτα, για εμάς αυτή η έννοια είναι ανεπαρκής. Σήμερα, η επανάσταση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω ένοπλων σωμάτων που καταλαμβάνουν την κρατική εξουσία –ή ακόμη και ανατρέποντάς τη, σύμφωνα με την αναρχική θεώρηση– με στόχο την εγκαθίδρυση μιας κοινωνίας συνασπισμένων παραγωγών. Ακόμη κι αν μια επανάσταση τέτοιου τύπου παραμένει ελκυστική για κάποιους, στηρίζεται στη βούληση και ικανότητα των εργατών να οργανωθούν στη βάση της ταυτότητάς τους ως εργάτες, και όχι στη βάση άλλων ταυτοτήτων (δηλ. την εθνικότητα, τη θρησκεία, τη φυλή, το φύλο κ.λπ.). Οι εργάτες μοιράζονται ένα κοινό συμφέρον μόνο στον βαθμό που μπορούν να προβάλουν μια καθολική λύση στο πρόβλημα συντονισμού τους (το «κάθε χτύπημα σε έναν από εμάς είναι χτύπημα σε όλους μας» δεν είναι καθολικά αληθές).

Αντιμετωπίζοντας τις πιέσεις των ανταγωνιστικών αγορών εργασίας, οι εργάτες πράγματι οικοδόμησαν ένα κοινό συμφέρον, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, φτιάχνοντας εργατικές οργανώσεις, που διασυνδέονταν μέσω του εργατικού κινήματος. Αυτό το κίνημα σφυρηλάτησε –μέσα από την πολλαπλότητα εμπειριών των επί μέρους εργατών– ένα πραγματικά γενικό συμφέρον. Όμως, η πραγματικότητα αυτού του γενικού συμφέροντος στηριζόταν σε δυο πράγματα. Πρώτον, στηριζόταν σε πραγματικές κατακτήσεις, τόσο εντός των καπιταλιστικών κοινωνιών όσο και απέναντι στο παλαιό καθεστώς, που επεδίωκε να αποκλείσει τους εργάτες από την πολιτική. Δεύτερον, βασιζόταν στη βιωμένη εμπειρία πολλών προλετάριων: ταυτίζονταν με την εργασία τους, ως καθοριστικό χαρακτηριστικό του εαυτού τους (και φαντάζονταν πως, με την επέκταση του εργοστασιακού συστήματος ανά την υφήλιο, αυτή η ταυτότητα θα μετατρεπόταν σε κοινή ανθρώπινη συνθήκη). Οι εργάτες ένιωθαν ότι μοιράζονται ένα κοινό πεπρωμένο αποτελώντας τη ζωτική δύναμη της σύγχρονης κοινωνίας, που μεγεθυνόταν συνεχώς.

Αλλά αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. Η κολοσσιαία συσσώρευση κεφαλαίου έχει καταστήσει την παραγωγική διαδικασία περισσότερο αποδοτική από ποτέ, και τους εργάτες πιο περιττούς από ποτέ. Σε αυτές τις συνθήκες, οι καπιταλιστικές οικονομίες αναπτύσσονται αργά, εξαιτίας της χρόνιας υπερπαραγωγής. ταυτόχρονα, για τους περισσότερους εργάτες είναι δύσκολο να κερδίσουν το οτιδήποτε, σε ένα πλαίσιο υψηλών επιπέδων ανεργίας. Επιπλέον, αυτή η περίσσεια των εργατών βρίσκει το αντίστοιχό της στη μεταβληθείσα εμπειρία της ίδιας της εργασίας. Στον βαθμό που εργάζονται, οι περισσότεροι προλετάριοι δεν ταυτίζονται με την εργασία τους, δεν την αντιλαμβάνονται ως καθοριστικό χαρακτηριστικό του εαυτού τους. Είναι είτε περιφερειακοί σε μια λιγότερο ή περισσότερο αυτοματοποιημένη παραγωγική διαδικασία –και άρα, δεν μπορούν να δουν τον εαυτό τους ως τη ζωτική δύναμη της σύγχρονης κοινωνίας– είτε είναι αποκλεισμένοι από την παραγωγή συνολικά, και παλεύουν σε αδιέξοδες δουλειές του τομέα υπηρεσιών. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι δεν υπάρχουν ακόμη προλετάριοι που δεν ονειρεύονται να κάνουν παρόμοιες δουλειές σε έναν καλύτερο κόσμο, όπου θα οργάνωναν την εργασία τους δημοκρατικά. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι αυτή η μειοψηφία δεν μπορεί πια να αξιώνει ότι εκπροσωπεί το μέλλον της τάξης στο σύνολό της – ιδιαίτερα τώρα που τόσο πολλοί προλετάριοι είναι άνεργοι ή υποαπασχολούνται, ή διαφορετικά, είναι χαμένοι στον άτυπο τομέα, όπου το 70% των εργατών είναι αυτοαπασχολούμενοι, επειδή δεν μπορούν να βρουν δουλειά.

Ως αποτέλεσμα αυτών των μετασχηματισμών, μετασχηματίζεται και ο ίδιος ο επαναστατικός ορίζοντας του αγώνα. Πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό από ό,τι ήταν πριν. Δεν μπορούμε ούτε να μείνουμε αυτό που είμαστε, ούτε να καταλάβουμε τις υποδομές ως έχουν. Αυτό είναι ακόμα πιο αληθινό στον βαθμό που οι υποδομές (apparatuses) της σύγχρονης κοινωνίας (εργοστάσια, οδικά δίκτυα, αεροδρόμια, κτλ.) –για τις οποίες οι προλετάριοι βοήθησαν να φτιαχτούν– αποκαλύπτεται πως δεν προεικονίζουν έναν καινούργιο κόσμο ανθρώπινης ελευθερίας. Απεναντίας, αυτές οι υποδομές καταστρέφουν τους ίδιους τους όρους της ανθρώπινης ζωής στη γη. Επομένως, είναι δύσκολο να πούμε τι θα αποτελούσε τακτική κομμουνιστικοποίησης που θα αντικαθιστούσε την κατεξοχήν προγραμματιστική τακτική, δηλαδή τον «εξοπλισμό των εργατών» ή τη «γενίκευση του ένοπλου αγώνα». Γνωρίζουμε τι θα πρέπει να κάνει αυτή η τακτική: πρέπει να καταστρέψει την ατομική ιδιοκτησία και το κράτος, να καταργήσει τη διάκριση ανάμεσα στην οικιακή σφαίρα και την οικονομία κ.λπ. Όμως αυτό δεν μας λέει τίποτα για την ίδια την τακτική. Ποια θα είναι η τακτική που προκαλέσει την ρήξη;

Εν τέλει, τακτικές κομμουνιστικοποίησης θα είναι όποιες τακτικές τελικά καταστρέψουν τον δεσμό ανάμεσα σε εξεύρεση εργασίας και επιβίωση. Θα επανασυνδέσουν τα ανθρώπινα όντα με τις ικανότητές τους, με τέτοιο τρόπο, όμως, ώστε να καθίσταται αδύνατο να υποστεί ποτέ ξανά πλήγμα αυτή η σύνδεση. Στην πορεία του αγώνα, μια διαδικασία μπορεί να ξεδιπλωθεί, κάπου στον κόσμο, που να φαίνεται πως πηγαίνει μέχρι τέλους, πως καταργεί μια για πάντα τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Όπως και σήμερα, που οι προλετάριοι υιοθετούν και προσαρμόζουν τις τακτικές με τις οποίες συντονίζονται, έτσι και σε εκείνη την περίπτωση, κάποιοι προλετάριοι θα υιοθετήσουν αυτές τις τακτικές κομμουνιστικοποίησης. Όμως, αυτές οι τακτικές δεν θα επεκτείνουν τον αγώνα. Απεναντίας, θα ανοίξουν στα δυο τον αγώνα, θα τον κάνουν να στραφεί εναντίον του εαυτού του.

Αν μέλλει να υπάρξουν τέτοια ξεπεράσματα, οπουδήποτε στον κόσμο, μπορούμε να φανταστούμε ότι, ως χαρακτηριστικό της στράτευσης, θα σχηματιστούν (ή θα συνταχθούν με αυτές τις καινούργιες τακτικές) κομμουνιστικά κόμματα. Ίσως να μην αυτοαποκαλούνται κόμματα, και ίσως να μην αναφέρονται στις τακτικές τους ως τακτικές κομμουνιστικοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, θα υπάρξει ένας διαχωρισμός ανάμεσα σε εκείνους που, εντός του αγώνα, θα προασπίζονται και θα εφαρμόζουν επαναστατικές τακτικές, όποιες κι αν είναι αυτές. Δεν χρειάζεται να αποφασίσουμε εκ των προτέρων με τι θα μοιάζει το κόμμα, ποια θα είναι η μορφή οργάνωσής του, αν θα είναι καν επίσημο, ή αν μάλλον θα υπάρχει ως ένας προσανατολισμός που είναι κοινός σε πολλά άτομα. Ο κομμουνισμός δεν είναι ιδέα ή σύνθημα. Είναι το πραγματικό κίνημα της ιστορίας, το κίνημα που –στη ρήξη– ψάχνει στα ψηλαφητά να βρει έναν δρόμο έξω από την ιστορία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η έννοια της κομμουνιστικοποίησης οριοθετεί έναν προσανατολισμό: έναν προσανατολισμό προς τους όρους που καθιστούν δυνατό τον κομμουνισμό. Η ίδια αυτή έννοια μας επιβάλλει να εστιάσουμε στο παρόν, να ανακαλύψουμε τον καινούριο κόσμο μέσα από την κριτική όλων όσα υπάρχουν επί του παρόντος. Τι θα έπρεπε να ανατραπεί ή να πάψει να υφίσταται, έτσι ώστε ο κομμουνισμός να γίνει μια πραγματική δύναμη στον κόσμο; Υπάρχει ένας παραγωγικός και ένας επαγωγικός τρόπος προσέγγισης αυτού του ερωτήματος: (1) τι είναι ο καπιταλισμός και, άρα, τι θα έπρεπε να καταργήσει ένα κομμουνιστικό κίνημα έτσι ώστε να πάψει να υπάρχει ο καπιταλισμός; (2) τι, μέσα στους αγώνες και τις εμπειρίες των προλετάριων, δείχνει προς ή θέτει το ερώτημα του κομμουνισμού; Στην πραγματικότητα, οι απαντήσεις μας στο πρώτο ερώτημα διαμορφώνονται από τις απαντήσεις μας στο δεύτερο. Οι προλετάριοι παλεύουν ενάντια στο κεφάλαιο με νέους και απροσδόκητους τρόπους, αναγκάζοντάς μας να ρωτήσουμε, για άλλη μια φορά, «Τι είναι το κεφάλαιο, αυτό που οι άνθρωποι προσπαθούν να καταστρέψουν, κατ’ αυτόν τον τρόπο;» Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης συγκροτείται, σε σχέση με αυτά τα ερωτήματα, ως ένα σύνολο προτάσεων που αναφέρονται στις ελάχιστες συνθήκες κατάργησης του καπιταλισμού. Αυτές οι προτάσεις μπορούν να απαριθμηθούν, εν συντομία, ακολούθως:

(1) οι εκτυλισσόμενες κρίσεις του καπιταλισμού κάνουν τους προλεταριακούς αγώνες τόσο να πολλαπλασιάζονται όσο και να μετασχηματίζονται ως προς τον χαρακτήρα τους. (2) Αυτοί οι αγώνες τείνουν να γενικεύονται κοινωνικά, χωρίς όμως να καθίσταται εφικτή η ενοποίηση ταυτόχρονων αγώνων κάτω από μια σημαία. (3) Προκειμένου οι θεμελιωδώς κατακερματισμένοι αγώνες να μετασχηματιστούν σε επανάσταση, πρέπει να ληφθούν μέτρα κομμουνιστικοποίησης, ως ο μόνος εφικτός τρόπος συνέχισης αυτών των αγώνων. (4) Έτσι η κατάργηση των ταξικών διαιρέσεων –καθώς και του κράτους, των έμφυλων ή φυλετικών διακρίσεων– μετατρέπεται σε αναγκαιότητα κατά την ίδια τη διαδικασία της επανάστασης (και ως η επανάσταση). Τέλος, (5) η επανάσταση θα εγκαθιδρύσει, όχι μια μεταβατική οικονομία ή ένα μεταβατικό κράτος, αλλά μάλλον, έναν κόσμο ατόμων, που ορίζονται στη μοναδικότητά τους, και σχετίζονται μεταξύ τους με μια πολλαπλότητα τρόπων. Αυτό το τελευταίο σημείο παραμένει αληθές, ακόμη κι αν τα άτομα κληρονομήσουν ένα βάρβαρο κόσμο, ρημαγμένο από τον πόλεμο και τις κλιματικές καταστροφές – και όχι έναν παράδεισο αυτοματοποιημένων εργοστασίων και εύκολης ζωής.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε τον αδύναμο χαρακτήρα αυτού του συνόλου προτάσεων: αποτελούν μάλλον μια αφετηρία και όχι ένα συμπέρασμα. Είναι επίσης αυτονόητο: αυτές οι προτάσεις δεν μας λένε το παραμικρό σχετικά με το αν θα συμβεί τελικά η κομμουνιστική επανάσταση. Έχοντας διατρέξει την εννοιολογική τοπολογία της επαναστατικής στρατηγικής, το ερώτημα παραμένει: πώς όλα αυτά επηρεάζουν αυτό που κάνουμε; Έχουν στρατηγικές επιπτώσεις αυτές οι αναστοχαστικές σκέψεις;

Σήμερα, όσοι ενδιαφέρονται για την επαναστατική θεωρία βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε δυο ψευδείς επιλογές: ακτιβισμός ή αττεντισμός. Φαίνεται σαν να μπορούμε να δράσουμε μόνο όταν δεν σκεφτόμαστε κριτικά, και να σκεφτούμε κριτικά μόνο όταν δεν δρούμε. Ένας από τους στόχους της επαναστατικής θεωρίας είναι η επίλυση αυτής της επιτελεστικής αντίφασης. Πώς είναι δυνατόν να δρα κανείς ενώ κατανοεί τα όρια της δράσης του; Σε κάθε αγώνα, υπάρχει ένταση ως προς το ζήτημα της ενότητας, η οποία εμφανίζεται στις απόπειρες συντονισμού της διαταρακτικής δραστηριότητας ως μόνης ελπίδας για να πετύχουμε το παραμικρό. Όμως, εν τη απουσία ενός εργατικού κινήματος –που θα μπορούσε να υπάγει τη διαφορά σε μια θεμελιώδη ταυτότητα– η όποια τάση προς την ενότητα φαίνεται να διαψεύδεται. Δεν υπάρχει τρόπος επίλυσης του προβλήματος συντονισμού στη βάση αυτού που είμαστε. Το να είναι κανείς στρατευμένος στη ρήξη σημαίνει να αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει συλλογικός εργάτης –δεν υπάρχει κανένα επαναστατικό υποκείμενο– που κατά κάποιον τρόπο να λανθάνει κάπου στο βάθος και ταυτόχρονα να είναι ήδη παρών σε κάθε αγώνα.

Απεναντίας, η όξυνση των αγώνων δεν αποκαλύπτει μια ενότητα που προϋπάρχει, αλλά μάλλον έναν συγκρουσιακό πολλαπλασιασμό της διαφοράς. Η διαφορά δεν είναι μόνο κάτι που υπομένουμε· συχνά πρόκειται και για κάτι που οι συμμετέχοντες στον αγώνα επιζητούν ενεργητικά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι αδύναμες ενότητες αυτού ή του άλλου αντικυβερνητικού μετώπου –που επιβάλλονται πάνω σε τόσες και τόσες διαφορές– δεν μας προσφέρουν κάτι διαφορετικό από ακόμα μια επιβεβαίωση του ότι, εντός του αγώνα, παραμένουμε χωρίς ενότητα. Υπ’ αυτή την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ακόμη και ότι σήμερα όλοι οι αγώνες οδηγούν μακριά από την επανάσταση – πλην όμως, μόνο μέσα από την ενεργοποίηση, την όξυνση, καθώς και τις αποτυχημένες απόπειρες γενίκευσης θα γίνει μια μέρα εφικτή η ενοποίηση, εντός και διαμέσου μιας επαναστατικής ρήξης εντός του ίδιου του αγώνα.

Με αυτή την παρατήρηση εγείρεται ένα παράδοξο. Δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να κάνουμε εκτός από το να υποστηρίζουμε την επέκταση και την όξυνση των αγώνων. Όπως και όλοι οι άλλοι που συμμετέχουν σε έναν αγώνα, ίσως προσπαθήσουμε να βάλουμε ένα νέο περιεχόμενο στον αγώνα μας. Ίσως προσπαθήσουμε να βάλουμε μπροστά νέες τακτικές και μορφές οργάνωσης (ή αλλιώς, να υιοθετήσουμε τακτικές και μορφές οργάνωσης από αλλού, όταν τα πράγματα συμβαίνουν με έναν τρόπο που να συντονίζεται με εμάς). Ίσως προωθήσουμε αυτά που πιστεύουμε ότι είναι τα συνθήματα της στιγμής. Σε κάθε περίπτωση, κατανοούμε ότι τα όρια της δικής μας δύναμης είναι τα όρια της συμμετοχής και όλων των άλλων: η έκταση του συντονισμού τους, ο βαθμός της αμοιβαίας τους εμπιστοσύνης, και η ένταση της διατάραξης που προκαλούν.

Όμως αναγνωρίζουμε επίσης, ότι καθώς συμμετέχουμε σε αγώνες –καθώς οργανωνόμαστε– ωθούμαστε προς, και παγιωνόμαστε σε, ταυτότητες από τις οποίες είμαστε θεμελιωδώς αλλοτριωμένοι. Είτε δεν μπορούμε να επιβεβαιωθούμε σε αυτές είτε δεν το θέλουμε, ή ακόμη αναγνωρίζουμε ότι είναι μερικές και για αυτόν τον λόγο δεν γίνεται να υιοθετηθούν από τις πλατιές μάζες της ανθρωπότητας. Οι αγώνες μας βάζουν να αντιπαρατεθούμε μεταξύ μας – και συχνά όχι για λόγους που βιώνουμε ως απολύτους αναγκαίους. Απεναντίας, κάποιες φορές, θεωρούμε τις διαφορές μας ως επουσιώδεις – ως αποτελέσματα άστατων διαφοροποιήσεων του στάτους ή της ταυτότητας εντός του καπιταλισμού.

Αντιμέτωποι με τα όρια του αγώνα, δεν έχουμε καμία δυνατότητα να τα υπερβούμε. Το πρόβλημα με τους ακτιβιστές είναι ότι η αντίληψη αυτών των ορίων ερμηνεύεται από τους ίδιους ως απώλεια και ως ήττα. Η λύση που δίνουν είναι να ωθούν τα πράγματα βεβιασμένα και με απελπισία προς μια επίλυση. Εμείς, απεναντίας, αναγνωρίζουμε ότι η μάχη δεν θα κερδηθεί άμεσα, πηδώντας πάνω από τα όρια. Αντίθετα, θα έρθουμε αντιμέτωποι με αυτά τα όρια ξανά και ξανά, μέχρι αυτά να μπορέσουν να σχηματοποιηθούν. Η αδυνατότητα επίλυσης του προβλήματος του συντονισμού –ενώ παραμένουμε αυτό που είμαστε, σε αυτή την κοινωνία– πρέπει να θεωρητικοποιηθεί εντός του αγώνα, ως πρακτικό πρόβλημα. Οι προλετάριοι πρέπει να αντιληφθούν πως το κεφάλαιο δεν είναι απλώς ένας εξωτερικός εχθρός. Μαζί με το κράτος, είναι ο μόνος τρόπος να συντονιζόμαστε. Σχετιζόμαστε μεταξύ μας μέσω του κεφαλαίου. είναι η ενότητα-εν-τω-διαχωρισμώ μας. Μόνο στη βάση μιας τέτοιας συνείδησης –όχι της τάξης, αλλά του κεφαλαίου– θα καταστεί εφικτή η επανάσταση, ως ανατροπή αυτής της κοινωνίας.

Στο μεταξύ, αυτό που αναζητούμε δεν είναι πρόωρες απαντήσεις ή αναγκαστικές επιλύσεις, αλλά μάλλον μια θεραπεία ενάντια στην απόγνωση: μόνο παλεύοντας με το όριο θα δώσουν οι προλετάριοι μορφή στο ερώτημα, του οποίου απάντηση είναι η επανάσταση. Ώς έχει, η δικιά μας αποτελεί μια μικρή συνεισφορά, που βασίζεται περισσότερο στη θεωρητική επιχειρηματολογία παρά σε χειροπιαστά στοιχεία. Εκτός από μια ισχνή μειοψηφία συμμετεχόντων, η έννοια της κομμουνιστικοποίησης (ή μια έννοια που να φέρει τα ουσιώδης της χαρακτηριστικά) δεν έχει αναδυθεί ακόμη μέσα στους αγώνες. Συνεχίζουμε να μιλάμε για τον νέο κύκλο αγώνων με τη φθαρμένη γλώσσα του παλιού. Μπορούμε να εκλεπτύνουμε αυτή τη γλώσσα όσο περισσότερο μπορούμε, όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχει σχεδόν, αν όχι ολότελα, εξαντληθεί.

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τους φίλους του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 2015. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ