αγώνες στη Βρετανία
την εποχή της κρίσης

ΔΕΥΤΕΡΑ, 8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2011

Περιπλανώμενοι βόρεια στην οδό Mare προς το κέντρο του Hackney, μπροστά μας ελικόπτερα βούιζαν στον αέρα, επιβαρύνοντας μια ατμόσφαιρα ήδη τεταμένη από την αυγουστιάτικη υγρασία και τις φήμες για ταραχές.1 Ο δρόμος, περίεργο για βραδινή ώρα αιχμής, ήταν ερημωμένος, γυμνός από τη συνήθη κυκλοφορία που κυλάει αργά και σταθερά σε αυτή την εσωτερική αρτηρία της πόλης, στην κατεύθυνση βορρά-νότου. Τα απομεινάρια κάποιου επεισοδίου ήταν ορατά: ξηλωμένοι και αναποδογυρισμένοι κάδοι, σκόρπια σκουπίδια, σπασμένα τζάμια που γυάλιζαν στον άδειο δρόμο. πιθανόν σύγκρουση με μπάτσους. Κάποιοι λίγοι τριγύριζαν εδώ κι εκεί, από περιέργεια, παραδόξως χωρίς ιδιαίτερο σκοπόχίπστερ τουρίστες των ταραχών και μερικοί ντόπιοι. Ένα τσούρμο παιδιά, κυρίως μαύροι, συγκεντρώθηκαν ανέμελα μπροστά από ένα ενεχυροδανειστήριο, του οποίου τα ρολά και το παράθυρο είχαν διαρρηχθεί, σχηματίζοντας μια τρύπα ίσα-ίσα για να χωθεί μέσα ένα παιδί ή κάποιος αρκετά μικρόσωμος. «Συμμορία» ίσως ή απλά τυχοδιώκτες: μήπως αυτές οι άνετες φιγούρες φύλαγαν τσίλιες, ενόσω ένας ή δύο είχαν μπει μέσα για να κλέψουν ότι μπορούσαν; Μερικοί μαγαζάτορες επίσης, αγχωμένοι για τις περιουσίες τους, περιφέρονταν ανήσυχοι στον δρόμο. ενώ λίγο πιο πάνω, αχνοφαινόταν μια υποψία αστυνομικών με φθορίζοντα μπουφάν.

Πλησιάζοντας την οδό Narrowway, τον βασικό εμπορικό δρόμο στο κέντρο του Hackney, καπνός ανέβαινε στον ορίζοντα προς την κατεύθυνση των ελικοπτέρων, τα οποία, ακίνητα, έδειχναν να εστιάζουν λίγο πιο βόρεια, κοντά στην οδό Clarence. Στα μισά του δρόμου, η αστυνομία είχε απλώσει ταινία, αποτρέποντας τους πεζούς να διακινδυνεύσουν περισσότερο. Στη γωνία, ένα ζευγάρι μαύρων στεκόταν ανυποχώρητα, καθώς έβλεπαν το στόμα ενός μεθυσμένου λευκού γκριζομάλλη να στάζει φαρμάκι για τους ίδιους. Παρακάμπτοντας το μπλόκο, ένα τσούρμο πιτσιρίκια, κουκουλωμένα με κασκόλ α λα black-bloc, κύλησαν πάνω στα ποδήλατά τους προς το Dalston Lane κρατώντας το καθένα κάτι που θα μπορούσε να είναι λεηλατημένα μικροπράγματα. Όλες σχεδόν οι επιχειρήσεις ήταν κλειστές. Ένα μαγαζί στην οδό Amhurst είχε κατεβασμένα τα ρολά, από τα κενά των οποίων μόλις μπορούσαν να φανούν οι φιγούρες δύο γυναικών που έβλεπαν με αγωνία τις ειδήσεις, πιθανότατα φοβούμενες να φύγουν για λόγους ασφαλείας είτε της δικιάς τους είτε του μαγαζιού. Στην πλατεία Clapton, ένα πιο ηλικιωμένο ζευγάρι αφροκαραϊβικής καταγωγής αστειευόταν εύθυμα με το συνεργείο ενός καναλιού, «εμείς είμαστε οι γονείς – από εμάς ελάτε να πάρετε συνέντευξη!». Μπαίνοντας στην πλατεία, αρχιτεκτονικό κατάλοιπο της παλιάς αστικής τάξης του Hackney, δριμύς καπνός είχε γεμίσει τον αέρα. Στην κορυφή της  πλατείας, σιγόκαιγαν οδοφράγματα από κάδους. Στρίβοντας προς την οδό Clarence, ένα αμάξι είχε τυλιχτεί στις φλόγες.

Η οδός Clarence διατρέχει την ανατολική πλευρά του οικισμού Pembury – μια από τις πιο στιγματισμένες γειτονιές του Hackney, η οποία χωροθετήθηκε, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, με διάταγμα του Συμβουλίου της Κομητείας του Λονδίνου την περίοδο της εκκαθάρισης των παραγκουπόλεων. σήμερα, ο τοπικός τύπος τον συνδέει με πρόστυχες ιστορίες πολέμου μεταξύ των «Pembury Boys» και άλλων ντόπιων συμμοριών για τον έλεγχο της περιοχής: αυτό είναι το Hackney όπως χρωματίστηκε συναισθηματικά στο Top Boy, το βρετανικό αντίστοιχο του The Wire, τους πρώτους μήνες μετά τις ταραχές. Το χρονικό διάστημα από το τέλος της δεκαετίας του ’80 έως και τις αρχές του ’90, τα άδεια σπίτια του Pembury ήταν μαγνήτης για καταληψίες από τον πολυπληθή αναρχικό και ακτιβίστικο χώρο του Hackney, η οποία οικοδόμησε σχέσεις συμβίωσης με τους κατοίκους. Και ήταν εδώ στην οδό Clarence που ιδρύθηκε το κέντρο Colin Roach –το οποίο πήρε το όνομά του από έναν νεαρό μαύρο ο οποίος πυροβολήθηκε θανάσιμα μέσα στο διαβόητο αστυνομικό τμήμα Stoke Newington το 1983– με την άδεια να εξετάζει τοπικές καταγγελίες για ζητήματα όπως η δράση των ασφαλιτών και η διακίνηση ναρκωτικών. Ο οικισμός εκκαθαρίστηκε από τους καταληψίες το 1993, τη στιγμή που σταμάτησε η μακροχρόνια μείωση του πληθυσμού του δήμου. ωστόσο τα σπίτια που παρέμειναν άδεια ήταν αρκετά ώστε ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα ρήμαξαν. Μετά από σταδιακές εκποιήσεις που προώθησαν διαδοχικές κυβερνήσεις των Τόρις και των Εργατικών, το συμβούλιο του Hackney πούλησε ολόκληρο τον οικισμό, δίνοντας υποσχέσεις ότι επρόκειτο να αναβαθμιστεί, στο τραστ Peabody. έναν ιδιωτικό οικιστικό όμιλο με μακρά ιστορία πατερναλιστικής εμπλοκής στη στέγαση των φτωχών του Λονδίνου, η οποία φτάνει έως τις μέρες του Μαρξ.2 Η κακή φήμη του Pembury ως χώρου εμφάνισης «αντικοινωνικών συμπεριφορών» νομιμοποίησε στη συνέχεια την κατεδάφιση ενός μεγάλου μέρους του από τον όμιλο Peabody για να ανοίξει ο δρόμος για το «Pembury Circus», ένα μεγάλο πρόγραμμα ανάπλασης που τώρα στοχεύει να προσελκύσει περισσότερους ιδιοκτήτες-καταληψίες στη γειτονιά. Εκτός από την εγκληματικότητα, το Pembury φημίζεται και για την πολύ δεμένη κοινότητά του. πράγμα που παίρνει σάρκα και οστά στις οργανώσεις των κατοίκων και την ενίοτε ηχηρή παρουσία της στα τοπικά μήντια. Τις καλοκαιρινές ημέρες όπως αυτή, από τη σειρά των μικρών μαγαζιών που καταλαμβάνουν τη μια πλευρά της οδού Clarence συχνά ξεπηδούν μουσικές στους ρυθμούς της χορευτικής και της ρέγκε.

Τώρα, πλήθη διαφορετικών ανθρώπων περιφέρονται στον δρόμο, από παιδιά έως συνταξιούχοι: ασιάτες, λευκοί, κάποιοι ελαφρώς πιο μαύροι από τους  άλλους – αναμενόμενο, δεδομένης της δημογραφικής σύνθεσης της περιοχής. Συνολικά, πιθανόν μόνο λίγοι περισσότεροι άνδρες από γυναίκες. αλλά το μεγαλύτερο και πιο ενεργό κομμάτι είναι οι νεολαίοι, που κυμαίνονται από τις μετεφηβικές ηλικίες έως τα τριαντακάτι. Πιο κάτω στον δρόμο, κείτεται ένα παρατημένο μαύρο ταξί, με τις πόρτες ορθάνοιχτες, τα παράθυρα σπασμένα και τον πίσω προφυλακτήρα να κρέμεται. επίσης διακρίνεται ένα παντοπωλείο που προσφέρει υπηρεσίες μεταφοράς χρημάτων της Western Union, με τα ρολά του να έχουν διαρρηχθεί. Ένας μεσήλικας μαύρος άνδρας, που τοποθετεί απαλλοτριωμένα μπουκάλια πάνω στο πεζοδρόμο για να τα πάρει ο κόσμος,  φωνάζει με την καρδιά του «τζάμπα ποτά! τζάμπα ποτά!». Διερευνητικά και αρχικά ένας-ένας, μια μικρή ομάδα ανθρώπων σκύβει κάτω από τα σπασμένα ρολά και μετά ξεπροβάλλει πάλι κρατώντας μικρά τρόπαια: αλκοόλ και σακούλες με πατατάκια. Λευκοί που μοιάζουν εξαθλιωμένοι, ίσως αλκοολικοί ή άστεγοι, δράττονται της ευκαιρίας· οι υπόλοιποι μοιάζουν να θέλουν απλά να πάρουν μέρος στη φάση. Εν τω μεταξύ, ένα ελικόπτερο της αστυνομίας αιωρείται χαμηλά πάνω από τα κεφάλια μας, γεμίζοντας τον αέρα με ένταση και παρατηρώντας, παρ’ όλα αυτά η αστυνομία δεν κάνει τίποτα. Ένα μπουλούκι δημοσιογράφων, ολοφάνερα και με μεγάλες κάμερες, καταγράφει αυτούς που μπαίνουν στο μαγαζί, προκαλώντας αντιδράσεις: «όχι φωτογραφίες», «είναι γαμημένοι μπάτσοι». έπειτα από μια στιγμιαία έκρηξη, το πλήθος εύλογα απειλεί έναν από αυτούς ότι θα του βουτήξει ή θα του σπάσει την κάμερα. Αλλά στο τέλος τον αφήνουν να φύγει, κάτω από έναν καταιγισμό βρισιών. Μακάρι να ’ξεραν πώς το κράτος θα χρησιμοποιούσε εικόνες σαν και αυτές στη συνέχεια για τη μαζική τους δίωξη...

Δεν επρόκειτο για δράση «συμμοριών», η οποία έγινε σε μικρό βαθμό αισθητή ως τέτοια, ούτε για τον απλό ευκαιριακό υλισμό της «άγριας νεολαίας»: η σύνθεση έμοιαζε να είναι κάτι μεταξύ αντιπροσωπευτικού δείγματος της κοινότητας συν ένα συνονθύλευμα από τουρίστες των ταραχών και δημοσιογράφους. Οι λεηλασίες ήταν επιπόλαιες. μια δευτερεύουσα πλευρά του κυρίως θέματος, που ήταν να κρατηθούν οι μπάτσοι μακριά από την περιοχή. Η διάθεση ήταν κατά κύριο λόγο πρόσχαρη, οι άνθρωποι διασκέδαζαν τη δημιουργία μιας μικρής απελευθερωμένης ζώνης, την οποία η αστυνομία έδειχνε ανήμπορη να καταστείλει. Ενώ οι νεαροί άντρες έτειναν να αναλαμβάνουν τον πιο «ενεργό» ρόλο, άλλοι προσέφεραν παθητική στήριξη με την παρουσία τους, παροτρύνοντάς τους ή δικαιολογώντας τους στους περαστικούς. Ένας μεγαλύτερος σε ηλικία άνδρας αφροκαραϊβικής καταγωγής τη μια χαχάνιζε και την άλλη φώναζε αστεία από τον δρόμο προς την κατεύθυνση του λεηλατημένου μαγαζιού. Η δυναμική ταραχών, όπως αυτή, εν μέρει επιλέγει το ίδιο της το πλήθος: καθώς τα πράγματα εξελίσσονται, όσοι έχουν τρομοκρατηθεί και όσοι δεν εγκρίνουν εγκαταλείπουν φυσικά το σκηνικό σχεδόν εξ’ ολοκλήρου –εκτός και αν πρέπει να μείνουν για να προφυλάξουν σπίτια ή περιουσίες–  αφήνοντας πίσω αυτούς που θέλουν να προκαλέσουν, να υποστηρίξουν ή παρατηρήσουν τις ταραχές που συνεχίζονται. Ήταν λίγο πιο πάνω στην οδό Clarence, στην περίμετρο των ταραχών του Pembury και μετά την τοπική κορύφωσή τους, που η Pauline Pearce –η εθνικά ανακηρυγμένη «ηρωίδα του Hackney»– έβγαλε λόγο:

Σταματήστε τους γαμημένους που καίνε τις περιουσίες. Σταματήστε το κάψιμο των μαγαζιών των ανθρώπων που δουλεύουν σκληρά για να ξεκινήσουν την επιχείρησή τους. Τι δεν καταλαβαίνετε; Το μαγαζί [...] της φτωχής είναι εκεί, αυτής που εργάζεται σκληρά για να κάνει την επιχείρησή της να δουλέψει και μετά εσείς οι πολλοί θέλετε να πάτε και να την κάψετε, για ποιο λόγο; Για να μπορείτε μετά να λέτε ότι εσύ «είσαι μαχητής» κι εσύ είσαι κακός άνθρωπος. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν γαμημένο άνθρωπο που πυροβολήθηκε στο Τότεναμ, δεν είναι για να κάνουμε την πλάκα μας στον δρόμο και να κάνουμε λίμπα το μέρος. Ελάτε στα συγκαλά σας μαύροι, σοβαρευτείτε. Είμαστε εδώ για έναν σκοπό, και εάν παλεύουμε για έναν σκοπό ας παλέψουμε επιτέλους γι’ αυτόν τον γαμημένο σκοπό. Τα ’χω πάρει μαζί σας. Ντρέπομαι που ζω στο Hackney γιατί δεν μαζευόμαστε όλοι μαζί να παλέψουμε για έναν σκοπό, μαζευόμαστε για να την πέσουμε στο Foot Locker και να κλέψουμε παπούτσια. Βρωμιάρη κλέφτη ξεκουμπίσου.3

Στη γωνία δίπλα στο φιλο-αναρχικό café Pogo, ξαπλωμένη με την πλάτη στον δρόμο, μια ταραγμένη γυναίκα δεχόταν τη φροντίδα των περαστικών, μεταξύ των οποίων και μερικοί μαυροντυμένοι, πιθανότατα από το Pogo, που έφερναν νερό προσπαθώντας να κρατήσουν την ατμόσφαιρα γύρω της ήρεμη. Κατά μήκος του δρόμου, σιγόκαιγε το ένα κουφάρι αυτοκινήτου πίσω από το άλλο, μερικά επίσης και στις καθέτους. Μια μοτοσυκλέτα επίσης είχε πάρει φωτιά, όπως και άλλοι κάδοι. Εντελώς άτοπα, μέσα στους καπνούς, δυο παπάδες με τα ράσα τους είχαν πιάσει κουβέντα με κάποιους ντόπιους. έγνεφαν καταφατικά με ευλάβεια, με τα μάτια κάτω. ένας γέρος μαύρος άνδρας έλεγε ότι ήταν αναγκαίο η μαύρη νεολαία να υποστηρίξει τον εαυτό της, επιτέλους. Άλλοι περιέγραφαν άθλιες συνθήκες, ότι ήταν αδύνατο να βρουν δουλειά και τις διακρίσεις που υφίστανται από τους «μπάτσους». Κάποια κόκκινα γκράφιτι έδιναν το ρεφραίν: «γαμήστε τους μπάτσους» ενώ λίγο παραπάνω, «γαμήστε τον Κάμερον». Το όνομα του Mark Duggan, και η δολοφονία ενός μαύρου άνδρα από την αστυνομία, ήταν σε κάποια στόματα, αλλά όχι σε όλα. παρ’ όλα αυτά, εκείνο το γεγονός είχε ξεκάθαρα συμβολικό χαρακτήρα. Οι παπάδες απλώς άκουγαν. Συντρίμμια έδειχναν ότι μια σκληρή μάχη είχε λάβει χώρα. Στα μπροστινά σκαλιά ενός σπιτιού, μια παρέα εφήβων, μερικοί εκ των οποίων φορούσαν το κλασσικό φούτερ με κουκούλα, κατανάλωναν μπύρες και πατατάκια, που προφανώς είχαν βουτήξει από το μπακάλικο, ενώ μια μπύρα που άφριζε  πετάχτηκε προς έναν φίλο.

Πίσω στην οδό Clarence, ένα καινούριο αμάξι είχε τώρα λαμπαδιάσει, ανησυχητικά κοντά σε ένα σπίτι. Κάτοικοι έγερναν από τα παράθυρα, έδειχναν παράδοξα ήρεμοι, δεδομένης της κατάστασης. Η νύχτα έπεφτε σταδιακά και οι φλόγες ξεπρόβαλλαν από το σκοτάδι. Το πλήθος γύρω από το αμάξι είχε απομακρυνθεί, φοβούμενο πιθανή έκρηξη. Ένα τσούρμο πλιατσικολόγοι ακόμα έφευγαν με αντικείμενα από το μαγαζί: καφάσια μπύρες, μπουκάλια Lambrini. Αψηφήσαμε τις φλόγες και σπεύσαμε πιο πάνω στο δρόμο προς το πλήθος. Αυθόρμητα, ένας νεαρός μαύρος φώναξε ενθουσιασμένος προς τα μας: «Αυτό είναι! Η γαμημένη επανάσταση! Ο κόσμος παίρνει πίσω τους δρόμους!». Κάποιος άλλος, ευνοϊκά διακείμενος, συνέκρινε τα γεγονότα με το φοιτητικό κίνημα του 2010-11: τώρα ήταν η «αληθινή διαμαρτυρία». Ο ιδιοκτήτης ενός μαγαζιού με μάλλινα υφάσματα στεκόταν στην είσοδο, προστατεύοντας την επιχείρησή του, και ο ταρίφας που το ταξί του είχε μισο-καταστραφεί προσπαθούσε να περισώσει ό,τι είχε απομείνει.

Μετά από λίγο, το ελικόπτερο της αστυνομίας πέταξε χαμηλά για μια στιγμή, σαν να προσπαθούσε να φοβερίσει το πλήθος, αλλά οι ίδιοι οι μπάτσοι ήταν παραδόξως παντελώς απόντες, ικανοποιημένοι ίσως που οι ταραχές περιορίζονταν σε μια περιοχή που έτσι κι αλλιώς ήταν βαθιά στιγματισμένη. Από τον ήχο των σειρήνων και μια βόλτα στη γειτονιά προέκυψε ότι βρίσκονταν συγκεντρωμένοι, χωρίς να κάνουν τίποτα, στην οδό Pembury, η οποία κόβει στη μέση τον οικισμό στη δυτική πλευρά της πύρινης λαίλαπας. Συγκέντρωναν δυνάμεις περιμένοντας για την κατάλληλη στιγμή, ή απλά παρατηρούσαν από μακριά; Στο κάτω μέρος της οδού Clarence, το πλήθος ήταν τώρα νευρικό, αμήχανο λόγω της μακράς απουσίας του κυρίως αντιπάλου στις ταραχές. «Δεν υπάρχουν μπάτσοι μάγκες!», φώναξε κάποιος, «πού στο διάολο είναι η αστυνομία!;»,  καθώς το ελικόπτερο βούιζε πάνω από τα κεφάλια μας – καταγράφοντας, προφανώς, όλα τα πρόσωπα, τα ρούχα, τις θέσεις, τις αλληλεπιδράσεις μας. έτοιμο για τη συστηματική ανάλυση, βάσει της οποίας στη συνέχεια θα καταδικάζονταν χιλιάδες.

Είναι διεστραμμένο για μια εξέγερση σαν και αυτή –η οποία δομήθηκε εντελώς πάνω στην απελευθέρωση εδαφών από τους μπάτσους– να στερείται τη δυναμική που θα της επέτρεπε να αναπτυχθεί, εξαιτίας της ολοκληρωτικής απουσίας του βασικού πρωταγωνιστή. απουσία, η οποία φαίνεται να πραγματώνει τον ίδιο τον στόχο της εξέγερσης. Η αστυνομία, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί εξωτερική δύναμη αποκατάστασης της τάξης, που ασκείται από το κράτος σε μια ήδη εξεγερμένη μάζα, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι των ταραχών: όχι μόνο τυπικό εξάρτημα-μπουζί που προκαλεί ανάφλεξη μετά τον συνήθη θάνατο κάποιου νεαρού μαύρου από το χέρι ενός μπάτσου, αλλά και απαραίτητο διαρκή αντίπαλο του εξεγερμένου πλήθους από τον οποίο το έδαφος πρέπει να απελευθερωθεί, εάν αυτή η απελευθέρωση πράγματι σημαίνει κάτι. που πρέπει να δεχθεί επίθεση σαν εχθρός εάν το πλήθος είναι για να ενωθεί για κάποιο λόγο· που πρέπει να αναγκαστεί να αναγνωρίσει την υπόσταση μιας αυθόρμητα υποκειμενοποιημένης ομάδας. Τώρα, χωρίς άμεση σύγκρουση για κάποιες ώρες, οι ταραχές άρχιζαν να χαλαρώνουν. Ο κόσμος έδειχνε στην πραγματικότητα να θέλει να επιστρέψουν οι μπάτσοι, ίσως σχεδόν σε βαθμό αυτοκαταστροφής. Ένα λευκός άνδρας ντυμένος σαν αναρχικός φώναξε αρκετές φορές «ΣΤΗΝ ΟΔΟ MARE», καλώντας το πλήθος να τον ακολουθήσει προς τα εκεί. Παρασυρθήκαμε από την ροή καθώς αυτή διέσχισε το όριο του οικισμού για να μπει στη οδό Narrowway, με τις περισσότερες βιτρίνες καταστημάτων.

Τα συγκεντρωμένα στρατεύματα που είχαμε δει είχαν προφανώς προετοιμαστεί για να διευκολύνουν το πλήθος μετά από μια τέτοια πρόκληση. Σχεδόν αμέσως, ένα βαν της αστυνομίας στρίγγλισε, προκαλώντας ένα κύμα αποδοκιμασίας: «ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ!». Κάποιοι από το πλήθος ήταν επίσης προετοιμασμένοι εκτοξεύοντας αμέσως μια πυκνή ομοβροντία από πέτρες, κουτάκια μπύρες κτλ., που ήχησαν δυνατά πάνω στο βαν καθώς αυτό έφευγε με ταχύτητα. Ένα κουτάκι αναπήδησε και έπεσε με δύναμη στο στήθος μου, γεμίζοντας με μπύρα από πάνω έως κάτω. Κάποιοι άρχισαν να συγκεντρώνονται μπροστά από μια τράπεζα στη οδό Narrowway, σπάζοντας τα παράθυρά της. Ένα παιδί άδειασε έναν πυροσβεστήρα στον δρόμο χωρίς λόγο. Καθώς έμπαιναν στην τράπεζα, ένα βαν της αστυνομίας κινήθηκε με ταχύτητα προς το πλήθος, αναγκάζοντας το να υποχωρήσει προς το Pembury, αλλά, καθώς περνούσε από κοντά, ένα εύστοχο τούβλο του έσπασε το παράθυρο. Μπάτσοι τώρα έρχονταν από το νότια με πλήρη εξάρτυση, στην κάτω πλευρά της οδού Narrowway. Στο τέλος της οδού Clarence κατέφτασε έναν νέο κονβόι από αστυνομικά βαν. Και πάλι το πλήθος ήταν καλά προετοιμασμένο, εξαπολύοντας ομοβροντίες βλημάτων. Ένα πέταξε κατευθείαν προς το κεφάλι ενός οδηγού, θρυμματίζοντας το παρμπρίζ χωρίς όμως να το διαπεράσει. Μερικά παιδιά κλωτσούσαν αντικείμενα μπροστά στα βαν προσπαθώντας να εμποδίσουν τη διέλευσή τους, χωρίς επιτυχία. Οτιδήποτε – κλαδιά δέντρων σπάστηκαν για να εμβολιστού τα οχήματα των μπάτσων. Εκείνη τη στιγμή, ένα άτυχο λεωφορείο –με τα παράθυρά του ήδη σπασμένα, σημάδι ενός επεισοδίου κάπου αλλού στην πόλη– βρέθηκε πίσω από τα βαν και μπλόκαρε την οδό Dalston, καθώς αναγκάστηκε να κάνει μια άτσαλη αναστροφή για να αποφύγει άλλη μια αναταραχή που τώρα ξεκινούσε στο δρόμο μπροστά του. Η αστυνομία    πρόσταξε. «Εκκενώστε την περιοχή!». Τρέξαμε φοβούμενοι τον εγκλωβισμό από τους μπάτσους γύρω μας.

Έχοντας διαχωριστεί από τον κύριο όγκο του πλήθους, απομακρυνθήκαμε. Ο δρόμος ήταν καθαρός αλλά αρκετά καταστήματα είχαν χτυπηθεί: τα JD Sports, ένα κυριλέ μαγαζί που έφτιαχνε σάντουιτς, τα Ladbrokes. Μια παρέα αλκοολικών μας προσέγγισε με φιλικές διαθέσεις, ενώ μια μεθυσμένη γυναίκα μας έπιασε και μας φίλησε. «ΜΠΟΥ!» φώναξε σε έναν περαστικό, και φοβισμένο από τα τεκταινόμενα, χίπστερ ο οποίος έκανε τα πάντα για να την αποφύγει πριν αυτή του κάνει κεφαλοκλείδωμα δηλώνοντας την αγάπη της και γεμίζοντας τον με τα ίδια φιλιά. Πήγαιναν άραγε σκόπιμα προς τις ταραχές; Παρόμοιοι τύποι ήταν παρόντες ανάμεσα στο πλήθος: είχαν μείνει πίσω αφότου ο δρόμος καθάρισε από τους «ευυπόληπτους», ίσως, ή μήπως έψαχναν για ευκαιρίες υπό την κάλυψη των ταραχών; Στους λίγο-πολύ έρημους δρόμους, κατά την περιπλάνησή μας μέσα στο Hackney, συναντήσαμε μόνο μεθυσμένους και κάποιους Τούρκους –ίσως για να προστατεύσουν τα μαγαζιά τους– να αράζουν με την αστυνομία. Σε έναν κεμπαπτζίδικο ρωτήσαμε έναν μπάτσο εάν αυτό συνέβαινε κάπου αλλού πέρα από το Hackney. Γέλασε: «Πλάκα κάνεις αγάπη; Συμβαίνει κυριολεκτικά παντού».

Οι μπάτσοι ήταν πλήρως καταβεβλημένοι. Εκείνη τη στιγμή, οι οργανωτικές και επικοινωνιακές υποδομές της αστυνομίας φαίνονταν να έχουν λίγο-πολύ καταρρεύσει, ζορισμένες από τους μεγάλους αριθμούς αστυνομικών που επιστρατεύτηκαν από όλα τα μέρη της χώρας για να κατέλθουν στην πρωτεύουσα. Οι μεμονωμένοι αστυνομικοί αρκούνταν στη μεταξύ τους οριζόντια επικοινωνία, χρησιμοποιώντας τα προσωπικά τους κινητά τηλέφωνα, ενώ οι εφεδρείες δεν είχαν τον κατάλληλο εξοπλισμό ή εντολές για το τι ακριβώς να κάνουν. Σε περιοχές των Camden, Lewisham, Catford, Croydon, Kilburn, Peckham, Battersea, Balham, Barnet, Clapham Junction, Ealing, Barking, Enfield, Bromley, Chingford Mount, East Ham, Birmingham, Liverpool, Bristol, Nottingham, Woolwich και του Bromwich είχαν εξελιχθεί ταραχές ή σχετικές φασαρίες: η εξέγερση είχε ξεκάθαρα απλωθεί μακριά, πολύ πέρα από το αρχικό έναυσμά της – ακόμα πέρα και από την αχανή ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή του Λονδίνου. κάτι που χάνεται, όταν αυτές οι ταραχές αποκαλούνται διεθνώς ταραχές του «Τότεναμ» ή του «Λονδίνου». Ήταν ταραχές της Αγγλίας: που σταμάτησαν στη μικρή εμπορική πόλη του Gloucester, ακριβώς πριν τα σύνορα με την Ουαλία, που εξαπλώθηκαν πολύ προς τα βόρεια έως το Manchester, που όμως δεν κατόρθωσαν να φτάσουν στις βορειότερες περιοχές της χώρας και πουθενά στη Σκωτία, πιθανώς λόγω του βροχερού καιρού στο βορρά.4

ΓΙΑΤΙ ΤΑΡΑΧΕΣ;

Ποιοι ήταν λοιπόν αυτοί οι ταραχοποιοί και γιατί εξεγείρονταν; Μια ορισμένη ερμηνευτική αφήγηση που δικαιολογούσε την εξέγερση ήταν ήδη παρούσα μέσα στις ίδιες τις ταραχές του Pembury, εκφερόταν από τους ταραχοποιούς –και ιδιαίτερα τους μεγαλύτερους σε ηλικία, που συμμετείχαν περισσότερο παθητικά–  προς οποιονδήποτε ενδιαφερόταν να ακούσει. Αυτές οι ερμηνείες δεν ήταν τα κατόπιν εορτής επινοήματα των δημοσιογράφων ή των κοινωνικών επιστημόνων, πρόθυμων να εφαρμόσουν εκ του μακρόθεν τα γεγονότα στις δικές τους προσχηματισμένες αναλύσει ή τα δικά τους θεωρητικά σύνεργα, ούτε οι αναδρομικές εκλογικεύσεις περί παιδιών που, στην τρέλα της στιγμής, ενήργησαν απλά παρορμητικά ή έδραξαν την ευκαιρία να βουτήξουν μερικά προϊόντα. Αποτέλεσαν οργανική διάσταση των ίδιων των ταραχών, μέρος του γενικού κλίματός τους, άμεσα αντιληπτές από οποιονδήποτε βρισκόταν εκεί. Οι λεηλασίες έπαιξαν σε κάθε περίπτωση έναν περιθωριακό, συμβολικό ρόλο, τουλάχιστον όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση αυτού του εθνικού κύματος ταραχών. έτσι κι’ αλλιώς, στο Pembury, υπήρχαν ελάχιστες ευκαιρίες για αποτελεσματικές λεηλασίες, αποκλείοντας ως σημαντικό κίνητρο την άμεση «απληστία για κατανάλωση». Και η μεγάλη διάρκεια των ταραχών του Pembury, όπου το πλήθος παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανενεργό και, για μεγάλα διαστήματα, απτά αναρωτιόταν τι να κάνει ενόσω οι μπάτσοι συγκέντρωναν τις δυνάμεις τους κάπου κοντά, υποσκάπτει οποιαδήποτε προσφυγή στις «παρορμήσεις» ή τα καπρίτσια ενός ανορθολογικού όχλου. Όχι. Αυτή η εξέγερση είχε από την αρχή τις δικές της συνειδητές ερμηνείες, τις οποίες διατήρησε στην πορεία της πρωταρχικής σύγκρουσης με τους μπάτσους. Η δολοφονία ενός μαύρου άνδρα, οι συνθήκες φτώχειας, η ανεργία: διάφορες ερμηνείες δόθηκαν. Και χωρίς αμφιβολία υπήρξαν μερικοί άνθρωποι που ήταν εκεί μονάχα ψάχνοντας την ευκαιρία για τσάμπα ξύδια. Αλλά, παρότι ποικίλες, υπάρχει μια σαφής συνοχή σε αυτό το σύνολο ερμηνειών που περιγράφει ένα μητροπολιτικό περιβάλλον συμπυκνωμένης στέρησης και την ανάγκη για εξέγερση εναντίον του. Επιπλέον, ιδιαίτερα μια ερμηνεία ξεχώρισε, καθώς ακούστηκε πολλές φορές: ο ρόλος της αστυνομίας και η ανάγκη για τη νεολαία του Pembury να υπερασπίσει τα δικαιώματά της απέναντι στη συστημική παρενόχληση όπως αυτή εκφράζεται στους γενικευμένους επιτόπιους ελέγχους. η ανάγκη επιτέλους να εγερθεί, να οργανώσει μια πραγματική διαμαρτυρία ενάντια σε μια τέτοια μεταχείριση.

Ενάντια τόσο στην άρνηση των αρχών να προσδώσουν οποιαδήποτε νόμιμη υπόσταση στα εξεγερμένα υποκείμενα –η οποία στόχευε να χαρακτηριστούν ανάξια αναγνώρισης (και επομένως άξια παραδειγματικής τιμωρίας)–  όσο και σε μια ριζοσπαστική αντιστροφή των σημείων μιας τέτοιας ανάγνωσης –η οποία θα επιθυμούσε να υποστηρίξει τις ταραχές ως χώρο καθαρής λούμπεν αρνητικότητας στερούμενης κάθε πρόθεσης με νόημα (υπό τον φόβο της σπίλωσής τους από την «πολιτική»)– εδώ δινόταν ένας συνεκτικός αγώνας με ένα προσδιορισμένο και αρκετά διαφανές περιεχόμενο: επιμονή στην απαίτηση σεβασμού από τους μπάτσους, επιβολή της αναγνώρισης ενός υποκειμένου εκεί όπου η καθημερινή ρουτίνα βλέπει μόνο ένα αποκείμενο. Η ίδια η εξέγερση του Pembury είχε ήδη αυτό το περιεχόμενο· οι προφορικές ερμηνείες εν μέσω ταραχών απλώς ξεκαθάριζαν κάτι ήδη εμφανές. Αυτή η εξέγερση απαιτούσε την παρουσία της αστυνομίας, ως άμεσου συνομιλητή αυτού που εξελισσόταν, για του οποίου την αναγνώριση επέμενε, για την παρουσία και τη συμμετοχή του οποίου καλούσε και στου οποίου τις ενέργειες όφειλε την ύπαρξή της.

Το διευρυνόμενο εθνικό κύμα ταραχών που είχε πυροδοτηθεί μερικές μέρες νωρίτερα, στον γειτονικό δήμο μόλις λίγα μίλια βορειότερα –και οι αυξανόμενες κοινωνικές εντάσεις των προηγούμενων χρόνων– αποτέλεσαν το ευρύτερο συγκυριακό πλαίσιο της εξέγερσης του Pembury· η ιστορία μιας γειτονιάς γεμάτη βαθιά αποκειμενοποίηση και στιγματισμό, κυρίως εξαιτίας των μπάτσων, το τοπικό πλαίσιο. Στις τέσσερις το απόγευμα, η αστυνομία πρόσφερε μια πρόσθετη εγγύτερη αιτία: την κακομεταχείριση δύο νεαρών μαύρων σε ένα μπλόκο στο δημαρχείο του Hackney, μόλις λίγα λεπτά περπάτημα από το Pembury, σε μια περιοχή ήδη σε κλίμα εξέγερσης και αντιστοίχως γεμάτη μπάτσους που περίμεναν έτοιμοι φορώντας κράνη τύπου ΝΑΤΟ. Η εξέγερση του Pembury, δηλαδή, ήταν πάνω απ’ όλα μια αντιμπατσική εξέγερση. Για όσους έλαβαν μέρος, θα αποδεικνυόταν πικρή εμπειρία το γεγονός ότι η ακραία κλιμάκωση της κοινωνικής λογικής της αποκειμενοποίησης, βάσει της οποίας οι ίδιοι θα παρουσιαζόντουσαν σαν λίγο καλύτεροι από άγρια ζώα, θα αποτελούσε άμεσο αποτέλεσμα των ταραχών – αυτών των φευγαλέων αντιδράσεων ενάντια σε μια αστυνομία που δε σέβεται. ωστόσο, αναλογιζόμενοι τα γεγονότα μετά από ένα ή δυο χρόνια, πολλοί από αυτούς θα επιβεβαιώνουν πως ό,τι έζησαν ότι θα ήταν κάτι που ευχαρίστως θα επαναλάμβαναν.

ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ

Τέτοιες ταραχές αποτελούν συνηθισμένο φαινόμενο για τους υποβαθμισμένους οικισμούς της Βρετανίας και πηγαίνουν πίσω στην εποχή της αστυνόμευσης ανά περιοχή που καθιερώθηκε μετά τις ταραχές στο καρναβάλι του Notting Hill το 1976 – το μακρύ καυτό καλοκαίρι που επίσης μας έδωσε το πανκ. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, εκεί που πριν δεν υπήρχε τίποτα, οι θέσεις του  Enoch Powell έθεσαν την ατζέντα τόσο του αναγεννημένου Εθνικού Μετώπου, στη βάση ενός μετά-CND μοσλεϊσμού, όσο και μιας εκκολαπτόμενης Νέας Δεξιάς μέσα στο συντηρητικό κόμμα – η οποία αντιδρώντας στην ήττα της από τους ανθρακωρύχους, θα πίεζε εν τέλει πέρα από την ξεπερασμένη εμμονή της κυβέρνησης Heath ότι όλοι ανήκουμε στο ίδιο έθνος μετενσαρκωνόμενη στο πρόσωπο της Σιδηράς Κυρίας. Εκείνη την περίοδο –ενόσω ένας μονεταρισμός χαμηλού προφίλ, προερχόμενος από το Ινστιτούτο Οικονομικών Υποθέσεων, βρίσκει τον δρόμο ακόμα και προς το κυρίαρχο επιτελείο του «Εργατικού Κόμματος μιας Καπιταλιστικής Βρετανίας» και καθώς οι αγώνες του εργατικού κινήματος κορυφώνονται– βρίσκεται σε εξέλιξη μια αναδιάταξη των ταξικών σχέσεων στο επίπεδο του αστικού χώρου, με τη «φυλή» να αποτελεί την αιχμή του δόρατος. Μια Μητροπολιτική Αστυνομία που επιτέλους είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι μαύροι ήταν πιο πιθανό να είναι εγκληματίες. μια άκρα δεξιά που αδημονούσε να κεφαλαιοποιήσει αυτή την αποκάλυψη μέσω παραδοσιακών ενασχολήσεων όπως οι προκλητικές πορείες σε γειτονιές μειονοτήτων· κοινότητες πόλης που αντιστέκονταν ολοένα περισσότερο σε τέτοιες παρενοχλήσεις. μια επαναστατημένη πανκ νεολαία που εποφθαλμιούσε τα αντιεξουσιαστικά διαπιστευτήρια των απείθαρχων ράστα: αυτοί ήταν οι παράγοντες, στη βάση των οποίων συγκροτήθηκε η νέα πολιτική του χώρου στη Βρετανία, η οποία εστίαζε, αλλά δεν αναγόταν, στη φυλή. Χρησιμοποιώντας τις διατάξεις της Πράξης περί Επαιτείας του1824 και τον «νόμο περί υπόπτων» (sus law), οι επιτόπιοι έλεγχοι ρουτίνας της αστυνομίας όλο και περισσότερο στόχευαν όσους έμεναν σε, από τα πριν αναγνωρισμένες ως εξαιρετικά «προβληματικές», περιοχές μαύρων· τώρα, το να κατοικείς σε τέτοια μέρη αρκούσε από μόνο του για να θεωρείσαι ύποπτος. Επομένως, το στίγμα περιοχών όπως το Brixton, που κατείχαν ιδιαίτερη θέση στην κατανομή της αστικής εξαθλίωσης, ενισχύθηκε ανακλαστικά από αυτόν τον νέο τρόπο αστυνόμευσης που στόχευε στην επιτήρησή τους.

Αυτές οι στιγματισμένες γειτονιές –οριζόμενες ως χώροι στο περιθώριο της κοινωνίας, εγγενώς άνομες, που χρήζουν απλά διαχείρισης από ένα καθεστώς «κοινωνικού ελέγχου»– κατέληξαν να συμβολίζουν τα εσωτερικά όρια του αναδιαρθρωμένου καπιταλιστικού κράτους· ως αναπαραστάσεις μιας απεχθούς, κτηνώδους φυσικής κατάστασης, παρείχαν την παραδειγματική δικαιολόγηση για τον Λεβιάθαν που εδραιωνόταν. Υπό αυτό το καθεστώς που αποκρυσταλλωνόταν, όποιος έμενε σε αυτές τις περιοχές μπορούσε μόνο να παίξει τον ρόλο του προειδοποιητικού σήματος προς το υπόλοιπο έθνος. του αχταρμά αποτυχημένων υποκειμένων που συγκροτούν αυτό που πρόσφατα έγινε γνωστό ως «διαλυμένη Βρετανία »: οι τζαμπατζήδες, οι αλήτες με τα φούτερ, οι παράνομοι μετανάστες, οι ανύπαντρες μητέρες, οι κάγκουρες (chavs), οι έμποροι ναρκωτικών, οι ορφανοί από πατέρα μαύροι, τα μέλη των συμμοριών και τα λοιπά. Ωστόσο, όλο αυτό ποτέ δεν ονομάστηκε «γκέτο» παρά μόνο μεταφορικά: ο συμβολικός αποκλεισμός, του οποίου αναπαράσταση ήταν ο περιθωριακός οικισμός, δεν ισοδυναμούσε με πραγματικό αποκλεισμό από την οικονομία ή το κράτος, και τέτοιες περιοχές πάντα διατηρούσαν μια ποικιλία με όρους εθνοτικής σύνθεσης. Και παρ’ όλο που η διαδρομή τέτοιων περιοχών δεν μπορεί να διαχωριστεί απόλυτα από τις γενικές παγκόσμιες εξελίξεις, η βρετανική περίπτωση πρέπει να διακριθεί από τις περιπτώσεις των Η.Π.Α. και της Γαλλίας.5 Οι φτωχές αστικές γειτονιές της Βρετανίας –που διαμορφώθηκαν από τη συνάντηση μεταναστών της μετααποικιοκρατικής εποχής με υπολείμματα της «ντόπιας» εργατικής τάξης και με παρηκμασμένα κατάλοιπα των μεταπολεμικών σοσιαλδημοκρατικών προγραμμάτων στέγασης, που συχνά έπαιζαν τον ρόλο του αρχιτεκτονικού τοπίου– μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με τις αντίστοιχες γαλλικές. Στη Βρετανία, όμως, ποτέ δεν διώχτηκαν προς την περιφέρεια της πόλης. Αντίθετα, γέμισαν τους χώρους που άφησε πίσω του ένα ιδιαίτερο μίγμα (1) εκκαθάρισης παραγκουπόλεων εντός του αστικού ιστού κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, (2) μετατροπής εκτεταμένων περιοχών εργατικής κατοικίας σε ερείπια από τους βομβαρδισμούς – εξαιτίας των οποίων σε μεγάλες περιοχές του Λονδίνου παρέμειναν βόμβες έως και τη δεκαετία του 70, και (3) μετακόμισης των λευκών στα προάστια μετά τον πόλεμο. Εξαιτίας αυτών των παραγόντων, ο πληθυσμός τους μειωνόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, μετά τη μεγιστοποίησή του την εποχή των βικτοριανών παραγκουπόλεων. μια τάση, η οποία αντιστράφηκε μόλις τη δεκαετία του ’90.

Η σύνδεση μεταξύ των μετακινήσεων εντός του αστικού ιστού και της μετακόμισης των λευκών τα προάστια, έχει κοινά σημεία με τη δημιουργία των αμερικάνικων γκέτο, τα οποία, όμως, αποτελούν μια πολύ περισσότερο εμφατικά δομική πλευρά μιας κοινωνίας που σφυρηλατήθηκε από την ύπαρξη σκλάβων στις φυτείες – σε αντίθεση με μια κοινωνία που επωφελείτο εξ αποστάσεως από την εκμετάλλευση των σκλάβων και μπορούσε να προβαίνει σε σχετικές ηθικολογίες όταν αυτό ήταν βολικό. «Οι μαύροι» ως δηλωμένη εθνότητα (ethnicity) είναι φυσικά πολλαπλώς υψηλότερη σαν ποσοστό του πληθυσμού στις Η.Π.Α. και το αμερικάνικο γκέτο αποτελεί μια εκτεταμένη αστική περιοχή, πολύ μεγαλύτερη από τα μεμονωμένα τετράγωνα και τους περιθωριακούς οικισμούς των βρετανικών πόλεων, και πολύ περισσότερο έναν κόσμο από μόνο του.6 Στη Βρετανία, ενώ σε αυτές τις περιοχές η ανεργία και άλλες κοινωνικές «δυσλειτουργίες» είναι προφανώς πιο συμπυκνωμένες σε σχέση με άλλες αστικές γεωγραφικές ζώνες, οι κάτοικοι συνεχίζουν να υπάρχουν τυπικά ως εργάτες, καταναλωτές ή φοιτητές και κάπου αλλού πέρα από τα όρια αυτών των περιοχών αμιγούς κατοικίας. Και το κράτος εισέρχεται σε αυτούς τους χώρους με τους δικούς του θεσμούς: τις υπηρεσίες νεότητας, την κοινωνική εργασία, το ένα ή άλλο πρόγραμμα στήριξης της γειτονιάς. Αν αυτοί οι χώροι τίθενται από το κράτος ως τα ίδια τα εσωτερικά όριά του, είναι σημαντικό να μην το πάρουμε αυτό κατά γράμμα, μιας και, ενώ αυτή η εξέλιξη ενισχύει πραγματικά την αποστέρηση σε βάθος χρόνου, ο κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο λαμβάνει χώρα αυτός ο αποκλεισμός είναι μια κοινωνική λογική αποκειμενοποίησης, η οποία βιώνεται πρώτα και κύρια στη διεπαφή με τον κατασταλτικό βραχίονα του κράτους. Όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν: μηντιακή θυματοποίηση των κατοίκων, ατέλειωτη αλυσίδα επίδοξων αξιωματούχων να προσποιούνται ότι  προβληματίζονται βαθιά, δημιουργία εννοιών από δεξαμενές σκέψης, κρυφο-ρατσιστικές σκανδαλώδεις ιστορίες μιας ανήμπορης παρασιτικής κατώτερης τάξης (underclass).

ΑΝΤΙΜΠΑΤΣΙΚΟΣ

Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, οι κάτοικοι δεν παραμένουν πάντα παθητικοί. Πράγματι, η επιβολή μιας αστυνόμευσης τέτοιου είδους μπορεί να συμβάλλει τουλάχιστον στην αρνητική ενοποίηση της κοινότητας που αυτο-οργανώνεται ενάντια στους μπάτσους: μερικές «καμπάνιες άμυνας» της γειτονιάς, για παράδειγμα, προσανατολίστηκαν στο ζήτημα των αντιποίνων για τον θάνατο ενός μέλους της κοινότητας κατά τη διάρκεια της προσωρινής του κράτησης από την αστυνομία, ή στην αδιαφορία του κράτους και των μήντια απέναντι στη μια ή την άλλη ρατσιστική τραγωδία. Τέτοιου είδους δράσεις αποτελούν διαρκές, αν και συχνά υπόγειο, ρεύμα της ζωής του Λονδίνου καθ’ όλη τη διάρκεια των δεκαετιών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης – δεκαετιών, κατά τις οποίες εκατοντάδες θάνατοι κατά τη διάρκεια προσωρινών κρατήσεων από την αστυνομία, συνήθως μαύρων, δεν προκάλεσαν την καταδίκη ούτε ενός αστυνομικού. Αν και τυπικά τα βάζει με ένα ασυγκίνητο κράτος, αυτό το είδος αυτοοργάνωσης της κοινότητας μόνο σπάνια καταλήγει σε ένα εκρηκτικό κύμα ταραχών: ποτέ από μόνο του δεν αποτελεί ικανή συνθήκη. Παρέχει, παρ’ όλα αυτά, με βολικό τρόπο, το κοινωνικό μέτρο ενός εξαιρετικά εύφλεκτου υλικού το οποίο, αν συναντηθεί με ένα ευρύτερα τεταμένο κοινωνικό κλίμα, ρισκάρει να παραδώσει τη χώρα ολοκληρωτικά στις φλόγες. 1981, 1985, 2011: οι βασικές ταραχές όλων αυτών των ετών είχαν ως άμεσες αιτίες τους θανάτους –πραγματικούς ή αντιληπτούς ως τέτοιους–  μαύρων ανθρώπων από τα χέρια μπάτσων σε περιθωριακές περιοχές.7 Αυτήν την περίοδο, μόνο οι ταραχές ενάντια στον κεφαλικό φόρο (Poll tax) ξεχωρίζουν σαν κύριο εγχώριο παράδειγμα εξέγερσης, στην οποία εκδηλώθηκε κατά βάση μια διαφορετική λογική: αυτή της συμβατικής διαδήλωσης στο κέντρο του Λονδίνου που εκτρέπεται σε μαζική βία.

Και, τουλάχιστον ως έναν βαθμό, τέτοιες είδους ταραχές έχουν αποτέλεσμα. Όπως μας είπε ένας κάτοικος του Broadwater Farm: η χώρα θα θυμάται για καιρό το όνομα της Cynthia Jarett, της οποίας ο θάνατος κατά τη διάρκεια εισβολής της αστυνομίας στο σπίτι της αποτέλεσε τη σπίθα για την εξέγερση του 1985 στο Τότεναμ.εξέγερση, κατά την οποία η αστυνομία έφαγε αυτό που ο τοπικός αριστεριστής βουλευτής Bernie Grant περιέγραψε ως «ένα καλό βρωμόξυλο» – συμπεριλαμβανομένου και του μαχαιρώματος μέχρι θανάτου του αστυφύλακα Keith Blakelock. «και οπωσδήποτε θα θυμάται καλά τον Mark Duggan». Αλλά η Joy Gardner, που πέθανε από ασφυξία όταν δύο μπάτσοι και ένας υπάλληλος της υπηρεσίας μετανάστευσης τύλιξαν τέσσερα μέτρα χειρουργικής ταινίας γύρω από το κεφάλι της. o Roger Sylvester, ένας ψυχικά ασθενής άνδρας που δέθηκε σε μια περιοριστική στάση, η οποία του προκάλεσε εγκεφαλικές βλάβες και καρδιακή προσβολή. ο Colin Roach, που κατέληξε από τραύμα καραμπίνας στην είσοδο του αστυνομικού τμήματος Stoke-Newington... Αυτοί οι άνθρωποι μπαίνουν στον κατάλογο των μαρτύρων, στους οποίους αναλογεί ένα ήπιο είδος μακροχρόνιας και μονοθεματικής καμπάνιας εκ μέρους της κοινότητας, η οποία έχει αφήσει ελάχιστο αντίκτυπο στο σύνολο της χώρας.8 Τέτοιες καμπάνιες έρχονται αντιμέτωπες με έναν τοίχο σιωπής, παρακώλυσης και εκφοβισμού, και ένα μηντιακό τοπίο το οποίο παίρνει χαρακτηριστική θέση εναντίον τους ήδη από τα πολύ πρώτα δελτία τύπου της αστυνομίας – που εκδίδονται αμέσως μετά το περιστατικό  για να παράσχουν το βολικό πλαίσιο διεξαγωγής των επικείμενων συζητήσεων: ο εκλιπών ήταν ένας γκάγκστερ/έμπορος ναρκωτικών/παράφρων ή είχε επιτεθεί σε αστυνομικό. Απονομιμοποιημένες προκαταβολικά, οι καμπάνιες τείνουν να εξωθούνται προς απολογητικές θέσεις, σύμφωνα με τις οποίες το θύμα πρέπει να περιγραφεί ως «άγγελος», ως «ειρηνοποιός» κτλ., ενώ η αστυνομία απλά συνεχίζει τη δουλειά της. Το μόνο εφικτό είδος «δικαιοσύνης» σε τέτοιες συνθήκες είναι προφανώς αυτό που επιζητεί αντίποινα. και δεδομένου του αποκλεισμού από τα κρατικά όργανα παραγωγής νομιμότητας, ο λογικός χώρος για την εκδήλωση αυτών των αντιποίνων είναι η δημόσια αντιπαράθεση με τους μπάτσους, κατά την οποία η παρουσία του πλήθους μπορεί να παράξει μια δυναμική, που δεν είναι διαθέσιμη στους μεμονωμένους φορείς μιας ειρηνικής καμπάνιας. Ο Donald Douglas –του οποίου ο αδερφός Brian, ενώ βρισκόταν σε νυχτερινή έξοδο, σπάστηκε στο ξύλο μέχρι θανάτου από δύο αστυνομικούς– μετάνιωσε για τις προσπάθειες του να εκτονώσει την κατάσταση, όταν άναψαν τα αίματα μεταξύ του πλήθους που παρακολουθούσε την κηδεία και των παρευρισκόμενων μπάτσων:

Εκ των υστέρων, επειδή δεν έχεις καταλήξει στο συμπέρασμα που θα ήθελες, σκέφτεσαι: «λοιπόν αναρωτιέμαι, εάν δεν ήμουν τόσο πειθαρχημένος και οργανωμένος και απλά επέτρεπα στην κατάσταση να ξεφύγει...», αυτό πιθανώς, εκ των υστέρων, να ήταν και το καλύτερο που θα μπορούσε να γίνει, και τουλάχιστον θα ήταν μια μέρα που θα άξιζε να τη θυμάται κανείς, αν μη κάτι άλλο. Και αν κάποια περιουσία ή οτιδήποτε άλλο είχε καταστραφεί, θα ήταν κάτι που θα αντιστοιχούσε στον θάνατο του Brian...9

Όταν ένα παρόμοιο περιστατικό λίγους μήνες αργότερα –ο θάνατος του Wayne Douglas (απλή συνωνυμία)– προκάλεσε πράγματι τις ταραχές του Brixton το 1995, o Donald σκέφτηκε ότι πιθανότατα μια τέτοια έκβαση θα ταίριαζε περισσότερο στην περίπτωσή του:

Προφανώς οδήγησε σε μια πραγματική καταστροφή με όρους καταστημάτων και αυτοκινήτων που σπάστηκαν, αλλά έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα... γιατί, υπό μία έννοια, καμία από τις διαδηλώσεις μας δεν βγήκε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων σε τέτοια έκταση, επομένως φαίνεται ότι εάν θες να ακουστείς, πρέπει να πας και να σπάσεις κάτι ή να κάψεις κάτι ή τέλος να κάνεις κάτι.

Μάλλον δεν αποτελεί σύμπτωση ότι ο θάνατος του Wayne Douglas –κατοίκου του Brixton– επιτάχυνε την εκδήλωση των ταραχών, ενώ ο θάνατος του Brian Douglas όχι. Το προηγούμενο μια τοπικής ιστορίας ταραχών, ζωντανής στις μνήμες των κατοίκων ή συνεχώς παρούσας στην τοπική λαϊκή κουλτούρα –συν μια ιστορία ταύτισης της κοινότητας με το αντιμπατσικό– φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στο ξέσπασμα ταραχών σε ορισμένα μέρη αντί για άλλα. Γι’ αυτό και ένα συγκεκριμένο σύνολο τοπωνυμίων επανέρχεται στην ιστορία των νεοφιλελεύθερων ταραχών: Brixton, Broadwater Farm, Handsworth.

Οι φυλετικές σχέσεις στη Βρετανία έχουν αλλάξει σημαντικά κατά τη διάρκεια των δεκαετιών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, τείνοντας να διαβρώσουν το στάτους των μαύρων ως αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε «πρωτεύον αποκείμενο» του νεοφιλελεύθερου κράτους –φοβισμένος μετανάστης, «νεγράκι με ειρωνικό χαμόγελο», κλεφτρόνι, μέλος συμμοριών, κατεργάρης (rudeboy)– υπέρ μια περισσότερο διάχυτης και λιγότερο ρητά φυλετικής φιγούρας: πρόσφυγας (asylum seeker), ανύπαντρη μητέρα, κάγκουρας, κουκουλοφόρος, κομπιναδόρος των επιδομάτων. Οι δεύτερες και τρίτες γενιές έχουν ανατραφεί λιγότερο προβληματικά ως «βρετανοί», ενόσω η Δεξιά συνέτασσε το πρόγραμμά της στρεφόμενη εναντίον του Ισλάμ και της Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, οι φτωχές γειτονιές του Λονδίνου βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της λογικής της αποκειμενοποίησης, μέσω της οποίας έχει δημιουργηθεί ένα τιμωρητικό κράτος, και πράγματι οι αγώνες τους, εντός αυτής της λογικής, συνδέονται οργανικά με τους μετασχηματισμούς της ίδιας της «φυλής». Μολονότι οι μαύροι στα τέλη του ’70 και τις αρχές του ’80 αποτέλεσαν, χοντρικά, το αρχέτυπο της σημερινής «άγριας κατώτερης τάξης», το κύριο συνδετικό νήμα με σήμερα δεν είναι η «φυλή» ως κάποιο ουσιώδες χαρακτηριστικό –ούτε και μια οποιαδήποτε σταθερή, συνεκτική κοινωνιολογική κατηγορία–  αλλά η κοινωνική λογική της αποκειμενοποίησης, κατά την οποία συγκεκριμένες φιγούρες, που συνδέονται κυρίως με τις φτωχές γειτονιές της πόλης, τίθενται ως οριακές έννοιες μιας κοινωνικής τάξης (class) που επιζητά την επιβεβαίωση – όπως ακριβώς οι παραδοσιακοί λούμπεν αποτελούσαν την απαραίτητη αρνητική απότοκο μια θετικής εργατικής ταυτότητας. Αποτέλεσμα και συγκροτητική στιγμή αυτή της λογικής είναι οι ταραχές ως εξέγερση ενάντια στην αστυνομία.

ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΤΑΡΑΧΕΣ

Πριν ξεκινήσει η καπιταλιστική αναδιάρθρωση στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’70, αυτό το είδος αντιμπατσικής εξέγερσης της κοινότητας δεν λάμβανε χώρα· η σχετική του συχνότητα τις τελευταίες τρεις δεκαετίες –εμφανιζόμενο κάθε περίπου 6 χρόνια– συνιστά ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της περιόδου. Πιθανότατα, λόγω της κυριαρχίας ενός ειρηνικού συστήματος μισθολογικών διαπραγματεύσεων επί άλλων πηγών κοινωνικού ανταγωνισμού, οι ταραχές ξεθώριασαν ως μορφή αγώνα την εποχή του εργατικού κινήματος, σε μεγάλο βαθμό. Και όποτε πράγματι ξέσπαγαν συγκρούσεις στις κοινότητες των μεταναστών, αυτές είχαν διαφορετικό χαρακτήρα, όπως π.χ. οι ταραχές του Notting Hill το 1958, όταν νεαροί ρατσιστές τεντιμπόις επιτέθηκαν στα σπίτια κατοίκων με καταγωγή από τις Δυτικές Ινδίες. Η δεκαετία του ’70 ήταν μια μεταβατική φάση, κατά την οποία η στάση της αστυνομίας απέναντι στους οργανωμένους αριστεριστές και μαύρους αγωνιστές, όπως και οι εντάσεις γύρω από τον τρόπο που προσλαμβανόταν η ηδονιστική κουλτούρα των μαύρων, δημιούργησαν το υπόστρωμα για την αύξηση των συγκρούσεων σε κάποιες υποβαθμισμένες γειτονιές στο εσωτερικό της μητρόπολης, καθώς ξεκινούσε η ευρύτερη κοινωνική κρίση της εποχής εκείνης. Οι μετανάστες εργάτες της δεκαετίας του ’70 εισήλθαν σε μια αγορά εργασίας που ήταν δομημένη γύρω από ένα έντονα κορπορατιστικό και κυρίαρχα λευκό, ανδρικό εργατικό κίνημα, το οποίο ήρθε αντιμέτωπο με τα δικά του όρια – όταν η επί μακρόν συρρίκνωση της βιομηχανικής βάσης της Βρετανίας συνάντησε τις απαρχές μιας πρωτίστως παγκόσμιας απότομης πτώσης της βιομηχανικής παραγωγής. Ενώ κάποιοι μετανάστες εργάτες αγωνίστηκαν σκληρά για συνδικαλιστικά δικαιώματα, όπως οι ασιάτισσες απεργοί στην περίφημη διαμάχη του Grunwick, το εργατικό κίνημα βρισκόταν τις περισσότερες φορές κάπου αλλού, αντιπροσωπεύοντας κάποιον άλλον και δίνοντας τις δικές του καταληκτικές μάχες. Επομένως, από τα αιτήματα αυτών των εργατών, έλειπε εκείνο το είδος συστημικής ενσωμάτωσης, σύμφωνα με το οποίο, ως είθισται, οι κυβερνήσεις θα ήταν αναγκασμένες να διαβουλεύονται με τον Jack Jones, τον γενικό γραμματέα του συνδικάτου μεταφορών για θέματα πολιτικής. Και όταν η ανεργία χτύπησε, φυσικά έτεινε να χτυπήσει πιο σκληρά αυτούς τους εργάτες.

Την ίδια στιγμή, πολλαπλασιάζονται οι οργανωμένοι αγωνιστές, οι ράστα, η black power και άλλες θετικές ταυτότητες καθώς και στοιχεία μιας ορισμένης συμπεριφοράς «άρνησης εργασίας», παρέχοντας μορφές έκφρασης σε μια κουλτούρα ανταγωνισμού, ιδιαίτερα των νέων.10 Είναι σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο που η αστυνομία έρχεται να αναθεωρήσει παλιότερες εκτιμήσεις της για τους μαύρους ως ομάδα χαμηλής εγκληματικότητας και να αρχίσει να δείχνει ενοχλημένη από την ύπαρξη ενός οργανωμένου αντιμπάτσικου λόγου, ο οποίος είχε αναπτυχθεί σε οργανική συσχέτιση με μια σειρά μικρότερων ταραχών, επιδρομών και καταστολής από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Σημείο καμπής αποτέλεσαν εδώ οι ταραχές στο καρναβάλι του Noting Hill το 1976, στις οποίες περισσότεροι από 100 μπάτσοι κατέληξαν στο νοσοκομείο, μετά από συγκρούσεις που ξέσπασαν μεταξύ αστυνομίας και καρναβαλιστών, όταν ένα τσούρμο μαύρων νεολαίων προσπάθησε να απελευθερώσει έναν υποτιθέμενο πορτοφολά που είχε συλληφθεί. Οι λευκοί πάνκηδες της περιοχής –το Notting Hill ήταν ακόμα εκείνη την εποχή συνδεδεμένο με έναν ορισμένο ριζοσπαστικό χώρο καταλήψεων– μπήκαν στο σκηνικό, λαχταρώντας ένα κομμάτι από τα αντιεξουσιαστικά διαπιστευτήρια θάρρους της μαύρης νεολαίας: μια συνάντηση που συνοψίστηκε περίφημα στο διάσημο τραγούδι «White riot» των The Clash. Από εκείνο το σημείο και μετά, η αστυνομία θα καθιέρωνε την «πολιτική περιορισμού» των μαύρων γειτονιών σε περιοχές όπως το Brixton και το Hackney, στοχεύοντας κυρίως νεολαίους κατά τη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων, κάνοντας χρήση του νόμου περί υπόπτων και στέλνοντας στις περιοχές αυτές ειδικευμένες μονάδες όπως η διαβόητη Ομάδα Ειδικών Περιπολιών (Special Patrol Group) SPG.11 Δρώντας πλέον ως πολιτικός παίκτης, η Μητροπολιτική Αστυνομία δίνει έμφαση στην εγκληματικότητα των μαύρων εντοπίζοντας εκεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο ενίσχυσης της νομιμοποίησής της από τον ευρύτερο πληθυσμό.12 Και είναι αυτή την περίοδο που θα αναδυθεί ως όρος η «βίαιη ληστεία (mugging)»,13 με τον οποίο ταυτοποιείται ιδιαίτερα η εγκληματικότητα των μαύρων στο δρόμο: αυτή η τελευταία αποτέλεσε την έννοια κλειδί για τη μετέπειτα δικαιολόγηση ενός κλιμακούμενου πειραματισμού στη χρήση τιμωρητικών ειδών αστυνόμευσης, τα οποία δεν είχαν προηγουμένως χρησιμοποιηθεί από τη βρετανική αστυνομία πουθενά αλλού πέρα από την Βόρειο Ιρλανδία – μακροχρόνιο πεδίο δοκιμών για τους κατασταλτικούς μηχανισμούς του βρετανικού κράτους. Όλα αυτά αποτέλεσαν πρόσφορο έδαφος για το ανερχόμενο Εθνικό Μέτωπο, το οποίο υιοθετούσε μια νεοναζιστική ρητορική αλλάζοντας τους εβραίους του ανατολικού Λονδίνου της δεκαετίας του ’30 με τους αφροκαραϊβικανούς και τους ασιάτες της δεκαετίας του ’70. Οι συγκρούσεις με τους αντιφασίστες –οι οποίοι στελέχωναν τον πανκ, τον φοιτητικό και τον τροτσκιστικό χώρο της εποχής– και τις κοινότητες των μαύρων και των ασιατών, όταν το Εθνικό Μέτωπο έκανε πορείες μέσα στις γειτονιές τους, αποτέλεσαν επιπλέον προσχήματα για την έντονη παρουσία της αστυνομίας στις γειτονιές, οι οποίες βυθίζονταν βαθύτερα στην αποκειμενοποίηση, καθώς ’70 κλιμακωνόταν η κοινωνική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του.14

 Η Χειμώνας της Δυσαρέσκειας του1979 και η αδυναμία της κυβέρνησης των Εργατικών υπό τον Callaghan να ξεκινήσει με ζέση την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που είχε ήδη βρει τον δρόμο της, έφερε στην εξουσία τη Νέα Δεξιά των Τόρις με ένα πρόγραμμα νομισματικής πολιτικής που θα περιόριζε τον πληθωρισμό. Η ανεργία, που αυξανόταν καθ’  όλη τη δεκαετία του ’70, τώρα εκτοξεύεται, υποσκάπτοντας τη διαπραγματευτική δύναμη του εργατικού κινήματος, το οποίο βρισκόταν ήδη σε θέση μάχης και ενισχύοντας περαιτέρω την περιθωριακή συνθήκη που βίωναν ορισμένες κοινότητες στην πόλη. Το 1980, η εξέγερση του St. Paul στο Bristol, έδειξε στις αρχές ότι αυτό που ήταν απειλητικό δεν ήταν μόνο οι αιώνια προβληματικές κοινότητες των μαύρων του Λονδίνου, αλλά και –προεικονίζοντας τα ρατσιστικά σχόλια του ιστορικού David Starkey 30 χρόνια μετά– οι λευκοί, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποδειχτούν εξίσου καταστροφικοί, όταν εκτίθεντο στο ηθικά διαβρωτικό παράδειγμα των μαύρων γειτόνων τους, όπως αποδείχτηκε από το γεγονός ότι είχαν αποτελέσει τουλάχιστον το 50% του πλήθους.15  Εκθέτοντας τις συναστρίες της προληπτικής κοσμολογίας των μπάτσων, σύμφωνα με την οποία αστικές ταραχές, μαύροι και αριστερίστικος ακτιβισμός τύπου ’70 πάνε πακέτο, κάποιοι αστυνομικοί προφανώς ερμήνευσαν την εμφάνιση του Tariq Ali στο Bristol, ακριβώς πριν την εξέγερση, σαν στοιχείο που αποδεικνύει πως αυτή πρέπει να είναι πάντοτε δουλειά αυτού του αιώνιου πράκτορα της κοινωνικής αναταραχής: του εξωτερικού υποκινητή.

Αλλά η έκρηξη που στ’ αλήθεια άφησε εποχή επρόκειτο να έρθει έναν χρόνο αργότερα. Στις αρχές του 1981, δεκατρείς μαύροι έφηβοι πέθαναν από τον ανεξήγητο εμπρησμό ενός σπιτιού στο Deptford του νοτιοανατολικού Λονδίνου, με πολλούς να υποπτεύονται φασιστική επίθεση. Απέναντι στην  αδιαφορία του κράτους και των μήντια,  η ομάδα Race Today κάλεσε, στις 2 Μαρτίου, μια διαδήλωση στο κέντρο του Λονδίνου, στην οποία η αστυνομία υπέστη αιματηρή ήττα, όταν προσπάθησε να την ανακόψει. Αμέσως μετά, ίσως βάζοντας μυαλό μετά τα γεγονότα αυτά, η Μητροπολιτική Αστυνομία ξεκίνησε την «Επιχείρηση Βάλτος 81»16 : μια στρατηγική «αστυνόμευσης κορεσμού», κατά την οποία μεγάλος αριθμός αστυνομικών της SPG με πολιτικά στάλθηκε στην περιοχή γύρω από την οδό Railton του Brixton – διαβόητη σαν ένα είδος άνομης ημι-απελευθερωμένης ζώνης, την οποία η αστυνομία ήταν συχνά διστακτική να διαβεί, που συνεπώς καθιστούσε μικροεγκλήματα, όπως η πώληση μαύρου στον δρόμο, περισσότερο βιώσιμα. Όπως και το 2011, αυτή η κλιμάκωση των επιτόπιων ελέγχων ανέβασε την ένταση στην περιοχή. Κατά συνέπεια, την Παρασκευή 10 Απριλίου, όταν ένας καυγάς σε μπιλιαρδάδικο καταλήγει σε μαχαίρωμα και οι παρευρισκόμενοι αστυνομικοί κατηγορήθηκαν ότι εμπόδισαν το θύμα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, ξεκινάει να αναπτύσσεται μια εξεγερσιακή δυναμική, καθώς το πλήθος προσπαθεί να παρέμβει και επιστρατεύεται ολοένα περισσότερη αστυνομία. Όλη τη νύχτα εξαπλώνονται φήμες και το περιστατικό διαδίδεται μεταλλαγμένο σαν περίπτωση θανάτου εξαιτίας της αγριότητας της αστυνομίας, ενώ απευθύνονται προειδοποιήσεις προς τους μπάτσους για το ρίσκο περαιτέρω ανάφλεξης μιας ήδη τεταμένης κατάστασης στη γειτονιά. Αλλά οι μπάτσοι, θέλοντας πολύ να κάνουν το παιχνίδι τους, αποφασίζουν να συνεχίσουν τους επιτόπιους ελέγχους. Την επόμενη μέρα, νεολαίοι της εργατικής τάξης από τη γύρω περιοχή –εξίσου μαύροι και λευκοί– συρρέουν στο Brixton, περιμένοντας να συμβεί κάτι. Το δεύτερο έναυσμα δόθηκε με τον επιτόπιο έλεγχο ενός  ταρίφα στην οδό Railton. Λέγεται ότι στο σκηνικό εντοπίστηκαν μπάτσοι με πολιτικά να φορούν διακριτικά του Εθνικού Μετώπου. Για αρκετές ώρες, ακολούθησαν οι χειρότερες ταραχές στη χώρα εδώ και έναν αιώνα, καθώς λεηλασίες και εμπρησμοί εξαπλώθηκαν σε όλη την περιοχή του Brixton και η αστυνομία έχασε πλήρως τον έλεγχο των δρόμων, κάτω από χαλάζι τούβλων και μολότοφ, ενάντια στις οποίες δεν μπορούσε να αμυνθεί δεδομένης της έλλειψης τότε του συμβατικού εξοπλισμού των ΜΑΤ.

Πράγματι, ήταν η εξέγερση του 1981 στο Brixton και το «καλοκαίρι των χιλίων Ιουλίων» που την ακολούθησε –οι δονήσεις της γίνονταν αισθητές σε όλη τη χώρα έως τα τέλη Ιουλίου, με μια ακόμα μεγάλη κορύφωση στο Toxteth του Liverpool που επίσης προκλήθηκε από έναν ρατσιστικό επιτόπιο έλεγχο– η οποία πραγματικά μορφοποίησε τη νέα προσέγγιση πάνω στην αστυνόμευση. Οι φιλικοί πάνω στα ποδήλατα κοινοτικοί μπασκίνες του παρελθόντος αντικαταστάθηκαν από κάτι που έφερε σε μεσαιωνικό στρατό: πεζικάριοι με κράνος και ασπίδα, κρατώντας ρόπαλα για να σπάνε προλεταριακά κρανία, συν ένα ιππικό έφιππων αστυνόμων με τη δυνατότητα να κινούνται γρήγορα και να χτυπούν από ψηλά, καθώς και η πανταχού παρούσα απειλή των δακρυγόνων αερίων CS, των υδροφόρων και των πλαστικών σφαιρών εάν τα προηγούμενα δεν αποδεικνύονταν αρκετά. Αυτός ο κατασταλτικός μηχανισμός –που ήταν καινοτομία του στρατού κατοχής στη Βόρειο Ιρλανδία– εισήχθη τώρα στην κυρίως Βρετανία για να αντιμετωπίσει τον εσωτερικό εχθρό. Και θα αναπτυσσόταν πλήρως εδώ, με το ξέσπασμα των τελευταίων αρνήσεων του εργατικού κινήματος: τωνι ανθρακωρύχων της Mάχης του Orgreave το 1984 και των τυπογράφων στο Wapping το 1986-87. Την ίδια στιγμή, ο νόμος περί υπόπτων –πλέον ευρέως αναγνωρισμένος ως παράγοντας που συνεισφέρει στη δημιουργία των ταραχών– εγκαταλείπεται, σχεδόν έναν μήνα μετά το τέλος του κύματος των ταραχών, ενώ η Αναφορά Scarman, η οποία παραγγέλθηκε προς διερεύνηση των αιτιών τους, εντοπίζει σφάλματα στην αστυνόμευση των μαύρων γειτονιών και συμβάλλει σε μια γραφειοκρατική επαναδιευθέτηση της αστυνόμευσης, σύμφωνα με την οποία προέχει η διατήρηση μιας εικόνας ουδετερότητας σε σχέση με φυλετικά ζητήματα. Ενόσω τα κυρίαρχα μήντια συνέχιζαν να διεξάγουν μια κανιβαλικού τύπου συζήτηση για αυτές τις γειτονιές σαν να αποτελούσαν κοινωνικές αποχετεύσεις που έβριθαν από ανεξέλεγκτη ακοινωνική εγκληματικότητα –ένα είδος «καρδιάς του σκότους» στη μέση της πόλης– οι ίδιες παρέμειναν έδρα για ποικίλες κουλτούρες ακτιβισμού, αναμιγνύοντας μαύρο εθνικισμό, ρασταφαριανισμό και ποικίλους αριστερισμούς σε μια κουλτούρα καμπάνιας για την άμυνα της γειτονιάς.

Αυτή την εποχή, στις τοπικές κυβερνήσεις, ειδικά στο Λονδίνο, συμμετέχουν αριστεριστές οι οποίοι ξεκινούν να προωθούν διάφορες αντιρατσιστικές πολιτικές θετικών διακρίσεων, ενθαρρύνοντας ιδιαίτερα τη ροή μαύρων εργατών προς τους κρατικούς οργανισμούς. Και ως απάντηση σε αυτό, αναπτύσσεται μια νεοφιλελεύθερη παραλλαγή αντιρατσισμού, ενάντια στο χρώμα του δέρματος ως δείκτη ταυτότητας, ενάντια στον ειδικό χειρισμό ιδιαίτερων ομάδων ως τέτοιων και περισσότερο υπέρ της αντιμετώπισής τους ως ιδιώτες που μεγιστοποιούν το όφελός τους. Έτσι, είναι η κυβέρνηση Θάτσερ –η οποία κατά την εκστρατεία επανεκλογής της, και με την εθνικοφροσύνη στα ύψη μετά τον πόλεμο των Falklands–  αυτή που κομπάζει για την κατάργηση του νόμου περί υπόπτων και διατείνεται ότι αν «οι Εργατικοί λένε ότι αυτός είναι μαύρος, οι Τόρις λένε ότι είναι Βρετανός». Ο αντιρατσισμός του ενός ή του άλλου είδους γίνεται ζήτημα κρατικής πολιτικής, ανεξάρτητα πόσο προκατειλημμένοι ήταν η Θάτσερ και το συνάφι της σαν άτομα. Έπειτα, καθώς η δεκαετία του ’80 συνεχίζεται, μια γενιά μαύρων αριστεριστών ρεφορμιστών όπως η Diane Abbot –πιέζοντας για ένα περισσότερο θετικό πρόγραμμα σε σχέση με τον σπασμωδικό ακτιβισμό των ταραχοποιών– βρίσκει στηρίγματα σε ένα Εργατικό Κόμμα, το οποίο τώρα ξεκινάει να αναδιαρθρώνεται κοιτώντας πέρα από την πολιτική του εργατικού κινήματος.

Αν και η αντιρατσιστική πολιτική ήταν στην πολιτική ατζέντα της περιόδου και μολονότι κάποιες οργανωμένες πολιτικές ταυτότητες υπήρχαν στην ατμόσφαιρα μερικών από τις κοινότητες που είχαν εμπλακεί στις ταραχές, αυτό δεν σημαίνει ότι το κύμα ταραχών του 1981 ως όλο μπορεί να αναχθεί άμεσα σε ένα αίτημα των μαύρων να γίνουν «κανονικοί προλετάριοι».17 Είναι σημαντικό να θυμόμαστε, ότι οι κοινότητες των μαύρων σε αυτή την περίπτωση –όπως και το 2001– αποτέλεσαν μόνο σημεία πυροδότησης ενός κύματος ταραχών, στο οποίο ενεπλάκησαν και πολλές άλλες κοινότητες. ακόμα και οι ταραχές του Brixton δεν αφορούσαν απλά την τοπική μαύρη κοινότητα. Και ενώ η αυτοοργάνωση αυτών των  κοινοτήτων ενάντια στην αστυνομία οπωσδήποτε εκφράζει μια ορισμένη απαίτηση για διαφορετική αντιμετώπιση, πλέον ο κανόνας αφορά ευθέως τη σχέση των ίσων υποκειμένων με τον νόμο – πρόκειται, με πιο άμεσο τρόπο, για ζητήματα που αφορούν την ιδιότητα του πολίτη παρά το ταξικό ανήκειν. Ενώ, αναμφίβολα, ζητήματα περιθωριακής ενσωμάτωσης στην αγορά εργασίας συνεισέφεραν σημαντικά στην ύπαρξη εντάσεων, και ο κατασταλτικός ρόλος της αστυνομίας δεν μπορεί απολύτως να αποσπαστεί από μια ορισμένη κοινωνική προτροπή να φορεθούν τα λουριά σε τέτοια περιθωριακά στρώματα, είναι σημαντικό να αποφύγουμε εδώ την ισοπέδωση των μεσολαβήσεων – η διάκριση μεταξύ των οποίων συνιστά τον μόνο τρόπο κατανόησης τέτοιων γεγονότων. Μολονότι οπωσδήποτε υπάρχει σύνδεση –το καθολικό δικαίωμα ψήφου για τους ενήλικες ήταν ένα βασικό αίτημα του εργατικού κινήματος– δεν υπάρχει κάποιος νόμος της καπιταλιστικής κοινωνίας, ο οποίος αυτόματα να εξισώνει τον κανονικό προλετάριο με τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα του αστικού υποκειμένου. Και ενώ οι συγκεκριμένες πολιτισμικές ενσαρκώσεις της πολιτικής της φυλής,  οι οποίες συνέχιζαν να υπάρχουν στη Βρετανία των αρχών της δεκαετίας του ’80, έχουν πράγματι εξασθενήσει σήμερα, τα αιτήματα παραμένουν ίδια, καθώς οι μπάτσοι δεν σταμάτησαν να παρενοχλούν μαύρους ανθρώπους στον δρόμο, να τους χτυπούν μέχρι θανάτου στα κελιά και να προσπαθούν να σπιλώσουν το όνομά τους όταν οι συγκρούσεις βγαίνουν εκτός ελέγχου. Οι καμπάνιες σε σχέση με θανάτους στα χέρια της αστυνομίας συνεχίζουν να υφίστανται, πλέον με μια γενεαλογική ποικιλία, βάσει της οποίας οι ράστα και ένα ορισμένο υπόλειμμα ρητορικής για την «Αφρική» αφορούν πιο μεγάλες ηλικιακά ομάδες, ενώ παραδίπλα πλήρως «πολιτογραφημένες» νεότερες γενιές εκφράζουν παρόμοια αιτήματα σε μια γλώσσα διατυπωμένη περισσότερο με όρους grime ή hip-hop· με αυτόν τον τρόπο, οι άνθρωποι ενοποιούνται τουλάχιστον υπό μια αρνητική έννοια – την πεποίθηση ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας δεν είναι δίκαιη. Και σε αυτό το μίγμα, η παράταιρη επωδός περί αστυνομικής μεταχείρισης των κοινοτήτων «της εργατικής τάξης» συνεχίζει ακόμα να υπάρχει από το παρελθόν σαν δευτερεύον χαρακτηριστικό, από αυτούς που ακόμα προσπαθούν να αφυπνήσουν κάποια ευρύτερη αλληλεγγύη.

Εάν πρέπει να περιοδολογήσουμε τις αστικές ταραχές της Βρετανίας, η πιο καθαρή ρήξη δεν εντοπίζεται ανάμεσα σε κάποια θετική μαύρη ταυτότητα στις αρχές των 80s και σε μία υποτιθέμενη αρνητικότητα που επακολούθησε, αλλά ανάμεσα σε έναν περισσότερο συναινετικό τρόπο αστυνόμευσης την εποχή της μεταπολεμικής συναίνεσης –μια εποχή στην οποία ο ταξικός συμβιβασμός αποτυπωνόταν σε μια λιγότερο πολωμένη αστική γεωγραφία– και την ανάπτυξη ενός περισσότερο κατασταλτικού τρόπου αστυνόμευσης, που ήταν οργανικά πεπλεγμένος με την αυξανόμενη αποκειμενοποίηση συγκεκριμένων γειτονιών της πόλης, όταν αυτός ο συμβιβασμός άρχισε να ξηλώνεται από τη δεκαετία του ’70 και μετά. Σε αντίθεση με τις ιδιοτροπίες του σχηματισμού των πολιτικών ταυτοτήτων, εδώ υπάρχει ένα καθαρό μέτρο περιοδολόγησης: οι αντιμπατσικές ταραχές, χαρακτηριστικά παραδείγματα των οποίων συναντάμε το 1981 και το 2011, ήταν κάτι καινούργιο όταν εμφανίστηκαν τη δεκαετία του ’70 και από τότε δεν έχουν σταματήσει να υπάρχουν. Η λογική που επιβάλλει αυτές τις εξελίξεις δεν  μπορεί να αναχθεί στη φυλή, αλλά δεν αποτελεί σύμπτωση ότι οι γειτονιές των μαύρων ήταν στην πρώτη γραμμή: οποιοσδήποτε βρισκόταν έξω από το εργατικό κίνημα, αποκλεισμένος εξαιτίας ενός κορπορατιστικού λευκού εργατισμού –που βρισκόταν ήδη σε κρίση καθώς η βιομηχανία συρρικνωνόταν και η ανεργία κάλπαζε– και έκανε αίτηση εισόδου σε αυτό, δεν θα μπορούσε παρά να κολυμπήσει με τη ροή αυτής της κρίσης. Οι μαύροι εργάτες δεν θα κατέληγαν ποτέ να ενσωματωθούν στο εργατικό κίνημα με συστημικό τρόπο, αλλά οι μαύροι άνθρωποι θα μπορούσαν να ενσωματωθούν επίσημα σε εκείνη την οντότητα, την οποία έβρισκαν απέναντί τους όλο και περισσότερο καθώς το εργατικό κίνημα υποχωρούσε: το κράτος. Αυτή ήταν η πραγματική εξέλιξη της «φυλής» από τη δεκαετία του ΄80 και μετά. Αλλά παρ’ όλο που πρόκειται για σημαντικούς μετασχηματισμούς –ιδιαίτερα οι προσπάθειες θεσμοθέτησης τρόπων στήριξης της ισχύος με τη συναίνεση– μια κοινωνική λογική της φυλής τείνει να συνεχίζει να υπάρχει επιβεβαιώνοντας τον εαυτό της μέσω τέτοιων διευθετήσεων. Η δομική θέση των φτωχών γειτονιών μέσα στην οικονομία και οι συμβολικές κατασκευές σύμφωνα με τις οποίες μαύροι =  δρόμος = έγκλημα, παρέμεναν. Οι θάνατοι μαύρων στα χέρια της αστυνομίας συνεχίζονταν και γειτονιές όπως το Broadwater Farm παρέμειναν περιθωριακές «απαγορευμένες περιοχές», αρκετά έξω από τα όρια της αστυνομίας ώστε αυτές να διατηρούν κατά περιόδους μια ορισμένη εικονική αίσθηση αυτονομίας, καθιστώντας τες για παράδειγμα κατάλληλους χώρους για την τοποθέτηση πειρατικών ραδιοφωνικών κεραιών, οι οποίες έπαιξαν έναν σημαντικό ρόλο στη γρήγορη εξάπλωση των κουλτουρών της πόλης του Λονδίνου κατά τη διάρκεια της αναδιάρθρωσης. 

ΑΝΑΣΦΑΛΗΣ

Εν τω μεταξύ, μετά την ολοκληρωτική ήττα του εργατικού κινήματος και τον εκπληκτικό ρυθμό αποβιομηχάνισης που ξεπέρασε οτιδήποτε έχουμε δει αλλού, η παραδοσιακή εργατική τάξη που είχε υπάρξει κεντρικός πρωταγωνιστής της βρετανικής κοινωνίας από τη βιομηχανική επανάσταση και μετά, με τη δική της ιδιόμορφη συντεχνιακή κουλτούρα και τον δικό της συντηρητισμό, βρέθηκε να κοιτάζει την άβυσσο.18 Μέσω διάφορων κινήσεων νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού, που απευθύνονταν στην αξία της εργατικότητας της και τις φιλελεύθερες αντιλήψεις της, η τάξη αυτή προσκλήθηκε να αναδημιουργήσει τον εαυτό της ως ένα είδος ψευδομικροαστικής τάξης: ο καθένας μπορεί να γίνει ένας μικρός επιχειρηματίας, με το μικρό του απόθεμα κεφαλαίου, με το μικρό του μερίδιο σε μια ιδανική μελλοντική οικονομία. Από το τέλος της δεκαετίας του ’80, δεν ήταν μόνο το φημισμένο υπερβολικά φτηνό απόθεμα εργατικών κατοικιών, αλλά και η παρακίνηση για αγορά μετοχών στις ιδιωτικοποιημένες πρώην κρατικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, το μεγάλο άνοιγμα του City19 σε περίεργους μικροπωλητές, οι οποίοι θα έβγαζαν χρήματα με κάποια ριψοκίνδυνη κερδοσκοπία και θα κατέληγαν νεόπλουτοι λεφτάδες, πετώντας λεφτά σε καινούρια κοκτέιλ μπαρ... Εκείνοι που δεν βρίσκονταν σε θέση να κάνουν το απαραίτητο άλμα –ειδικά εκείνοι που ζούσαν στις έντονα βιομηχανικές περιοχές του βορρά– αντιμετώπισαν μακροχρόνια ανεργία, συχνά μεταμφιεσμένη ως «ανικανότητα για εργασία». Κι έμειναν έτσι: η ανεργία στο Ηνωμένο Βασίλειο επέστρεψε στα επίπεδα του τέλους της, πλήρους ταραχών και κρίσης, δεκαετίας του ’70 μόνο κατά την αλλαγή της χιλιετίας, κι από τότε διαρκώς αυξάνεται. Όσοι εργάτες στάθηκαν τυχεροί, απορροφήθηκαν από τον αναπτυσσόμενο δημόσιο τομέα που παραμένει μακράν ο μεγαλύτερος εργοδότης στη Βρετανία έως και σήμερα, ή τελικά βρήκαν τον δρόμο τους προς κάποια επισφαλή θέση εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών. Αλλά σε κάθε περίπτωση, στο εξής, το να είσαι «εργατική τάξη» ήταν είτε μια αυξανόμενα αόριστη, νοσταλγική ταυτοτική κατασκευή, προσδεμένη στον δυαδισμό Βλοσυρού Βορρά/Αλαζονικού Νότου και σε ρόδινες εικόνες ενός νεκρού κόσμου από σαπουνόπερες τύπου Coronation Street, είτε κάτι προς αποκήρυξη για χάρη ετοιμόλογων ισχυρισμών πως «είμαστε όλοι μεσαία τάξη τώρα». Ακόμη και οι γενικές επικλήσεις στη μισθωτή εργασία της μεταβιομηχανικής εποχής αποδείκνυαν ολοένα περισσότερο την αδυναμία μιας θετικής ταξικής ταυτότητας, δεδομένης της πανταχού παρούσας μισθωτής μορφής, στη βάση της οποίας αμείβονταν όλοι, από τον διευθύνοντα σύμβουλο μέχρι τον οδοκαθαριστή. Παρ’ όλο που η τάξη, φυσικά, παρέμενε ως βαθιά, δομική λογική –και ο πλούτος πολωνόταν σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό– η βρετανική εργατική τάξη αποσυντίθετο πλήρως, και η ωμή πραγματικότητα της πόλωσης μεταφραζόταν όλο και λιγότερο καθαρά σε κάποιο ευθύ κοινωνιολογικό, πολιτικοοικονομικό ή ακόμα και πολιτισμικό σχήμα.

Ο αυξημένος δομικός ρόλος της ανεργίας αυτή την περίοδο, διαμεσολαβώντας την ευρύτερη παγκόσμια τάση προς την παραγωγή ενός πλεονάζοντος πληθυσμού με την παράδοξη βρετανική συνθήκη της μεταβιομηχανικής εποχής, συνέβαλε στη γενικευμένη επισφαλειοποίηση του μισθού. Με το εργατικό κίνημα ήδη διαιρεμένο και ηττημένο, τα εργασιακά δικαιώματα σε νομικό και πολιτικό επίπεδο τώρα περιορίζονταν για χάρη της ακραίας ελαστικοποίησης. Καθώς η οικονομία κλονιζόταν από αυτές τις εξελίξεις, η επιφανειακή διάκριση ανάμεσα σε εκείνους που έπλεαν στα κύματα της επισφαλούς αγοράς εργασίας περισσότερο επιτυχημένα και σε εκείνους που το έκαναν λιγότερο επιτυχημένα κατέληγε ολοένα περισσότερο να αποκτά χαρακτήρα-κλειδί. Έτσι, ένας θεμελιωδώς σχετικοποιημένος, διφορούμενος τρόπος κοινωνικής διάκρισης υποκατέστησε την ψευδή οντολογία της συντεχνιακής ταξικής κουλτούρας. Σε αυτή την μεταβαλλόμενη κλίμακα, όλες οι θετικές θέσεις ορίζονται και δομούνται απέναντι σε έναν αρνητικό άλλο. Υπάρχει το «εμείς», και υπάρχουν κι εκείνοι που έχουν αποτύχει. που δεν προσπάθησαν αρκετά σκληρά. που είναι πιο τεμπέληδες από εμάς· που παρασιτούν σε βάρος του συλλογικού φορολογούμενου· που δεν νοιάζονται καν για τις ίδιες τους τις γειτονιές. Έτσι εμφανίστηκε μια μορφοκλασματική (fractal) λογική με την οποία λευκοί επαγγελματίες –έχοντας στραφεί στον αντιρατσισμό– θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους αποτυχημένους κάγκουρες (ίσως αυτή η σημείωση του νίκου για τους chavs να πρέπει να μπει στη σελίδα 8, όπου ο όρος αναφέρεται για πρώτη φορά, δες το αν γίνεται).20 οι φτωχοί λευκοί από τον μετανάστη-μπαμπούλα. οι μετανάστες της νότιας Ασίας από τους τεμπέληδες αφροκαραϊβικανούς. οι αφροκαραϊβικανοί από τους εγκληματίες σομαλούς, και πάει λέγοντας.

Σε αντίθεση με τις ψευδοκοινωνιολογικές ταξινομήσεις των μηντιακών στερεότυπων, οι «λιγότερο επιτυχημένοι» εδώ, ο άλλος, δεν συγκροτεί ποτέ κάποια συνεκτική «κατώτερη τάξη», προσδιορισμένη από τη σχέση της με τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας, την ανεργία κλπ. Πράγματι, αυτή την περίοδο η αντίθεση προνοιακών επιδομάτων και εργασίας υπονομεύτηκε από έναν πολλαπλασιασμό των προνοιακών επιδομάτων που δεν ήταν συνδεδεμένα με την ανεργία, όπως τα επιδόματα τέκνων, ή ήταν άμεσα προσδεμένα με την εργασία, όπως οι φορολογικές πιστώσεις. Την ίδια στιγμή, η ίδια η ανεργία επαναπροσδιορίζεται ως μια ακόμα πιο απότομη βουτιά πίσω στην αγορά εργασίας· οι πρόσφατες εξελίξεις στα προγράμματα ανταποδοτικότητας της κοινωνικής πρόνοιας, γνωστά και ως «workfare», είναι μόνο η τελευταία έκφραση αυτής της μακροπρόθεσμης λογικής. Έτσι, ενώ η μαζική ανεργία προκύπτει σαν άμεση επίπτωση της θατσερικής αναδιάρθρωσης, καθώς ολόκληρες μεγάλες βιομηχανίες διαλύονται, στη συνέχεια δίνει τη θέση της σε ένα καθεστώς ανασφάλειας όπου η δομική ανεργία τείνει να ενσωματωθεί στην κινητικότητα και η έλλειψη εργασίας εμφανίζεται ως «αναζήτηση εργασίας». Από την άλλη, η ίδια η απασχόληση έχει γίνει λιγότερο σταθερή ως κατηγορία, καθώς αυξάνονται η προσωρινή εργασία, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και πιο πρόσφατα η «σύμβαση μηδενικών ωρών», που δεν εγγυάται στους εργαζόμενους κανέναν ελάχιστο αριθμό ωρών εργασίας, και οι οποίοι πρέπει απλά να ελπίζουν για το καλύτερο από εβδομάδα σε εβδομάδα. Με αυτή την έννοια, οι συγκρίσεις των τωρινών επιπέδων απασχόλησης με εκείνα της δεκαετίας του ’70 μπορούν να είναι παραπλανητικές, αφού το νόημα της διάκρισης δουλειά/ανεργία έχει μεταβληθεί σημαντικά. Αν και τα ποσοστά ανεργίας παραμένουν υψηλά σε σχέση με τα χρόνια της μεταπολεμικής συναίνεσης, η ίδια η απασχόληση είναι ποιοτικά λιγότερο ευδιάκριτη από την ανεργία.

Για αυτούς τους λόγους, είναι σημαντικό να μην ερμηνεύουμε την τάση επισφαλειοποίησης του μισθού σαν αυτή να οδηγεί απαραίτητα στη συγκρότηση ενός ξεκάθαρα οριοθετημένου «πλεονάζοντος πληθυσμού», την ύπαρξη του οποίου θα ταυτοποιούσαμε απλουστευτικά από την έλλειψη επίσημης απασχόλησης ή από τη διαμονή σε κάποια περιθωριακή ζώνη: ο «πλεονάζων πληθυσμός» δεν κατοίκησε άμεσα στις βρετανικές φτωχές αστικές περιοχές, ούτε ήταν με οποιαδήποτε άμεση κοινωνιολογική έννοια ένας «πλεονάζων πληθυσμός» ανέργων αυτός που αναπτύσσει μια ροπή προς τις ταραχές αυτή την περίοδο. Πράγματι, η πλειοψηφία των εξεγερμένων του 2011 φαίνεται να είναι είτε φοιτητές και μαθητές είτε εργαζόμενοι. και παρ’ όλο που η ανεργία παραμένει φυσικά υψηλή στις περιθωριακές περιοχές –όπου οι ταραχές τείνουν να δημιουργούνται– και κορυφώνεται την περίοδο πριν τις ταραχές (γεγονός που την καθιστά, πιθανόν, σημαντικό παράγοντα των εξελίξεων), παραμένει σημαντικά χαμηλότερη στην υπερελαστικοποιημένη Βρετανία σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.21 Παρ’ όλο που ο γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης συνεπάγεται την παραγωγή πλεονάζοντος πληθυσμού, και αυτή είναι μια κεντρική δυναμική της εποχής μας, θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί στην ταύτιση αυτών των εξελίξεων με την εμφάνιση ενός ξεκάθαρα προσδιορισμένου «πρεκαριάτου» ως τάξη, επειδή η διάβρωση της σταθερότητας του μισθού έχει κοινωνικά γενικευμένες διαστάσεις (socially general) και δεν περιορίζεται εύκολα σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του πληθυσμού: η ανασφάλεια είναι παντού, απλώς ποικίλει σε είδος και ένταση. Η παραγωγή πλεονάζοντος πληθυσμού προκύπτει από τη βαθιά εσωτερική λογική της σχέσης κεφάλαιο. οι μορφές εμφάνισής του διαμεσολαβούνται με τόσο μεγάλη πολυπλοκότητα που είναι δύσκολο να χαρτογραφηθούν «στην επιφάνεια της κοινωνίας» και πολύ απλουστευτικό να εξισωθούν με την ανεργία ή την περιθωριοποίηση.

Αν ο «άλλος» προσδιορίζεται από μια διαφορετική κοινωνική λογική, αυτό δεν σημαίνει ότι στερείται σχέσεων. Υπό καθεστώς γενικευμένης επισφάλειας και διάβρωσης της σταθερότητας της μισθωτής μορφής ως κύριας στιγμής ενσωμάτωσης στην κοινωνική αναπαραγωγή, εκείνοι που πλέουν σε αυτά τα ταραγμένα νερά με λιγότερη επιτυχία καταλήγουν να ενσαρκώνουν την ανασφάλεια ολόκληρου του κοινωνικού καθεστώτος. Η ασφάλεια του οποιουδήποτε άλλου βασίζεται στη συνεχή επανάληψη κοινωνικών διακρίσεων, η οποία εξοβελίζει και στιγματίζει τους λιγότερο επιτυχημένους. Η κατάσταση ανασφάλειας, ως στήριγμα του κοινωνικού όλου, απαιτεί διαχείριση, περιορισμό σε πυκνές περιοχές· πρόκειται για την αέναη διαδικασία δημιουργίας μιας ασφαλούς κοινωνίας για το κεφάλαιο. Κατά μήκος μιας μεταβλητής αλλά συγκροτητικής περιμέτρου, η Αστυνομία καθιερώνεται ως υποκατάστατο ενσωμάτωσης, ορίζοντας την ασφάλεια όλων όσων βρίσκονται εντός απέναντι στην ανασφάλεια εκείνων που βρίσκονται εκτός· χτίζοντας τη συναίνεση των πρώτων με τη βία απέναντι στους δεύτερους. Η κοινωνική λογική που εμφανίζεται εδώ είναι αυτό που αποκαλούμε «αποκειμενοποίηση».22 Στη βάση αυτής της λογικής, εκείνοι που έχουν αποβληθεί ή αποκειμενοποιηθεί δεν έχουν κυριολεκτικά εξωτερικοποιηθεί, αλλά μάλλον παραμένουν σε μια εσωτερική, αμοιβαία συστατική σχέση με εκείνο που τους αποκειμενοποιεί. Το αναδιαρθρωμένο καπιταλιστικό κράτος είναι χτισμένο πάνω στα αποκείμενά του, και δεν μπορεί ποτέ να τα αποβάλλει πλήρως, επειδή η λογική της αποκειμενοποίησης αποτελεί αναπόσπαστη όψη του γενικού καθεστώτος εργασιακής ανασφάλειας. Στη θέση της ρύθμισης της κοινωνικής αναπαραγωγής μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων γύρω από την μισθωτή σχέση, και καθώς διαρρηγνύεται η αμοιβαία ενσωμάτωση κεφαλαίου και εργασίας, η κοινωνική τάξη διατηρείται όλο και περισσότερο με την εξαναγκασμένη υποταγή της κοινωνίας στην κυριαρχία του κεφαλαίου, με τη μορφή ενός υπερτροφικού κατασταλτικού μηχανισμού που συνεχώς εφαρμόζεται σε εκείνους που αποτυγχάνουν. Παρ’ όλο που σε ένα πολύ γενικό επίπεδο τέτοιες διακρίσεις στιγματισμού έχουν μια μακρά κι επίμονη ιστορία –καθώς ακόμα και το σχέδιο Beveridge για το κράτος πρόνοιας ήταν σχεδιασμένο να αποκλείει ένα σύνολο ανάξιων υποπρολετάριων– δεν πρόκειται για επιστροφή στη βικτωριανή διάκριση αυτών που τους αξίζει ή δεν τους αξίζει να είναι φτωχοί, όπως συχνά εμφανίζεται σε επίπεδο ρητορείας. Εκείνο που η Beatrice Webb αποκάλεσε το 1886 «δύναμη δημιουργίας απόκληρων» ήταν το ξεγλίστρημα των άτακτων από την αυστηρότητα της αναπτυσσόμενης παραγωγικής βιομηχανίας, και η διαφυγή τους προς τις ακόλαστες δεξαμενές της παράτυπης απασχόλησης στις παραγκουπόλεις του ανατολικού Λονδίνου εκείνης της εποχής.23 Αυτός ο κόσμος, φυσικά, έχει παρέλθει προ πολλού. Οι πρεκάριοι και οι παράτυποι δεν προσιδιάζουν πλέον σε κάποιο απομεινάρι της αναπτυσσόμενης βιομηχανικής εργατικής τάξης· καθώς αυτή η τάξη φθίνει, έχουν τη τάση να αποκτούν καθολικό χαρακτήρα. Η σύγχρονη λογική της αποκειμενοποίησης –η νέα δύναμη δημιουργίας απόκληρων– είναι ακατανόητη χωρίς την ευρύτερη αναδιάρθρωση της σχέσης κεφάλαιο από τη δεκαετία του ’70 και μετά.

Η περιθωριακή αστική γειτονιά αυτής της περιόδου συμβολίζει υποδειγματικά την εμφάνιση αυτής της δύναμης δημιουργίας απόκληρων, κι ο μαύρος μετανάστης αποτελεί το πρώτο υπόδειγμα υποκειμένου – αυτό που παραπάνω αποκαλέσαμε «πρωταρχικό αποκείμενο» της αναδιαρθρωμένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Αλλά αυτή η λογική δεν περιορίζεται απλώς σε μια διάκριση «φυλής». Τις τελευταίες τρεισήμισι δεκαετίες, το αστικό αποκείμενο έχει μεταλλαχθεί ώστε να περικλείει ένα ευρύτερο φάσμα από φιγούρες, ενώ διατηρεί έναν ομφάλιο λώρο με τις μεταναστευτικές κοινότητες της δεκαετίας του ’70. Έτσι έχουμε τον «κάγκουρα», μια ιδιόμορφη μετάφραση του νέου «υπολείμματος»: ό,τι απέμεινε από τη λευκή εργατική τάξη ύστερα από τη θατσερική της ρευστοποίηση, σαν η τάξη να είχε μετατραπεί σε φυλή.24 Τα άγρια μητροπολιτικά υποκείμενα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και των αρχών του ’80, δεν υπήρξαν ποτέ μια πραγματικά μονοεθνική ομάδα· ακόμη και τότε, η έννοια της «φυλής» προέκυπτε λιγότερο από κάποιο ονομαστικό βιολογικό χαρακτηριστικό και περισσότερο από το ίδιο το αστικό περιβάλλον ως χώρο κινδύνου και εγκληματικότητας, που απαιτούσε σκληρότερο νόμο και τάξη. Και υπήρχαν πολλοί λευκοί στο Notting Hill, το St. Paul και το Brixton που ήθελαν να εξεγερθούν. Αλλά με τον καιρό, οι σημασίες του αστικού αποκειμένου μετατοπίστηκαν: ο μαύρος οργανωμένος αγωνιστής αποσύρθηκε ως φιγούρα φόβου, αλλά ο ορφανός από πατέρα μικροεγκληματίας παραμένει, δίπλα στη σκανδαλωδώς γόνιμη μητέρα. Στο σύνολο έχει προστεθεί και η τύπου Eden Lake25 εικόνα του έφηβου κάγκουρα με κουκούλα, που κοπροσκυλιάζει κόβοντας βόλτες με έναν επιθετικό μικρό σκύλο, και η διευρυμένη οικογένεια, της οποίας οι διαδοχικές γενιές τρέφονται αρπάζοντας κρατικά επιδόματα. Με βάση την κοινωνική λογική της αποκειμενοποίησης, όσοι δεν τα πάνε καλά με το καθεστώς γενικευμένης ανασφάλειας τείνουν να κατασκευάζονται ως η μία ή άλλη στιγματισμένη φιγούρα, ειδικά όπου η περιθωριοποίησή τους διαμεσολαβείται από μια συγκεκριμένη χωρική διευθέτηση προσδένοντάς τους σε ένα κακόφημο σημείο της αστικής γεωγραφίας. Κι ως τέτοιοι έρχονται ευθέως πρόσωπο με πρόσωπο με την πιο τιμωρητική πλευρά του κράτους, άξιοι καχυποψίας λόγω των ρούχων τους, του τόπου κατοικίας τους, του φαινομενικά άσκοπου χαζολογήματός τους σε δημόσιους χώρους...

Ενώ οι θάνατοι υπό καθεστώς προσωρινής αστυνομικής κράτησης έχουν μια ιδιαίτερα φυλετικοποιημένη διάσταση, η εκτεταμένη αστυνομική παρενόχληση των φτωχών βιώνεται φυσικά ευρύτερα. Η ανολοκλήρωτη ενσωμάτωση των μαύρων στο βρετανικό κράτος από τη δεκαετία του ’80 και η επαναδιευθέτηση της αστυνόμευσης γύρω έναν άξονα ισχυρότερης γραφειοκρατικής ουδετερότητας, συνέβαλαν στην αποκέντρωση της φυλής ως έναυσμα για κοινωνική αναταραχή μεγάλης κλίμακας. Περισσότερη σημασία ίσως, είχαν η κατάργηση του νόμου περί υπόπτων και παράλληλα η τοποθέτηση των επιτόπιων ελέγχων σε δεύτερο πλάνο από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, που διέβρωσαν μια από τις κυριότερες βάσεις του συνήθους αντιμπατσικού αισθήματος· πιθανώς ερμηνεύοντας εν μέρει τους λόγους, για τους οποίους οι αντιμπατσικές ταραχές που ακολούθησαν τις συνήθεις δολοφονίες μαύρων το 1991 και 1995 δεν εξελίχθηκαν σε πυρκαγιές μεγάλης έκτασης όπως το 1981 ή το 1985. Αλλά με την ορμητική είσοδο της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας τη δεκαετία του ’00, έχουμε γίνει μάρτυρες της γενικευμένης επιστροφής της αστυνόμευσης τύπου «νόμου περί υπόπτων», αυτή τη φορά με την ανάγκη ύπαρξης της «εύλογης υποψίας» να έχει εγκαταλειφθεί τελείως.26 Για άλλη μια φορά, οι κάτοικοι των φτωχών αστικών γειτονιών υποβάλλονται σε αυξανόμενα επίπεδα επιτόπιων ελέγχων, οι οποίοι καλύπτονται από μια νομοθεσία που φαινομενικά προορίζεται για κάτι τελείως διαφορετικό. Μολονότι, σε αυτό το πλαίσιο, οι μουσουλμάνοι καταλήγουν να ταυτίζονται με την κύρια φιγούρα φυλετικοποιημένου υπόπτου27 –μαζί με τον μετανάστη, ανεξαρτήτως φυλής– η αντιτρομοκρατική νομοθεσία έχει χρησιμοποιηθεί για τη δίωξη μαύρων, κάγκουρων, ταξιδιωτών, ακτιβιστών κλπ. Άλλες νομοθετικές διατάξεις επίσης, όπως η εισαγωγή του Διατάγματος περί Αντικοινωνικής Συμπεριφοράς έχουν συμβάλλει στην εγκληματοποίηση του προλεταριάτου της πόλης (που συνήθως ταυτοποιείται με πιο ανήσυχες νεαρές ενσαρκώσεις του).

Φυσικά, η δράση της κοινωνικής λογικής δεν είναι ποτέ απλά μονομερής. Το κράτος δεν αποφασίζει απλώς να τιμωρήσει τους φτωχούς, αλλά μάλλον εξελίσσει τις τακτικές του σε οργανική σχέση με τις πρακτικές των εν λόγω κοινοτήτων, καθώς και με ευρύτερες κοινωνικές δυναμικές. Χωρίς αμφιβολία, ορισμένες μορφές εγκληματικότητας και δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τη μαύρη αγορά εκδηλώνονται περισσότερο σε αυτές τις περιοχές, καθώς ελαττώνονται οι προοπτικές της παλιάς, τακτικής ένταξης στην αγορά εργασίας και στην ευρύτερη κοινωνία. Αλλά η σχέση γίνεται φορέας μιας ευδιάκριτης ασυμμετρίας, καθώς για την αστυνομία δεν διακυβεύονται μόνο άμεσα ζητήματα νόμου και τάξης σε σχέση με συγκεκριμένες γειτονιές, αλλά και η ίδια της η νομιμοποίηση για το κεφάλαιο, το κράτος, και την κοινωνία συνολικά, η οποία εξωθείται σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα παρανοϊκής προκατάληψης από τα μήντια, που ξέρουν πολύ καλά πως να πουλάνε παραμύθια. Πράγματι, όπως η καταμέτρηση των νεκρών του Βιετνάμ, έτσι και η αύξηση των επιτόπιων ελέγχων τα τελευταία χρόνια οφείλεται στον γραφειοκρατικό τρόπο με τον οποίο καθορίζονται τα ποσοστά, βάσει των οποίων μετριέται ο συγκεκριμένος αριθμός των ελέγχων που αναμένεται να διεξάγει ένας αστυνομικός σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. υποτίθεται, όμως, ότι ταυτόχρονα θα πρέπει να δείχνει οι έλεγχοι δεν διεξάγονται στη βάση οποιουδήποτε φυλετικού προφίλ – κάτι το οποίο φυσικά δεν παίζει κανέναν ρόλο, αν η εν λόγω περιοχή κατοικείται κυρίως από μαύρους.

Παρ’ όλα αυτά, καθώς η Βρετανία έκανε κουπί στα ρηχά νερά της «οικονομικής ανάπτυξης επί Κλίντον» και πέρα από αυτή, αυτά τα όπλα παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αχρησιμοποίητα, και ο τόπος εμφάνισης ταραχών μικρής κλίμακας μετατοπίστηκε προς τις μουσουλμανικές κοινότητες, ενόσω το αποκείμενο ανακατανεμείτο εν μέρει την περίοδο μετά την 11/9. Για μικρό χρονικό διάστημα, οι επενδυτικές φούσκες, ένας συνεχώς διευρυνόμενος τομέας ανώτατης εκπαίδευσης, η αύρα των νέων τεχνολογιών και οι «cool Britannia»28 μαλακίες, πρόβαλλαν ένα αισιόδοξο μέλλον, στο οποίο όλοι μπορούν να ελπίζουν ότι θα παίξουν ρόλο, ανεξαρτήτως του πόσο επιβαρυμένοι είναι από τα χρέη και την υποβάθμιση. Καθώς οι συστηματικές αυξήσεις του μισθού, που προέρχονταν από την περίοδο της μεταπολεμικής συναίνεσης, έγιναν παρελθόν και ο πλούτος συνέχισε να πολώνεται, αχτίδες ελπίδας ήρθαν από αλλού. Ο εκπαιδευτικός τομέας –ο οποίος είχε ήδη αναπτυχθεί δραματικά στα μέσα του 20οu αιώνα για να μπορέσουν να καλυφθούν οι αυξανόμενες απαιτήσεις σε υπαλλήλους γραφείου, τις οποίες δημιουργούσε το μετασχηματισμένο οικονομικό περιβάλλον της περιόδου– συνέχισε να διευρύνεται, ενώ οι πραγματικές οικονομικές ευκαιρίες λιγόστευαν. Στη θέση των σταθερών, ψευδοσυντεχνιακών δεξιοτήτων του παλιού εργατικού κινήματος, η αγορά εργασίας του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού θα βασιζόταν στην αξιοκρατία, η οποία ήταν απλώς ζήτημα επίδειξης της προσωπικής αξίας του καθενός. Όλοι φιλοδοξούσαν να γίνουν, αν όχι πλουσιότεροι από τους γονείς τους, τότε τουλάχιστον περισσότερο μορφωμένοι. Η λάμψη των επαγγελματικών προσόντων θα έδινε την αίσθηση της ταξικής ανέλιξης, και θα έσπαγε περαιτέρω τη ραχοκοκαλιά εκείνης της παλιάς απείθαρχης προλεταριακής επιθετικότητας, η οποία υπαγόρευε πως ο καθένας πρέπει να μένει στη θέση που του αρμόζει. αυτά τα φανταχτερά λόγια δεν είναι για μένα. αυτές οι κομψές κουβέντες και η τεμπελιά (poncing) δεν είναι τίποτα μπροστά στα ροζιασμένα, τίμια χέρια μου. Το ανανεωμένο Εργατικό Κόμμα (New Labour)29 υιοθέτησε την παροχή κινήτρων εισόδου στην ανώτερη εκπαίδευση προς τους μισούς από όσους εγκατέλειπαν το σχολείο, ενώ ξεκίνησε να καταργεί τις επιχορηγήσεις προς τους φοιτητές. Ακόμη κι εκείνοι οι νεαροί προλετάριοι που δεν θα κατάφερναν να μπουν στο πανεπιστήμιο, έτειναν προς κάποιου άλλου τύπου μεταγυμνασιακή εκπαίδευση, συχνά παίρνοντας επιδόματα, με την ελπίδα της εξασφάλισης μιας σταθερής, καλοπληρωμένης δουλειάς και φιλοδοξώντας εν τέλει να επενδύσουν στη διαρκώς διογκούμενη φούσκα ακινήτων.

Όλα αυτά εξαφανίστηκαν μετά την κρίση του 2008. Έχοντας σωθεί από το σπάσιμο ύστερα από την προσπάθεια του ενός ή του άλλου κράτους, η στεγαστική φούσκα αιωρήθηκε παγωμένη στον αέρα, χωρίς πια να παρουσιάζεται ως υποκατάστατο των συνταξιοδοτικών πόρων των ταμείων, καταψύχοντας όμως παρ’ όλα αυτά τους περισσότερους εναπομείναντες φιλόδοξους που ήθελαν να επενδύσουν. Το πλήρες κραχ αποσοβήθηκε, μόνο για να αντικατασταθεί από έναν διαρκή, αργό αποπληθωρισμό. Το δίδυμο πληθωρισμός πτυχίων – αποπληθωρισμός μισθών γρήγορα εμφανίστηκε ως αυτό που ήταν, με τα δίδακτρα να αυξάνονται και τις προοπτικές απασχόλησης να συνεχίζουν να εξαφανίζονται. Και καθώς ο διπλασιασμός της ανεργίας, σχεδόν εν μία νυκτί, και η ορμητική εμφάνιση των μέτρων λιτότητας θα είχαν άμεση επίδραση στο βιοτικό επίπεδο, οι «απόκληροι της πόλης» αφέθηκαν με λίγες προοπτικές, αλλά περισσότερη τιμωρία για την ίδια τους τη δυσχέρεια, καθώς η αστυνομία προσπάθησε να διατηρήσει κλειστό το καπάκι μιας κοινωνίας που έβραζε από την ένταση. Ο γενικός ορίζοντας της εξαθλίωσης και του φθίνοντος μέλλοντος, εντός του οποίου όλα αυτά λαμβάνουν χώρα, είναι αυτός των μορφοκλασματικών διαφοροποιήσεων, από τις οποίες απουσιάζει η ευρύτερη αλληλεγγύη – ο καθένας κολυμπάει προς τη δική του μικρή σωστική λέμβο, κλωτσώντας μακριά όλες τις άλλες. Διακριτές αλλά καθοδικά συγκλίνουσες τροχιές, μερικές φορές ικανές να ενοποιούνται αρνητικά σε μια φευγαλέα κίνηση οργής καθώς κατέρχονται, μόνο για να διασκορπιστούν ξανά, η κάθε μια στη δική της ατομικότητα. Παρά την αρνητικότητα και την αποσύνθεση, αυτά ήταν τα χρόνια που η άμπωτη, μετά από πολύ καιρό, γύρισε σε πλημμυρίδα.

ΣΤΡΟΦΗ

Μολονότι η μακροπρόθεσμη λογική της αποκειμενοποίησης μας βοηθάει να αναγνωρίσουμε τα συνήθη εναύσματα των σύγχρονων αστικών ταραχών στη Βρετανία, επικεντρωμένα καθώς είναι στην αστυνομία, τους επιτόπιους ελέγχους και τη φυλετική τους κλίση, δεν μπορεί να εξηγήσει την ιδιαιτερότητα του εξεγερσιακού κύματος του 2011 στο σύνολό του. Το αντιμπατσικό έναυσμα είναι απλώς αυτό που είναι: πέρα από αυτό, το κύμα εκβάλλει σε μια πολλαπλότητα γεγονότων και φορέων υπερβολικά μεγάλων σε μέγεθος και ποικιλία για να μπορούν να ταυτοποιηθούν με τους ίδιους όρους. Σε αυτό το σημείο το αντικείμενό μας μετασχηματίζεται σε εθνικό φαινόμενο, αναφλέγοντας ένα μεγάλο μέρος της μητροπολιτικής Αγγλίας και προκαλώντας σπασμούς στα κυριότερα όργανα του καπιταλιστικού κράτους. Χρειάζεται τότε να θέσουμε το ερώτημα γιατί μια τυπική αντιμπατσική εξέγερση προκάλεσε μια τέτοιας έκτασης πυρκαγιά εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή κι όχι κάποια άλλη. Δεν μπορεί να υπάρξει μεγάλη αμφιβολία πως η γενική απάντηση σε αυτό το ερώτημα αφορά τις αλληλουχίες αγώνων την περίοδο της κρίσης, και πως οι ταραχές του 2011 πρέπει τελικά να ειδωθούν ως στιγμή της ευρύτερης παγκόσμιας αναταραχής που συμπυκνώνεται ημερολογιακά εκείνη την χρονιά – αναταραχή, στην οποία η μορφή της εξέγερσης δεν έπαιξε αμελητέο ρόλο. Αλλά, ενώ η οικονομική κρίση αποτελεί φυσικά το γενικό ενοποιητικό πλαίσιο όλων αυτών των αγώνων, είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε με ακρίβεια οποιαδήποτε άμεση συνάφεια ανάμεσα στις ταραχές στην Αγγλία το 2011 και άλλους αγώνες σε παγκόσμιο επίπεδο. Εκείνο που είναι ξεκάθαρο πως δεν αποτελεί σύμπτωση αφορά το γεγονός ότι η ταχεία μετάδοση αυτού του κύματος ταραχών έλαβε χώρα σε μια επικράτεια, στην οποία το θερμόμετρο ήταν ήδη ανεβασμένο εξαιτίας ανοιχτών αγώνων που είχαν οικοδομηθεί χρόνο με τον χρόνο μέσα στην κοινωνική κρίση. Αυτοί οι αγώνες ήρθαν στην επιφάνεια τη διετία 2010-11 μόνο για να αισθανθούν την ίδια τους την αδυναμία μπροστά σε ένα κράτος που δεν θα ανεχόταν καμιά διεκδίκηση· ο πολλαπλασιασμός, όμως, των ταραχών στις φοιτητικές και συνδικαλιστικές διαδηλώσεις εκείνης της περιόδου, και η συμμετοχή σε αυτές περισσότερων νεαρών προλετάριων –γεγονός που μεταβάλλει τη σύνθεσή τους– μετασχηματίζουν τον ορίζοντα του εφικτού, καθιερώνοντας ως άμεσο προηγούμενο νέους τρόπους βίαιης έξαψης και αμφισβήτησης. Αν βολεύει να μετράμε πόσο εύφλεκτο είναι το κοινωνικό υλικό σε σχέση με τον βαθμό ενοποίησης των κοινοτήτων των φτωχών συνοικιών μπροστά στην αστυνομία, τότε η παρατεταμένη θερμότητα της περιόδου και η εύθραυστη ξηρότητα του ευρύτερο πεδίου δημιουργούν τις προϋποθέσεις ώστε όλη η Αγγλία να γίνει Τότεναμ.

Οι πρώτες σπίθες συσσωρευμένης αναταραχής ήρθαν με μια διασπορά απεργιών και καταλήψεων ανάμεσα στον Ιανουάριο και Νοέμβριο του 2009. Στο διυλιστήριο Lindsey Oil έγιναν άγριες απεργίες που εμφανίστηκαν ως επιστροφή σε μια προηγούμενη περίοδο της βρετανικής ταξικής πάλης, όταν οι εργάτες κατέλαβαν το εργοτάξιο ως απάντηση στη νέα εργολαβική εταιρεία IREM, η οποία έδινε ένα μεγάλο ποσοστό των νέων της συμβολαίων σε Ιταλούς και Πορτογάλους εργάτες. Αυτές οι απεργίες οδήγησαν ραγδαία σε πανεθνικές δράσεις αλληλεγγύης –παράνομες στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με την Πράξη Απασχόλησης του 1990–  σε άλλα διυλιστήρια, και ύστερα σε εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρισμού. Παρ’ όλο που δημιουργήθηκαν νέες θέσεις εργασίας προς ικανοποίηση των αιτημάτων για ισότιμη (50/50) κατανομή της εργασίας, οι εργολάβοι ξαφνικά απέλυσαν τους μισούς εργαζομένους τον Ιούνιο, προκαλώντας ένα δεύτερο κύμα απεργιών. Τον Μάρτιο, η εταιρεία Ford Visteon κήρυξε πτώχευση, με αποτέλεσμα το κλείσιμο τριών εκ των εργοστασίων της. Περίπου 610 εργάτες απολύθηκαν χωρίς καμιά εγγύηση αποζημίωσης ή συνταξιοδότησης. Η κατάληψη επτά εβδομάδων στο εργοστάσιο του Μπέλφαστ στηρίχθηκε πολύ από την τοπική κοινότητα της περιοχής, όπου διέμεναν οι εργάτες. Οι εργάτες στο Basildon κατέστρεψαν το εργοτάξιο –στο οποίο δεν υπήρχαν μηχανήματα μεγάλης αξίας– και μετά προέβησαν σε 24ωρη πικετοφορία. Εργάτες της Visteon επίσης κατέλαβαν ένα εργοτάξιο στο Enfield για εννιά ημέρες. Και το δίμηνο Οκτώβριος-Νοέμβριος, ξέσπασε απεργία στα Βρετανικά Ταχυδρομεία σχετικά με τον «εκσυγχρονισμό» της ταχυδρομικής εργασίας. Αυτές οι δράσεις ήταν μικρές, ειδικού ενδιαφέροντος και πολύ περιορισμένες, αλλά καθώς έλαβαν χώρα στο ξεκίνημα μιας μεγάλης κρίσης, και σε αντιπαράθεση με ένα στείρο ιστορικό σκηνικό, εμφανίστηκαν ως τα πρώτα μουρμουρητά της επερχόμενης περιόδου αμφισβήτησης. Ωστόσο, αποδείχτηκαν ατυπικές σε σχέση με το κύμα που προέκυψε, εντός του οποίου οι άμεσοι εργατικοί αγώνες ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, περιθωριακοί: στην ιδιαίτερου χαρακτήρα βρετανική μεταβιομηχανική οικονομία, ακόμα και το πρόβλημα του πώς οι αγώνες θα διαρρήξουν το «γυάλινο φράγμα» και θα διεισδύσουν στην παραγωγή, σπάνια βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.

Εν τω μεταξύ, στο βάθος, τοπικοί και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητοι φοιτητικοί αγώνες κόχλαζαν. Σε μερικά πανεπιστήμια, λεπτομερή σχέδια αναδιάρθρωσης είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται σε σταθερή βάση πριν την επίδραση της κρίσης, συχνά με τη βοήθεια εξωτερικών «πληρωμένων δολοφόνων» που έπεφταν εξ ουρανού, προέβαιναν ταχέως σε δραστικές περικοπές και υπηρεσιακές ανακατατάξεις, πριν αποχωρήσουν γρήγορα. Πλευρές των ιδιωτικοποιήσεων, του εκσυγχρονισμού και των αναθέσεων σε υπεργολάβους, τα οποία επιταχύνθηκαν με την κρίση, φυσικά είχαν ήδη προχωρήσει με γρήγορους ρυθμούς τα προηγούμενα χρόνια. Αλλά ενώ η γενίκευση αυτών των συνθηκών προκαλεί μόνο κυματάκια τοπικών διαμαρτυριών ανάμεσα στο 2007 και τις αρχές του 2009, μόνο οι επιθέσεις του Ισραήλ στη Γάζα δημιουργούν ένα εθνικό κύμα φοιτητικών καταλήψεων, έως αυτό το χρονικό σημείο. Αυτές οι καταλήψεις αποτέλεσαν τους άμεσους προδρόμους των αντίστοιχων ενάντια στις περικοπές, οι οποίες θα ακολουθούσαν, αν και μεταξύ τους δεν υπήρχε κάποια στενή σχέση. Φοιτητικές ομάδες ενάντια στις περικοπές δημιουργήθηκαν κυρίως στο δεύτερο μισό του 2009, όταν, από στατιστικές του Υπουργείου Οικονομικών, αποκαλύφθηκαν περικοπές ύψους 100 εκατομμυρίων στερλίνων στην εκπαίδευση, οι οποίες ήταν  προγραμματισμένες να εφαρμοστούν από την επόμενη χρονιά – οι πρώτες τέτοιες από τη δεκαετία του ’80. Οι φοιτητές απάντησαν με αντι-αιτήματα, τα οποία ήταν τόσο αδύνατα όσο και προβλέψιμα, η απλή άρνηση της ίδιας της εξαγγελίας τους: καμία απόλυση, καμία αύξηση των διδάκτρων, καμία περικοπή στις χρηματοδοτήσεις, μειώσεις στους μισθούς των διευθυντικών στελεχών, διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας.30 Παρ’ όλο που η διατύπωση τέτοιων αιτημάτων δεν  συντονιζόταν αρμονικά με τις τρέχουσες συνθήκες, το χάσμα που άνοιξε αυτή η νοητική δυσαρμονία επέτρεψε στη θεωρητική ανάλυση να ξεκινήσει να αναπτύσσεται μέσω μιας ποικιλίας διαδηλώσεων, καταλήψεων, δράσεων, ομάδων συζήτησης και συλλογικών κειμένων. Δεν επρόκειτο απλά για ένα χάσμα ανάμεσα σε κάποιου είδους «καπιταλιστικό ρεαλισμό» και στο τι αποκλείει αυτός ο ρεαλισμός, αλλά ανάμεσα στην ικανότητά μας να αναθεωρήσουμε προς τα κάτω τις μεγάλες προσδοκίες μας και στην ταχύτητα με την οποία αυτές οι προοπτικές πράγματι εξαφανίζονταν: πρόκειται για τη συστημική λογική, με την οποία και το «σταματήστε τις περικοπές» και το «απόφοιτοι χωρίς μέλλον» τίθενται στην ίδια ημερήσια διάταξη. Αυτοί οι πρώιμοι τοπικοί φοιτητικοί αγώνες ποτέ δεν ξεκίνησαν από μια τελείως θετική, σταθερή ή ομογενή ταυτότητα ή πρόγραμμα. Καθώς άρθρωναν τις ανήμπορες εκκλήσεις ενάντια στη λιτότητα και τυλίγονταν στα συνηθισμένα συνθήματα της δεκαετία του ’60, υιοθέτησαν μιμητικές συμπεριφορές που αναπτύχθηκαν αρχικά από τα φοιτητικά κινήματα στην Αυστρία και τη Γερμανία, τη Νέα Υόρκη και την Καλιφόρνια: «Μη Διεκδικείς Τίποτα, Κατέλαβε τα Πάντα» και «Κανένα Μέλλον».

ΔΟΝΤΙΑ

Μια μετατόπιση έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο όταν το Εργατικό Κόμμα έδωσε μια «χριστουγεννιάτικη κλωτσιά στα δόντια» ανακοινώνοντας περαιτέρω περικοπές ύψους 135 εκατομμυρίων στερλίνων, αυτή τη φορά συγκεκριμένα για τα πανεπιστήμια, και επιπρόσθετες γενικές περικοπές «εξοικονόμησης πόρων» ύψους 600 εκατομμυρίων στερλίνων σε σχέση με την προκαταρτική έκθεση του προϋπολογισμού, που είχε δημοσιευτεί νωρίτερα εκείνον τον μήνα. Η εορταστική μέθη των ημερών προσωρινά άμβλυνε τα αντανακλαστικά ενάντια στις πρώτες εδώ και δεκαετίες περικοπές των δημοσίων δαπανών ανά φοιτητή, με πραγματικούς όρους. Όμως, σύντομα, αυτοί οι τοπικοί αγώνες εντάθηκαν εντός των ορίων τους, και άρχισαν να αναπτύσσονται ad hoc συνδέσεις αλληλεγγύης με πανεπιστήμια. Εντούτοις, καθώς μεμονωμένα τμήματα κάθε πανεπιστήμιου αφήνονταν να δεσμευτούν δημιουργικά και να εξομαλύνουν τις περικοπές του προϋπολογισμού με βάση τις δικές τους ανάγκες, οι φοιτητές παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό παγιδευμένοι σε τοπικούς και μερικούς αγώνες ενάντια στις απολύσεις, τις περικοπές χρηματοδοτήσεων, την κατάργηση υπηρεσιών και την κατακρεούργηση των μη επικερδών τμημάτων των Ανθρωπιστικών Επιστημών. Ένα-ένα, τα πανεπιστήμια όλης της χώρας πλήττονταν από τις περικοπές, με αποτέλεσμα τον αυθόρμητο πολλαπλασιασμό των δράσεων: κινήσεις αλληλεγγύης, ημέρες κοινής δράσης, φεστιβάλ, πάρτυ και συναντήσεις. Έως την άνοιξη του 2010 είχε εμφανιστεί ένα κύμα καταλήψεων, με πιο γνωστή αυτή του Middlesex, το οποίου το κλίνον προς τα αριστερά τμήμα φιλοσοφίας –ένα από τα λίγα στο Ηνωμένο Βασίλειο–  απειλήθηκε με κλείσιμο. Εξαιτίας των καταλήψεων περισσότεροι φοιτητές κυκλοφόρησαν στους πανεπιστημιακούς χώρους, αλλά μαζί με τις καταλήψεις ήρθε και η καταστροφή ιδιοκτησίας και μεγαλύτερα επίπεδα καταστολής. Όταν πενήντα φοιτητές κατέλαβαν την πρυτανεία του πανεπιστημίου στο Σάσσεξ, οι έξι αποβλήθηκαν για καταπάτηση και «ομηρία προσωπικού», ενώ η ίδια η κίνηση διαμαρτυρίας έληξε με τα ΜΑΤ να καταστέλλουν τους φοιτητές σε πανεπιστημιακό έδαφος, την ώρα που ένας καλοντυμένος αντιπρύτανης επέβλεπε την επιχείρηση από την πλαγιά ενός διπλανού λόφου.

Οι βουλευτικές εκλογές τον Μάιο του 2010 αποτέλεσαν ένα σημαντικό σημείο καμπής. Χωρίς κάποιο πολιτικό κόμμα να καταφέρνει να κερδίσει την αυτοδυναμία, ο Γκόρντον Μπράουν –ο οποίος, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Υπουργείο Οικονομικών, είχε ισχυριστεί ότι είχε «θέσει ένα τέλος στον κύκλο ραγδαίας ανάπτυξης και απότομης ύφεσης»–  παραιτήθηκε, και το Ηνωμένο Βασίλειο απέκτησε μια κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ Τόρις και Φιλελευθέρων Δημοκρατών, την πρώτη πραγματική συγκυβέρνηση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί φοιτητές είχαν ψηφίσει τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες του Νικ Κλεγκ, βασισμένοι στην προεκλογική τους υπόσχεση περί μη αύξησης των διδάκτρων, την οποία εκείνοι ανακάλεσαν σχεδόν αμέσως. Η ηγεσία των Τόρις, εν μέσω μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης, άρχιζε τις συγκρίσεις με την εποχή της Θάτσερ. σε συνδυασμό με τον «ψευτράκο» βοηθό τους, αυτή η κατάσταση προκάλεσε αισθήματα αυξημένης περιφρόνησης εντός του εκκολαπτόμενου φοιτητικού κινήματος. Η νέα συγκυβέρνηση σύντομα δημοσιοποίησε την Επισκόπηση Δαπανών της, καθορίζοντας το ύψος των προϋπολογισμών κάθε τομέα της κυβέρνησης έως το 2014-15, με τον δεδηλωμένο στόχο της εξάλειψης του διαρθρωτικού ελλείματος του προϋπολογισμού μέσω δραστικών περικοπών, σε βάθος ενός πενταετούς κυλιόμενου πλάνου. Το κενό στη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης θα καλυπτόταν από μια μεγάλη αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος: η Έκθεση Browne, που δημοσιοποιήθηκε την ίδια περίοδο, πρότεινε την άρση του ορίου των διδάκτρων, τα οποία οι προπτυχιακοί φοιτητές θα πλήρωναν με τη βοήθεια ενυπόθηκων δανείων.

Τα μαστίγια των απόφοιτων του Ήτον, που πλέον ήταν μέλη του υπουργικού συμβουλίου, δεν περιορίστηκαν όμως σε αυτή την εύκολα απομονώσιμη βαθμίδα. Το κράτος –σαν να καλωσόριζε την ευρύτερη σύγκρουση, η οποία δεν θα μπορούσε παρά να απειλεί ότι θα επακολουθήσει– επιτέθηκε ταυτόχρονα σε πολλά άλλα υποκείμενα με μια επιδημία μέτρων λιτότητας που έθιγαν διάφορα στρώματα. Οι δραματικές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες οδήγησαν στην εμφάνιση ή επανακινητοποίηση πολλαπλών ομάδων που θα άλλαζαν τη δυναμική των αγώνων ενάντια στη λιτότητα. Πριν τις εκλογές, η Καμπάνια για τη Διάσωση του Εκπαιδευτικού Επιδόματος Συντήρησης [Save EMA Campaign], που είχε δημιουργηθεί το περασμένο έτος, είχε βάλει τον Ντέιβιντ Κάμερον να υποσχεθεί ότι θα προστατέψει τη χορήγηση του ΕΜΑ.31 Ακόμη και μετά τις εκλογές, ο γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας Μάικλ Γκόουβ, είχε δηλώσει επισήμως τη σχετική δέσμευσή του. Παρ’ όλα αυτά, η Συγκυβέρνηση ανακοίνωσε σχέδιο για περικοπή της χρηματοδότησης του ΕΜΑ κατά 90%. Η κοινοβουλευτική ψηφοφορία κρίθηκε περιττή, επειδή το σχέδιο αφορούσε δαπάνη της τοπικής και όχι της κεντρικής κυβέρνησης – στέλνοντας σε πολλούς το σήμα πως η κυβέρνηση δεν τους αναγνώριζε καν ως υποκείμενα. Η Καμπάνια για το ΕΜΑ πραγματοποίησε πολλές διαμαρτυρίες σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο το 2010 και αργότερα θα άρχιζε να εμφανίζεται στις κεντρικές διαδηλώσεις του φοιτητικού κινήματος. Την ίδια στιγμή, στο Haringey –ο λονδρέζικος δήμος στον οποίο ανήκει το Τότεναμ– οι κάτοικοι επέστρεψαν από τις καλοκαιρινές διακοπές τους ανακαλύπτοντας ότι τα 8 από τα 13 κέντρα νεότητας είχαν κλείσει μυστηριωδώς. Το κίνημα Διασώστε τις Νεανικές Υπηρεσίες του Haringey [Save Haringey Youth Services], ένα τοπικό εγχείρημα με περίπου 3.000 μέλη –2.000 εκ των οποίων ήταν νεολαίοι– ενεπλάκη ενοχλημένο σε μια μακρόχρονη καμπάνια όχι απλά διεκδίκησης της επαναλειτουργίας των κέντρων νεότητας, αλλά πρωτίστως αποκάλυψης του τι πραγματικά είχε συμβεί. Στις 10 Νοεμβρίου, αναγκάστηκαν να καταθέσουν αίτηση ζητώντας ελεύθερη πληροφόρηση, απλώς για να λάβουν την επιβεβαίωση του κλεισίματός τους. Την ίδια μέρα, συμπτωματικά, προέκυψε το συμβάν που σηματοδότησε τη ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος ενάντια στις περικοπές: παρ’ όλο που ένα εύρος φοιτητικών και άλλων γενικότερων κινημάτων ενάντια στις περικοπές μεγέθυνε την ορμή του όλη αυτή την περίοδο, το πραγματικό ποιοτικό άλμα έγινε όταν, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης υπό την ηγεσία των φοιτητικών σωματείων, ένα μάτσο μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μαζί με προπτυχιακούς φοιτητές, έσπασαν και κατέλαβαν το κτίριο που στεγάζει τα γραφεία του Συντηρητικού Κόμματος στο Millbank.

MILLBANK

Μια εβδομάδα νωρίτερα, ο David Willetts, υπουργός Πανεπιστημίων και Επιστήμης, αποδέχτηκε την Έκθεση Browne, αλλά αποφάσισε να θέσει το όριο των διδάκτρων στις 9.000 στερλίνες, ουσιαστικά τριπλασιάζοντάς τα εν μία νυκτί. Σε απάντηση, η Ένωση Πανεπιστημίων και Kολεγίων (UCU) καιι η Εθνική Ένωση Φοιτητών (NUS) –οι οποίες τώρα αναγνωρίζουν τους αυθόρμητους φοιτητικούς αγώνες, τουλάχιστον εντάσσοντάς τους σε ένα εθνικό πλαίσιο–  κάλεσαν σε διαδήλωση, η οποία προσέλκυσε περίπου 50.000 φοιτητές τριτοβάθμιας και μεταγυμνασιακής εκπαίδευσης, μαθητές, καθώς και λέκτορες, καθηγητές και άλλο προσωπικό. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν ήταν απλώς τα δίδακτρα· διακυβευόταν επίσης η χρηματοδότηση του EMA, η ανεργία, η γενικευμένη επισφάλεια. Η NUS και ο τότε πρόεδρός της Αaron Porter –ο οποίος σύντομα έγινε εκπαιδευτικός σύμβουλος με ωρομίσθιο 125 στερλίνες– συνεργάστηκαν στενά με την αστυνομία για τη διεξαγωγή της πορείας, βοηθώντας στον καθορισμό του δρομολογίου, κι αργότερα λειτουργώντας ως σκυλιά-φύλακες της πορείας, εγγυώμενοι πως οι διαδηλωτές δεν θα εκτραπούν από το ενάρετο μονοπάτι. Η πορεία ήταν κανονισμένο να περάσει από το Whitehall και το Westminster και να καταλήξει στην γκαλερί Tate Britain, όπου ο Porter θα έβγαζε λόγο. Χιλιάδες άνθρωποι δεν έφτασαν μέχρι εκεί.

Έξω από το κοινοβούλιο, μηνύματα και tweets διαδίδονταν για το πως εξελίσσονταν τα πράγματα στο Millbank –κάποτε έδρα των Εργατικών, τώρα των Τόρις– λίγο πιο κάτω. Περίπου 100 άτομα εισέβαλαν στο κτήριο φωνάζοντας «Τόρις καθάρματα, ερχόμαστε!», ενώ χιλιάδες –κυρίως μαθητές και φοιτητές– πλημμύριζαν την αυλή κι επευφημούσαν τους καταληψίες. «Ελλάδα! Γαλλία! Τώρα κι εδώ!». Όταν κατέφτασε η Εδαφική Ομάδα Υποστήριξης [Territorial Support Group, TSG],32 δέχτηκε επίθεση ταυτόχρονα στο έδαφος από το πλήθος, και από ψηλά με αυγά, ξύλα, μπουκάλια και, σε μια περίπτωση, έναν πυροσβεστήρα. Μια σειρά από αγχωμένους αντιπροσώπους της NUS σχημάτισε αλυσίδα απέναντι σε όσους προσπαθούσαν εισέλθουν φωνάζοντας «Είστε κι εσείς Συντηρητικοί! Ντροπή σας προδότες (turning blue)!». Διάλογοι οργής και ενθουσιασμού στο πλήθος: η NUS είναι ετοιμοθάνατη, υπάρχει δυνατότητα ανατροπής της Συγκυβέρνησης. Φωτιές άναψαν. ομοιώματα των Κάμερον και Κλεγκ κάηκαν. άνθρωποι εκστασιασμένοι. ηχοσυστήματα έπαιζαν τέρμα μουσική – ένα μεγάλο πάρτυ που κράτησε για αρκετές ώρες. Πολλά από τα συνθήματα και τα πανό ήταν οικεία από τους τοπικούς αγώνες στα πανεπιστήμια τον περασμένο χρόνο. μια ταυτόχρονη αίσθηση συνέχειας και ασυνέχειας. Αυτό το δραματικά συμβολικό γεγονός είχε επιφέρει μια μετατόπιση στον ορίζοντα των δυνατοτήτων: τέρμα η αναπόφευκτη βαρεμάρα και ματαιότητα των συμβατικών διαδηλώσεων στο κέντρο του Λονδίνου από το σημείο Α στο σημείο Β, και στη θέση τους η δυνατότητα τουλάχιστον για λίγη καταστροφική και έντονα συμβολική διασκέδαση μιας γενιάς παιδιών που γεννήθηκε μετά τις ταραχές για τον κεφαλικό φόρο.

Ενώ, κατά τις περασμένες δεκαετίες, η απεργία είχε παρακμάσει ως κύρια μορφή αγώνα, η διαδήλωση είχε προφανώς αναπτυχθεί ως μέσο για την ομαλή έκφραση των ευσεβών διαφωνιών.33 Τα όρια αυτής της μορφής φάνηκαν το 2003, όταν η μεγαλύτερη διαδήλωση στην ιστορία του Ηνωμένου Βασίλειου –ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ– δεν πέτυχε κάτι παραπάνω από το να συμβάλλει στην έκφραση μιας εθνικής πλειοψηφικής ευγενικής αντίρρησης στο αναπόφευκτο.34 Στην καλύτερη, η «βία μιας μικροσκοπικής μειονότητας» στο περιθώριο τέτοιων διαδηλώσεων μπορούσε να ελπίζει στη δημιουργία ενός μηντιακού θεαματικού γεγονότος, το οποίο θα απουσίαζε παντελώς από τη βαρετή πορεία προς τη γωνία του ομιλητή στην πλατεία Τραφάλγκαρ. Εξ ου και ένας ορισμένος ορθολογισμός κατά την υιοθέτηση της «πολυμορφίας τακτικών» σε στυλ κινήματος εναντίον της παγκοσμιοποίησης, και η ανιαρή τελετουργία διαχωρισμού «καλών» και «κακών» διαδηλωτών. Η εισβολή στο Millbank δρομολόγησε την κρίση αυτής της κατασκευής. Η NUS, η κυβέρνηση και τα μήντια τραγούδησαν αρχικά, φυσικά, τον ίδιο παραδοσιακό ύμνο, με τον Aaron Porter να περιγράφει το Millbank ως το «ποταπό» έργο μιας «μικροσκοπικής μειοψηφίας αχρείων», προτείνοντας εκείνο το από καιρό τιμημένο όπλο πάλης –αγρυπνία με κεριά– ως εναλλακτική. Έχοντας συρθεί από τη σκιά της εποχής του Μπλαιρ, η NUS με αυτόν τον τρόπο επιβεβαίωσε άμεσα τη δική της έλλειψη νομιμοποίησης σε σχέση με ένα φοιτητικό κίνημα που ήταν αλλού, κάνοντας κάτι πολύ πιο συναρπαστικό. Από εδώ και πέρα, θα πολλαπλασιαστούν οι λιγότερο ευγενικές τακτικές –καταστροφή ιδιοκτησίας, συγκρούσεις με τους μπάτσους, καταλήψεις κτηρίων– και οι αυξανόμενες ομάδες μαθητών με μάσκες στην καρδιά πολλών από αυτές τις δράσεις έμοιαζαν όλο και λιγότερο με μια μειοψηφία «επαγγελματιών αναρχικών». Σε αυτές τις διαδηλώσεις, γίναμε επανειλημμένως μάρτυρες αντιπαραθέσεων μεταξύ ανθρώπων στον δρόμο όσον αφορά αυτή τη διαδιδόμενη απειθαρχία, που δε βολεύεται με τις συμβατικές διακρίσεις. Οδός Oxford. μια γυναίκα που φαίνεται πλούσια, με τσάντες γεμάτες ψώνια. φωνάζει σε μια ομάδα μασκοφορεμένων που φαίνονται πολύ νεαρής ηλικίας: «Γιατί πρέπει να καλύπτεται τα πρόσωπά σας;! Δεν καταλαβαίνετε πως δεν είμαστε εμείς ο εχθρός σας; Όντως σας στηρίζουμε, αλλά μην καλύπτεται τα πρόσωπά σας!». Ο φόβος απώλειας της τάξης ήταν απτός. Ένας δημοσιογράφος της Guardian, έκπληκτος μετά τη συζήτησή του με καταληψίες από το Millbank, δήλωσε: «Εκείνοι οι μαυροφορεμένοι ήταν παιδιά κι αυτοί, και αρκετοί νεαροί μαθητές είπαν ενθουσιασμένοι πως ήταν η πρώτη τους διαδήλωση».35 Οι συνήθεις αφηγήσεις περί «εξωτερικών υποκινητών» και «οργανωμένων» αντικαθίσταντο τώρα βιαίως από εκείνες περί «μαθητών που ριζοσπαστικοποιήθηκαν από τις περικοπές». Αντ’ αυτού, τα μήντια τώρα χαιρετίζουν μια νέα διάκριση, η οποία προκύπτει από την ανάδυση ομάδων όπως η UK Uncut, και διάφορων καλλιτεχνικών ακτιβισμών που διατρέχουν το κίνημα. Τώρα η φιγούρα του «καλού» φοιτητή διαδηλωτή, ικανού να αρθρώσει περισσότερο εύγλωττα τη ριζοσπαστικότητά του, που παίρνει μέρος σε αναγνώσεις ποίησης και ασχολείται με την υποκριτική, αντιπαρατίθεται με την καταστροφή ιδιοκτησίας και τις καταλήψεις, παρ’ όλο που αυτές οι όψεις δεν ήταν δυνατόν να διαχωριστούν μεταξύ τους.

ΜΕΣΑΙΑ ΤΑΞΗ

Ορισμένες αναλύσεις για το φοιτητικό κίνημα και τις ταραχές έχουν την τάση να διαβάζουν τη μεταξύ τους σχέση σε αναλογία με τις γαλλικές εξεγέρσεις στα προάστια και το κίνημα ενάντια στο CPE του 2005-06. ως μια ακόμα περίπτωση φοιτητικού κινήματος της μεσαίας τάξης, το οποίο διαταράσσεται από πιο λούμπεν στοιχεία – μερικές φορές με μια έμμεση αποτύπωση αυτών των όρων πάνω σε έναν παραδοσιακό άξονα μεταρρύθμισης-επανάστασης. Αποτελεί τετριμμένη αλήθεια πως η κοινωνική κατανομή της εξαθλίωσης ευνοεί περισσότερο τμήματα του φοιτητικού κινήματος, που παράλληλα απουσιάζουν από τις ταραχές: θα ήταν δύσκολο, φυσικά, να εντοπιστεί σε οποιοδήποτε σημείο των ταραχών εκείνο το είδος φιλελευθέρων-προοδευτικών αισθημάτων π.χ. των φοιτητών του UCL, οι οποίοι ξέρουν πολύ καλά πως πολλοί πτυχιούχοι θα έχουν πολύ λιγότερο μέλλον από ό,τι αυτοί.

Αλλά θα ήταν πολύ παραμορφωτικό αν αντιλαμβανόμασταν αυτή τη συνθήκη ως ζήτημα των φοιτητών της «μεσαίας τάξης», στων οποίων το «φοιτητικό» κίνημα εισβάλλουν μέλη της «κατώτερης τάξης». Όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρξαν πολλοί φοιτητές που συμμετείχαν σε αυτούς τους αγώνες και που ήταν μάλλον κάτι λιγότερο από μεσαία τάξη: το 2011, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η συμμετοχή στην ανώτατη εκπαίδευση ήταν περίπου 50 τοις εκατό. Παρ’ όλο που η συμμετοχή προφανώς κατανέμεται προς όφελος εκείνων που βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση, το ζήτημα παραμένει ότι η είσοδος στο πανεπιστήμιο αποτελεί μια φυσιολογική προλεταριακή επιδίωξη, και δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο για παιδιά των περιθωριακών οικισμών να προσβλέπουν σε κάποιο ακαδημαϊκό κατόρθωμα. Μπορεί ακόμα να ειπωθεί πως, στη Βρετανία, επικρατεί πόλωση τόσο σε σχέση με το πανεπιστήμιο που θα πας, και το αντικείμενο που θα σπουδάσεις, όσο και με το κατά πόσον θα πάρεις πτυχίο ή όχι – ο σπουδαστής επικοινωνίας και ΜΜΕ του London South Bank ενάντια στον σπουδαστή Φιλοσοφίας, Πολιτικής και Οικονομικών του Oxbridge ή του LSΕ· ο εργαζόμενος σε τηλεφωνικό κέντρο απόφοιτος λογοτεχνίας ενάντια στον αγράμματο εργάτη που ξέρει μια πραγματική τέχνη. Και καθώς οι πανεπιστημιακοί γενικά υποτιμούν τους νεολογισμούς, εκείνο που κάποτε δικαίως θεωρείτο προνόμιο, μετατρέπεται ολοένα περισσότερο σε επιβάρυνση λόγω χρέους. Το 2010, ο βρετανός φοιτητής ήδη συνδύαζε τις σπουδές του με μια συνήθως επισφαλή μερική απασχόληση για να αποπληρώνει το φοιτητικό του δάνειο, ή εξαρτιόταν από τα επιδόματα – συνθήκες που επιδεινώθηκαν καθώς η κρίση βάθαινε. Έτσι, καθώς ένιωθε την κενότητα των ίδιων του των διεκδικήσεων, το φοιτητικό κίνημα μετατοπίζεται προς μια περισσότερο αρνητική, εξεγερτική σύνθεση και αυτό δεν οφείλεται σε τυχαίους παράγοντες, ούτε σε μια εισβολή προερχόμενη απολύτως απ’ έξω.

Το φοιτητικό κίνημα πάντοτε ήταν υπό μια έννοια ένα «προλεταριακό» κίνημα, μολονότι ορισμένα μέλη του ήταν εμφανώς λιγότερο προλεταριακά από άλλα. Η συνήθεια υπαγορεύει να φαντάζεται κανείς τον λούμπεν προλετάριο ως νέο, επειδή οι νέοι τείνουν, λιγότερο ή περισσότερο εξ ορισμού, να σμίγουν με την αδράνεια και τη ματαιότητα – λόγω της θέσης τους στα σύνορα της αγοράς εργασίας. Αλλά η νεολαία, φυσικά, δεν αποτελεί τάξη: δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οι νεότεροι συμμετέχοντες και τα «παιδιά του EMA», που μπήκαν στο κίνημα από το Millbank και μετά, αντιπροσώπευαν ξεκάθαρα μια τάξη διακριτή από εκείνους που ήδη συμμετείχαν στο κίνημα. Ενώ η χρησιμότητα του EMA είναι να υποστηρίζει νέους άνω των 16 για επαγγελματική –αντί για ακαδημαϊκή– κατάρτιση, την ίδια στιγμή δεν αποτελεί ένα θεμελιακά ξεχωριστό ζήτημα από τα πανεπιστημιακά δίδακτρα: τόσο οι περικοπές του EMA όσο κι οι αυξήσεις των διδάκτρων μπορούσαν δυνητικά να επηρεάσουν το ίδιο πρόσωπο, το οποίο ίσως χρειαζόταν οικονομική στήριξη για να συνεχίσει την εκπαίδευσή του μετά τα 16, για να μπορεί αργότερα να πάει στο πανεπιστήμιο. Και το ίδιο άτομο μπορεί ταυτόχρονα να επηρεαστεί από το κλείσιμο των κέντρων νεότητας – ακόμα και από τους επιτόπιους ελέγχους. Αλλά αυτό που μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά εδώ, είναι πως, εκείνη τη στιγμή, η εξασθένηση του μέλλοντος χτυπούσε σκληρότερα όχι μόνο τους φτωχότερους, αλλά και τους νεότερους: ενώ όσοι βρίσκονται ήδη στο πανεπιστήμιο ίσως κατάφερναν να τη βγάλουν με μέτρια δίδακτρα για τα ένα-δυο τελευταία χρόνια της φοίτησής τους, εκείνοι που ήταν μερικά χρόνια μικρότεροί τους θα πλήρωναν 9.000 στερλίνες ετησίως καθ’ όλη τη διάρκεια της πανεπιστημιακής τους εκπαίδευσης, αν κατόρθωναν να την ολοκληρώσουν, θα έχαναν τα κρατικά επιδόματα για τους φοιτητές, θα εισερχόντουσαν σε μια σκληρότερη αγορά εργασίας όταν θα τελείωναν, κλπ. Και φυσικά, οι νέοι τείνουν να είναι λιγότερο κότες στις σχέσεις τους με τους μπάτσους, καθώς δεν έχουν εκπαιδευτεί ακόμη πλήρως για κάτι τέτοιο...

ΚΑΤΑΛΗΨΗ

Ακολουθώντας την  έξαψη του Millbank, ένα τεράστιο εθνικό κύμα καταλήψεων έλαβε χώρα –περίπου τριανταπέντε  στο σύνολο–  δίνοντας χώρο στον σχεδιασμό περαιτέρω δράσεων. Σε σχέση με το ζήτημα της αστυνόμευσης, οι φοιτητές γίνονταν πιο μαχητικοί. μια κατάληψη, για παράδειγμα, έστησε ένα αυτοσχέδιο σύστημα χαρτογράφησης των κινήσεων της αστυνομίας κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων. Οι καταλήψεις έστησαν σελίδες στο διαδίκτυο και λογαριασμούς στο Twitter, σελίδες στο Facebook κλπ., επικοινωνώντας όλο το 24ωρο μεταξύ τους και με το ευρύ κοινό. Προσέλκυσαν έναν τεράστιο αριθμό επισκεπτών – λέκτορες, διανοούμενους, ακτιβιστές, ηθοποιούς, μαθητές. Αλλά ήταν εντελώς ανίκανοι να μετατραπούν σε κάτι πραγματικά συγκρουσιακό: κατά κύριο λόγο, οι διοικήσεις των πανεπιστημίων απλά τους ανέχονταν, και κάθε προσπάθεια να παρέμβουν διαταράσσοντας τη ροή της καθημερινότητας στο πανεπιστήμιο –όπως στο Goldsmiths, όπου φοιτητές κατέλαβαν τη βιβλιοθήκη–  έτεινε άμεσα να απονομιμοποιεί τις καταλήψεις στα μάτια του ευρύτερου φοιτητικού σώματος. Καθώς αυτοί οι αγώνες φαινομενικά στόχευαν στην υπεράσπιση της εκπαίδευσης, η διατάραξη της λειτουργίας του πανεπιστημίου εμφανίστηκε άμεσα ως αντιφατική τακτική, αφήνοντας τη συντήρηση των περισσότερων καταλήψεων στην άβολη συνεργασία με τις πανεπιστημιακές αρχές, και μετατρέποντάς τες κυρίως σε βάσεις για τον σχεδιασμό των μεγαλύτερων διαδηλώσεων. Ομάδες στο Brighton, απογοητευμένες από τα όρια των καταλήψεών τους, προσπάθησαν να ενσωματώσουν νεολαίους ακόμα μικρότερης ηλικίας, επισκεπτόμενες σχολεία με στόχο την ενθάρρυνση αποχών και διαμαρτυριών.

Στις 24 και 30 Νοεμβρίου, η NCAFC κι η ULU,36 έχοντας και οι δύο μπει στις κινητοποιήσεις μετά το Millbank, κάλεσαν μαθητές και φοιτητές όλων των ηλικιών σε πανεθνικές αποχές και διαμαρτυρίες, ενθαρρύνοντας την ευρεία  διάδοση του παρακάτω μηνύματος: «... γράψτε με κιμωλία τις λεπτομέρειες στο πεζοδρόμιο έξω από τον χώρο εκπαίδευσή σας... ζητήστε από τον κόσμο να «διαδώσει το μήνυμα» – δηλαδή, να το στείλει στους φίλους του ώστε κι αυτοί να το στείλουν στους φίλους τους... στείλτε μηνύματα σε όλους τους φίλους σας από διαφορετικά σχολεία και κολλέγια λέγοντάς τους να κάνουν αποχή».37 Περίπου εκείνη την περίοδο, δημιουργήθηκε ένα δίκτυο μαθητών μικρότερης ηλικίας με τον τίτλο «Μαθητές Σχολείων και Μεταγυμνασιακής Εκπαίδευσης Ενάντια στις Περικοπές», το οποίο ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τις πανεπιστημιακές ομάδες. Υπήρχαν αισθητά πολύ περισσότεροι νέοι άνθρωποι σε αυτές τις διαδηλώσεις, και η ατμόσφαιρα έμοιαζε περισσότερο με μεγάλο πάρτυ. Όπως και στις ταραχές που ακολούθησαν, η αστυνομία ήταν τελείως απροετοίμαστη για το Millbank, επιστρατεύοντας μόλις 225 αστυνομικούς για ένα προβλεπόμενο πλήθος περίπου 20.000 ατόμων – και τελικά στην πραγματικότητα εμφανίστηκαν 50.000 άτομα. Κατά συνέπεια, οι επόμενες διαδηλώσεις ήρθαν αντιμέτωπες με υψηλή αστυνομική παρουσία, περισσότερη βία και την εφαρμογή του εγκλωβισμού (kettling).38 Αυτή η τακτική φέρεται να χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1995 απέναντι σε άτομα με ειδικές ανάγκες κατά τη διάρκεια μιας διαμαρτυρίας υπέρ των δικαιωμάτων τους έξω από το κοινοβούλιο, τελειοποιήθηκε το 1999 στις διαμαρτυρίες εναντίον του ΠΟΕ, και εφαρμόστηκε ξανά στις διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς του 2001. Αλλά η στροφή του δικαστικού συστήματος προς την ταχεία και σκληρή τιμωρία των ακτιβιστών –στέλνοντάς τους στα ανώτατα δικαστήρια, όπου οι ποινές είναι πολύ σκληρότερες– δεν είχε ξανασυμβεί στο παρελθόν.39 Αυτή η νέα κατάσταση φαίνεται ότι δημιούργησε ένα προηγούμενο σε σχέση με την τιμωρία των συλληφθέντων από τις ταραχές του ερχόμενου Αυγούστου. Ο Edward Woollard, ο φοιτητής που πέταξε τον πυροσβεστήρα από την ταράτσα του Millbank, συνελήφθη για απόπειρα ανθρωποκτονίας και αργότερα καταδικάστηκε σε δυόμιση χρόνια φυλάκισης για βιαιοπραγία, οδηγώντας μεγάλη μερίδα του κοινού σε κραυγές επιδοκιμασίας. Χωρίς να διακινδυνεύσει τίποτα, ο Επικεφαλής Επιθεωρητής, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τον εγχώριο εξτρεμισμό και είχε διοριστεί μια εβδομάδα νωρίτερα, ξεκίνησε μια μυστική επιχείρηση συλλογής πληροφοριών και καταγραφής της επικίνδυνης υποκίνησης από «ακραία στοιχεία», ενώ στις 24 Νοεμβρίου, η Μητροπολιτική Αστυνομία κατέκλυσε το κεντρικό Λονδίνο με επιπλέον χίλιους μπάτσους από την ευρύτερη περιοχή της πόλης, τόσο έφιππους όσο και ΜΑΤ. Μπλοκάροντας τους διαδηλωτές στην Πλατεία Κοινοβουλίου, τον συνήθη τόπο περιορισμού των κινήσεών τους, ξεκίνησε ένα μεγάλης έκτασης παιχνίδι γάτας και ποντικού, με τους φοιτητές να τρέχουν στα πίσω στενά, αποφεύγοντας και προσπαθώντας να ξεγελάσουν τους μπάτσους, μέχρι που τελικά εγκλωβίζονταν. Η αρχική ατμόσφαιρα ήταν γιορτινή, με dubstep και grime μουσικές να παίζουν από τα ηχοσυστήματα, με πολύ χορό και χρωματιστές φωτοβολίδες, αλλά καθώς οι ώρες περνούσαν το πλήθος απογοητευόταν και προέβαινε σε βανδαλισμούς και εμπρησμούς. Ύστερα από αρκετές ώρες χορού με διάσπαρτες βίαιες συγκρούσεις, τελικά αφήνονταν να αποχωρήσουν. Μέσα στην πόλη, εκείνοι που δεν εγκλωβίστηκαν ενεπλάκησαν μαζικά σε μια σειρά φευγαλέων δράσεων, ενώ τα πανεπιστήμια και τα σχολεία σε όλη τη χώρα βρίσκονταν είτε σε κατάσταση διαμαρτυρίας είτε υπό κατάληψη.

ΡΑΒΔΟΣ

Παρ’ όλο που η βία ανέβαινε επίπεδο και πολλαπλασιαζόταν καθ’ όλη τη διάρκεια των διαμαρτυριών, η μέρα της ψηφοφορίας τον Δεκέμβριο –όπου υπήρχε η πρόβλεψη ότι οι αυξήσεις των διδάκτρων θα πέρναγαν– υπήρξε το αποκορύφωμα της σκληρής αστυνόμευσης. Η αστυνομική απάντηση στο Millbank ήταν η καθολική εφαρμογή του εγκλωβισμού, έφιππες επιθέσεις στο πλήθος και, όλο και περισσότερο, γενικευμένες επιθέσεις στους διαδηλωτές: το κλομπ στο κεφάλι. Το γεγονός πως η σύνθεση των διαδηλώσεων τώρα περιελάμβανε ένα μείγμα νεότερων φοιτητών και περισσότερο ευερέθιστων παιδιών, φαίνεται πως επιζητούσε ακόμη σκληρότερες απαντήσεις από τους μπάτσους. Την ημέρα της ψηφοφορίας, αυτοσχέδια νοσοκομεία στήθηκαν για να περιθάλψουν τα αναμενόμενα θύματα, κι εκτιμάται πως τριάντα διαδηλωτές δέχτηκαν περίθαλψη για τραύματα στο κεφάλι, οδηγώντας σε περισσότερες από πενήντα καταγεγραμμένες καταγγελίες στην Ανεξάρτητη Επιτροπή Αστυνομικών Παραπόνων (IPCC). Ένας φοιτητής στο Middlesex, ο Alfie Meadows, χτυπήθηκε με κλομπ καθώς προσπάθησε να διαφύγει του εγκλωβισμού στην Πλατεία Κοινοβουλίου, και στάλθηκε αμέσως στο νοσοκομείο για επέμβαση στον εγκέφαλο που του έσωσε τη ζωή.40 Ένας άλλος διαδηλωτής, ο Jodi McIntyre, σπρώχτηκε από το αναπηρικό του καροτσάκι και σύρθηκε στο έδαφος από τους μπάτσους. Αυτές ήταν ιστορίες που προσέλκυσαν τη φαντασία των μήντια και του κοινού, και δημιουργήθηκαν σχετικές καμπάνιες από φίλους και ομάδες υποστήριξης, αλλά υπήρξαν πολλά ακόμα παρόμοια περιστατικά.

Σε ολόκληρο το Westminster εφαρμόστηκε μια σειρά μαζικών εγκλωβισμών, κάποιοι κινούμενοι, άλλοι στην πρέσα, οι οποίοι προκάλεσαν συγκρουσιακά ξεσπάσματα απόγνωσης. Σε μια υπερσυμβολική χειρονομία, ένας διαδηλωτής με μάσκα κατάφερε να ξεφύγει και να σκαρφαλώσει στο Whitehall, πριν σπάσει τα παράθυρα του υπουργείου Οικονομικών, και έρθει ο κόσμος βάλει φωτιά σε οτιδήποτε κατάφερε να βρει, συμπεριλαμβανομένου του τεράστιου χριστουγεννιάτικου δέντρου στην Πλατεία Κοινοβουλίου, για να ζεσταθεί εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών. Λάβαμε ένα μήνυμα προς δημοσίευση ότι η Εθνική Πινακοθήκη τελούσε υπό αυθόρμητη κατάληψη. Εν τω μεταξύ, στην οδό Regent, μια άλλη πολύ συμβολική κίνηση έλαβε χώρα. αυτή τη φορά ενάντια σε έναν βρετανικό θεσμό-καρικατούρα, όταν το αμάξι που μετέφερε τον πρίγκηπα Κάρολο και την Καμίλα στο London Palladium,  για μια φιλανθρωπική δεξίωση υπέρ της ενίσχυσης του Φιλόπτωχου Ταμείου Καλλιτεχνών, δέχτηκε επίθεση από διαδηλωτές που φωνάζανε «πάρτε τους τα κεφάλια!». Εκείνος ο διαδηλωτής που κατάφερε να σκουντήξει τη Σύζυγο του Διαδόχου του Θρόνου με ένα κλαδί από το ανοιχτό παράθυρο του αυτοκινήτου, πρέπει να προκάλεσε κρύο ιδρώτα στις αρχές σχετικά με την εγγύτητα του «όχλου». Αλλά μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων εγκλωβίστηκε πλήρως στη γέφυρα του Westminster χωρίς φαγητό, νερό και τουαλέτα για ώρες στην παγωνιά, με μερικούς να χρειάζονται ιατρική αγωγή για αναπνευστικά προβλήματα, πόνους στο στήθος και μελανιασμένα πλευρά ύστερα από πολλούς ξυλοδαρμούς.

Τον Ιανουάριο, καθώς τα βλέμματα στρέφονταν προς ένα άλλο κύμα αγώνων που τώρα ξεκινούσε στον αραβικό κόσμο, το κοινοβούλιο αναπόφευκτα ψήφισε την περικοπή του επιδόματος EMA. Ενώ η παρουσία των νεότερων και περισσότερο ευερέθιστων παιδιών έδωσε δυναμισμό και ώθηση, πριν τη δεκεμβριανή ψηφοφορία για τα δίδακτρα σε ένα κατά τα άλλα περιορισμένο φοιτητικό κίνημα, υπήρξε σχετική έλλειψη αμοιβαίας συμμετοχής από φοιτητές την ημέρα της κατάργησης του ΕΜΑ. Τον ίδιο μήνα, ο τύπος πληροφόρησε τους κατοίκους του Haringey πως το συμβούλιο είχε συμφωνήσει επίσημα στις περικοπές των υπηρεσιών για τη νεολαία κατά 75%. Ένας δημοτικός σύμβουλος λανθασμένα ισχυρίστηκε πως η κοινότητα είχε ήδη συσκεφτεί και πως όλα ήταν εντάξει, καθώς υπήρχε μια πληθώρα εθελοντικών οργανώσεων έτοιμων και πρόθυμων να αναλάβουν τον επιπλέον φόρτο. Το συμβούλιο τότε προειδοποίησε πως αν η κοινότητα δεν συνεργαζόταν για τις περικοπές, με χαρά θα συμβιβαζόταν και θα διαβουλευόταν για τη μοίρα του υπόλοιπου 25%, εις βάρος όμως των «παιδιών με ειδικές ανάγκες και εκείνων που έχουν υποστεί κακοποίηση».41 Οι εργάτες στα κέντρα νεότητας σε όλο το Λονδίνο σύντομα παρατήρησαν την αυξανόμενη ένταση γύρω από αυτά τα ζητήματα, και μερικοί άρχισαν να προβλέπουν ταραχές.42

Έχοντας χάσει τη μάχη στις ψηφοφορίες τόσο σχετικά με τα δίδακτρα όσο και με το EMA, και με τίποτα συγκριτικά τόσο συγκεκριμένο στον ορίζοντα, οι μετέπειτα διαμαρτυρίες έγιναν χαοτικές, θεατρικές, διασκεδαστικές και απογοητευτικές. Η «Πορεία για την Αλτερνατίβα» του TUC τον Μάρτιο του 2011 ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη διαδήλωση που έγινε ποτέ σε βρετανικό έδαφος, βγάζοντας στους δρόμους του Λονδίνου πολλά από τα απομεινάρια του εργατικού κινήματος, και παρέχοντας έναν ακόμη οργανωτικό σκελετό για τα ετερογενή και πιο χαοτικά στοιχεία που είχαν αναδυθεί μέσω του φοιτητικού κινήματος. Ο προορισμός όλων των συνδικαλιστικών πορειών είναι το Hyde Park, κάποτε τόπος ταραχών κατά του Νόμου υπέρ του Κυριακάτικου Εμπορίου του 1855 (οι οποίες θεωρήθηκαν εκείνη την εποχή από τον Μαρξ ως πρόδρομος της επερχόμενης αγγλικής επανάστασης),43 κύριο σημείο συνελεύσεων του κινήματος των Χαρτιστών44 και της Μεταρρυθμιστικής Λίγκας·45 επί χρόνια το συνηθισμένο μέρος έκφρασης πολιτικών χειρονομιών, σε ασφαλή απόσταση από τους θεσμούς και τις βιτρίνες του κεντρικού Λονδίνου. Πολλοί από τους περίπου 250.000 διαδηλωτές εκείνης της ημέρας περπάτησαν με κόπο το παλιό δρομολόγιο προς το Hyde Park, για να λάβουν τη διαβεβαίωση από τον πρόεδρο του Εργατικού Κόμματος, Εντ Μίλιμπαντ, όρθιο να ισορροπεί πάνω σε ένα βάθρο, ότι μπορούσαν να χαλαρώσουν, επειδή είχαν ήδη φτάσει στην «αλτερνατίβα»: το έλλειμα δεν χρειαζόταν να μειωθεί με τόσο δυσάρεστα μέσα. Καθώς εξελισσόταν το  φοιτητικό κίνημα, μεγάλος αριθμός ανθρώπων έφτασε στα όρια της αντοχής του απέναντι σε τέτοιες μορφές, προτιμώντας να κάθεται πίσω και να εξοικονομεί ενέργεια για πιο οργανικές και αυθόρμητες ξεχωριστές δράσεις, ξεκινώντας από τη μια ή την άλλη από τις διάφορες μικρότερες πορείες.

Στο Oxford Circus, το UK Uncut διεξήγαγε ημέρα δράσης ενάντια στις επιχειρήσεις που αποφεύγουν να πληρώσουν φόρους, και η αστυνομία συγκεντρώθηκε για να προστατεύσει τη μεγαλύτερη και πιο ακριβή από αυτές. Βανάκια των ΜΑΤ περικύκλωσαν τελείως το κατάστημα της Apple, το οποίο παρ’ όλα αυτά ξεχείλιζε από πελάτες. το κατάστημα Topshop, ποτισμένο με μπογιές και γκραφίτι, με αρκετές σπασμένες βιτρίνες, ήταν τώρα οχυρωμένο με στρώσεις από ΜΑΤ. Παραδίπλα, σαϊεντολόγοι μοιράζαν φυλλάδια μιμούμενα την αισθητική των σοσιαλιστικών εφημερίδων. Η μέρα μας ξεκίνησε με την άφιξη στον τόπο της καταστροφής,  που είχε προκληθεί από μια μόλις προ ολίγου ληγμένη δράση ή γεγονός, έχοντας οδηγηθεί εκεί από tweet ή SMS. Όλα έμοιαζαν πιο φευγαλέα και κινούμενα, συγκρινόμενα με τα προηγούμενα γεγονότα που οδηγούσαν στη ψηφοφορία, και μπορούσες να μεταπηδάς από περιοχή σε περιοχή δράσεων ή παρεμβάσεων. μερικές πραγματικές, μερικές σκηνοθετημένες. Ένα κατάστημα της BHS κατελήφθη από ποιητές. μια κοστουμαρισμένη γυναίκα κυνηγούσε ένα ανθρώπινο χαρτονόμισμα των 20 λιρών. μια συμμορία από Ρομπέν των Δασών ήταν καβάλα, για ώρες, πάνω φανταστικά άλογα. Ξανά ένα μίγμα φοιτητών, μαθητών, καλλιτεχνών, αναρχικών. μικρές πολύμορφες ομάδες σε μια μεγάλη, κινούμενη ροή. μια συσσωρευμένη μάζα εφαπτόμενη της κύριας συνδικαλιστικής πορεία, η οποία όμως κατάφερνε να καταλαμβάνει μεγάλες περιοχές του κεντρικού Λονδίνου. Η οδός Piccadilly βρισκόταν τώρα υπό πολιορκία, και το ξενοδοχείο Ritz είχε σπαστεί. Ο οξύτερος χωρικός διαχωρισμός ανάμεσα σε αποκλίνουσες μορφές δράσης έμοιαζε να υποδεικνύει προς την κατεύθυνση της μικρότερης συγκέντρωσης και της μεγαλύτερης έκτασης, εν συγκρίσει με τις υπό εγκλωβισμό συγκεντρώσεις των προηγούμενων διαδηλώσεων. Το UK Uncut είχε καταλάβει το Fortnum and Mason –το αγαπημένο παντοπωλείο της βασίλισσας– και μερικοί καταληψίες βρίσκονταν στο μπαλκόνι, αδειάζοντας μπουκάλια σαμπάνιας που σούφρωσαν ανεβαίνοντας. Η ατμόσφαιρα έξω εντάθηκε, καθώς τα ΜΑΤ ξεχύθηκαν στην περιοχή και άρχισαν να παρατάσσονται σε κάθε σοκάκι. Εκείνη την ημέρα, φαινόταν να είναι συνειδητή τακτική η αποφυγή του εγκλωβισμού, απλά υποδηλώνοντάς το ως απειλή. Μετά από εκείνους τους βίαιους πολύωρους περιορισμούς του Δεκεμβρίου, ο φόβος εγκλωβισμού ήταν εκρηκτικός, και οποιοδήποτε σχετικό σημάδι οδηγούσε τεράστια πλήθη να αποδοκιμάζουν τους μπάτσους μέχρι που εκείνοι υποχωρούσαν. Μια ομάδα διαδηλωτών στιγμιαία περικύκλωσε την αστυνομία φωνάζοντας «Εγκλωβίστε στους μπάτσους!». μια γυναίκα πόζαρε σε μια φωτογραφία, κρατώντας μια κατσαρόλα46 και μια ταμπέλα που έγραφε «Κάμερον, μην ξεκινήσεις τον εγκλωβισμό»· ένας σοβαρά τραυματισμένος άντρας κούτσαινε, με αίμα να τρέχει στο πρόσωπό του, φωνάζοντας σοκαρισμένος και γεμάτος αδρεναλίνη: «είναι τρελοί!». Ανησυχώντας για τη ζωή του, παρακαλέσαμε τους μπάτσους να καλέσουν για διασώστες ή ασθενοφόρο: «όχι, αγάπη, δεν είναι αυτή η δουλειά μου». Ο αιμόφυρτος άντρας έτρεξε προς το πλήθος, στοιχειώνοντας την υπόλοιπη μέρα. Όταν ξεκίνησε ο εγκλωβισμός, το πλήθος εξαγριώθηκε, προσπαθώντας μανιωδώς να σπάσει τις αστυνομικές γραμμές, οπότε ξέσπασαν βίαιες συγκρούσεις, με την προσοχή των μπάτσων να αποσπάται τελικά από την απόπειρα εισβολής σε μια τράπεζα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο μέχρι αργά, και καθώς περιπλανιόμασταν στην πόλη εκείνο το απόγευμα για να εκτιμήσουμε τη ζημιά, σχεδόν κάθε τράπεζα που συναντούσαμε ήταν σπασμένη. Αστυνομικές ομάδες πεσμένες στα τέσσερα έψαχναν για δακτυλικά αποτυπώματα. Και καθώς η μέρα έφτανε στο τέλος της, μερικοί ακτιβιστές έκαναν μια πρώτη απόπειρα συντονισμού με την αραβική άνοιξη: η πλατεία Τραφάλγκαρ επρόκειτο να γίνει Ταχρίρ. Οι μπάτσοι εύκολα τους έδιωξαν. είναι μετά τον Αύγουστο, και τη συντριβή του ίδιου του βρετανικού κύματος, που θα ανθήσει από τη λάσπη ένα πιο συνειδητά διεθνές κίνημα πλατειών...

Τον Απρίλιο του 2011, ο αστέρας της ρέγκε και DJ, Smiley Culture –κύρια εμβληματική μορφή της πολιτογραφημένης λονδρέζικης αφροκαραϊβικανής κουλτούρας ήδη από τη δεκαετία του ’80 με τα τραγούδια του Cockney Translation και Police Officer– πεθαίνει από μια μόνο μαχαιριά στην καρδιά κατά τη διάρκεια αστυνομικής εισβολής στο σπίτι του εν όψει της δίκης του σχετικής με διακίνηση ναρκωτικών. Η αναφορά της IPCC –η οποία δεν γνωστοποιήθηκε ούτε στο κοινό ούτε την οικογένειά του–  προβλέψιμα απέρριψε τις καταγγελίες, συμπεραίνοντας πως δεν είχε υπάρξει κάποια εγκληματική συμπεριφορά...47 Τον ίδιο μήνα, καθώς οι περικοπές στο σύστημα παροχών τέθηκαν σε ισχύ, η ανεργία ξεκίνησε ξανά να ανεβαίνει –ειδικά, όπως πάντα, στους νέους– από τις τιμές οροπεδίου του 2009, ύστερα από το πρώτο ξέσπασμα της κρίσης... Αλλά, για λίγο, το έθνος γαργαλήθηκε σε βαθμό αποβλάκωσης από τον βασιλικό γάμο. Τις ημέρες που προηγήθηκαν, η αστυνομία πραγματοποίησε μια σειρά από προληπτικές παρεμβάσεις, στέλνοντας προειδοποιητικές επιστολές, προβαίνοντας σε συλλήψεις ύποπτων ακτιβιστών και διακεκριμένων διαδηλωτών φοιτητών και σε καθολικούς επιτόπιους ελέγχους σε όλο το Λονδίνο. Σε εξήντα άτομα που είχαν συλληφθεί στην περασμένη φοιτητική πορεία επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι που τους απαγόρευαν την είσοδο στο κέντρο του Λονδίνου την εβδομάδα του γάμου, και πραγματοποιήθηκες μια σειρά από εισβολές σε γνωστές καταλήψεις ερευνώντας για δείγματα DNA κι άλλα ταυτοποιητικά στοιχεία, με το πρόσχημα της έρευνας για κλεμμένα ανταλλακτικά ποδήλατων. Ωμά σκιαγραφημένοι ως «ταραχοποιοί» τέθηκαν υπό κράτηση, προφανώς χωρίς να έρθει το σήμα για την απελευθέρωσή τους πριν το νιόπαντρο ζευγάρι επισφραγίσει τον γάμο του με το δημόσιο «φιλί στο μπαλκόνι». Την ημέρα του γάμου, το κεντρικό Λονδίνο μετατράπηκε σε ζώνη επιτόπιων ελέγχων για όσους φορούσαν κάποιου είδους μάσκα, είχαν περίεργη αμφίεση, ήταν μεθυσμένοι ή τραγούδαγαν. όλοι τους δυνητικά επιβαρυμένοι με την κατηγορία της υποκίνησης βίας.48 Τέτοιες κινήσεις μηδενικής ανοχής και προληπτικής δράσης είχαν τεθεί σε εφαρμογή κατά τη διάρκεια των φοιτητικών αγώνων, με τους φοιτητές να συλλαμβάνονται για λόγους όπως «αποτυχία συμμόρφωσης με την εντολή να αποχωρήσεις, ενώ η αστυνομία είχε εύλογες υποψίες πως ίσως εισβάλλεις παράνομα».49 Αυτό έθεσε τις βάσεις για τις στρατηγικές «ολοκληρωτικής αστυνόμευσης» που θα συγκροτούνταν και θα εδραιώνονταν κατά τη διάρκεια των ταραχών, αλλά και μετά από αυτές.

Το φοιτητικό κίνημα είχε γρήγορα συναντήσει τα όριά του και έπεφτε σε μια κατάσταση διασπάσεων και αταξίας, χωρίς κανένα πραγματικό θετικό ορίζοντα αλλά με λίγη διασκέδαση εις βάρος των μπάτσων. Όποτε, σε ορισμένες στιγμές αυτού του κινήματος, είχαν υπάρξει ασαφείς νύξεις ενός θετικού προγράμματος, πάντα έμοιαζαν γεμάτες δυσπιστία, με μισή καρδιά, στα χρώματα του βασικού κυνισμού ενός συγκεκριμένου «καπιταλιστικού ρεαλισμού». Όλα όσα ήταν διαθέσιμα ως πλαίσιο ενότητας συνιστούσαν ένα ήπιο σύνολο αρνητικών, αιτημάτων-ομπρέλα: σταματήστε τις περικοπές. Και ακόμη κι αυτό έμοιαζε –και τελικά αποδείχτηκε–  αδύνατο. Τι άλλο να κάνεις τότε πέρα από λίγες φασαρίες; Τουλάχιστον θα σήμαινε πως είχες δώσει μια μάχη. Και ποια θα ήταν η ανταπόκριση πέρα από την περαιτέρω σκλήρυνση της αστυνόμευσης; Αυτό, τελικά, ήταν το «νόημα» του Millbank. Ακριβώς όπως το μοχθηρό χαμόγελο της Γάτας Τσέσαϊρ γίνεται πιο φωτεινό καθώς τα υπόλοιπα μέρη του σώματός της εξαφανίζονται, έτσι και η αστυνομία εμφανιζόταν ολοένα περισσότερο, κατά την εξέλιξη των διαμαρτυριών ως το αποτρόπαιο πρόσωπο του κράτους, καθώς αυτό υποτίθεται υποχωρούσε ή αποσυρόταν. Ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, η συμπύκνωση ενός αφηρημένου εχθρού στην απτότητα μιας μοναδικής μορφής σήμαινε ότι η πόλη –η οποία κρύβεται πίσω από την αστυνομία– ένιωθε, φευγαλέα τουλάχιστον, πιο ανοιχτή κι ευάλωτη, πιο προσβάσιμη και εύθραστη.

ΧΑΜΟΣ

Ένα σύντομο ντοκιμαντέρ που γύρισε η Guardian στα τέλη του Ιουλίου παρουσίαζε τους έφηβους του Haringey να συζητούν τον αντίκτυπο του κλεισίματος των κέντρων νεότητας. Ο Chavez Campbell, ένας ντόπιος έφηβος από το Wood Green –στα σύνορα με το Τότεναμ– σημείωνε πως η απώλεια ενός σταθερού και προστατευμένου χώρου «κόβει τις ρίζες και τους συνδέσμους των παιδιών, και μετά δεν έχουν στην πραγματικότητα πουθενά να πάνε».50 Πεταμένα έξω στους δρόμους, τα παιδιά ήταν πιο επιρρεπή τόσο στο να μπλεχτούν σε συμμορίες όσο και στο να δεχτούν παρενοχλήσεις από την αστυνομία. Ο Campbell έκλεισε το ντοκιμαντέρ με μια διάσημη πρόβλεψη:

Νομίζω πως θα γίνει χαμός, νομίζω πως οι άνθρωποι θα ψάχνουν να βρουν τι να κάνουν, οι άνθρωποι θα θέλουν δουλειές, κι αυτό θα προκαλεί απογοήτευση... Θα γίνει φασαρία, θα γίνουν ταραχές, θα γίνουν ταραχές.

Αυτό ήταν το κλίμα, όταν ο Mark Duggan πυροβολήθηκε στο Ferry Lane του Τότεναμ, περίπου στις 18:15 την Πέμπτη 4 Αυγούστου του 2011. Αστυνομικοί της Επιχείρησης Τρίαινας –μια ειδική μονάδα της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, η οποία εστιάζει στην ένοπλη εγκληματικότητα σε κυρίως μαύρες γειτονιές– ακολουθούσαν το ταξί στο οποίο επέβαινε. Δεν έγινε ποτέ ξεκάθαρο το τι ακριβώς συνέβη, αλλά ξέρουμε ότι πυροβόλησαν τον Duggan στο στήθος. Οι προσπάθειες να τον επαναφέρουν απέτυχαν και οι διασώστες, οι οποίοι κατέφτασαν βιαστικά στο σημείο, γρήγορα απομακρύνθηκαν με το κεφάλι σκυφτό. Οι συνήθεις μηχανισμοί γρήγορα τέθηκαν σε κίνηση: μια έρευνα ξεκίνησε από την IPCC και η πρόσβαση στον χώρο αποκλείστηκε. Όπως συμβαίνει συχνά, η IPCC φαίνεται αρχικά ότι ασχολήθηκε με ζητήματα δημοσίων σχέσεων προσπαθώντας να περιορίσει τη βλάβη της εικόνας της αστυνομίας, επικοινωνώντας με τα μήντια για να ισχυριστεί πως είχε υπάρξει ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα στον Duggan και τους αστυνομικούς – ένας ισχυρισμός που θα αποδειχτεί ανυπόστατος τις ερχόμενες μέρες, εν μέσω ενός εθνικού κύματος ταραχών στη μνήμη του Duggan, όταν θα αποδειχτεί πως το μόνο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο (μια σφαίρα σφηνωμένη σε έναν ασύρματο της αστυνομίας) στην πραγματικότητα προερχόταν από όπλο της αστυνομίας. Η αστυνομία δεν ενημέρωσε την οικογένεια του Duggan για τον θάνατό του, και όταν εξαναγκάστηκαν να δώσουν πληροφορίες για το πού βρισκόταν –έχοντας μαθευτεί από τα μήντια πως ενεπλάκη σε περιστατικό με την αστυνομία– απλά τους είπαν να ακολουθήσουν ένα εναέριο ασθενοφόρο από το Τότεναμ. Ακολουθώντας το ελικόπτερο μερικά μίλια προς τα νότια, στο νοσοκομείο στο Whitechapel, το μόνο που βρήκαν εκεί ήταν ένας αστυνομικός που είχε τραυματιστεί στο περιστατικό.

Ελλείψει οποιασδήποτε επίσημης επικοινωνίας με την αστυνομία, γρήγορα κυκλοφόρησαν φήμες στη γειτονιά πως ο Duggan είχε εκ προθέσεως εκτελεστεί, και κάποιοι ξεκάθαρα ανησυχούσαν για τις πιθανές συνέπειες: το επόμενο πρωί ο David Lammy, ο τοπικός βουλευτής, ήδη καλούσε σε ψυχραιμία μπροστά στην «ανησυχία» της κοινότητας. Το γεγονός πως σχηματιζόταν η τυπική εξεγερτική δυναμική είναι αναδρομικά προφανές, και πιθανόν ήταν πράγματι προφανές και τότε σε οποιονδήποτε παρευρισκόμενο που είχε και την πιο μικρή επαφή με την πρόσφατη ιστορία των αστικών ταραχών: οι μπάτσοι δεν είχαν απλώς σκοτώσει έναν νεαρό μαύρο, αλλά έναν κάτοικο του μοικισμού Broadwater Farm, με μια μακρά και δραματική ιστορία ανταγωνιστικών σχέσεων με την αστυνομία. και τώρα πάλι παρέλειπαν να δώσουν οποιαδήποτε πληροφορία στην οικογένεια ή την κοινότητα. Ύστερα από χρόνια κλιμακούμενης έντασης σε μια περιοχή που ήδη θεωρείτο σοβαρά προβληματική από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο θάνατος της Cynthia Jarrett στα χέρια της αστυνομίας τον Οκτώβριο του 1985 είχε επιταχύνει την εκδήλωση μιας εξαιρετικά βίαιης εξέγερσης, κατά την οποία η αστυνομία δέχτηκε ένοπλη επίθεση, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του αστυφύλακα Keith Blakelock.51 Τη δεκαετία του ‘00, με τα έργα ανάπλασης και τις μειωμένες στατιστικές εγκληματικότητας της γειτονιάς, εκείνα τα γεγονότα μπορεί να έμοιαζαν ότι ανήκαν πια στο παρελθόν. Αλλά η αστυνομία ακόμα θεωρούσε γενικά το Τότεναμ ως ένα σημαντικό στέκι της (μαύρης) ένοπλης εγκληματικότητας, του εμπορίου ναρκωτικών και της βίας που σχετίζεται με συμμορίες. και η τιμωρητική αστυνόμευση έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από τον οικισμό Broadwater Farm, όπως και σε άλλες παρόμοιες γειτονιές. Τουλάχιστον μια μέρα πριν από το ξέσπασμα των ταραχών, ο John Blake, που είχε μεγαλώσει μαζί με τον Duggan, τις είδε να έρχονται:

Υπάρχει επιθετικότητα εδώ, ίσως υπάρξει ακόμη και ξεσηκωμός, ποτέ δεν ξέρεις. Ο Mark κρατούσε τη Broadwater Farm δεμένη.

Καθώς έπεφτε η νύχτα της Παρασκευής 5 Αυγούστου, περίπου 400 άτομα συγκεντρώθηκαν στο σπίτι των γονιών του Duggan στην περιοχή για να τιμήσουν τη μνήμη του, σε μια ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα. Αλλά η αστυνομία κάλεσε τους εκπροσώπους της κοινότητας σε συνεδρίαση μόλις στις 13:00 την επόμενη μέρα. Σε εκείνο το χρονικό σημείο, απευθύνθηκαν στους μπάτσους ξεκάθαρες προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο ταραχών, αλλά οι μπάτσοι συμμορφώθηκαν με την ΙPCC, παραλείποντας πάλι να στείλουν κάποιον για να συζητήσει το ζήτημα με την οικογένεια ή την κοινότητα – πιθανώς το παράδειγμα του Keith Blakelock ακόμα στοίχειωνε την αστυνομία, όπως αυτό της Cynthia Jarrett τους κατοίκους της Broadwater Farm. Περίπου στις 17:30, υπό τα άγρυπνα βλέμματα των καμερών των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης, μια μικρή διαδήλωση καλέστηκε στην περιοχή και ξεκίνησε προς το αστυνομικό τμήμα, με επικεφαλής τον επιφανή ακτιβιστή Stafford Scott της Broadwater Farm, για να απαιτήσει κάποια ακρόαση. Αλλά οι χαμηλόβαθμοι αστυνομικοί που είχαν απομείνει στο τμήμα μπορούσαν μόνο να τους παραπέμψουν στην IPCC ή στην Επιχείρηση Τρίαινα, οι οποίες είχαν τις βάσεις τους αλλού. Έτσι, το αίτημα για διάλογο με έναν ανώτερο αξιωματικό δεν ικανοποιήθηκε, με το πλήθος να αυξάνεται – και να γίνεται όλο και περισσότερο ανήσυχο.

Οποιοσδήποτε που, για πολιτικούς λόγους, θέλει να ισχυριστεί ότι οι «Ταραχές» ήταν τελείως χωρίς «αιτήματα», απλή έκφραση της «αρνητικής γλώσσας του βανδαλισμού» κλπ., θα πρέπει τουλάχιστον να δώσει κάποια εξήγηση για το πώς μπορούν να διαχωριστούν από τη μια τα ξεκάθαρα αιτήματα –σε πανό, σε συνθήματα, σε απόπειρες διαπραγμάτευσης με την αστυνομία– και από την άλλη, το κύμα ταραχών στο οποίο κατέληξαν, και που δεν θα είχε λάβει χώρα, αν αυτά εξέλειπαν. Άλλες στιγμές-κλειδιά του κύματος των ταραχών, στις οποίες η αντιμπατσική δυναμική ήταν κυρίαρχη, όπως στο Hackney, το Salford, και πιθανώς το Brixton, επίσης θα έμοιαζαν να χρειάζονται μια τέτοιου είδους εξήγηση: οπωσδήποτε, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις διέπρεψε ένας αρνητικός, βίαιος τρόπος συμπεριφοράς, αντί για κάποια ειρηνική διαπραγμάτευση. Αλλά «έχω αιτήματα» δεν σημαίνει «ζητάω ευγενικά».

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Καθώς έπεφτε η νύχτα, η σύνθεση άλλαξε, με τις μητέρες και τα παιδιά να επιστρέφουν σπίτι δίνοντας τη θέση τους σε ένα μείγμα γηπεδικών, μια πιο έντονη παρουσία νεολαίων, και μια σημαντική εθνική πολυμορφία – πέρα από την τοπική μαύρη κοινότητα, υπήρχαν επίσης Τούρκοι, Πολωνοί, λευκοί Βρετανοί κλπ. Στις 20:00 τα ΜΑΤ εμφανίστηκαν για να προστατέψουν το αστυνομικό τμήμα από ένα εξαγριωμένο, αλλά ακόμα μη βίαιο πλήθος. Ένα 16χρονο κορίτσι βγήκε μπροστά για να μιλήσει ξανά για τα αιτήματα, πιθανώς πετώντας κάτι, και σε απάντηση οι μπάτσοι κινήθηκαν προς τα εμπρός, σπρώχνοντάς την, και πιθανόν εξαπολύοντας επίθεση με τις ασπίδες και τα κλομπ τους. Αυτή φαίνεται να ήταν αφετηριακή στιγμή της ανάδυσης της λογικής του πλήθους που δρα, και της μετατροπής της διαδήλωσης της κοινότητας σε ταραχές. Ακόμα και για ένα πλήθος που ξέρει πολύ καλά από την αρχή τι μπορεί να επακολουθήσει, το πρόβλημα του ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση εμποδίζει τις ταραχές από το να αποτελούν μια ευθέως εσκεμμένη πράξη. κανένα άτομο ή ομάδα δεν μπορεί απλώς να αποφασίσει μονομερώς να εξεγερθεί, εκτός κι αν η εξέγερση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Γι’ αυτό το άμεσο έναυσμα πολύ συχνά παίρνει τη μορφή μιας σχετικά ήσσονος σημασίας πράξης της αστυνομίας, η οποία ενώνει το οργισμένο πλήθος εναντίον της· αλλά τέτοια σημεία καμπής δεν εμφανίζονται από το πουθενά – μάλλον παράγονται από την κλιμάκωση μιας δυναμικής, κατά την οποία το πλήθος μπορεί σίγουρα να παίξει ενεργό ρόλο. Έως τις 20:20, το πλήθος είχε επιτεθεί στα διπλανά περιπολικά, βάζοντάς τους φωτιά, και σπρώχνοντας ένα εξ αυτών προς τη κεντρική λεωφόρο ως φλεγόμενο οδόφραγμα. Ύστερα έσπασε τις αστυνομικές γραμμές και επιτέθηκε στο αστυνομικό τμήμα πετώντας τούβλα, μπουκάλια, αυγά. Η αναταραχή απλωνόταν τώρα σε όλη την περιοχή. Περίπου στις 22:15, μπήκε φωτιά στο ταχυδρομείο του Τότεναμ και εντός μισής ώρας  σε περισσότερα περιπολικά και σε ένα διώροφο λεωφορείο. Το σούπερ μάρκετ Aldi και το πλέον διάσημο κατάστημα Carpetright παραδόθηκαν σύντομα και αυτά στις φλόγες – μαζί με το τελευταίο άρπαξαν φωτιά και μερικά σπίτια. Περισσότερη αστυνομία επιστρατεύθηκε, συμπεριλαμβανομένων των ειδικευμένων της TSG, εξοπλισμένn με σκυλιά και άλογα, λαμβάνοντας ενισχύσεις από την αστυνομία του City. Όλοι αυτοί καταφτάνουν υπό αποδοκιμασίες και συνθήματα: «θέλουμε απαντήσεις»/«χωρίς δικαιοσύνη δεν υπάρχει ειρήνη»/«αναπαύσου εν ειρήνη Mark Duggan»/«ποιανού είναι οι δρόμοι; είναι δικοί μας!». Οι μπάτσοι προσπάθησαν να αποκλείσουν τα στενά για να αποτρέψουν την εξάπλωση των ταραχών, ενώ τα συνηθισμένα ελικόπτερα πετούσαν από πάνω. Αλλά είχαν ήδη χάσει οριστικά τον έλεγχο των γεγονότων.

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, σπάστηκαν τα παράθυρα του τοπικού δικαστηρίου και μπήκε φωτιά στη διπλανή υπηρεσία δικαστικής επιτήρησης, ενώ το νυχτερινό κέντρο Opera House, στο οποίο απ’ ό,τι φαίνεται σύχναζε ο Mark Duggan, έμεινε άθικτο – μια συγκεκριμένη επιλογή στόχων σε αντίθεση με την ανορθολογικότητα ενός τυχαίου όχλου, με τον οποίο οι φοβισμένοι κι αδιάφοροι, από τον Gustave Le Bon και μετά, παραδοσιακά ταυτίζουν το εξεγερμένο πλήθος. Οι ταραχές διαδόθηκαν μέσα στη νύχτα στο κοντινό εμπορικό κέντρο Tottenham Hale Retail Park και, αποτελώντας το πρώτο ξεκάθαρο παράδειγμα μαζικής απαλλοτρίωσης, η οποία έχει συνδεθεί με αυτό κύμα ταραχών στο σύνολό του, σχεδόν κάθε κατάστημα λεηλατήθηκε και ένα σουπερμάρκετ πυρπολήθηκε. Γύρω τις 3:00 στο Wood Green –μια άλλη κοντινή συνοικία– μπήκαν φωτιές, και πολλά καταστήματα λεηλατήθηκαν. Αλλά πάλι ήταν εμφανείς ορισμένες διακρίσεις: αφήσαν άθικτο ένα μαγαζί που λεγόταν «Loot» [«Πλιάτσικο»] κι ένα pound shop [παντοπωλείο τύπου «ό,τι πάρεις 1 ευρώ»]. Σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες, δεν υπήρξαν ιδιαίτερα φαινόμενα βίας σε αυτές τις περιοχές, αρχικά η δραστηριότητα επικεντρώθηκε κυρίως στον μεγαλύτερο γύρο εστιασμένων «προλεταριακών αγορών» που έχει δει ποτέ η χώρα.

Η ραγδαία μετατροπή των αντιμπατσικών ταραχών στο κέντρο του Τότεναμ σε αυτό το διαδεδομένο πλιάτσικο δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερα απροσδόκητο: όταν μια μεγάλη αντιμπατσική πυρκαγιά παρέχει αρκετή κάλυψη, είναι εντελώς ιδιάζον το επόμενο βήμα να περιλαμβάνει απαλλοτριώσεις, είτε ως άδραγμα της ευκαιρίας είτε ως μια ακόμα άτακτη χειρονομία προς το κεφάλαιο ή το κράτος.52 Όποτε τα καταστήματα είναι διαθέσιμα στο εξεγερμένο πλήθος, συνήθως λεηλατούνται. Επικλήσεις σε παράγοντες όπως ο «καταναλωτισμός» είναι τελείως περιττές εδώ – λες κι η επιθυμία για τα απαραίτητα υλικά αγαθά χρειάζεται μια ιδεολογία για να εξηγηθεί! Κι αφήνοντας και το ίδιο το πλιάτσικο στην άκρη, όταν μαγαζιά είναι κοντά, συνιστούν κάποιους από τους προφανείς αποδέκτες της βίας του πλήθους, δίπλα στις υποδομές του ενός ή του άλλου μισητού θεσμού και δίπλα τα αντικείμενα που είναι διαθέσιμα στον δρόμο και που θα καούν με σκοπό το θέαμα και την κωλυσιεργία, όπως τα οχήματα. Στο Brixton το 1981, επίσης, περάσαμε πολύ γρήγορα στη φάση των απαλλοτριώσεων, όταν οι μπάτσοι εκδιώχτηκαν από τα εξαγριωμένα πλήθη που διογκώνονταν· επίσης, το ίδιο συνέβη στο Brixton και στο Handsworth το 1985, στο Meadow Well το 1991, στο Brixton το 1995 – αλλά όχι στο Broadwater Farm το 1985, όπου τα περισσότερα καταστήματα είχαν από καιρό κλείσει. Οι ταραχές του 2011 διέφεραν ίσως στην ταχύτητα, με την οποία τα πανταχού παρόντα μέσα στιγμιαίας επικοινωνίας διέδωσαν τα νέα ότι η αστυνομία βρίσκεται σε άμυνα, ανοίγοντας προοπτικές χιονοστιβάδας για την εκμετάλλευση αυτού του γεγονότος είτε για ευθέως εργαλειακούς λόγους είτε με κάποιον άλλο στόχο – όπως η εκδίκηση στα καταστήματα που απέρριπταν αιτήσεις εργασίας, σύμφωνα με τους αναδρομικούς ισχυρισμούς ενός πλιατσικολόγου. Εξ ου και το διάσημο κάλεσμα, που κυκλοφόρησε ευρέως μέσω της υπηρεσίας messenger της Blackberry την Κυριακή 7 Αυγούστου, καθώς η αταξία εξαπλωνόταν, προτρέποντας επίδοξους πλιατσικολόγους να εγκαταλείψουν τις πιο καταστροφικές δράσεις και να απολαύσουν τα δωρεάν για όλους εμπορεύματα:

Όλοι στο Edmonton Enfield του Wood Green, παντού από τα βόρεια συγκεντρωθείτε στον σταθμό του Enfield στις 16:00 ακριβώς!!!! Αφήστε τις αυλές σας και βρεθείτε με τους κολλητούς σας. Γαμήστε τους μπάτσους, φέρτε τα fullface σας και τις τσάντες σας, τα βανάκια σας, σφυριά, τα πάντα!! Στείλτε το στους απλούς ανθρώπους, βεβαιωθείτε πως δεν θα το μάθει κανένας ρουφιάνος!!! Απ’ όπου κι αν είστε, βάλτε τα fullface σας και βρεθείτε και κάντε χαμό, απλώς κλέψτε τα πάντα. Η αστυνομία δεν μπορεί να το σταματήσει. Τέρμα με τις φωτιές όμως! Διαδώστε το!!!!!

Αξίζει να θυμηθούμε όμως, ότι το κάθε φορά σύγχρονο καθεστώς των μέσων επικοινωνίας συχνά γίνεται αντικείμενο επίκλησης κατά την ερμηνεία του πολλαπλασιασμού των ταραχών: οι τηλεειδοποιητές (pagers) και τα «κινητά τηλέφωνα» τη δεκαετία του ’90, οι ασύρματοι το 1981... Κάθε αυθόρμητo ξεδίπλωμα κοινωνικής αναταραχής σαν αυτή αυτονόητα λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί σε σημαντικό βαθμό από τις «πολυτέλειες» των σύγχρονων τεχνολογιών επικοινωνίας – τεχνολογίες των οποίων η ραγδαία ανάπτυξη και ο πολλαπλασιασμός έχει υπάρξει μια από τις εξέχουσες δυναμικές της εποχής. Αλλά αυτές μπορούν μόνο να γίνουν φορείς μια αδύναμης μορφής αιτιότητας, διαμορφώνοντας δυνατότητες και όχι καθοδηγώντας τα γεγονότα.

Κι ενώ αυτές οι δράσεις πρέπει σίγουρα να παρθούν στα σοβαρά ως μια από τις πιο διακεκριμένες όψεις του κύματος των ταραχών στο σύνολό του, χρειάζεται να αποφύγουμε τρόπους ερμηνείας οι οποίοι προβάλουν τέτοιες κινήσεις ως κάποιον ουσιαστικό δείκτη του «περιεχομένου των ταραχών», λες και τα εθνικά κύματα ταραχών αποτελούν ένα είδος δοχείου το οποίο μπορεί να περιέχει ένα μοναδικό, εύκολα αναγνωρίσιμο περιεχόμενο. Κανένα κοινωνικό συμβάν μεγάλης κλίμακας, καμιά εξέγερση όπως αυτή, δεν μπορεί ευθέως να ερμηνευτεί ως απλή έκφραση ενός εσώτερου περιεχομένου, επειδή οι εμπλεκόμενοι παράγοντες και οι εμφανιζόμενες καταστάσεις είναι υπερβολικά ετερογενείς για να μπορούν να υπαχθούν σε τέτοιου είδους αναγωγές. Καθείς έχει τους δικούς λόγους –πολλοί από αυτούς χωρίς αμφιβολία είναι κοινοί– αλλά θα ήταν σφάλμα να θεωρήσουμε πως μπορεί να εξαχθεί αφαιρετικά από αυτό το χάος κάποιου είδους μοναδική μεταπρόθεση χωρίς να ασκηθεί σημαντική θεωρητική βία επί του αντικειμένου. Είναι προτιμότερο να επικεντρωθούμε στη χαρτογράφηση των αντικειμενικών και υποκειμενικών ενδεχομενικοτήτων, των οποίων το ίζημα αποτέλεσε το κύμα των ταραχών, και να ιχνηλατήσουμε τη λογική τους καθώς αυτή ξεδιπλώνεται. Και εντός αυτής της λογικής, είναι ξεκάθαρο πως οι απαλλοτριώσεις, δραματικές καθώς ήταν, ξεκίνησαν μόνο σε έναν χώρο που είχε ήδη απελευθερωθεί από μια αντιμπατσική εξέγερση, πριν αναπτύξουν τη δική τους μεταδοτική λογική.

Μέχρι την Κυριακή το πρωί, καθώς οι ταραχές συνεχίζονταν στην περιοχή του Τότεναμ, οκτώ αστυνομικοί είχαν δεχτεί ιατρική περίθαλψη στο νοσοκομείο, ενώ υπήρξαν αναφορές για παρευρισκόμενους που δέχτηκαν επίθεση. Στις 7:00 η αστυνομία συγκάλεσε την πρώτη από μια σειρά συναντήσεις για τη διαχείριση της κρίσης, στέλνοντας χιλιάδες ενισχύσεις στο Λονδίνο από άλλες περιοχές. Οι τυπικές επίσημες καταδίκες των γεγονότων είχαν συνηθισμένη προέλευση: το γραφείο του πρωθυπουργού, του τοπικού βουλευτή, του διοικητή της Μητροπολιτικής Αστυνομίας. Καθώς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης –προπάντων η κρυπτογραφημένη υπηρεσία messenger της Blackberry– βοούσαν από εικασίες και προτροπές, η αστυνομία εκτίμησε ότι το Enfield –μια περιοχή αρκετά κοντά στο Τότεναμ– εμφανιζόταν ως το πιθανότερο σημείο μιας νέας έκρηξης. Το καρναβάλι στο Hackney ακυρώθηκε προληπτικά τη τελευταία στιγμή, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τις ταραχές να εξαπλωθούν στο Dalston το απόγευμα, με τη λεηλασία αρκετών καταστημάτων και του εμπορικού κέντρου στο Kingsland. Το καρναβάλι στο Brixton διεξήχθη κανονικά, αλλά όταν η μουσική σταμάτησε και εμφανής ένταση κυριάρχησε στην απογευματινή ατμόσφαιρα, ένας νεαρός άντρας κυνηγήθηκε, σύρθηκε στο έδαφος και μπουζουριάστηκε σε ένα βαν της αστυνομίας. Μερικοί εκατοντάδες κυρίως μασκοφορεμένοι νεολαίοι συγκεντρώθηκαν και ξεκίνησαν την επίθεση. Αλυσίδες καταστημάτων όπως η Vodafone, τα H&M, τo Footlocker, WH Smith, Currys και JD Sports λεηλατήθηκαν· οι βιτρίνες των KFC και McDonalds σπάστηκαν. τα Footlocker και Nando’s πυρπολήθηκαν, αφού πρώτα κλάπηκε ένα ταμείο. Αλλά, σε μια ακόμη έκφραση διακρίσεων από την πλευρά του πλήθους, ο πολύ κεντρικός κινηματογράφος Ritzy –με τις πολλές βιτρίνες του– έμεινε αλώβητος.

Όπως ήταν αναμενόμενο, εκατοντάδες νεολαίοι συγκεντρώθηκαν νωρίς το απόγευμα στο κέντρο του Enfield, σε έναν κατά τα φαινόμενα προσχεδιασμένο τόπο συνάντησης. Και φυσικά, πολλοί μπάτσοι ήταν εκεί για να τους υποδεχτούν. Οι ταραχές ξέσπασαν σποραδικά, και υιοθετώντας έναν μεγάλο βαθμό κινητικότητας –πιθανώς από αναγκαιότητα, ως άμεση απάντηση στην αστυνομική παρουσία– οι εξεγερμένοι γενικά τους απέφευγαν για να μπορέσουν να επιτεθούν σε καταστήματα, οχήματα κλπ. Στις 21:30 η αστυνομία προσπάθησε να μετατρέψει το Enfield σε «αποστειρωμένη περιοχή», φέρνοντας εκατοντάδες ΜΑΤ, σκυλιά κλπ. Διασκορπισμένο, το πλήθος κατευθύνθηκε προς ένα εμπορικό κέντρο για να επιτεθεί και να απαλλοτριώσει, κλέβοντας τηλεοράσεις κι αλκοόλ καθ’ οδόν. Κατά τις 00:45, τρεις αστυνομικοί στάλθηκαν στο νοσοκομείο αφότου χτυπήθηκαν από ένα ταχέως κινούμενο όχημα. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, το κύμα των ταραχών επεκτάθηκε σε πολλά άλλα μέρη του Λονδίνου: Denmark Hill, Streatham, Islington, Leyton, Shepherd’s Bush, Walthamstow. ακόμα και στο Oxford Circus υπήρξε αναταραχή. Πλήθος νεαρών ανθρώπων μαζεύτηκε στους δρόμους σε όλο το Λονδίνο, περιμένοντας να ξεσπάσουν τοπικές ταραχές. Μερικές φορές, η ισορροπία ανάμεσα στην αστυνομία και το ανήσυχο προσμένον πλήθος διατηρήθηκε χωρίς το πλήρες ξέσπασμα ταραχών – μια αρνητική αποτύπωση του γεγονότος ότι οι ταραχές αποτελούν ένα αναδυόμενο κοινωνικό συμβάν και όχι κάτι που παράγεται από μια μεμονωμένη απόφαση, από κάποια γραμμική σκοπιμότητα.

ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Σποραδικές απαλλοτριώσεις· σπασμένες βιτρίνες. εμπρησμοί: ένα συνονθύλευμα από τυπικές λεπτομέρειες μιας εξέγερσης. Εδώ βρίσκουμε πως κάθε προσπάθεια ενικής αφήγησης των γεγονότων αναγκαστικά καταρρέει, λόγω της μεγάλης εξάπλωσής τους και της αναπαραγωγής μιας πολλαπλότητας τοπικών συμβάντων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κύμα ταραχών μετατρέπεται για εμάς σε ένα διαφορετικό αντικείμενο που απαιτεί ένα διαφορετικό είδος αφαίρεσης ή σύνοψης. Κάτι πολύ πέρα από τις ρίζες του σε μερικές συγκεκριμένες τοπικές ιστορίες αποκειμενοποίησης και αντιμπατσικών αγώνων, και κάτι αναγκαία πιο «θεωρητικό». Την ίδια στιγμή περνάμε οριστικά από το επίπεδο των συγκεκριμένων άμεσων αγώνων στο επίπεδο του εθνικού μηντιακού γεγονότος, όπου οι πρακτικές διαδίδονται όχι μόνο παράπλευρα και τοπικά στόμα με στόμα ή με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά από μια αναπτυσσόμενη επίγνωση, αποκρυσταλλωμένη στην κάλυψη των mainstream μήντια και των επίσημων δελτίων τύπου, πως μεγάλο μέρος της χώρας κατά κάποιον τρόπο εξεγείρεται. Κι είναι σε μεγάλο βαθμό από αυτή την οπτική γωνία που είμαστε αναγκασμένοι να εντοπίσουμε τα ίχνη  των γεγονότων όσο καλύτερα μπορούμε. Οι ίδιοι οι εξεγερμένοι δεν περιορίζονται φυσικά στο επίπεδο των άμεσων αγώνων, αλλά σχετίζονται με αυτούς καθώς οι τελευταίοι διαμεσολαβούνται κοινωνικά όχι μόνο στο επίπεδο της παράπλευρης διάδοσης με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, της διάδοσης στόμα με στόμα και των SMS, αλλά επίσης από συνεκτικές εθνικές αναπαραστάσεις που διαμορφώνονται από τα κυρίαρχα μήντια. Λαμβάνοντας υπόψη τον εγγενώς μιμητικό τρόπο με τον οποίο τέτοιοι αγώνες πολλαπλασιάζονται, η συζήτηση γι’ αυτήν τη διαμεσολάβηση δεν γίνεται να αποφευχθεί.

Το πρωί της Δευτέρας, καθώς οι ταραχές συνεχίζονταν, εμφανίστηκαν οι πρώτες αμφιβολίες σχετικά με τον ισχυρισμό πως είχε υπάρξει ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα στον Duggan και την αστυνομία. Στις 12:30 η Σκότλαντ Γιαρντ ανακοίνωσε τον τετραπλασιασμό των αστυνομικών δυνάμεων στην πρωτεύουσα. Εν τω μεταξύ, η Μητροπολιτική Αστυνομία απολογήθηκε στην οικογένεια του Duggan για τον τρόπο που χειρίστηκε τον θάνατό του· η IPCC, από την άλλη, κατηγόρησε την αστυνομία για έλλειψη επικοινωνίας. Νωρίς το απόγευμα, τα καταστήματα άρχισαν να κλείνουν στις περιοχές που αναμένονταν ταραχές, καθώς κυκλοφορούσαν φήμες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για επιπλέον στόχους. Είναι σε αυτό το χρονικό σημείο που το κέντρο του Hackney αναδεικνύεται ως το σημείο ανάφλεξης της Δευτέρας, με το οποίο ξεκινήσαμε το παρόν άρθρο. Ενόσω οι ταραχές διαδίδονταν από το δημαρχείο του Hackney προς τον οικισμό του Pembury, το κάτω μέρος της οδού Well και άλλες γειτονιές του Hackney, 15 μίλια νότια, στο Croydon, πλήθη νεαρών συγκεντρώθηκαν για να επιτεθούν σε καταστήματα, λεωφορεία και περαστικούς. Κατά τις 19:00, 200-300 άτομα διέσχισαν απομακρυσμένες γειτονιές λεηλατώντας και βάζοντας μικρές φωτιές. Κατά τις 21:00 τα γεγονότα διαδόθηκαν στο κέντρο της πόλης, όπου ξέσπασαν αρκετές μεγάλες και σοβαρές πυρκαγιές, μεταξύ άλλων και στο κατάστημα Reeves Furniture – διάσημο τώρα για τη φωτογένειά του και έμβλημα της πιο καταστροφικής πλευράς των ταραχών. Ένας άνδρας πυροβολήθηκε. ένας λευκός τύπος, μεσαίας τάξης, κυνηγήθηκε, σκόνταψε και δάρθηκε. ένας άλλος διερχόμενος με ένα σκούτερ σταμάτησε κι επίσης ξυλοκοπήθηκε.

Ταυτοχρόνως, στο Ealing, πλήθη που πάλι φαίνονταν να έχουν οργανωθεί με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, κινήθηκαν με στόχο την επίθεση σε πλούσιες περιοχές –αμάξια, καφετέριες, καταστήματα ρούχων και εμπορικά ακίνητα– κατά τα φαινόμενα χωρίς κάποιο ενδιαφέρον για πλιάτσικο. Περαστικοί έπεσαν θύματα βιαοπραγιών. Ένας 68χρονος άντρας δέχτηκε επίθεση, όταν προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά σε έναν κάδο, και αργότερα πέθανε. Στο Birmingham, περίπου 200 ταραχοποιοί έβαλαν φωτιά στο άδειο αστυνομικό τμήμα μιας κεντρικής περιοχής της πόλης, και επεδίωξαν να κινηθούν επιθετικά προς το εμπορικό κέντρο της. Η αστυνομία τους απέκρουσε με τη βοήθεια ενισχύσεων, αλλά αργότερα το βράδυ κάποια παιδιά επιστρέψαν και λεηλατήσαν πολλά καταστήματα. Στο Battersea, περαστικοί ταυτοποίησαν ταραχοποιούς ως «μπλε, κίτρινους και κόκκινους» – επρόκειτο για μέλη τοπικών συμμοριών που προφανώς είχαν κηρύξει ανακωχή εκείνο το βράδυ. Στο Camden μερικά μαγαζιά δέχτηκαν επίθεση και οι συγκρούσεις με τα ΜΑΤ μεταφέρθηκαν μέχρι το Kentish Town και το Chalk Farm. Στο Peckham, μια ομάδα εκάτο ατόμων πανηγύριζε καθώς ένας μαγαζί τυλιγόταν στις φλόγες, φωνάζοντας «σειρά τώρα έχει το West End». Ποδηλάτες και μηχανόβιοι εκδιώχτηκαν βίαια από τα οχήματά τους με πέτρες, και τα οχήματα απαλλοτριώθηκαν. Με αυτή τη λιτανεία χαοτικών και συχνά σκοτεινών συμβάντων σχηματίζεται ένα καρουζέλ λούμπεν αισχρότητας, που περιστρέφεται σε μόλις και μετά βίας μεταλλασόμενους βρόχους με όλο και περισσότερο λυπητερούς, ηθικολογικούς τόνους, η έγκριτη εκδοχή των ταραχών ξεκινά να παγιώνεται: δεν μπορούσαν όλα αυτά να είναι «σχετικά» με το Mark Duggan. όχι, ήταν το έργο μιας συγχυσμένης, άγριας κατώτερης τάξης53 που προσπαθούσε να αρπάξει ό,τι μπορούσε, στην καλύτερη λόγω κάποιου παραπλανημένου «καταναλωτισμού», στη χειρότερη επειδή προέρχεται από τους απρόθυμους για εργασία αστικούς βόθρους της «διαλυμένης Βρετανίας», στερούμενοι την εξουσία της πρέπουσας πατρικής φιγούρας που θα τους έβαζε στον ίσιο δρόμο, με ένα παλιό καλό πατρικό τράβηγμα του αυτιού. Η «ανηθικότητα» και η «εγκληματικότητα» είχαν κατά κάποιο τρόπο γίνει ανεξάρτητες μεταβλητές, που αναδύονταν από το πουθενά, παίρνοντας την ανθρώπινη μορφή του τερατώδους λούμπεν υποκειμένου που βάλθηκε να τρομοκρατήσει το ξακουστό και το καλό του έθνους.

ΑΠΟΒΡΑΣΜΑΤΑ

Περνώντας στην Τρίτη 9 Αυγούστου, και καθώς η εθνική «ομόψυχη αηδία»54 παγιωνόταν, τα κύρια σημεία δημιουργίας του κύματος των ταραχών στο εσώτερο Λονδίνο, με τις μεγάλες τους τοπικές ιστορίες αντιμπατσικών ανταγωνισμών –Τότεναμ, Brixton, Hackney– άρχιζαν σιγά σιγά να ησυχάζουν. οι δήμοι του εσώτερου Λονδίνου ήταν τώρα πλημμυρισμένοι με αστυνομία που είχε σταλθεί από όλη τη χώρα. Αλλά η αναταραχή συνεχιζόταν στους δήμους του εξώτερου Λονδίνου, και τώρα είχε διαδοθεί δυτικά και βόρεια πολύ πέρα από το Λονδίνο. Εκείνη τη στιγμή προέκυψαν οι διάφορες απαντήσεις των κοινοτήτων, ξεκινώντας με τις υποκριτικές ομάδες πρωινού καθαρισμού, καταλήγοντας σε οπλισμένους Τούρκους και Κούρδους μαγαζάτορες και ακροδεξιές ομάδες επιτήρησης τα βράδια. Η ομάδα καθαρισμού –ένα νέο είδος αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «αντι-αποκειμενική» κοινοτική αυτοοργάνωση– έπαιξε έναν βολικό ρόλο εδώ ως ο θετικός πόλος ενός αναπτυσσόμενου μανιχαϊσμού, προβαλλόμενη ως αυτό που δεν ήταν οι εξεγερμένοι. Η ξαφνική ζωηρή φιλικότητα και η κοινωνική υπευθυνότητα, στη βάση των οποίων αυτοί οι άνθρωποι συναντήθηκαν, έχοντας ως σύμβολο τις σκούπες και τα λαστιχένια γάντια –τα οποία, κατά το μεγαλύτερο μέρος, ήταν απλώς συμβολικά, καθώς οι δημόσιοι οδοκαθαριστές είχαν ήδη κάνει τη δουλειά νωρίτερα το πρωί–  βρίσκονταν  υποτίθεται σε αντίθεση με την εξατομικευμένη, κτηνώδη ανομία των εξεγερμένων: απλοί βάνδαλοι, απόντες παντού από την κοινότητα, πολίτες που είχαν αποτύχει και έτσι είχαν καταπέσει στην κατάσταση της φύσης εκεί κάτω. Όπως μια από εκείνα τα μέλη της «ομάδας ανάσχεσης ταραχών» έγραφε στο γιλέκο της: «οι πλιατσικολόγοι είναι αποβράσματα». Στις αφηγήσεις που τώρα ξεδιπλώνονταν, οι θετικές υποκειμενικότητες, οι οποίες στην πορεία των τοπικών εξεγέρσεων είχαν συγκροτηθεί ενάντια σε αυτή τη λογική, είχαν οριστικά σβήσει. Καμιά αυτενέργεια δεν υπήρχε εδώ. καμιά λογική. καμιά πρόθεση· κανένα παράπονο. κανένας σκοπός. καμιά θέληση. καμιά ηθική· καμιά κοινότητα: απλώς μια μεγάλη τρύπα στην κοινωνία, στην οποία πέφτουν οι κακοί. Οι πολιτικοί, φυσικά, φρόντισαν να φωτογραφηθούν μέσα αυτή την αυτάρεσκη αναστάτωση. «Boris! Boris! Boris!» φώναζε η ταξιαρχία της σκούπας, καθώς ο αναμαλιασμένος παλιάτσος των Τόρις εμφανίστηκε για να βολευτεί κι αυτός σε αυτή την εικόνα συλλογικής αγαλλίασης.

Τα γρανάζια της πολιτικής αντίδρασης τώρα είχαν τεθεί σε κίνηση. Στις 11:00 ο Ντέιβιντ Κάμερον έκανε την πρώτη του δήλωση έξω από το πρωθυπουργικό γραφείο, έχοντας διακόψει τις διακοπές του για να επιστρέψει στο Λονδίνο. Ανακοίνωσε ότι συγκαλεί το κοινοβούλιο, κι ότι από εκείνο το βράδυ θα υπήρχαν 16.000 αστυνομικοί στους δρόμους του Λονδίνου. Πιο βόρεια, στο Birmingham, ο Νικ Κλεγκ αποδοκιμάστηκε και η ομιλία του διακόπηκε καθώς προσπαθούσε να εκτιμήσει τις ζημιές. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, υιοθετήθηκαν ειδικά μέτρα για να επιτραπεί η διαχείριση του μεγάλου αριθμού ανθρώπων που είχαν ήδη συλληφθεί, και που ήταν τώρα προφανώς στοιβαγμένοι σε συνωστισμένα, ανθυγιεινά κελιά, χωρίς νερό και φαγητό. Εν τω μεταξύ, σε διεθνές επίπεδο, ένας εκπρόσωπος του υπουργείου εξωτερικών του Ιράν κάλεσε τη βρετανική αστυνομία να «δείξει αυτοσυγκράτηση» και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις να διερευνήσουν τον πυροβολισμό του Mark Duggan. τα ΜΜΕ της Συρίας κάλυψαν σε βάθος τις ταραχές, εστιάζοντας στο ενδεχόμενο να βγει ο στρατός στους δρόμους. το κράτος της Λιβύης περιέγραψε τις ταραχές ως «λαϊκή αναταραχή». Στην Αίγυπτο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βούιζαν από τη διαμάχη για το αν οι ταραχές έπρεπε να ερμηνευτούν ως μετάδοση της Αραβικής Άνοιξης στην Αγγλία. Η Μητροπολιτική Αστυνομία περιέγραψε τα γεγονότα της νύχτας της Δευτέρας ως «τα χειρότερα που έχει δει τα τελευταία χρόνια», και δήλωσε ότι από εδώ και πέρα θα χρησιμοποιηθούν πλαστικές σφαίρες αν χρειαστεί. Αυτή θα ήταν η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο θα συνέβαινε στην Βρετανία (με την Βόρεια Ιρλανδία να έχει ήδη, φυσικά, πάρει το μερίδιό της). Ελπίζοντας να ανακόψουν την παλίρροια των νέων που έβγαιναν στους δρόμους για να συμμετάσχουν στα γεγονότα, τα τοπικά συμβούλια σε εκείνη τη φάση ξεκίνησαν να στέλνουν προειδοποιητικά email και SMS στους γονείς, συμβουλεύοντάς τους να κρατήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι. Ακόμα κι ο διαδικτυακός κόσμος τώρα είχε τις δικές του εκδηλώσεις εξεγερτικής συμπεριφοράς. Τα πρώτα σε πωλήσεις αθλητικά προϊόντα του Amazon τώρα περιλάμβαναν πτυσσόμενα κλομπ και ρόπαλα του μπέιζμπολ, οι πωλήσεις των οποίων αυξήθηκαν κατά 5.000% τα περασμένα 24ωρα. Και περίπου στις 15:30 χάκερς επιτέθηκαν στη διαδικτυακή σελίδα της Research in Motion για την πρόθεσή της να δώσει στην αστυνομία τα στοιχεία των χρηστών της υπηρεσίας messenger Blackberry.

Καθώς το απόγευμα έδινε τη θέση του στο βράδυ και αναμενόταν η επιστροφή των ταραχών, τα καταστήματα έκλεισαν από νωρίς. Σε μερικές περιοχές –ειδικά σε πολυπληθείς τουρκικές και κουρδικές περιοχές όπως το Dalston και το Walthamstow– παρέμειναν ανοιχτά, αλλά περιφρουρημένα από μεγάλες ομάδες εθελοντών. Στις 17:25 η IPCC ανακοίνωσε ότι δεν υπήρξε πυροβολισμός από τον Mark Duggan πριν σκοτωθεί από την αστυνομία. Φαινόταν παράξενο –κι ακόμη και τώρα φαίνεται– ότι δημοσίευσαν μια τέτοια δυνητικά εκρηκτική πληροφορία εκείνη τη χρονική στιγμή. Μην έχοντας τρόφιμα στο σπίτι, και με τα μαγαζιά κλειστά, κατευθυνθήκαμε στη μόνη περιοχή που φαίνονταν ανοιχτά – στο ύψος των τούρκικων εστιατορίων της οδού Kingsland που είχαν δική τους προστασία. Μερικά καταστήματα και τράπεζες είχαν σπαστεί το περασμένο βράδυ, αλλά η συνήθως πολυσύχναστη περιοχή τώρα έμοιαζε με πόλη φάντασμα. Στη Dalson Junction, μια μοναχική μικρή χριστιανική ομάδα έψελνε παράφωνα ύμνους στο σούρουπο. Φτάνοντας στο ύψος του δρόμου με τα εστιατόρια, εκατοντάδες τούρκοι βρίσκονταν στους δρόμους, εύθυμοι αλλά προετοιμασμένοι για φασαρίες: κυρίως νεαροί άντρες, αλλά επίσης μεσήλικες και νεαρά κορίτσια, ακόμη και ολόκληρες οικογένειες. Αλλά στο εστιατόριο ήμασταν οι μόνοι πελάτες, εμείς και η μουσική. Το προσωπικό ήταν ευδιάθετο· η αίσθηση κοινοτικής αλληλεγγύης ήταν απτή. Έξω μερικοί τύποι κουβαλούσαν ρόπαλα του μπέιζμπολ· μια σειρήνα ηχούσε· οι μπάτσοι έκαναν βόλτες στον δρόμο περισσότερο μάλλον για να δηλώσουν την παρουσία τους παρά για κάτι άλλο. Κάτσαμε για λίγο με το πλήθος. Ένα σμήνος σχηματίστηκε μπροστά από το μπιλιαρδάδικο Efes, με έναν άντρα να είναι σίγουρα ο αρχηγός ο οποίος έδινε οδηγίες στα τούρκικα προς τους εθελοντές φρουρούς, αλλά τίποτα δεν προέκυψε. Το πλήθος ήταν τόσο ισχυρό όσο κι οι εξεγερμένοι στο Pemburry το περασμένο βράδυ, νιώθοντας μεγαλείο μπροστά στην συλλογική τους δύναμη. Σε ένα σημείο, μερικοί κυρίως λευκοί έφηβοι με κουκούλες, βιάστηκαν να διασχίσουν το σημείο, εμφανώς σε εγρήγορση. Ένας όχλος Τούρκων ξεκίνησε να τους ακολουθεί, γυρνώντας και σφυρίζοντας για ενισχύσεις, θέλοντας να κάνουν τσαμπουκά, αλλά τελικά τίποτα. Λίγο αργότερο ένα μαύρο ζευγάρι εμφανίστηκε πιο κάτω στον δρόμο και το πλήθος αναστατώθηκε ξανά... αλλά βρίσκονταν εκεί, όπως κι εμείς, ψάχνοντας για φαγητό.

Μπήκαμε σκύβοντας σε ένα μισόκλειστο παντοπωλείο. Δείχνοντάς μας ένα σπρέι πιπεριού κι ένα παλιό πτυσσόμενο κλομπ, ο νεαρός Τούρκος στο ταμείο κόμπασε: «αδερφέ, δεν έχω ξαναϋπάρξει ποτέ τόσο εξοπλισμένος!». Ο φίλος του κρατούσε ένα βαρύ μακρύ συρματόσχοινο – ένα αυτοσχέδιο ρόπαλο. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή, ξέρεις, από αυτά βιοποριζόμαστε. αν χάσουμε το μαγαζί δεν θα έχουμε τίποτα». Έξω, το πλήθος ενίοτε διαλυόταν στη θέα των αστυνομικών οχημάτων. εκείνων των κτηνωδών τεθωρακισμένων βαν που έκοβαν βόλτες στους δρόμους σε κομβόι. Είχαν κόσμο μέσα. Ήταν επτά ή οκτώ από αυτά, και τα ακολουθούσαν τα συνηθισμένα λευκά αστυνομικά βανάκια των ΜΑΤ. Καθώς αυτό το μακρύ κομβόι περνούσε μέσα από το πλήθος, πολλοί σφύριξαν και πανηγύρισαν βραχνά στη θέα των μαζικών συλλήψεων, μεταχειριζόμενοι τους μπάτσους ως ήρωες. Ένας νεαρός καπελάκιας μπάτσος περιφερόταν στον δρόμο, διακινώντας τα εθνικά πλειοψηφικά συμπεράσματα: «δεν είναι πολιτικό. είναι απλώς ανούσια βία τώρα –αυτοί οι άνθρωποι απλά κόβουν βόλτες σπάζοντας και λεηλατώντας– δεν έχει καμιά σχέση με τον πυροβολισμό», Επιστρέφοντας σπίτι, περάσαμε μπροστά από δύο μπάτσους που κάναν επιτόπιο έλεγχο σε τρεις έφηβους μαύρους, μιλώντας τους έντονα. όχι επειδή ήταν μαύροι.

Δέκα μίλια νοτιοανατολικά, στο ρατσιστικό παλιό Eltham, η αυτοοργάνωση της κοινότητας ενάντια στις ταραχές είχε ορισμένες διαφορετικές αποχρώσεις. Μια εθελοντική ομάδα επιτήρησης περίπου 200-300 ατόμων συγκεντρώθηκε στους δρόμους με τον δεδηλωμένο σκοπό να προστατεύσουν την κοινότητά τους: κυρίως άντρες, μερικοί ισχυρίζονταν ότι ήταν μέλη της EDL (Αγγλική Αμυντική Λίγκα),55 οπαδοί των ποδοσφαιρικών ομάδων Τσάρλτον Αθλέτικ και Μίλγουολ – η τελευταία για χρόνια συνδεμένη με τον ακροδεξιό χουλιγκανισμό. Ο ηγέτης της EDL, Stephen Lennon, δήλωσε: «Θα σταματήσουμε τις ταραχές· η αστυνομία προφανώς δεν μπορεί να τις διαχειριστεί». Ζωντανές απειλητικές δηλώσεις ότι οι «αράπηδες» θα «την πάθουν απόψε». Παρόμοιες ομάδες μαζεύτηκαν στο Enfield, ενώ στο Southall σιχ βγήκαν στους δρόμους με σπαθιά και μπαστούνια του χόκεϊ. Δυσοίωνα σημάδια του τι θα μπορούσε να επακολουθήσει –εικόνες κλιμακούμενης διακοινοτικής διαμάχης– αλλά σχεδόν τίποτα παραπάνω: ενώ μεγάλες πυρκαγιές συνέχιζαν να καίνε σε άλλα μέρη της χώρας,  η νύχτα στο Λονδίνο πέρασε με λίγα επεισόδια, αφού είχε επέλθει ηρεμία σε σημαντικό βαθμό – πιθανόν ως αποτέλεσμα αυτής της κοινοτικής αυτοάμυνας ή της αποστολής στην πόλη 16.000 μπάτσων. Τα εθελοντικά πλήθη επιτήρησης συνέχισαν να εμφανίζονται στο Eltham ακόμα και την Πέμπτη –μια μέρα αφότου το εθνικό κύμα ταραχών είχε σπάσει, και δυο μέρες αφότου είχε υποχωρήσει στο Λονδίνο– με δηλωμένο ακόμα στόχο να προστατέψουν τις κοινότητες από τους εξεγερμένους. Ωστόσο, θα έκαναν τη δική τους αντιμπατσική εξέγερση, όταν η αστυνομία εμφανίστηκε για να εκκενώσει τους δρόμους. Έτσι, η πολιτική αμφιθυμία των κοινοτήτων που οργάνωναν την αυτοάμυνά τους –είτε ενάντια στους μπάτσους είτε ενάντια σε κάποια άλλη κοινότητα– τέθηκε πλήρως στο επίκεντρο. Σύμφωνα με μια διεστραμμένη κοινωνική λογική, η κινητοποίηση μερικών χωρικά προσδιορισμένων κοινοτήτων του εσώτερου Λονδίνου ενάντια στις διαδικασίες αποκειμενοποίησης και ρατσισμού της αστυνομίας, με τις παρενέργειές της να διαδίδονται σαν κύματα στον κοινωνικό ιστό, προκάλεσε την εμφάνιση περαιτέρω χωρικών αυτοοργανώσεων, οι οποίες ήταν συχνά ρατσιστικές και οι οποίες αντιλαμβάνονταν τον ρόλο τους ως ρόλο αστυνόμευσης, εκδιώχνοντας το αποκείμενο από την κοινότητα. Δεν προκαλεί έκπληξη ποιος τρόπος επιλέχθηκε τελικά συμβάλλει στη συγκρότηση της εθνικής ομοψυχίας. Μερικές εβδομάδες αργότερα, πολλά μέλη των παραδοσιακά αριστερών κουρδικών και τουρκικών κοινοτήτων θα αποστασιοποιηθούν από τον πραγματιστικό τρόπο, με τον οποίο υλοποιήθηκε η αυτοοργάνωση των κοινοτήτων τους, και θα εκφράσουν την αλληλεγγύη τους στους εξεγερμένους του Τότεναμ σε μια πορεία που κινήθηκε βόρεια από την οδό Kingsland προς την περιοχή του αρχικού ξεσπάσματος.

Τη Τρίτη το βράδυ, οι ταραχές συνεχίστηκαν σε Birmingham, Bristol και Nottingham και διαδόθηκαν σε Manchester, Salford, Bury, West Bromwich, Leicester, Gloucester, Wirral, Sefton και Wolverhampton. Παρ’ όλο που η αστυνομία ισχυρίστηκε το αντίθετο, είναι δελεαστικό να αναρωτηθούμε αν η μαζική μετακίνηση της αστυνομίας προς το Λονδίνο έδωσε στους εξεγερμένους περισσότερες ευκαιρίες αλλού. Όπως κι αν το ερμηνεύσει κανείς, το βράδυ της Τρίτης ήταν το βράδυ κατά το οποίο η επικράτεια πέρα από το Λονδίνο πραγματικά κάηκε: στο Nottingham, γύρω στις 22:30, 30-40 άτομα επιτέθηκαν με μολότωφ στο αστυνομικό τμήμα. στο Liverpool, ένα πλήθος νεολαίων συγκεντρώθηκε περίπου στις 23:30 ρίχνοντας αντικείμενα στο αστυνομικό τμήμα και επιτιθέμενο σε καταστήματα· στο σταθμό New Street στο Birmingham, η αστυνομία συγκρούστηκε με περίπου 200 πλιατσικολόγους που είχαν επιτεθεί σε καταστήματα και είχαν κάψει αυτοκίνητα – η αστυνομία,  συμπεριλαμβανομένου ενός ελικόπτερου της, δέχτηκε πυροβολισμούς, ενώ πετάχτηκαν και μολότωφ· από τις 23:00 και μετά, στο Gloucester –μια μικρή επαρχιακή εμπορική πόλη, η οποία παρ’ όλα αυτά είχε ξαναβιώσει αναταραχή– έλαβαν χώρα ταραχές και απαλλοτριώσεις· στο Manchester, παρ’ όλο που εκεί έχει τη βάση της η τρίτη μεγαλύτερη αστυνομική δύναμη της χώρας, ο έλεγχος του κέντρου της πόλης χάθηκε όταν ξεκίνησαν απαλλοτριώσεις και εμπρησμοί στην εμπορική περιοχή. Αλλά τα πιο δραματικά γεγονότα πιθανόν συνέβησαν στο Salford, μια πόλη περίπου 250.000 ανθρώπων κοντά στο Manchester, όπου ξέσπασε άλλη μια αντιμπατσική εξέγερση.

Salford: κυρίως πόλη λευκών· ανεργία πάνω από τον μέσο όρο· η 15η πιο υποβαθμισμένη περιοχή της χώρας. Γύρω στις 15:00 την Τρίτη, αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες για το ενδεχόμενο ταραχών, ενώ αναφέρονται «απειλητικές συμπεριφορές» στον κεντρικό εμπορικό δρόμο. Σε απάντηση, η αστυνομία κατέρχεται μαζικά. Στη γωνία του οικισμού Brydon βιντεοσκόπησε εκατοντάδες νεολαίους που στοιβάζαν σπασμένα τούβλα και πέτρες. Αναπτύχθηκαν ΜΑΤ, αλλά έπεσαν αμέσως σε ενέδρα, με υψηλό επίπεδό βίας και πολύ μεγαλύτερο πλήθος από ό,τι περίμεναν. Ενώ φωτιές μαίνονταν και ένα εμπορικό κέντρο λεηλατείτο, λιγότεροι και καταβεβλημένοι, οι μπάτσοι επέμειναν στην προσπάθειά τους να διαλύσουν το πλήθος. Σε ένα σημείο, 600-800 εξεγερμένοι επιτέθηκαν σε μια ομάδα 30 μπάτσων με πέτρες, και στις 19:40 η αστυνομία έλαβε εντολή να απομακρυνθεί από το Salford, την ίδια στιγμή που ένα σουπερμάρκετ Lidl λεηλατείτο και πυρπολείτο, μαζί με αρκετά αμάξια στο πάρκινγκ του. Τα γραφεία της τοπικής στεγαστικής ένωσης πυρπολήθηκαν, καθώς κι ένα λεηλατημένο κατάστημα, καίγοντας το σπίτι μιας οικογένειας από πάνω. Από τις 22:45 η τοπική αστυνομία ενισχύθηκε με μπάτσους από 10 άλλες πόλεις και εισήλθε εκ νέου στο Salford ανακτώντας σταδιακά τον έλεγχο. Ενώ έλαβε χώρα πλιάτσικο, όπως πάντα, εκείνο που είναι αξιοσημείωτο στην περίπτωση του Salford ήταν η βίαιη αντιμπατσική διάσταση των γεγονότων. Ζώντας σε άλλη μια υποβαθμισμένη περιοχή που υπόκειται σε αυξανόμενους επιτόπιους ελέγχους, η νεολαία του Salford ακολούθησε το παράδειγμα των εξεγερμένων σε άλλα μέρη της χώρας και χρησιμοποίησε το κύμα ταραχών ως μια ευκαιρία για να πάρει λίγη εκδίκηση.

ΑΗΔΙΑ

Ενόσω οι ταραχές συνεχίζονταν όλη τη νύχτα έως το πρωί της Τετάρτης, γύρω στη 1:00 ένα μοιραίο τροχαίο περιστατικό με εγκατάλειψη των θυμάτων έλαβε χώρα στην περιοχή Winson Green στο Birmingham. Σε ένα άλλο παράδειγμα κοινοτικής αυτοάμυνας, περίπου 80   βρετανοί ασιατικής καταγωγής περιφρουρούσαν τις τοπικές επιχειρήσεις, όταν ένα αμάξι χτύπησε μερικούς ανθρώπους από το πλήθος με μεγάλη ταχύτητα, σκοτώνοντας δύο άντρες και τραυματίζοντας θανάσιμα έναν τρίτο, ο οποίος αργότερα απεβίωσε στο νοσοκομείο. Αυτό το θλιβερό γεγονός ήρθε ως κερασάκι στη τούρτα της εθνικής «ομόψυχης αηδίας», με τα μήντια να παίζουν συνέχεια τις ικεσίες του Tariq Jahan, πατέρα ενός από τους νεκρούς, για διακοινοτική αλληλεγγύη, και για την ανάγκη ο κόσμος να «ηρεμήσει και να επιστρέψει στα σπίτια του». Το Winson Green συνορεύει με τις περιοχές Handsworth και Lozells, οι οποίες και οι δύο έχουν πρόσφατες ιστορίες ταραχών. Το 2005, σε αυτές τις περιοχές είχαν ξεσπάσει διακοινοτικές φυλετικές ταραχές ανάμεσα σε αφροκαραϊβικανούς και ασιάτες, ύστερα από φήμες που είχαν διαδοθεί σχετικά με τον βιασμό μιας μαύρης κοπέλας από μέλη συμμοριών. Τώρα, με φήμες να κυκλοφορούν πως ο οδηγός του αυτοκινήτου ήταν μαύρος –και πως το τροχαίο ήταν μια εσκεμμένη, οργανωμένη δολοφονία, με το ένα αμάξι να φέρεται ότι «προσέλκυσε» τους άντρες στον δρόμο πριν τους χτυπήσει το δεύτερο αμάξι– το φάντασμα μιας γενικευμένης φυλετικής αναταραχής αρχίζει να προκαλεί ανησυχίες, καθώς μέλη της περιρρέουσας μουσουλμανικής κοινότητας αξιώνουν αντίποινα. Η ομιλία του Jahan αποτέλεσε άμεση παρέμβαση σε αυτή τη τοπική κατάσταση, λέγοντας στους εξαγριωμένους νεαρούς άντρες γύρω του να «ωριμάσουν» και να αποφύγουν την κλιμάκωση των εντάσεων που υπήρχαν. Όμως, αποκομμένα από το ευρύτερο πλαίσιο και αναγορευμένα σε ναυαρχίδα του εθνικού μηντιακού θεάματος, τα λόγια του Jahan κατέληξαν να εκπροσωπούν τη λογική, ηθική φωνή του ευρύτερου έθνους, ενάντια στον παραλογισμό των εξεγερμένων γενικά. Αποσπασμένα από την τοπική τους αναφορά, κατέληξαν να υπαινίσσονται ότι εκείνοι σε όλη τη χώρα που συνέχιζαν να εξεγείρονται ήταν τώρα συνένοχοι στη βία η οποία, ανάμεσα σε άλλα, κόστισε και σε έναν πατέρα τον γιο του. Και το θέαμα ως τέτοιο, φάνηκε έπαιξε τον ρόλο του.

Αργότερα θα αποκαλυφθεί πως το περιστατικό ήταν ατύχημα, πως κάποιοι από τους ενόχους στην πραγματικότητα γνώριζαν προσωπικά τα θύματα, και πως ένας μπάτσος που εμπλεκόταν στην υπόθεση είχε πει ψέματα ενάντια στον όρκο του. και οι οκτώ που κατηγορήθηκαν για τον φόνο αθωώθηκαν, ενώ ξεκίνησε μια έρευνα της IPCC σχετικά με την συμπεριφορά της αστυνομίας. Πολλοί από εκείνους που εμπλέκονταν αποκαλύφθηκε πως τελικά ήταν λευκοί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καταρρίφθηκαν οι συνδέσεις του περιστατικού με την εξεγερσιακή συμπεριφορά των ντόπιων μαύρων ή τη βία ενάντια στους ασιάτες που δήθεν προερχόταν από αυτούς, αφήνοντάς το στην άκρη ως ένα άτυχο αλλά πολύ απρόοπτο συμβάν. Πράγματι, η πιο τρομακτική κοινωνική δυναμική που αναδύθηκε σε αυτή την περίπτωση ήταν ζήτημα λιγότερο ταραχών και περισσότερο πιθανής διακοινοτικής διαμάχης, που θα εκδηλωνόταν στη βάση φυλετικά και χωρικά διαχωρισμένων κοινοτήτων, οι οποίες είχαν αυτοοργανωθεί ενάντια στη διάδοση των ταραχών, και πιο συγκεκριμένα ενάντια στο πλιάτσικο. Η Τρίτη έθεσε αυτή την προοπτική στο τραπέζι, από τις ταξιαρχίες της σκούπας ως τους Τούρκους με τα ρόπαλα του μπέιζμπολ, από την ασιατική κοινότητα του Birmingham ως την EDL. Αλλά: πουθενά μαύροι. Προερχόμενη από αυτή την αμφίθυμη κοινωνική λογική, η διεστραμμένη εθνική ομοψυχία πριμοδότησε την βίαιη αυταρέσκεια ενάντια στην ακοινωνικότητα του εξεγερμένου, καθώς η γκαλερί των φόβων της εξέγερσης περιστρεφόταν ατελείωτα στις οθόνες μας: το κάψιμο μιας αποθήκης χαλιών και όλων των διαμερισμάτων από πάνω της. το κάψιμο μιας οικογενειακής επιχείρησης επίπλων με μακρόχρονη λειτουργία. η ληστεία ενός σαστισμένου Μαλαισιανού φοιτητή. και τελικά, ο καημένος, ευγενής Tariq Jahan.56

Σαφώς διαφορετικοί τύποι περιστατικών αθροίζονται εδώ: από τη μια, ο εμπρησμός που προκύπτει ως συνήθης πρακτική του εξεγερμένου πλήθους. από την άλλη, εγκλήματα απρόοπτα σε σχέση με τις ίδιες τις ταραχές, που απλώς συμβαίνουν μέσα στο γενικό κοινωνικό χάος. Βίαιες ληστείες, φυσικά, συμβαίνουν όλη την ώρα στο Λονδίνο· τροχαία όπου το θύμα εγκαταλείπεται δεν είναι κι αυτά ασυνήθιστα – αν και φαίνεται να συνηθίζεται να συμβαίνουν εν μέσω της ξέφρενης δραστηριότητας μιας εξέγερση.57 Συγκεντρωμένα μαζί ως όψεις των «Ταραχών» –ενός παράξενου συνθετικού αντικειμένου– πιθανώς όντως να έμοιαζε σαν να υπήρχε κάποιου είδους εκ του μηδενός έξαρση της «καθαρής και απλής εγκληματικότητας», μια ανεξήγητη εισβολή ανόθευτης ανηθικότητας στη Βρετανική κοινωνία, όπως οι αυταρχικές αφηγήσεις του κράτους, των μήντια και ακόμα πιο πέρα επέμεναν έως τώρα.58 Αν δεν αποσυντεθεί το αντικείμενο στα γεγονότα και τις δυναμικές εξ ων συγκροτήθηκε, αν δεν αμφισβητήσουμε τη συνοχή αυτού του αντικειμένου, «Ταραχές», θα περιοριστούμε να υφαίνουμε τη μια ή άλλη εναλλακτική ερμηνεία του ίδιου συνόλου περιστατικών σύμφωνα με τις περισσότερο ή λιγότερο «ριζοσπαστικές» μας πολιτικές πεποιθήσεις: ο Κάμερον λέει ότι οι Ταραχές έχουν να κάνουν με την εγκληματικότητα/εγώ λέω έχουν να κάνουν με την «πολιτική». το κράτος και τα μήντια βλέπουν μια υποκείμενη έλλειψη πνεύματος κοινότητας στις Ταραχές/εγώ λέω «τράβα γαμήσου εσύ και η κοινότητά σου – εγώ είμαι με τους εξεγερμένους»· ο Κάμερον λέει ότι οι Ταραχές έχουν να κάνουν με την εγκληματικότητα/εγώ λέω «τέλεια!». Αυτό που θα επακολουθήσει μπορεί μόνο να αποτελέσει ένα είδος ισχνή ρητορική πάλη στη λάσπη, στην οποία ο αντίπαλος ούτε καν εμφανίζεται. Κι όσο εντυπωσιακή μάχη κι αν δώσουμε, το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους έχει παραχωρηθεί στην αποδοχή ενός θεμελιωδώς ψεύτικου αντικειμένου. Δεν μπορούμε να απαντήσουμε στο ερώτημα «με τι είχαν να κάνουν» οι «Ταραχές» με μια μοναδική, μονοσήμαντη απάντηση, επειδή δεν είχαν, και δεν θα μπορούσαν να είχαν, να κάνουν με τίποτα, με την έννοια της έκφρασης κάποιας ουσιώδους, ενικής, ενιαίας σκοπιμότητας, διαμαρτυρίας, επιθυμίας κλπ. Ως αναδυόμενα κοινωνικά γεγονότα, οι ταραχές –κι ακόμα περισσότερο, τα κύματα ταραχών– αποσπώνται αφαιρετικά από τα πλαίσια, εντός των οποίων δημιουργούνται, για να ξεδιπλωθούν με μορφές και μοτίβα εντελώς μη αναγώγιμα σε οποιοδήποτε μοναδικό παράγοντα, υποκειμενικό ή αντικειμενικό.59

Πολύ καλύτερο από αυτό είναι να αναδείξουμε αναλυτικά τις αλυσίδες των γεγονότων και τις σε μεγάλο βαθμό υπερκαθορισμένες κοινωνικές λογικές ως συστατικά στοιχεία των ταραχών. Όταν το κάνουμε, αυτό που απομένει δεν συνιστά απλώς ένα εμπειρικό χάος δεδομένων και περιστατικών, αλλά μια παλίρροια αυθόρμητα εκδιπλούμενων δράσεων, μια αντιληπτή μηχανική κοινωνικής ανατροπής, βάσει της οποίας μια αρκετά τυπική αντιμπατσική διαδήλωση της κοινότητας μετατρέπεται σε εξέγερση· βάσει της οποίας δημιουργείται ένας χώρος απελευθερωμένος από μπάτσους για το σύνηθες πλιάτσικο· βάσει της οποίας, αυτό το πλιάτσικο διαδίδεται ύστερα με έναν εκπληκτικό ρυθμό, ο οποίος στηρίζεται, πρώτον, στην κλίμακα της αρχικής ανάφλεξης και, δεύτερον, στα πανταχού παρόντα παράπλευρα μέσα επικοινωνίας· βάσει της οποίας άλλες κοινότητες που αναγνωρίζουν την ύπαρξη κοινού αγώνα με τους εξεγερμένους του Τότεναμ βγαίνουν και διεξάγουν τις δικές τους αντιμπατσικές ταραχές, εν μέσω μιας γενικευμένης αταξίας· βάσει της οποίας αυτή η αυξανόμενη διάδοση δημιουργεί μια ευρύτερη εθνική κρίση του νόμου και της τάξης, καθώς η αστυνομία αγωνίζεται να απαντήσει· στο πλαίσιο της οποίας αναπαράγεται μια χαοτική μάζα συμπεριφορών, οι οποίες κανονικά παραμένουν υπό έλεγχο σε περιόδους «κοινωνικής ειρήνης», και σε απάντηση των οποίων άλλες κοινότητες αισθάνονται αναγκασμένες να αυτοοργανωθούν ενάντια στην κατάρρευση της τάξης· η οποία αυτοοργάνωση ύστερα απειλεί να εκραγεί σε μια διαμάχη μεταξύ κοινοτήτων· και όλα αυτά υποχρεώνουν στη διαμόρφωση μιας εθνικής ομόψυχης αηδίας απέναντι στο σύνολο των γεγονότων που εξελίσσονται, πριν όλα τελειώσουν, όλοι επιστρέψουμε σπίτια μας, και ξεκινήσουν οι μαζικές φυλακίσεις. Οι τελευταίες ανταύγειες φωτιές ξεθώριαζαν στο Liverpool και το Manchester εκείνη τη Τετάρτη, μόνo η EDL συνέχιζε να κρατά τη δάδα, στο Eltham, σε ένα κύμα ταραχών που είχε τις πιο ξεκάθαρες ρίζες του στον αντιρατσισμό.

ΤΙΜΩΡΙΑ

Το προηγούμενο –σε σχέση με την πρόληψη, την τεχνολογική επιτήρηση και την αυξανόμενα αυστηρή τιμωρητική απάντηση– που αποκαταστάθηκε με το τέλος των φοιτητικών αγώνων, εδραιώθηκε κατά τη διαχείριση των ταραχών από το κράτος. Και η χώρα ήταν επίσης εξαιρετικά καλά εξοπλισμένη για αυτό, έχοντας καταλήξει υπνοβατώντας στο να γίνει ένα από τα πιο επιτηρούμενα έθνη στον κόσμο, με μια κάμερα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης να αντιστοιχεί σε κάθε 11-14 άτομα. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια από τις μεγαλύτερες έρευνες στην ιστορία της αστυνομίας, η Επιχείρηση VERA, στην οποία εκατοντάδες ειδικοί αλίευαν βιντεοσκοπημένο υλικό σε μια κούρσα ταυτοποίησης των χιλιάδων προσώπων που καταγράφηκαν σε κάμερες. Και μολονότι η νέα γενιά διαδηλωτών φοιτητών ένιωσε ότι είχε πάρει το πρώτο της κρίσιμο μάθημα υιοθετώντας τις τακτικές του μπλακ μπλοκ, η κάλυψη του προσώπου φαίνεται να μην παρείχε καμιά εγγύηση ασφάλειας στην περίπτωση των ταραχών. Η τεράστια έκταση του πεδίου που καλύπτουν τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης –ειδικά στις προσδιορισμένες ως «προβληματικές» περιοχές– έδωσε την τεχνολογική ικανότητα σε αποφασισμένους αστυνομικούς της δίωξης να ακολουθήσουν τα ίχνη ατόμων επί σειρά ωρών, ή ακόμη και ημερών, προσπαθώντας να βρουν έστω κι ένα δευτερόλεπτο το πρόσωπό τους ακάλυπτο, και δημιουργώντας, στην πορεία, ενοχοποιητικά μοντάζ για τον καθένα, τις διαδοχικές του πράξεις και, το σημαντικότερο, τα δίκτυά του. Μέσα σε διάστημα εβδομάδων μετά τις ταραχές, 4.000 άτομα συνελήφθησαν, κυρίως άντρες 18-24 ετών. Το γεγονός πως οι πρώτες παρτίδες υπόπτων που πιάστηκαν ήταν εκείνοι που ήταν ευκολότερο να ταυτοποιηθούν –τα στοιχεία των οποίων τους ήταν ήδη γνωστά στους μπάτσους– επέτρεψε στην κυβέρνηση να διαβεβαιώσει το έθνος με αυτοπεποίθηση ότι οι ταραχές δεν ήταν έργο του μέσου ανθρώπου, του φυσιολογικού βρετανού πολίτη, αλλά «γνωστών εγκληματιών». Ουσιαστικά, η αστυνομία είχε αρχικά ταυτοποιήσει και στη συνέχεια καλέσει εκείνους που της ήταν ποιο οικείοι, πιο προσιτοί, εκείνοι που τόσο ειλικρινά αποκαλέστηκαν από των πρώην διοικητή της αστυνομίας Ian Blair ως «αστυνομική ιδιοκτησία».60 Γιατί η αστυνομία να αναφέρεται σε αυτούς τους ανθρώπους ως ιδιοκτησία της; Επειδή, κατά μια έννοια, της ανήκουν: τα πλούσια ποινικά μητρώα τους δικαιολογούν τη συνεχή διαθεσιμότητά τους στους μπάτσους, που τους τραβολογάνε στο τμήμα κατά βούληση. Ως ιδιοκτησία της αστυνομίας, ορίζονται, κάπως ταυτολογικά, από την εγκληματικότητα – σαν χαρακτηριστικό της προσωπικότητά τους. Κι όπως συνεχώς μας υπενθυμίζουν, οι πράξεις των εξεγερμένων δεν είναι απλά εγκλήματα όπως τα υπόλοιπα, αλλά η εγκληματικότητα καθ’ εαυτή. καθαρή κι απλή εγκληματικότητα. Το γεγονός πως το μόνο περιεχόμενο προς ανακάλυψη στις ταραχές –και, κατ’ επέκταση, στους εξεγερμένους– είναι η εγκληματικότητα καθ’ εαυτή, είναι παραδειγματικό της λογικής της αποκειμενοποίησης που δρα σε αυτό το σημείο μετατρέποντας όσους εξεγέρθηκαν σε απλή «ιδιοκτησία». μια ομοιογενής, μη νομιμοποιημένη μάζα που μπορεί να διαχωριστεί και να αποκοπεί κατά βούληση, σαν νεκρό κομμάτι ξύλου, από έναν κατά τ’ άλλα λειτουργικό κοινωνικό κορμό.

Αυτή η, σε επίπεδο αντίληψης, ομοιογένεια θα πάρει μορφή στις καθολικές καταδίκες τελείως διαφορετικών πράξεων, σύμφωνα με νόρμες τελείως διαφορετικές από εκείνες οι οποίες ισχύουν υπό φυσιολογικές, μη εξεγερσιακές συνθήκες. Το κράτος, γενικεύοντας την παραδειγματική καταδίκη των εξεγερμένων, φαίνεται να αναγνωρίζει σιωπηρά τον πραγματικό χαρακτήρα της εξέγερσης ως αναδυόμενο κοινωνικό γεγονός. Εν αντιθέσει με τα μεμονωμένα εγκλήματα, η εξέγερση, ως μια κοινωνικά γενικευμένη λογική, σιωπηρά θέτει υπό διακύβευση την ίδια την κοινωνία· αντί οι ταραχές να είναι το άθροισμα των συγκεκριμένων πράξεων των εξεγερμένων, αυτές οι πράξεις γίνονται στιγμές αυτής της γενικής λογικής. Έτσι, η κάθε μια μπορεί να κριθεί ως τέτοια – σαν να θέτει υπό διακύβευση, τελικά, την κοινωνία στο σύνολό της. Η απάντηση του Διευθυντή της Αστυνομίας του Manchester ήταν ξεκάθαρη:

Αν εσύ ως άτομο βγεις και κλέψεις κάτι από ένα μαγαζί, αυτό είναι κακό, αλλά αν το κάνεις ως όχλος αυτό είναι κάτι πολύ πιο σοβαρό... επειδή απειλεί την ίδια την κοινωνία. Απειλεί την ίδια την κοινωνία. Ξέρετε, πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, είμαστε μια λεπτή μπλε γραμμή ως αστυνομικοί εκεί έξω... το σύστημα θα λειτουργήσει μόνο αν η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων τηρεί τον νόμο.61

Ο αναγκαίος όγκος αυτής της πλειοψηφίας μένει να καθιερωθεί οριστικά. Αλλά το γεγονός ότι η λεπτή μπλε γραμμή υπέφερε τουλάχιστον ένα δραστικό ξεχείλωμα, ότι η πόλη κατέστη φευγαλέα, αλλά απτά, τρωτή, σήμαινε ότι κάθε συμβάν και δράση ήταν δυνητικά εκρηκτικά. Αυτό το σημείο είχε γίνει ξεκάθαρο στις φοιτητικές διαμαρτυρίες, αλλά ακόμη πιο ξεκάθαρο στις ταραχές, και εν μέρει αντικατοπτρίστηκε στην καταστολή που αντίστοιχα δέχτηκαν.

Μια σφοδρή επίθεση ποινών εντυπωσιασμού ακολούθησε: 16 μήνες φυλάκισης για κλοπή ενός παγωτού, 6 για ένα μπουκάλι νερό και 5 για αποδοχή μιας κλεμμένης βερμούδας. Οι εφημερίδες έβριθαν τέτοιων κωμικοτραγικών παραδειγμάτων. Η αταξία και η απειλή της αταξίας έγιναν θολές στις καταδίκες, μερικές φορές αντιμετωπίστηκαν ακόμη και ισότιμα. Ο 18χρονος Amed Pelle καταδικάστηκε σε σχεδόν δύο χρόνια φυλάκισης για την ανάρτηση μηνυμάτων στο Facebook, συμπεριλαμβανομένου ενός που θεωρήθηκε ότι υποκινεί ταραχές στο Nottingham, «Ταραχές στο Νότιγχαμ, ποιος ψήνεται;», κι ενός με ξεκάθαρα αντιμπατσικό μήνυμα, «σκοτώσατε έναν νεαρό μαύρο, θα σκοτώσουμε ένα εκατομμύριο μπάτσους, εξέγερση μέχρι να πάρουμε τις πόλεις». Με την ίδια ποινή καταδικάστηκε και ο Dwaine Spence, ο οποίος ηγήθηκε ενός πλήθους 40 νεαρών εξαγριωμένων στο «ρημαδιό» του Wolverhampton, το οποίο επιτέθηκε στην αστυνομία. Αλλά ενώ η υπόθεση του Amed Pelle περιελάμβανε λόγο, που υποδήλωνε πρόθεση και κίνητρο, άλλες δραστηριότητες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που κατέληξαν σε καταδίκες ήταν περισσότερο ασαφείς. Και η σκληρή τιμωρία για τέτοιες δηλώσεις δεν απαιτούσε την ύπαρξη μιας οποιασδήποτε πραγματικής συνέπειας. Παρ’ όλο που κανείς δεν εμφανίστηκε στο κατάστημα των McDonald’s, το σημείο συνάντησης για την εκδήλωση στο Facebook «Σπασίματα στο Northwich» –πέρα από την αστυνομία– ο δημιουργός της καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης. Η ίδια ποινή επιβλήθηκε στον καημένο νεολαίο που μεθυσμένος έφτιαξε μια διαδικτυακή σελίδα με τίτλο «Οι Ταραχές του Warrington», παρ’ όλο που τίποτα δεν επακολούθησε. Κι αυτό, φυσικά, συνιστά τη σκοτεινή πλευρά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα περιεχόμενα των οποίων μπορούν πρώτα γίνουν λεία της αστυνομίας, και ύστερα να γίνουν αντικείμενο μεταχείρισης, κατά βούληση, σαν να συγκροτούσαν ήδη μια πραγματικότητα.

Πέρα από τα θεαματικά παραδείγματα, η πλειοψηφία των κατηγοριών ήταν ληστεία, φθορά ιδιοκτησίας, και η ασαφής –αλλά σε αυτό το σημείο του κύματος ταραχών, πανταχού παρούσα– «βιαιοπραγία». Έως τα μέσα Οκτωβρίου, από τα 2.000 άτομα που εμφανίστηκαν στο δικαστήριο με ελαφρύτερες κατηγορίες, το 40% καταδικάστηκε σε άμεσες ποινές περιοριστικών μέτρων, σε σύγκριση με 12% το 2010. Αλλά, όπως στην περίπτωση της φοιτητικής αναταραχής νωρίτερα, πολλά ελάσσονα περιστατικά στάλθηκαν αμέσως στα Ανώτατα Δικαστήρια (όπου περισσότερο από το 90% των υποθέσεων καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης), των οποίων οι ποινές προς τους εξεγερμένους εκτιμήθηκαν ως περίπου 18-25% υψηλότερες σε σχέση με τις αντίστοιχες υπό μη εξεγερσιακές συνθήκες. Ορισμένα δικαστήρια κυρίως στο Λονδίνο μετατράπηκαν σε βιομηχανίες εκδίκασης υποθέσεων, μένοντας ανοιχτά 24 ώρες το 24ωρο, για να δικάσουν γρήγορα χιλιάδες εξεγερμένους, οι οποίοι, αντιμέτωποι με την προσωρινή επιβολή τετραπλάσιου ρυθμού προφυλακίσεων, αφέθηκαν να περιμένουν σε κελιά κάτω από τις δικαστικές αίθουσες, συχνά ασφυκτικά γεμάτα. Όλοι οι υποψήφιοι στις δημοτικές εκλογές του Λονδίνου το 2012 θα παρουσίαζαν στα γυαλιστερά τους προεκλογικά φυλλάδια αυτό το θέαμα εργατικότητας ως πρότυπο για την πόλη στο σύνολό της. Και σαν αυτή η επίδειξη να μην ήταν αρκετή για να κατευνάσει ένα έθνος πεινασμένο για «δικαιοσύνη», ο πρωθυπουργός σύντομα θα προέτρεπε τα τοπικά συμβούλια πως θα έπρεπε να εξετάσουν το ενδεχόμενο της παρακράτησης των συρρικνωμένων επιδομάτων πρόνοιας όλων των οικογενειών που υποθάλπουν ταραχοποιούς, ή ακόμη και, πιθανώς, το ενδεχόμενο έξωσης – στέλνοντας σήμα σε μια μάζα πανικόβλητων γονέων ότι για να σώσουν τα σπίτια τους έπρεπε πουλήσουν τα παραβατικά παιδιά τους. Όπως επανέλαβε ο Νικ Κλεγκ:

Αν βγαίνεις και καταστρέφεις ξένα σπίτια, καις αυτοκίνητα, λεηλατείς και σπας καταστήματα –με άλλα λόγια, αν δεν δείχνεις καμιά απολύτως έννοια σεβασμού στην ίδια σου την κοινότητα– τότε, φυσικά, χρειάζεται να εγερθεί το ερώτημα αν η κοινότητα θα πρέπει να υποστηρίζει τη διαβίωσή σου σε αυτή την κοινότητα... η αρχή σύμφωνα με την οποία, αν λαμβάνεις κάποια στήριξη από την κοινότητα θα πρέπει να δείχνεις κάποια στήριξη στην κοινότητα, είναι πραγματικά πολύ σημαντική.62

Κοινότητα, κοινότητα, κοινότητα. Ποιος είναι εντός και ποιος εκτός; Ο Κλεγκ προφανώς κατανοεί τη λογική πολύ καλά. Μια κοινότητα χωρίς χαρακτηριστικά, προσδιορισμένη εντελώς αρνητικά – η συσσωματωμένη μάζα όλων εκείνων που δεν καταστρέφουν ξένα σπίτια, δεν καίνε αμάξια, δεν σπάνε καταστήματα κλπ. Τι είναι αυτό που τα μέλη της κοινότητας έχουν από κοινού; Μόνο το γεγονός ότι δεν εξεγείρονται και μόνο αυτό, στον βαθμό που κάποιος άλλος μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο. Οι ταραχές παράγουν την κοινότητα που αποκειμενοποιεί τον εξεγερμένο που εξεγείρεται ενάντια σε αυτή την αποκειμενοποίηση. Η κοινότητα παράγει τα αποκείμενα που εξεγείρονται ενάντια σε αυτή την αποκειμενοποίηση κάνοντάς την κοινότητα. Οι ποινές κλείνουν τον κύκλο της αποκειμενοποίησης, σφραγίζουν τα όρια της κοινότητας με νόμο, και –απλώς σε περίπτωση που δεν το είχαμε προσέξει– επιφανείς πολιτικοί παρεμβαίνουν για να δώσουν στην όλη υπόθεση επιπλέον νομιμοποίηση. Το ίδιο και για τα όρια αυτής της κοινότητας –μαρκαρισμένα με μια λεπτή μπλε γραμμή– που είχαν αρχίσει να θολώνουν. Μόνο το περίγραμμα ενός σφιχτού και διστακτικού χαμόγελου χωρίς πρόσωπο.

Η κοινωνική λογική της αποκειμενοποίησης δεν το βάζει κάτω. Μετά τις ταραχές, η ριζοσπαστικοποίηση της ατελείωτης αναδιάρθρωσης από τη συγκυβέρνηση Συντηρητικών-Δημοκρατικών προχώρησε με εκπληκτικούς ρυθμούς. Ενώ χρησιμοποιούσε σκληρή γλώσσα, το κράτος ξεκίνησε παράλληλα να κάνει ορισμένες προσεκτικές ρυθμίσεις στοχεύοντας στην αποτροπή παρόμοιων ταραχών. Για λίγο καιρό, κάθε πνοή διαμαρτυρίας ερχόταν αντιμέτωπη με τον απόλυτο αστυνομικό περιορισμό. Στο χώμα που έσπαγε το κύμα, φύτρωσε το Occupy, αλλά σε αυτό το πλαίσιο τουλάχιστον, κάπως πιο θλιβερό, ακόμη περισσότερο ηττημένο από αυτό που προηγήθηκε. Η χώρα σίγησε μετά τις ταραχές. η μάζα ανθρώπων που συμμετείχε στους αγώνες ενάντια στη λιτότητα σε μεγάλο βαθμό σταμάτησε τη δράση της. άφωνοι, με τα στόματα ανοιχτά, τα κεφάλια γυρισμένα, έμειναν να παρακολουθούν το θέαμα των ταραχών που έσβηναν. Οι πρώτες νέες απόπειρες διαμαρτυρίας μετά τις ταραχές ήταν ένδειξη πλήρους ξεφουσκώματος. Στις 30 Νοεμβρίου 2011, η πορεία ενάντια στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις στο κεντρικό Λονδίνο ομοίαζε με κρατική νεκρική πομπή, με περίπου ένα αστυνομικό για κάθε δύο διαδηλωτές, και κιγκλιδώματα ύψους τριών μέτρων από συμπαγές ατσάλι για τον έλεγχο του πλήθους, για την καθοδήγησή μας στα βήματα της υπερελεγχόμενης εκδοχής μιας ήδη περιορισμένης βαρετής πορείας. Ενώ η τακτική του εγκλωβισμού του φοιτητικού κινήματος εμπεριείχε την έντονη φυσική εγγύτητα, τη συμπίεση για τη δημιουργία θερμότητας και κλιμάκωσης της έντασης, το ατσάλινο κορδόνι μας άφηνε εντελώς ψυχρούς. το φθινόπωρο μετατρεπόταν σε χειμώνα. Όχι μόνο είχαν εξασθενήσει οι αγώνες εν μέσω κρίσης, πρώτον, απέναντι στην απόλυτη έλλειψη νομιμοποίησης των αιτημάτων τους και, δεύτερον, μέσω της τεραστίου μεγέθους συστηματικής καταστολής που ακολούθησε τις ταραχές – οι ταραχές είχαν επίσης ενοποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη χώρα ενάντια στους εσωτερικούς εχθρούς, τα αποβράσματα που φόρτωσαν μια χώρα ήδη σε κρίση με ένα τεράστιο επιπλέον χρέος, που υπολογίστηκε περίπου στο μισό δισεκατομμύριο στερλίνες.63 Και, επίσης, σίγουρα θα βουλιάξουμε από το βάρος του, ίσως όπως κι εκείνοι οι καημένοι οι Έλληνες!

Στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων μερικά μίλια πέρα από το πεδίο των ταραχών στο Hackney, ενώ η τάξη διαφυλασσόταν με αστυνόμευση παραστρατιωτικού τύπου, στήθηκε ένα πατριωτικό θέαμα με στοιχεία από την ταραγμένη ιστορία της Βρετανίας, πετώντας νεαρούς λευκούς πάνκηδες και μαύρους grimers από τη διπλανή συνοικία Bow ενάντια σε αστούς με ημίψηλα καπέλα της περιόδου της βιομηχανικής επανάστασης· συμπεριλαμβανομένης μιας αναρχικής πολυπολιτισμικής έκρηξης, για την οποία πρέπει να είμαστε περήφανοι. Ένα χρόνο μετά τον θάνατο του Smiley Culture, o Dizzee Rascal μεταγγίζει στη σκηνή την τελευταία από τις αυτόνομες μαύρες υποκουλτούρες του Λονδίνου. Η Doreen Lawrence μεταφέρει τη δάδα μέσω του νοτιοανατολικού Λονδίνου που άναψε το φυτίλι το 1981. που δολοφόνησε τον γιο της το 1993· όπου η EDL τερμάτισε το κύμα των ταραχών το 2011. Ακριβώς απ’ έξω, μια διαδήλωση της Critical Mass –συνήθως ανεκτής από τους μπάτσους– χτυπιέται σκληρά. Νεαροί μαύροι άντρες συνεχίζουν να υφίστανται επιτόπιους ελέγχους πολλαπλάσιες φορές από οποιαδήποτε άλλη ομάδα, ενώ η βουβή αναγνώριση πως ίσως υπάρξουν προβλήματα με αυτή την προσέγγιση διαρρέει αργά από το μετεξεγερσιακό πολιτικό τοπίο, όπως έγινε και στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Και υπ’ αυτή την έννοια τουλάχιστον, αυτές οι ταραχές ίσως ειπωθεί πως «λειτούργησαν». Οι διώξεις ενάντια στους υποτιθέμενους αποτυχημένους επεκτείνονται ξανά, καθώς το κράτος διαχειρίζεται την εκκαθάριση με ταξικούς όρους των οικισμών του Λονδίνου. Ο πολυαναμενόμενος θάνατος της Θάτσερ εξαπολύει ένα εθνικό ξέσπασμα χαιρεκακίας, καθώς οι επιζώντες της δεκαετίας του ’80 ξεχύνονται στο κεντρικό Λονδίνο για να γιορτάσουν μεθυσμένα κάτι που μοιάζει αόριστα με νίκη: τουλάχιστον πέθανε πριν από εμάς.

Χρειάζεται να είναι κανείς αρκετά αισιόδοξος για να βρει σε όλα αυτά τους κυριολεκτικούς προάγγελους της επανάστασης ή της κλιμάκωσης της ταξικής πάλης. Στην καλύτερη, για μερικές συναρπαστικές στιγμές, κάποιοι επιτέλους όρθωσαν το ανάστημά τους – και ήταν συναρπαστικό για όσο κράτησε. Και το αποτύπωμα αυτής της χαράς ίσως μείνει στην πολιτική μνήμη μιας γενιάς. Αλλά ας μην φανταστούμε πως αυτό το κύμα θα μπορούσε, από μόνο του, να έχει κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα από το να συνθλιβεί και να αφήσει πίσω του μια μεγάλη άμπωτη. Οι αγώνες ενάντια στην λιτότητα δεν είχαν κάποιο προορισμό, καμιά έννοια πραγματικών δυνατοτήτων πέρα από το κεφάτο πέρασμα σε μια νέα τραχιά συνθήκη, πάντα χωρίς στόχο ή θετικό ορίζοντα. όλα τα αιτήματα αδύνατα. οι μόνοι τρόποι αγώνα με νόημα –οι οποίοι τουλάχιστον θα δυσκόλευαν το έργο των μπάτσων και των Συντηρητικών/Δημοκρατικών– διαγραμμισμένοι εξ ορισμού εκτός ορίων. Ως τέτοιοι θα μπορούσαν μόνο να καλέσουν σε κλιμάκωση της τιμωρίας. Το ευρύτερο κύμα αγώνων είχε κορυφωθεί και απειλούσε να σπάσει, καθώς ερχόταν αντιμέτωπο με αυτή την αδυνατότητα. Θα χρειαζόταν κάποιο δραματικό εξωγενές συμβάν για να το οδηγήσει παραπέρα – άλλος ένας σεισμός στα βάθη της θάλασσας, πιθανώς, από τις δονούμενες τεκτονικές πλάκες της παγκόσμιας οικονομίας, ή κάποιος μείζων αρμονικός συντονισμός με τις παγκόσμιες συγκλίσεις των αγώνων. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη, και εδώ το κύμα διασταυρώθηκε με τις μακροπρόθεσμες κοινωνικές δυναμικές της αποκειμενοποίησης, οι οποίες έκαναν την αναπόφευκτη συντριβή του περισσότερο ξαφνική και καταστροφική.

Όσοι συμμετείχαν στις ταραχές εναντίον της αστυνομίας υποχρεώθηκαν, στην καλύτερη, να παραμείνουν στις μη νομιμοποιημένες ράγες της εναντίωσης στην αστυνομική λογική που τους το επιβάλλει. Από μόνες τους τέτοιες ταραχές, φυσικά, ποτέ δεν θα αποτελέσουν σημαντική πρόκληση για το καπιταλιστικό κράτος, του οποίου ο τεράστιος υπερτροφικός κατασταλτικός μηχανισμός αποτελεί μόνο τον εξώτερο δακτύλιο γύρω από βαθιές κοινωνικές συναινετικές δομές, οι οποίες στερεοποιούνται ολοένα περισσότερο, καθώς τα αποκείμενα παλεύουν εναντίον τους, ακόμη και αναπαράγοντας τη λειτουργία της αστυνομίας στο επίπεδο της κοινοτικής αυτοοργάνωσης. Όμως, μπορούν να μας προσφέρουν μια σωστή αίσθηση του πώς μοιάζει η «λεπτή μπλε γραμμή» σε συνθήκες κρίσης. Κι ας μην ηθικολογήσουμε σχετικά με αυτές τις ταραχές, με τον τρόπο που το κάνει ο σεβάσμιος αριστερισμός, ο οποίος κάποτε θα τις εκλάμβανε ως επιστροφή στο παρελθόν – πριν οι εργάτες ωριμάσουν και πραγματικά ξεκινήσουν να οργανώνονται για να νικήσουν. γιατί το εργατικό κίνημα είναι εκτός επικαιρότητας, εδώ και καιρό ξεπερασμένο ως τέτοιου είδους κανονιστικό μέτρο. Και κατά την αναγνώριση της θλίψης, της καταστροφής αυτού του κύματος, ας μην προσποιηθούμε ότι υπήρχε κάποιος άλλος προφανής δρόμος που θα μπορούσε να είχε πάρει, αν καταφέρναμε και είχαμε κάνει το σωστό Χ – επειδή αν το Χ πράγματι υπήρχε στα χαρτιά, σχεδόν σίγουρα θα είχε παιχτεί. Τα κύματα αγώνων που έχουν παρέλθει δεν χρειάζονται στρατηγούς της αναπηρικής καρέκλας. Αλλά αν μπορούμε να ξύσουμε τις μαλακίες, με τις οποίες αυτά τα πράγματα καλύπτονται, και τα κοιτάξουμε με ειλικρίνεια, μπορούμε τουλάχιστον να ελπίζουμε ότι θα κατανοήσουμε το πού βρισκόμαστε τώρα. Φρακαρισμένοι σε τρόπους αγώνα που μας γυρνάνε μπούμερανγκ. Κατάλοιπα θετικού ταξικού ανήκειν μόνο εις βάρος άλλων. Και για αυτούς: τάξη μαρκαρισμένη στην ίδια της την ύπαρξη ως απλό αντικείμενο  αποστροφής. Τάξη (class) ανακηρυγμένη από την κυριαρχία του νόμου, επιβεβλημένη από τις αστυνομικές περιπολίες. Έτσι, τουλάχιστον, τάξη (class) που τίθεται σε διακύβευση.

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τους φίλους του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 2015. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ