Στις αρχές του Μάη 2020 ξεσπούν εξεγέρσεις λόγω πείνας στο Σαντιάγκο της Χιλής. Τα λοκντάουν στέρησαν από άντρες και γυναίκες τα εισοδήματά τους, οδηγώντας τους στα όρια του λιμού. Ένα μεγάλο κίνημα αυτοοργανωμένων κοινοτικών κουζινών σύντομα εξαπλώνεται στη χώρα. Αργότερα μέσα στο μήνα, ξεσπούν εξεγέρσεις στο Μεξικό σαν απάντηση στην αστυνομική δολοφονία του Giovanni Lopez – ενός οικοδόμου που συνελήφθη γιατί δεν φορούσε μάσκα –, ενώ χιλιάδες απεγνωσμένοι μετανάστες εργάτες έσπασαν την απαγόρευση κυκλοφορίας στην Ινδία. Κάποιοι εργαζόμενοι στις αποθήκες της Amazon στις ΗΠΑ και στη Γερμανία ξεκίνησαν απεργίες διαμαρτυρόμενοι για τα ανεπαρκή πρωτόκολλα ασφαλείας για τον COVID-191 . Αυτά τα σκιρτήματα εργατικών αγώνων στη μεγαλύτερη εμπορική εταιρεία του κόσμου σύντομα πέρασαν σε δεύτερο πλάνο όταν, στο τέλος του Μάη, ένα μαζικό κίνημα άνευ προηγουμένου σάρωσε τις ΗΠΑ εκφράζοντας την οργή για τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από την αστυνομία που μεταδόθηκε ζωντανά στα social media. Η εξέγερση ξεκίνησε σε μεγάλο βαθμό από μαύρους κατοίκους της Μιννεάπολης, αλλά σύντομα πλαισιώθηκε από Αμερικανούς κάθε περιοχής, φυλής και τάξης. Στα πρώτα μπάχαλα και διαδηλώσεις, μπορούσε κανείς να δει και κάποιους αλληλέγγυους πολιτοφύλακες, σε ένα Querfront2  αντάξιο της εποχής του Qanon3 .

Η εμφάνιση του COVID-19, αρχικά φάνηκε να συνεπάγεται ένα διάλειμμα στην ταξική πάλη, ή τουλάχιστον να παρέχει στους μηχανισμούς καταστολής επιπλέον πόρους. Έτσι τουλάχιστον προέβλεψαν τρεις ηλικιωμένοι Ιταλοί σύντροφοι, που κυκλοφόρησαν μερικά σκανδαλώδη κείμενα τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας4 . Ενδεχομένως τα λοκντάουν πράγματι να εκπροσωπούν, όπως έχει αναφέρει πρόσφατα ο Ζουλιέν Κουπάτ [Julien Coupat], «έναν νέο τρόπο διακυβέρνησης, και παραγωγής, ενός συγκεκριμένου ανθρωπότυπου»5 . Οι μαζικές κινητοποιήσεις που ανατάρασσαν τη Χιλή από τον Οκτώβρη του 2019 σταμάτησαν εξαιτίας του λοκντάουν, καθώς και του γενικευμένου φόβου της νέας επιδημίας σε μια χώρα όπου η υγεία είναι μόνο για τους έχοντες και κατέχοντες. Η γενική απεργία διαρκείας στη Γαλλία ενάντια στην αναδιάρθρωση του συνταξιοδοτικού συστήματος έληξε απότομα όταν οι μεταρρυθμίσεις πέρασαν παράλληλα με τα διατάγματα που ανακοίνωσαν τα πρώτα έκτακτα μέτρα για τον κορωνοϊό, παρακάμπτοντας το κοινοβούλιο. Για κάποιο καιρό οι διαδηλωτές στη Βαγδάτη, στη Βηρυτό, και στο Χονγκ Κονγκ, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους δρόμους, και οι Ιταλοί σύντροφοι φάνηκε να έχουν δίκαιο. Όμως γρήγορα μάζες από όλο τον κόσμο αψήφησαν τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας και τα λοκντάουν που έβαλαν τη μισή ανθρωπότητα σε εγκλεισμό και ώθησαν την παγκόσμια οικονομία σε τεράστια ύφεση.

Την ίδια στιγμή που γίνονταν οι μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στη δολοφονία του Φλόιντ στις ΗΠΑ, χιλιάδες κόσμου πορεύθηκε από τις φαβέλες του Σάο Πάολο στο παλάτι του κυβερνήτη απαιτώντας οικονομική στήριξη, ενώ μάζες στην Κολομβία και το Ελ Σαλβαδόρ πήραν τους δρόμους χτυπώντας κατσαρόλες για να διαμαρτυρηθούν για τις επιδεινούμενες συνθήκες ζωής, απαιτώντας τέλος στα λοκντάουν. Τον Ιούλη, εκατοντάδες κόσμου όρμησαν στη βουλή στη Σερβία σε απάντηση στην επαναφορά των απαγορεύσεων κυκλοφορίας, ενώ η δολοφονία του διάσημου τραγουδιστή Haacaaluu Hundeessaa στην Αιθιοπία πυροδότησε βίαιες διαδηλώσεις στις οποίες σκοτώθηκαν πάνω από 150 άτομα. Τον μήνα που ακολούθησε είδαμε παρόμοιες διαδηλώσεις στη γειτονική Κένυα, όπου οι παραγκουπόλεις του Ναϊρόμπι ξεσηκώθηκαν ενάντια σε μια αστυνομική εξουσία που δολοφόνησε περισσότερα από 20 άτομα στη διαδικασία επιβολής της απαγόρευσης κυκλοφορίας, ενώ η Λευκορωσία έβραζε από διαδηλώσεις, εξεγέρσεις και απεργίες μετά τις στημένες εκλογές, που όπως πάντα, έδωσαν την εξουσία στον Αλεξάντερ Λουκασένκο. Τον Σεπτέμβρη, η Κολομβία βίωσε ένα κύμα εξεγέρσεων μετά τη δολοφονία του δικηγόρου Javier Ordóñez από μπάτσους, και οι εργατικές γειτονιές της Μαδρίτης και της Νάπολης ξεσηκώθηκαν ενάντια στους μπάτσους και τα λοκντάουν. Την ώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις, στην Νιγηρία αναπτύσσεται ένα τεράστιο κύμα διαμαρτυρίας ενάντια σε μια δολοφονική και διεφθαρμένη αστυνομική δύναμη, και η Ινδία βρίσκεται εν μέσω της μεγαλύτερης γενικής απεργίας στην ιστορία της.

Γράφημα 1: Ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης, χώρες του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), 1960-2020

Η παρούσα περίοδος μπορεί να αποτελεί ένα είδος μετάνοιας [αρχ. ελληνικά στο πρωτότυπο, μεταστροφή ή αλλαγή νοοτροπίας] των πληθυσμών απέναντι στην πληθώρα μηχανισμών και ηθών που δεν καταφέρνουν πλέον να σμιλέψουν το είδος μας σε ένα ζώο που έχει ως μόνο βιότοπο του τη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο. Μετά από δεκαετίες πτώσης των ρυθμών ανάπτυξης και ανακάμψεις που συνοδεύονται από όλο κι αυξανόμενη ανεργία, είμαστε στο μέσο της χειρότερης παγκόσμιας ύφεσης από τη δεκαετία του ‘30 (βλέπε γράφημα 1). Το Γραφείο Στατιστικών Μελετών για την Εργασία [Bureau of Labor Statistics] των ΗΠΑ ανακοίνωσε «τα χειρότερα μηνιαία ποσοστά ανεργίας στα 72 χρόνια για τα οποία διαθέτει δεδομένα» ενώ η Τράπεζα της Αγγλίας προειδοποίησε πως «το Ηνωμένο Βασίλειο θα έχει να αντιμετωπίσει την πιο απότομη μείωση της παραγωγής από το 1706»6 . Σύντροφοι στη Φαρινταμπάντ της Ινδίας διατύπωσαν πρόσφατα την άποψη πως «το κεφάλαιο βρίσκεται σε άτακτη οπισθοχώρηση. Το κεφάλαιο είναι εξαιρετικά αδύναμο. Παραπαίει»7 . Αυτό μπορεί να φαίνεται υπερβολικά αισιόδοξο, όμως είναι πλέον ξεκάθαρο πως ο «ανθρωπότυπος» που παράγεται από μια τέτοια οικονομία δεν αποτελείται από κοινωνικά αποστασιοποιημένα [socially distanced] και αυτοεπιτηρούμενα απομονωμένα άτομα, αλλά από μια θυμωμένη μάζα αντρών και γυναικών έτοιμη να εξεγερθεί. Ο κόσμος κατεβαίνει στο δρόμο ανά την υφήλιο σε μια κλίμακα άνευ προηγουμένου. Διαβλέπουμε ότι συμβαίνει μια σύμμειξη8  ανόμοιων ταυτοτήτων που συναντιούνται στην βάση της οργής για τις συνθήκες ζωής που χειροτερεύουν, την αποξένωση, και την αστυνομία.

1. Μια παγκόσμια συσσώρευση μη-κινημάτων

Είναι ακόμα πολύ νωρίς για να προβλέψουμε τις συνέπειες της πανδημίας, αλλά είναι αναμφίβολο πως η εποχή των διαδηλώσεων που ξεκίνησε με το οικονομικό κραχ το 2008 δεν έχει τελειώσει. Πολλοί από τους ξεσηκωμούς που μετέπειτα έδωσαν πνοή στα όνειρα ελπίδας και αλλαγής εκείνου του χρόνου, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Μπαράκ Ομπάμα, είτε συνετρίβησαν από την κρατική καταστολή, μετατράπηκαν σε εμφυλίους, είτε αποστεώθηκαν σε πολιτικά κόμματα που αποσκοπούν στη διαχείριση των στάσιμων οικονομιών ανά την υφήλιο. Παρόλα αυτά, αν η ελπίδα για αλλαγή ήταν αφελής, αυτό συνέβη μόνο και μόνο επειδή οι πραγματικές αλλαγές αποδείχτηκαν πολύ πιο εφιαλτικές, με την άνοδο του ISIS, το πραξικόπημα του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, και την άνοδο ενός νέου λαϊκισμού που έφερε στην εξουσία φιγούρες όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Βίκτωρ Ορμπάν και ο Μπολσονάρο, αλλά και ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Μπόρις Τζόνσον.

Κάποιοι έχουν προσπαθήσει να καταλάβουν αυτή την εξέλιξη από το Occupy στον Τραμπ μέσω της κλασικής διαλεκτικής της επανάστασης και της αντεπανάστασης9 . Όμως δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι βιώνουμε μια «αντεπανάσταση», διότι οι Τραμπ αυτού του κόσμου δεν μπορούν παρά να κλιμακώσουν τις συγκρούσεις και να βαθύνουν τα χάσματα, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε το κόμμα της τάξης να φανερώνεται σαν το κόμμα της αναρχίας10 . Αυτοί οι νεολαϊκιστές δεν μπορούν να παράξουν κάποια πραγματική ηγεμονία, αλλά μόνο να οξύνουν την πόλωση εντός των πληθυσμών11 . Η νίκη του Τζο Μπάιντεν δείχνει πως ο φόβος του φασισμού ήταν υπερβολικός. Όμως οι Μπάιντεν του πλανήτη μπορούν μόνο να διαιωνίζουν τις πολώσεις που απονομιμοποιούν τη δημοκρατική διαδικασία. Αν υπάρχει κάποια αυταρχική εξέλιξη, αυτή συνδέεται με τα δρακόντεια κρατικά μέτρα ενάντια στα κινήματα διαμαρτυρίας που βλέπουμε σε όλο τον κόσμο, τα οποία διεκδικούν κυριαρχία πάνω στις ζωές τους και ειρήνη, τάξη και ασφάλεια. Κανένας Τραμπ, Μπάιντεν ή και Σάντερς δεν μπορεί να προσφέρει τα παραπάνω12 . Ο δεξιός άξονας στο Γράφημα 2 (με πράσινο), δείχνει πως μεταξύ 2008 και 2019, υπήρχε μια άνοδος της τάξης του 11% τον χρόνο των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων σε όλο τον κόσμο. Ο αριστερός άξονας (με κόκκινο) απεικονίζει την σταθερή πτώση της πολιτικής νομιμοποίησης από το 2008, όπως αυτή μετράται ως το ποσοστό των ατόμων που είναι ικανοποιημένα με τη δημοκρατία13 . Άλλα στατιστικά που βρίσκονται διάσπαρτα σε αυτό το κείμενο δείχνουν παρόμοιες μελέτες ανά περιοχή. Κάτι που διακρίνουμε ξεκάθαρα από αυτούς τους αριθμούς του Γραφήματος 2 είναι ότι το νέο κύμα εξεγέρσεων που εμφανίστηκε μετά τον Μάη του 2020 υποδεικνύει πως κατευθυνόμαστε προς μια ακόμα πιο ταραχώδη δεκαετία. Η εξέγερση δεν έρχεται, είναι ήδη εδώ, και ξεδιπλώνεται σε ένα πλανητικό επίπεδο με όλο και αυξανόμενη ένταση κάθε χρόνο14 .

Γράφημα 2: διαδηλώσεις και πολιτική νομιμοποίηση, παγκόσμια 2000-2020

Αυτό δεν υπονοεί ότι οδεύουμε προς ένα σημείο Ωμέγα στο οποίο η επανάσταση θα γίνει αναπόφευκτη. Αυτά τα κινήματα μπορεί απλά να σηματοδοτούν την είσοδο μας σε έναν ακυβέρνητο κόσμο. Όμως μπορούμε σήμερα να επαναλάβουμε τα λόγια του Ζακ Καμάτ [Jacques Camatte] από το 1972 και να επιμείνουμε πως «[α]πό τον Μάη [του 1968], παρατηρείται μια κίνηση παραγωγής επαναστατών»15 . Παντού στον κόσμο άντρες και γυναίκες, αν δεν εγκαταλείπουν τον κόσμο του κεφαλαίου, τουλάχιστον εκφράζουν μια πραγματική δυσαρέσκεια ως προς το στάτους κβο. Αυτό που δείχνει η συσσώρευση διαδηλώσεων από το 2008 είναι ότι ο αριθμός των ανθρώπων με εμπειρίες μαζικών κινητοποιήσεων και πρακτικής αμφισβήτησης, που αρχίζουν δυνητικά «να καταλαβαίνουν την υπάρχουσα ανάγκη για επανάσταση»16 , αυξάνεται. Έτσι, ακόμα κι αν η περίοδός μας δεν είναι επαναστατική βραχυπρόθεσμα, παραταύτα είναι θεμελιωδώς ταραχώδης και παράγει το ενδεχόμενο μιας ρήξης με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η συσσώρευση αγώνων, και επομένως αντρών και γυναικών που έχουν βιώσει οι ίδιοι την ανάγκη για εξέγερση και πιθανόν επανάσταση, είναι προϋπόθεση για οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση υπέρβασης του καπιταλισμού.

Είναι αλήθεια πως η επανάσταση δεν είναι σχολείο, και δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τη συλλογική μνήμη περισσότερο από τις ατομικές, (διαστρεβλωμένες) αναμνήσεις μας. Όμως η συσσώρευση κοινωνικής δυσαρέσκειας την τελευταία δεκαετία φαίνεται να συνεχίζεται, και να καθορίζει όλο και περισσότερο το πεδίο πάνω στο οποίο δίνονται οι αγώνες. Αυτό δεν είναι μόνο επειδή οι αντικυβερνητικοί αγώνες έχουν ήδη αναδιαρθρώσει το πολιτικό τοπίο, όπως συμβαίνει με κόμματα σαν το Κίνημα Πέντε Αστέρων στην Ιταλία ή το En Marche του Εμανουέλ Μαρκόν, που οργάνωσαν συνελεύσεις αντιγράφοντας τη ρητορική του «ούτε αριστερά ούτε δεξιά» από το 2011. Ούτε είναι απλά επειδή τα κινήματα πλατειών, οι νεολαιίστικες εξεγέρσεις και παρόμοιοι αγώνες έθεσαν τις βάσεις για τον Σύριζα και το Podemos και φούσκωσαν τα όνειρα των Τζέρεμι Κόρμπιν και Μπέρνι Σάντερς (με μια παράλληλη άνοδο της εθνικιστική δεξιάς που φαίνεται να είναι η αλήθεια της στροφής στον λαϊκισμό). Όχι, ισχυριζόμαστε πως η συσσώρευση κοινωνικής δυσαρέσκειας από το 2008 και δώθε σηματοδοτεί μια συνεχιζόμενη όξυνση των ταξικών συγκρούσεων, αφού οι συχνά παταγώδεις αποτυχίες – ή ακόμα περισσότερο οι χλιαρές νίκες – των κινημάτων από το 2011 δεν έχουν εξορκίσει το φάντασμα της αλλαγής17 .

Αντιθέτως, η άναρχη εποχή μας υπονοεί πως γιγάντιες διαδηλώσεις, τεράστιες εξεγέρσεις και (πρέπει να το τονίσουμε) κύματα απεργιών18 , έχουν γίνει η νέα κανονικότητα. Στη Χιλή, για παράδειγμα, μπορεί κανείς να παρατηρήσει ένα κόκκινο νήμα από την revolución pingüina του 2006, όταν εκατοντάδες χιλιάδες λυκειόπαιδα μπλόκαραν το εκπαιδευτικό σύστημα απαιτώντας ελεύθερες μετακινήσεις και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, στους πιο βίαιους καθολικούς ξεσηκωμούς του 2011. Και έπειτα, με ακόμα μεγαλύτερη ένταση, είδαμε ένα άλμα το 2019 όταν οι μάζες κατέβηκαν στους δρόμους εξαγριωμένες από τον πρωθυπουργό Sebastián Piñera που κήρυξε πόλεμο στον πληθυσμό. Ο ξεσηκωμός είχε ως αποτέλεσμα την αναθεώρηση του συντάγματος19 . Παρόμοιες πορείες βλέπουμε σε πολλές χώρες, όπως τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το Occupy Wall Street διαδέχτηκε το Black Lives Matter, το οποίο με τη σειρά του έστρωσε το δρόμο, φέτος, για το μεγαλύτερο κοινωνικό κίνημα στην ιστορία της χώρας20 . Οι τεράστιοι ξεσηκωμοί και οι έντονες κοινωνικές συγκρούσεις μετατρέπονται σε όψη της κανονικότητας της περιόδου που διανύουμε, σε βαθμό μάλιστα που ακόμα και η ριζοσπαστική αριστερά να τους απορρίπτει αφού δεν πληρούν τα αυστηρά κριτήριά της: είναι υπερβολικά φιλελεύθεροι, υπερβολικά βίαιοι, υπερβολικά παθητικοί, υπερβολικά άτυποι, υπερβολικά εθνικιστικοί, υπερβολικά μέρος του στάτους κβο ή υπερβολικά αναμειγμένοι με τις πολιτικές της ταυτότητας.

Σε αυτό το άρθρο υποστηρίζουμε πως αυτό που βιώνουμε από το 2008 είναι μια συνεχής άνοδος αυτού που ο Ιρανο-Αμερικάνος κοινωνιολόγος Ασέφ Μπαγιάτ [Asef Bayat] έχει περιγράψει σαν «μη-κινήματα», δηλαδή «η συλλογική δράση διάσπαρτων και ανοργάνωτων δρώντων υποκειμένων»21 . Αυτά τα μη-κινήματα δεν είναι σε καμία περίπτωση επαναστατικά από μόνα τους. Είναι πιο κοντά σε αυτό που ο Καμάτ έχει ονομάσει πρόσφατα «παθητικές εξεγέρσεις»: υποκειμενικές εκφράσεις της αντικειμενικής αταξίας των καιρών μας22 . Αντανακλούν πάνω από όλα την αυξανόμενη απονομιμοποίηση της πολιτικής σε μια συνθήκη συνεχιζόμενης στασιμότητας και λιτότητας. Είναι ο συνδυασμός της σταθερής ανόδου των μη-κινημάτων στα οποία συμμετέχουν όλο και περισσότερες, με την πτώση της δημοκρατικής νομιμοποίησης, που μας επιτρέπει να περιγράψουμε την τάση της εποχής μας σαν μια παραγωγή επαναστατών χωρίς επανάσταση.

Σαν παραδείγματα των «μη-κινημάτων» ο Μπαγιάτ υποδεικνύει τους αγώνες των ανοργάνωτων φτωχών στην Αίγυπτο, τον αγώνα των νέων στην Τουρκία να ζήσουν όπως θέλουν, αλλά και τους αγώνες των γυναικών για έμφυλη ισότητα τόσο στην οικιακή όσο και στη δημόσια σφαίρα, στη Χιλή, στην Ινδία και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτούς τους αγώνες οι «πρακτικές διεκδίκησης αιτημάτων» γίνονται αισθητές «μέσα από άμεσες δράσεις, παρά μέσα από την άσκηση πίεσης στις αρχές – κάτι που κάνουν συνήθως τα συμβατικά οργανωμένα κοινωνικά κινήματα (όπως το εργατικό ή το περιβαλλοντικό κίνημα)»23 .

Τέτοιες πρακτικές συχνά ενδύονται τον μανδύα της ταυτότητας. Όπως τα εργατικά κινήματα ανήκαν σε μια αναδυόμενη καπιταλιστική παγκόσμια τάξη πραγμάτων που δομείτο μέσω της πόλωσης του πολιτικού πεδίου με ταξικούς όρους, έτσι σήμερα ο ταξικός κατακερματισμός έχει σχηματίσει τον ορίζοντα των μη-κινημάτων. Σε μια εποχή χρέους, όπου μεγάλα κομμάτια του πληθυσμού έχουν είτε καθόλου είτε αρνητικά αποθέματα, η αποσύνθεση της τάξης αναιρεί τη βάση όχι μόνο του εργατικού κινήματος αλλά και της ίδιας της δημοκρατικής εκπροσώπησης. Έτσι σήμερα είναι ορθολογικό για τους προλετάριους, και όλο και περισσότερο και για μέλη της μεσαίας τάξης, να στρέφονται σε άλλες κατηγορίες για να ορίζουν τη θέση τους σε μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων που καταρρέει. Η τάξη παραμένει η κεντρική πηγή των διαχωρισμών μας – η παραδοσιακή μαρξιστική κοινωνιολογία παραμένει επίκαιρη με πολλούς τρόπους – όμως το ταξικό ανήκειν σήμερα διαρθρώνεται από μια πληθώρα μεταβλητών όπως η ηλικία, το φύλο, η γεωγραφία, η φυλή ή η θρησκεία, που λειτουργούν σαν δίαυλοι, αλλά και σαν πραγματικά όρια, για τους κοινωνικούς αγώνες, καθιστώντας τις πολιτικές της ταυτότητας μια πραγματική έκφραση της ταξικής πάλης24 .

Όπως εξηγούμε πιο κάτω, δεν θέλουμε να απορρίψουμε, να αποκηρύξουμε αλλά ούτε και να θεοποιήσουμε τις πολιτικές της ταυτότητας, ούτε να τις ταυτίσουμε με τον φιλελευθερισμό ή τον ρεφορμισμό25 . Ωστόσο, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως υπάρχει κάτι βαθιά φιλελεύθερο στα μη-κινήματα, αφού εξαναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τις αυταρχικές τάσεις της εποχής μας. Για παράδειγμα, Γάλλοι διαδηλωτές αγωνίζονται ενάντια στον νέο δρακόντειο έλεγχο της ελεύθερης έκφρασης και της ελευθερίας του τύπου, που περιλαμβάνουν έναν νόμο που απαγορεύει την φωτογράφηση μπάτσων26 . Θα μπορούσαμε να πούμε πως τα μη-κινήματα έχουν τη βάση τους στην «φυλή των τυφλοπόντικων» που σκιαγράφησε ο Σέρτζιο Μπολόνια στην ανάλυσή του για την αυτονομία στην Ιταλία των 70ς, αλλά η μορφή τους παραπέμπει επίσης στην υποκουλτουροποίηση και νηπιοποίηση της κοινωνίας που κριτικοί σαν τους Κρίστοφερ Λας και Ζαν Μποντριγιάρ κατήγγειλαν κάποτε27 . Την ίδια στιγμή, η σύγχυση γύρω από τις ταυτοτήτες αποδυναμώνει θεωρίες που βασίζονται, για παράδειγμα, σε «διαθεματικές» οπτικές που αντιλαμβάνονται την τάξη σαν μια ταυτότητα ανάμεσα σε άλλες, αφού είναι η ίδια η ταξική δομή που διακλαδιζόμενη αναδεικνύει την ταυτότητα σαν κεντρική πολιτική κατηγορία ενός στάσιμου καπιταλισμού28 .

Επίσης, η εξωτερική κριτική στις πολιτικές ταυτότητες είναι άστοχη, αφού τα ίδια τα μη-κινήματα παρουσιάζουν μια εμμενή κριτική των ορίων τους στην καθημερινή τους πρακτική. Αποκαλύπτουν πως άντρες και γυναίκες ξεκινάνε να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα σε κατηγορίες πέρα από τις προσταγές της οικονομίας, την ίδια ώρα που συγκρούονται με τις συνέπειες αυτού που συχνά ονομάζεται νεοφιλελευθερισμός. Οι πολιτικές της ταυτότητας, για μας, είναι το απαραίτητο μοντέλο πολιτικοποίησης ενός νεοφιλελεύθερου υποκειμένου για το οποίο οι κατηγορίες της ταυτότητας φαίνονται να είναι ταυτόχρονα και ουσιώδεις και μη-ουσιώδεις, και ενδυναμωτικές και αποδυναμωτικές. Τέτοιες πολιτικές δεν είναι εύκολο να ταξινομηθούν, με βάση έναν στρατηγικού επιπέδου γνώμονα, σε "πραγματικές" και "κοινωνικές", "εργατικές" και μικροαστικές", "επαναστατικές" και "ρεφορμιστικές", γιατί ο τρόπος που χρησιμοποιούνται μέσα στους αγώνες οδηγεί σε μια σύμμειξη και σύγχυση ταυτοτήτων, ακόμα εκείνων που ανακύπτουν από τον ίδιο τον αγώνα.

Οι ξεσηκωμοί μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, και η μετατόπιση στις στάσεις γύρω από τη φυλή στις Ηνωμένες Πολιτείες που εύστοχα αποκαλείται η «μεγάλη αφύπνιση [awokening]» είναι μια έκφραση αυτού του μοτίβου και φανερώνει τον ανθρωπολογικό χαρακτήρα των μη-κινημάτων29 . Αυτό που βλέπουμε, είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια αμφισβήτηση ηθών, αναπαραστάσεων και μορφών αναπαραγωγής που δεν ταιριάζουν πλέον στο αποβιομηχανοποιημένο προλεταριάτο. Αλλά ακόμα και όσοι έχουν καταλάβει την ειδοποιό διαφορά των μη-κινημάτων δεν έχουν κατορθώσει να αναγνωρίσουν αυτή τη μετατόπιση. Για τον Μπαγιάτ τα μη-κινήματα συνιστούν μια «επανάσταση χωρίς επαναστάτες», αφού φέρνουν εκρηκτικούς ξεσηκωμούς που «δεν βασίζονται σε στρατηγικές βλέψεις ή συγκεκριμένα προγράμματα»30 . Για τους επικριτές των πολιτικών ταυτότητας όπως ο Μάικλ Λιντ [Michael Lind], τα μη-κινήματα αποτελούν μια εμβάθυνση του καπιταλισμού παρά μια τιθάσευση ή ένα ξεπέρασμά του31 . Όμως αμφότεροι αδυνατούν να δουν την εσωτερική δυναμική των μη-κινημάτων. Από τη μία, έχουμε επιχειρηματολογήσει, ενάντια στον Μπαγιάτ, πως βλέπουμε μια παραγωγή επαναστατών χωρίς επανάσταση, αφού εκατομμύρια παίρνουν τους δρόμους και μεταμορφώνονται από τη συλλογική έκφραση οργής και αποστροφής, αλλά χωρίς (ακόμα) κάποια συγκροτημένη σύλληψη ξεπεράσματος του καπιταλισμού. Από την άλλη, ενάντια στον Λιντ, επιμένουμε πως τα μη-κινήματα δείχνουν το ανταγωνιστικό πνεύμα των καιρών, το γεγονός πως η καπιταλιστική στασιμότητα συνεπάγεται μια κρίση στην πολιτική εκπροσώπηση ως τέτοια, και συνεπώς το τέλος των πολιτικών κινημάτων με την κλασική έννοια.

Το κλασικό κοινωνικό κίνημα, όπως το ορίζει ο Καρλ Σμιτ είναι η διαμεσολάβηση μεταξύ του ανοργάνωτου λαού και του κράτους32 . Ένα τέτοιο κίνημα επιδιώκει να οργανώσει ή να κινητοποιήσει «τον λαό» ως διοικητική και πολιτική κατηγορία, που πρέπει να ξεπεράσει τις ταυτότητες που διαφοροποιούν εσωτερικά ένα έθνος, συχνά μέσω της βίαιης καταπίεσης των συμφερόντων ή ακόμα και της ύπαρξης συγκεκριμένων ομάδων. Σε αντίθεση, τα μη-κινήματα εκφράζουν την ανταγωνιστική πτυχή των πολιτικών ταυτότητας αφού δεν γίνεται να συγκροτηθούν σε λαό, και σπανίως εκφράζουν καν ξεκάθαρα πολιτικά ή θετικά αιτήματα. Αλλιώς: παράγουν μια ατελείωτη αλληλουχία μερικών και ενίοτε αντιφατικών μεταξύ τους αιτημάτων – θυμίζοντας έτσι κάτι σαν τη Λερναία Ύδρα: εκφράζουν επιθυμίες που είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν, αλλά όμως μπορεί να έχουν μια σύντομη και βίαιη ζωή.

Φυσικά, μέσα στα πολλά μη-κινήματα που βλέπουμε σε όλο τον κόσμο, που αποτελούνται από μεγάλα κομμάτια του προλεταριάτου, αλλά και από κομμάτια της μεσαίας τάξης σε διαδικασία κοινωνικής καθόδου, πολλοί ελπίζουν όντως να αυτοσυγκροτηθούν ως ένα νέο υποκείμενο. Κάποτε συνεργάζονται με κόμματα, συνδικάτα και άλλες οργανώσεις που άλλοτε ανήκαν στον κόσμο των κινημάτων και των ιδεολογιών, αλλά σήμερα κυρίως υπάρχουν σαν περίεργες υποκουλτούρες. Ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός έχουν επανέλθει για τα καλά. Όμως, όπως έχει σημειώσει ο Ζιλ Ντωβέ αναφορικά με τα Κίτρινα Γιλέκα, τα μη-κινήματα τείνουν να μπορούν να κινητοποιηθούν μόνο ως όχλος που διαταράσσει το στάτους κβο33 . Φέρνουν συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, ρίχνουν κυβερνήσεις, και αναγκάζουν πρωθυπουργούς και πρόεδρους σε παραιτήσεις (όπως είδαμε πρόσφατα στη Χιλή, στο Περού και στη Γουατεμάλα). Όμως επειδή εκπροσωπούν την κρίση ενός καπιταλισμού σε στασιμότητα, και επειδή καθιστούν αυτή τη στασιμότητα ακυβέρνητη, τα μη-κινήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για μια καθολικότητα που να ξεπερνά τα συντρίμμια του εργατικού κινήματος34 .

Σε έναν κόσμο όπου η ταυτότητα μεσολαβεί την τάξη, η προλεταριακή οργή παίρνει το χρώμα του κίτρινου (όπως με τα Κίτρινα Γιλέκα) ή του μαύρου (όπως με την εξέγερση του Τζορτζ Φλόιντ) παρά του κόκκινου. Η τροχιά από έναν κόσμο εργατών σε έναν κόσμο προλετάριων – που περιγράφει ο Γκάσπαρ Μίκλος Ταμάς [Gáspár Miklós Tamás]35  – έχει οδηγήσει την ταξική πάλη πέρα από τις παραδοσιακές μορφές και ρητορικές της πολιτικής. Όμως δεν θέλουμε απλά να επιμείνουμε ξανά πως το εργατικό κίνημα έχει αποδυναμωθεί από τη δεκαετία του ’70, πως η ίδια η ταξική σύνθεση εμφανίζεται κυρίως αρνητικά σαν αποσύνθεση, και πως επομένως νέα ιδεολογικά σύμβολα διαμορφώνουν τι ς διαμαρτυρίες και αναδιαμορφώνουν τα κοινωνικά κινήματα. Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε είναι πως η λογική των μη-κινημάτων εκφράζει την ανταγωνιστική πτυχή και κοινωνική βάση των «πολιτικών ταυτότητας» ως τέτοιων, είτε έρχονται από τα δεξιά είτε από τα αριστερά. Αντί να κριτικάρουμε τη λιτανεία των ταυτοτικών αδιεξόδων, σκοπός είναι να δείξουμε το ότι ένα ολοένα και πιο διαταραγμένο στάτους κβο διαπερνάται από προβλήματα ταυτότητας, και πως οποιαδήποτε συζήτηση χειραφέτησης πρέπει να ξεκινήσει από εδώ, δηλαδή από την ανικανότητα ενός κινήματος να κινητοποιήσει έναν λαό.

Αυτό που παρατηρούμε σήμερα είναι γενικευμένη ταυτοτική σύγχυση. Αυτό το βλέπουμε όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου φιλελεύθεροι απόφοιτοι πανεπιστημίου γκρεμίζουν αγάλματα και συνασπίζονται με μαύρους προλετάριους και μια χούφτα λευκών πολιτοφυλακών σε ένα λαϊκό μέτωπο ενάντια στην αστυνομία, αλλά και στη Γαλλία, όπου εργάτες στους δρόμους που κάποτε τραγουδούσαν τη διεθνή τώρα επιτίθενται με την πολεμική ιαχή «Αού! Αού! Αού!» (από τους 300 του Ζακ Σνάιντερ), και ανεμίζουν γαλλικές σημαίες ενώ βεβηλώνουν το πιο πατριωτικό μνημείο της χώρας: την Αψίδα του Θριάμβου. Στη Χιλή, το σλόγκαν «Μην κόβεις εισιτήριο!» [¡Evade! στα ισπανικά, στην προστακτική] το οποίο ξεκίνησε από μαθητές λυκείου – την πραγματική πρωτοπορία των εξεγέρσεων – ενάντια στις αυξήσεις τιμών στις μεταφορές τον Οκτώβριο του 2019, σύντομα γενικεύτηκε σε έναν ξεσηκωμό ενάντια στη λιτότητα και την κρατική καταστολή που προτίμησε σαν σύμβολο του τη σημαία των ιθαγενών Μαπούτσε, παρά τις κόκκινες ή μαύρες σημαίες της αριστεράς36 . Με αυτά τα μπερδεμένα συνθήματα και σύμβολα, τα μη-κινήματα δηλώνουν πως είναι με τη μεριά των «βαρβάρων» ενάντια στο κράτος (ή την αυτοκρατορία) και ξεκινάνε να αμφισβητούν ένα μοντέλο παραγωγής που πια αδυνατεί να παράξει ευημερία37 . Εκφράζουν την ανάγκη για μια νέα αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής, μια ανάγκη που σπρώχνει άντρες και γυναίκες σε όλο τον κόσμο να εξεγερθούν με πρωτοφανή τρόπο.

Είναι αλήθεια πως αυτή η ανάγκη εκφράζεται κυρίως σαν έλλειψη, πείνα, ή κυριολεκτικά σαν λιμός. Όμως, δεν υπάρχει τίποτα πιο ακυβέρνητο, όπως έχουμε δει από την επανεμφάνιση εξεγέρσεων λόγω πείνας από το 2011, από άντρες και γυναίκες που λιμοκτονούν. Και τα εννιά χρόνια από το 2011 μέχρι το 2020 ήταν χρόνια αυξανόμενης απελπισίας και μιζέριας. Οι αγώνες των Puerta del Sol, Tahrir και της πλ. Συντάγματος το 2011 σύντομα ξεπεράστηκαν. Όμως η κινητήρια δύναμη πίσω από τους αγώνες δεν εξαφανίστηκε, απλά έδωσε τη θέση της στην ακόμα μεγαλύτερη οργή και απελπισία των Κίτρινων Γιλέκων, ή των εξεγέρσεων στη Χιλή, στο Εκουαδόρ, στο Μεξικό και πλέον στο Περού και τη Γουατεμάλα. Αν ο καπιταλισμός δεν μπορεί να μεταρρυθμίσει την κοινωνική αναπαραγωγή του, δεν θα είναι και σε θέση, όταν κληθεί να το κάνει, να ικανοποιήσει τις ανάγκες των μη-κινημάτων, που με τον καιρό αυξάνονται και γίνονται πιο εκρηκτικές.

Γράφημα 3: Διαδηλώσεις και πολιτική νομιμοποίηση, Λατινική Αμερική 2000-2020

2. Σύγχυση και ακυβερνησία

Ένα χαρακτηριστικό που ενώνει τα μη-κινήματα είναι ότι αγωνίζονται στο υπόβαθρο ενός καπιταλισμού σε στασιμότητα (βλέπε γράφημα 1 προηγουμένως). Όπως ακριβώς η στασιμότητα του δικού της καπιταλισμού και βιομηχανοποίησης οδήγησαν στην πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, έτσι η σημερινή εποχή στασιμότητας και αποβιομηχανοποίησης οδηγούν στην αποδυνάμωση της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, πρώτα λόγω της στροφής στη δεξιά και έπειτα μέσω της πασοκοποίησής της38 . Αυτή η διαδικασία γίνεται παράλληλα με την άνοδο αυταρχικών κομμάτων, και, από το 2008 κι έπειτα, σκληρών πολιτικών λιτότητας. Σαν αντίδραση έχουμε δει από τα μη-κινήματα την αποδιοργανωτική διάσταση τόσο των φιλελεύθερων αξιών όσο και της υπεράσπισης των βασικών αναγκών ενός εξαθλιωμένου προλεταριάτου που συνεχώς κατακερματίζεται σε ολοένα και περισσότερο διαφοροποιημένα τμήματα. Όμως αυτός ο κατακερματισμός δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη διαίρεση. Αντιθέτως, συχνά φέρνει τους ανθρώπους μαζί σε πραγματικές αν και αδύναμες συμμαχίες, όπως αυτή του 99%, ή του μωσαϊκού ομάδων που συνεργάστηκαν στο estadillo social [κοινωνική εξέγερση] της Χιλής. Εκεί τα κινήματα στράφηκαν στο τραγούδι του Victor Jara El derecho de vivir en paz – «το δικαίωμα του να ζεις ειρηνικά» – όχι επειδή ταυτίζονται με τον ήρωα του κομματιού (Ho Chi-Minh) αλλά επειδή η ειρήνη και ακόμα και η τάξη έχουν γίνει ριζοσπαστικά αιτήματα σε έναν ολοένα πιο καταστροφικό κόσμο.

Το μη-κίνημα δεν σηματοδοτεί απλά την εμφάνιση εξεγέρσεων και καταλήψεων πλατειών όπου δυσαρεστημένα κομμάτια της μεσαίας τάξης και λούμπεν προλετάριοι, κόσμος από τα banlieues και τις γειτονιές, ισλαμιστές και φεμινίστριες, πολιτοφυλακές και φτωχοί μαύροι μπορούν έστω και δυνητικά να ενώσουν δυνάμεις ενάντια σε έναν κοινό εχθρό και συνεπώς να αρχίσουν να αναιρούν τους διαχωρισμούς τους. Σηματοδοτεί επίσης ένα ρεπερτόριο συνηθειών και εμπειριών, μια καθημερινή πολιτική που καθιστά εφικτές τέτοιες θεαματικές ρήξεις και βίαια ξεσπάσματα. Το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ατόμων που συμμετείχαν στην εξέγερση του Τζορτζ Φλόιντ ήταν λευκοί, και ο θάνατος του Φλόιντ αποτέλεσε καταλύτη για έναν ευρύτερο ξεσηκωμό απέναντι στον Τραμπ, φανερώνει κοινωνιολογικές και δημογραφικές αλλαγές που κάνουν τη σύγχυση των μη-κινημάτων δυνατή και που ξεπερνούν τις εξεγέρσεις καθ’ εαυτές39 .

Ακόμα και οι επίσημες οργανώσεις, που, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, καταφέρνουν να εκπροσωπήσουν μια συγκεκριμένη κοινωνική πραγματικότητα, πρέπει να προσαρμοστούν στη λογική των μη-κινημάτων. Μπορούμε να κοιτάξουμε τα γαλλικά συνδικάτα, αρχικά εχθρικά προς τα Κίτρινα Γιλέκα, που τον Σεπτέμβριο του 2019 χρησιμοποίησαν τη δυναμική τους για να καλέσουν την απεργία τους ενάντια στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις του Μακρόν40 . Έτσι, το μη-κίνημα έχει γίνει η ηγεμονική μορφή αγώνα, μόνο στο βαθμό που αντανακλά μια ευρύτερη κρίση αντιπροσώπευσης. Μπορούμε λοιπόν να περιγράψουμε τα μη-κινήματα σαν αποσυντάσσουσες [destituent] και όχι συντάσσουσες διαδικασίες41 . Όμως ενάντια σε όσους φετιχοποιούν την άρνηση και την αποσύνταξη [destitution] σαν μια θετική ή επαναστατική προοπτική, έχουμε να αντιτάξουμε πως σήμερα, κάθε εξουσία γίνεται αποσυντάσσουσα, με την έννοια πως όχι μόνο οι ροές του κεφαλαίου, αλλά και οι επιθυμίες και ανάγκες των πληθυσμών κάνουν την πολιτική τάξη δύσκολα κυβερνήσιμη.

Αυτή η ακυβερνησία διαπιστώνεται στον σχηματισμό των μη-κινημάτων σαν απαντήσεις σε δρακόντειες ή ολοένα και πιο ανορθολογικές διακυβερνήσεις, ιδιαίτερα σαν απάντηση στην αστυνομική βία. Ένα από τα λίγα πράγματα που έχουν κοινό οι περισσότεροι εργάτες, φοιτήτριες, άνεργοι, και λοιποί, σε κάθε χώρα τις τελευταίες δεκαετίες, είναι ότι έχουν πέσει θύμα προσοδικών πολιτικών που διανέμουν τους λιγοστούς κρατικούς πόρους σε μέλη των ελίτ που είναι στο κόλπο. Ενώ μια τέτοια διαφθορά μπορεί πάντα να προκαλέσει την κοινωνική οργή, ο θυμός οξύνεται τώρα που οι κρατικές πολιτικές έχουν μετατραπεί σε μια μάχη γύρω από τη διανομή μιας πίτας που μένει ίδια ή και μειώνεται, και οι εκκλήσεις για σφίξιμο της ζώνης κάνουν την αδικία όλο και λιγότερο ανεκτή. Όπως επιχειρηματολογήσαμε στο “The Holding Pattern”, αυτό που εν πολλοίς καθόρισε την πλημμυρίδα ταξικών αγώνων και κοινωνικών κινητοποιήσεων ανά την υφήλιο από το 2008 ήταν μια διάχυτη οργή ενάντια στην κραυγαλέα αδικία ενός καθεστώτος κρίσης που διοικείται από μια διεφθαρμένη και ανίκανη πολιτική τάξη. Αυτό, υποστηρίζουμε πιο κάτω, είναι και ο λόγος που τα μη-κινήματα του σήμερα επικεντρώνονται τόσο στην αστυνομία, ως το σκληρό πρόσωπο της διαφθοράς και της αδικίας, και εξηγεί εν μέρει γιατί ο αντιρατσισμός έχει γίνει τόσο κεντρική δύναμη κινητοποίησης στις ΗΠΑ42 .

Ωστόσο, αυτό με το οποίο κάθε κύμα μαζικής κινητοποίησης έρχεται αντιμέτωπο είναι η μειωμένη ικανότητά του να ξεπεράσει μια αρνητική ενότητα (ενότητα ενάντια στον ρατσισμό/την αστυνομία/τις ελίτ) και να εδραιώσει μια θετική και δημιουργική κοινωνική ή πολιτική δύναμη. Τα αιώνια προβλήματα των πολιτικών της ταυτότητας είναι συμπτώματα αυτού του ορίου: η ανικανότητα ενός κύματος αγώνων να αναπαραχθεί δεδομένου της εξατομίκευσης και του κατακερματισμού των συμμετεχόντων. Σε κάποια φάση, κάθε κύμα ξεβράζεται και θρυμματίζεται πάνω σε αυτά τα θραύσματα. Τα μη-κινήματα τείνουν να επιτίθενται και να αποσύρονται από ένα κράτος που φαίνεται να αποσύρεται από αυτά. Έτσι, η αμερικάνικη απαίτηση για την “αποχρηματοδότηση της αστυνομίας” [Defund the police] αντανακλά μια ευρύτερη τάση (που από πολλές όψεις συνιστά πρόοδο) ο αγώνας να μην έχει ως στόχο την κατάληψη του κράτους, αλλά απλά τη σύγκρουση με τον κρατικό μηχανισμό: λιτότητα ενάντια στη λιτότητα.

Ενώ τα παραδοσιακά κινήματα δημιουργούνται γύρω από σχετικά σταθερές ιδεολογικές δομές και πραγματικές κοινότητες, όπως το συνδικάτο, το μαζικό κόμμα ή οι χώρες του κρατικού σοσιαλισμού, εκείνα που εξαπλώνονται παντού από το 2008 και δώθε εκφράζουν τις συλλογικές επιθυμίες υπερεξατομικευμένων πληθυσμών. Όμως ενώ το τέλος της εποχής των κινημάτων είναι κατά κάποιον τρόπο το τέλος της ιδεολογίας, δεν είναι, όπως έχουμε δει, το τέλος της ταυτότητας. Απεναντίας, οι ταυτότητες πληθαίνουν σε μια συμμοριοποιημένη και υποκουλτουροποιημένη οικονομία, όπου, όπως υποστηρίζει ο Τάιλερ Κόουεν [Tyler Cowen], ο μέσος όρος αποτελεί παρελθόν43 . Δεν υπάρχει κάποιο σταθερό κέντρο, αλλά μια έντονα κατακερματισμένη ταξική δομή που αναδιαμορφώνει το τερέν των κλασικών κινημάτων όπως του φασισμού και της σοσιαλδημοκρατίας. Αν οι κεντρώες πολιτικές των Κλίντον και Μπλερ τη δεκαετία του ’90, και η άνοδος των πολιτικών της ταυτότητας από τη δεκαετία του ’70, ήδη σηματοδοτούσαν αυτή την αλλαγή, η περίοδος από το 2008 και δώθε αποκαλύπτει απεναντίας μια αυξανόμενη σύγχυση των ταυτοτήτων.

Τα μη κινήματα είναι, όπως έχουμε επισημάνει, η υποκειμενική έκφραση μιας γενικότερης αταξίας που έχει τις ρίζες της στην καπιταλιστική στασιμότητα. Η συγκλονιστική ποσότητα διαδηλώσεων και εξεγέρσεων, το γεγονός ότι κανονικοποιούνται, αυτό ξεχωρίζει την εποχή μας, για παράδειγμα, από τα χρόνια της αντιπαγκοσμιοποίησης. Γι’ αυτό λέμε πως η εποχή μας είναι σημαδεμένη από την παραγωγή επαναστατριών σε παγκόσμια κλίμακα. Άντρες και γυναίκες από όλο το φάσμα πολιτικής ιδεολογίας και ταυτοτικής διαστρωμάτωσης αντιμετωπίζουν την κυρίαρχη τάξη με απέχθεια, φόβο, θυμό και οργή, και υπερασπίζονται το δικαίωμα του «αποφύγουν» τα αβάσταχτα κόστη της ζωής στον καπιταλισμό. Είναι επαναστάτες χωρίς επανάσταση, όμως στην αντιπαράθεσή τους με την καπιταλιστική αναπαραγωγή, καθώς και στη δίψα τους για κοινότητα, τα μη-κινήματα εκφράζουν μια δυνητική σύγκρουση με τη λογική του κεφαλαίου ως τέτοια.

Σε μια τέτοια συνθήκη, η πολιτική – με την κλασική έννοια της εχθρότητας και του διχασμού – επιστρέφει εκδικητικά. Οι πολιτικές της ταυτότητας σήμερα σηματοδοτούν μια επιστροφή του πολιτικού, παρά τη γέννηση μιας μετα-πολιτικής εποχής (όπως πολλοί αριστεροί κριτικοί των πολιτικών ταυτότητας έχουν υποστηρίξει). Όμως η πολιτική δεν μπορεί πλέον να παράξει καμιά ουσιαστική σταθερότητα. Διχάζει τον πληθυσμό εναντίον του εαυτού του και κινεί τα έθνη, αν όχι προς τον εμφύλιο, τότε τουλάχιστον προς εντεινόμενες συγκρούσεις και βαθύτερα ρήγματα. Ενώ η απορία [aporia] της ταυτότητας εκφράζει την απώλεια εκείνου που θα ονομάζαμε κοινότητα, δεν βλέπουμε προοπτική στην επιστροφή στους φριχτούς κόσμους της σοσιαλδημοκρατίας και του φασισμού. Αντιθέτως, βλέπουμε μια λαχτάρα για συλλογική ύπαρξη βασισμένη στα φιλελεύθερα αιτήματα που εκφράζουν τα μη-κινήματα. Ο φιλελευθερισμός και το wokeness, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, έχουν γίνει αποδιοργανωτικές δυνάμεις σε μια εποχή που μεγάλα κομμάτια της αριστεράς γίνονται όλο και πιο συντηρητικά, ενστερνιζόμενα τον εθνικιστικό λαϊκισμό που τροφοδοτεί τη δεξιά.

Για αυτόν τον λόγο, θα θέλαμε να καθησυχάσουμε τους αγχωμένους αναγνώστες που ρωτάνε: μα πώς μπορούμε να ξέρουμε πως η αταξία της εποχής μας δεν θα μας σπρώξει απλώς βαθύτερα σε μια αυταρχική τάξη πραγμάτων που δεν μπορεί παρά να βαθύνει το σχίσμα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία που βλέπουμε σήμερα; Δεν οδήγησε η Αραβική Άνοιξη σε δικτατορία και πόλεμο; Δεν ήταν το Occupy προάγγελος του Τραμπ; Δεν ήταν οι αγώνες στη Βραζιλία ενάντια στις ψηλές τιμές στις μεταφορές εκείνες που ετοίμασαν το έδαφος για τις διαδηλώσεις ενάντια στη διαφθορά που έφεραν τον Μπολσονάρο στην εξουσία; Δεν είναι η ταυτοτική λογική που σχηματίζει αγώνες ανά την υφήλιο εκείνη που θα μας ωθήσει βαθύτερα στον φασισμό; Αυταρχικές και φασιστικές δυνάμεις ανακτούν δυνάμεις, όμως θα ήταν ανορθολογικό να αποδώσουμε την άνοδό τους στα μη-κινήματα, αφού αυτά τα ίδια είναι εκφράσεις της αταξίας της εποχής μας που αριστεροί και δεξιοί λαϊκιστές θέλουν να εκμεταλλευτούν. Επίσης, η πολιτισμική αντίδραση που τροφοδοτεί τον δεξιό λαϊκισμό λαμβάνει χώρα εδώ και δεκαετίες, πολύ πριν το κραχ του 2008 – την κινητήρια, δηλαδή, δύναμη των μη-κινημάτων44 .

Επιπλέον, το κλείσιμο των συνόρων και η στροφή στον εθνικισμό και στις σκληρές μεταναστευτικές πολιτικές σε χώρες με αριστερές κυβερνήσεις όπως η Σουηδία και η Δανία, και η νίκη της λαϊκιστικής δεξιάς σε χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, φανερώνουν διακριτές αυταρχικές εξελίξεις σε μέρη που δεν έχουν σαρωθεί από μη-κινήματα. Αν αφεθεί μόνο του, σε έναν κόσμο λιμνάζουσας παραγωγικότητας και αποβιομηχανοποίησης, το σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος σύντομα θα βασίσει την υπηκοότητα στην οικογένεια, στη γλώσσα, στην κουλτούρα και στη δουλειά. Γι’ αυτό όλο και περισσότεροι άντρες και γυναίκες ανά τον κόσμο κινητοποιούνται εμφορούμενοι από φιλελεύθερες και δημοκρατικές αξίες, και φτάνουν να μισήσουν την αστυνομία που έχει αναλάβει να φέρνει εις πέρας τη βρώμικη δουλειά μιας ακυβέρνητης τάξης πραγμάτων45 .

Γράφημα 4: Διαδηλώσεις και πολιτική νομιμοποίηση, Ευρώπη 2000-2020

3. Μια νέα παγκόσμια αταξία

Ο Μπαγιάτ συγκρίνει την εμφάνιση των μη-κινημάτων, με εκείνο που ο Τίμοθι Γκάρτον Ας [Timothy Garton Ash], αναφερόμενος στα κινήματα της Ανατολικής Ευρώπης των δεκαετιών ’80 και ’90, “refolutions”46  – βίαιους ξεσηκωμούς για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις47 . Αυτά αποτελούν όντως σημαντικούς προάγγελους, όμως για λόγους που ούτε ο Ας ούτε ο Μπαγιάτ αντιλαμβάνονται. Εκείνο που αδυνατεί να δει ο Ας είναι το γεγονός πως αυτά τα κινήματα έρχονται ως απάντηση στην κατάρρευση της Σοβιετικής αυτοκρατορίας που προεικόνιζε την κρίση του μοντέρνου βιομηχανικού κόσμου48 . Η Δύση από τότε πάει να μοιάσει ως προς τη στασιμότητα και την αποβιομηχανοποίηση, με το πρώην σοβιετικό μπλοκ (βλέπε Γράφημα 1). Οι όλο και περισσότερες εξεγέρσεις των καιρών μας, που συνήθως εξαφανίζονται με τον ίδιο ρυθμό που εμφανίζονται, εκφράζουν την αποδιοργανωμένη κατάσταση μιας παγκόσμιας οικονομικής τάξης πραγμάτων που βρίσκεται πλέον σε χρόνια στασιμότητα και την ετοιμόρροπη γεωπολιτική της μεταπολεμικής περιόδου.

Έναν χρόνο μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιταλός μαρξιστής και ξεροκέφαλος ηγέτης σέκτας Αμαντέο Μπορντίγκα έγραψε το “Tracciato d’impostazione,” ένα άρθρο τόσο γεμάτο ρητορικές υπερβολές και φλυαρίες που όταν κάνουν την εμφάνισή τους οι διορατικές θέσεις του λάμπουν σαν διαμάντια στη λάσπη49 . Ο Μπορντίγκα ήθελε να αποσαφηνίσει τον ορισμό του επαναστατικού κινήματος, τη στιγμή που ο δημοκρατικός καπιταλισμός [“demo-capitalism”] μεσουρανούσε, και η ίδια η κομμουνιστική θεωρία είχε χάσει το αρχικό της νόημα σαν μια ριζοσπαστική, πειραματική επιστήμη που προέβλεπε την κοινωνική αλλαγή. Για ετούτον τον επαναστάτη σεκταριστή, η τριάδα του αντιφασισμού, της δημοκρατίας, και σε τελική ανάλυση και του μαρξισμού, είχε γίνει το κύριο εμπόδια για κάθε κομμουνιστική προοπτική άξια του ονόματος. Τώρα «εξαίσια συντηρητικά κινήματα των αστικών θεσμών τολμάνε να αυτοαποκαλούνται κόμματα του προλεταριάτου», παραπονιόταν50 . Η νίκη των Συμμάχων το 1945 δεν μείωσε απλά τις πιθανότητες επαναστατικού πολέμου στην Ευρώπη, αλλά αναδιαμόρφωσε το αρχέτυπο του κομμουνιστικού φαντασιακού σε ένα δημοκρατικό που, εν τέλει, θα αποξένωνε τους προλετάριους από το εργατικό κίνημα. Έτσι, πολύ πριν ο Τομάς Πικετί προειδοποιήσει για τις συνέπειες της «Βραμινιακής αριστεράς»51 , ο Μπορντίγκα διαπίστωσε πως ο μαρξισμός είχε γίνει μια ιδεολογία της μεσαίας τάξης και των διευθυντικών στελεχών, ή ακόμα χειρότερα, μια απλή υπεράσπιση του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας52 .

Ο Μπορντίγκα θα συμφωνούσε, ίσως, με τον Μάριο Τρόντι, που επέμενε πως «το εργατικό κίνημα δεν νικήθηκε από τον καπιταλισμό αλλά από τη δημοκρατία»53 . Ο Μπορντίγκα, όμως, έγραφε πως ήταν το ίδιο το κομμουνιστικό κίνημα που έθεσε τις βάσεις για αυτή τη δημοκρατική ήττα. Η διάσημη κριτική του πάνω στον αντιφασισμό και οι υποθετικοί του συλλογισμοί για μια νίκη του Άξονα που πιθανώς να είχε πυροδοτήσει εμφύλιο και συνεπώς επανάσταση, μπορεί να μας φαίνονται περίεργοι σήμερα54 . Παρόλα αυτά, η διάγνωση του Μπορντίγκα για την μεταπολεμική εποχή μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε την άνοδο των μη-κινημάτων, που συχνά παλεύουν για φαινομενικά φιλελεύθερες αξίες και ασκούν πίεση στο κράτος από τα κάτω, ενώ την ίδια ώρα βλέπουμε την άνοδο της λαϊκιστικής δεξιάς που αντανακλά μια κρίση της διευθυντικής τάξης. Ο καιρός μας διαπερνάται από αταξία από τα κάτω κι από τα πάνω, και αυτή η κρίση φαίνεται να είναι το ξεκάμωμα της μακριάς ειρήνης (της Pax Americana) που διέκοψε το επαναστατικό ξεδίπλωμα μιας προηγούμενης εποχής.

Η άνοδος των Τραμπ, Μπολσονάρο, Ντουτέρτε, Μόντι, Ορμπάν, Πούτιν ακόμα και του Μακρόν φανερώνει πως το στάτους κβο έχει πλέον αποσταθεροποιητικό χαρακτήρα, αυτό που ο Ντέιβιντ Ράνεϊ [David Ranney] έχει ονομάσει «Μια Νέα Παγκόσμια Αταξία»55 . Όπως είδαμε πρόσφατα στην Πολωνία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μάχη για τις εκλογές δίνεται και κερδίζεται σε πολύ στενά περιθώρια ανάμεσα σε «φιλελεύθερους» και «συντηρητικούς», με την ηλικία και την εκπαίδευση συνήθως να είναι πιο καθοριστικές από την τάξη στις κομματικές προτιμήσεις56 . Οι Τραμπ αυτού του κόσμου διχάζουν πληθυσμούς, και ακόμα και άρχουσες τάξεις, φανερώνοντας πως η μάχη για φιλελεύθερη δημοκρατία εύκολα μπορεί να ριζοσπαστικοποιηθεί, όπως και οι επαναστάτες εύκολα μπορούν να αφομοιωθούν, έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν τις πέτρες, τις ασπίδες και τις ομπρέλες τους για να υπερασπιστούν το δημοκρατικό στάτους κβο. Η εξέγερση του Τζορτζ Φλόιντ, παραδείγματος χάρη, έγινε για μια στιγμή μια δίοδος αντίστασης στον δεσποτισμό των νέων λαϊκιστικών ηγετών ανά τον κόσμο. Όμως κάτω από την αντίθεση «φιλελεύθερων» και «συντηρητικών» εύκολα αναγνωρίζουμε αυτό που ο Μπορντίγκα θα ονόμαζε «αντιμορφικές» τάσεις, κλιμακούμενες συγκρούσεις και αναδιαμόρφωση της κοινωνικής μορφής της παρούσας τάξης πραγμάτων.

Αναλύοντας τις κοινωνικές συγκρούσεις και τους κοινωνικούς θεσμούς, ο Μπορντίγκα αποκήρυξε βαρυσήμαντες εκφράσεις όπως «συντηρητικός», «προοδευτικός» ή ακόμα και «επαναστατικός».57  Ο ρόλος του μαρξισμού, που ο Μπορντίγκα ονομάζει «μια επιστήμη του ανθρώπινου είδους», είναι να κατανοήσει κάθε κοινωνικό κίνημα ή θεσμό ως προς τις «κομφορμιστικές», «ρεφορμιστικές», ή «αντιμορφικές» του διαστάσεις58 . Ένα κομφορμιστικό κίνημα αποτελεί μια δύναμη που θέλει να διατηρήσει «τις υπάρχουσες μορφές και θεσμούς άθικτους, εμποδίζοντας την όποια μεταρρύθμιση, με αναφορές σε αμετάβλητες αξίες»59 . Ρεφορμιστικά κινήματα είναι «εκείνα που ενώ δεν επιδιώκουν να ανατρέψουν απότομα και βίαια τους υπάρχοντες θεσμούς, σηματοδοτούν ότι οι παραγωγικές δυνάμεις ασκούν υπερβολική πίεση, και προωθούν σταδιακές και επιμέρους αλλαγές στην υπάρχουσα τάξη»60 . Τα αντιμορφικά κινήματα, από την άλλη, συνεπάγονται μια «επίθεση στις παλιές μορφές, και πριν ακόμα μάθουν πώς να θεωρητικοποιούν τα χαρακτηριστικά της νέας τάξης πραγμάτων, τείνουν να καταστρέφουν την παλιά, προκαλώντας την ακαταμάχητη γέννηση νέων μορφών»61 .

Αν υιοθετήσουμε τις τυπολογίες του Μπορντίγκα, θα λέγαμε πως είναι ο τελευταίος τύπος εκείνος που βρίσκεται σε άνοδο κάθε χρόνο, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι εκφράζουν την αγανάκτησή τους με το στάτους κβο. Η συσσώρευση των μη-κινημάτων αντανακλά την αστάθεια ενός μεταβιομηχανικού κόσμου, και έτσι μπορεί να περιγραφεί ως «αντιμορφική». Όμως, αυτές οι εκρήξεις εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε ρεφορμιστικά ή ακόμα και κομφορμιστικά κινήματα, σε περίπτωση που, παραδόξως, δεν καταφέρουν να αποφύγουν τις τάσεις προς τον εμφύλιο πόλεμο και τη νιχιλιστική βία που εμπεριέχει αυτή η αστάθεια. Τα όνειρα του Μπορντίγκα για έναν επαναστατικό πόλεμο έχουν γίνει (ενδεχομένως να ήταν πάντα) αφελής φαντασίωση, που δεν έχει τη δυνατότητα να παράξει τη βάση για μια αταξική κοινωνία. Οι εμφύλιοι στη Λιβύη και τη Συρία φανερώνουν πόσο εύκολα ο πόλεμος μετατρέπει μαζικές επαναστατικές οργανώσεις σε στρατιωτικούς κομπιναδόρους που χρειάζονται λεφτά, όπλα και νεοσύλλεκτους62 .

Ακόμα κι αν η κατάφαση του Μπορντίγκα στον πόλεμο έβριθε αφέλειας, η κριτική του στη δημοκρατία ακόμα αξίζει να εξεταστεί προσεκτικά. Οι εξελίξεις από το 2008 έως το 2020 δείχνουν πως τα μη-κινήματα συναντούν το όριό τους στο διπλό πρόσωπο της καταστολής και της αντιπροσώπευσης (ή, στις τελικές τους μορφές, στον πόλεμο και τη δημοκρατία). Τα δύο μπορούν να συνδυαστούν για να αποδυναμώσουν τα μη-κινήματα, προσδένοντάς τα στο κράτος, για παράδειγμα, ή μετατρέποντάς τα σε επίσημα κόμματα ή συνδικάτα. Τέτοιες ήττες γεννιούνται από τις ανάγκες των ίδιων των μη-κινημάτων, από την ανικανότητά τους να ξεπεράσουν τα εμμενή τους όρια. Όμως, αν η συσσώρευση αντικυβερνητικών αγώνων συνεχίσει ακάθεκτη, όπως συμβαίνει χρόνο το χρόνο από το 2008, τότε θα πρέπει τα μη-κινήματα να εξελίξουν την ενστικτώδη κριτική τους ενάντια στην καταστολή και την αντιπροσώπευση σε μια αμείλικτη κριτική ενάντια στον πόλεμο και τη δημοκρατία.

Μια στρατηγική που επιδιώκει να απελευθερώσει την αντιμορφική λογική των μη-κινημάτων πρέπει να κοιτάξει τα ζητήματα πολιτικής μεσολάβησης, και έτσι να υπερασπιστεί αυτό που συχνά αποκαλείται αντιπολιτική63 . Αν οι εξεγέρσεις θέλουν να αποφύγουν τις παγίδες του πολέμου και της δημοκρατίας, χρειάζεται μια στρατηγική προοπτική που αμφισβητεί τους ιδεολογικούς και ταυτοτικούς διαχωρισμούς μέσα στο προλεταριάτο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων ανάμεσα στους εργάτες και τη μεσαία τάξη. Ποντάρουμε στο ότι οι οικονομικές συνέπειες των λοκντάουν που σπρώχνουν κόσμο μαζί σε μέτωπα ενάντια σε μια στάσιμη και επιδεινωμένη οικονομία θα συμβάλουν ακόμα περισσότερο στην ταυτοτική σύγχυση που εμφανίζεται παντού ανά τον κόσμο. Όπως τα Κίτρινα Γιλέκα ένωσαν άντρες και γυναίκες από την περιφέρεια, συχνά συντηρητικές και δεξιούς, με αριστερούς φοιτητές, δυσαρεστημένους μικροαστούς και προλετάριους από τις συνοικίες, η επιβράδυνση και πιο πρόσφατα, το σταμάτημα της οικονομίας θα στρώσουν τον δρόμο για περισσότερη σύγχυση64 . Κάποτε, η αβεβαιότητα που γεννούν αυτά τα μείγματα φαίνεται τρομακτική, που εξηγεί ίσως γιατί οι νέοι στη Νάπολη που διαμαρτύρονταν ενάντια στα λοκντάουν ένιωθαν την ανάγκη να δηλώσουν πως «είμαστε εργάτες, όχι φασίστες». Όπως προειδοποίησε ο Πέρι Άντερσον το 2017, ένας από τους λόγους που νικάει το σύστημα είναι το γεγονός πως είναι ο φόβος, και όχι η οργή, που κινητοποιεί την αριστερά65 . Όμως τα μη-κινήματα έχουν αντισταθεί θαρραλέα στην κρατική καταστολή, τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας και τον φόβο του κορωνοϊού, απλά με το να κατεβάσουν χιλιάδες κόσμου στους δρόμους. Αυτή η αμφισβήτηση της καπιταλιστικής κανονικότητας, που χαρακτηρίζεται από υστέρηση66  και συνοδεύεται από καταστροφολογία, θα γίνει ακόμα σημαντικότερη όσο η οικονομία παραμένει στάσιμη και τα μη-κινήματα ωθούνται σε μια πιο επαναστατική κατεύθυνση67 .

Ένας στρατηγικός αναστοχασμός θα πρέπει να οραματιστεί μέσα με τα οποία τα μη-κινήματα θα μπορέσουν να πάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της καπιταλιστικής στασιμότητας/αποβιομηχανοποίησης, απελευθερώνοντας έτσι τη βάση για έναν νέο κόσμο που βρίσκεται μέσα στον παλιό. Αυτό είναι κάτι που ούτε τα ενδιαφέρει να κάνουν, αφού απειλεί τον αυθορμητισμό τους, και την, κατά κάποιο τρόπο, δομική παθητικότητά τους, ούτε και μπορούν να κάνουν. Όμως για να επιβιώσουν, τα μη-κινήματα πρέπει να αποτελέσουν το έναυσμα για τη δημιουργία μορφών ζωής ικανών να ζήσουν για κάτι πέρα από το χρήμα και τη μισθωτή εργασία. Αυτό συνεπάγεται μια νέα χρήση των μέσων παραγωγής ως εργαλείων ενάντια στο κεφάλαιο – εργαλείων που δεν μας απελευθερώνουν απλά από τη δουλειά, αλλά μας επιτρέπουν να μοιραζόμαστε τον απαραίτητο μόχθο για να διασφαλίσουμε πως η ζωή μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από σκέτη επιβίωση68 . Όπως έγραψαν πρόσφατα οι Angry Workers of the World, ο άμεσος στόχος θα πρέπει να είναι για όλους να «δουλεύουν λιγότερο με πλήρεις αποδοχές, αναλόγως του επιπέδου της κοινωνικής παραγωγικότητας»69 .

Ωστόσο, πληθυσμοί πρόθυμοι για μια συλλογική ύπαρξη, όπου η οικονομία διοικείται από μια αποβιομηχανοποίηση που ο καπιταλισμός κάνει δυνατή και απαγορεύει ταυτόχρονα, μπορούν να παραχθούν μόνο μέσω της μορφής (ας το πούμε προβοκατόρικα) διαταξικής ανάμειξης που χαρακτηρίζει τους καιρούς μας. Προλετάριοι, φοιτητές και κομμάτια της μεσαίας τάξης αναγκάζονται να βγουν μαζί στους δρόμους. Εργάτες που απασχολούνται σε στρατηγικού χαρακτήρα θέσεις-κλειδιά, τεχνικοί που κατέχουν την τεχνογνωσία να αναδιαμορφώσουν τη βιομηχανική όψη του κόσμου, τέτοιες ομάδες θα είναι σημαντικές στο ξεπέρασμα του καπιταλισμού – όμως η χρήση της δύναμής τους θα είναι μια συνταγή για περαιτέρω ταξικό κατακερματισμό εκτός κι αν μπορέσουν να κινηθούν έξω από τα κλαδικά τους συμφέροντα, έτσι ώστε να συμπτυχθούν με κομμάτια των επισφαλών ή άνεργων μαζών του κόσμου. Συνεπώς, ενώ είναι απαραίτητο να είμαστε «ριζωμένοι» στην προλεταριακή ζωή, δημιουργώντας διεθνείς δεσμούς ανάμεσα σε αγωνιζόμενες εργάτριες, είναι εξίσου απαραίτητο να συνδέσουμε τους χώρους εργασίας με τα μη-κινήματα των οποίων η άνοδος ξεπερνά τους περισσότερους κλαδικούς και ακόμη και τους ταξικούς φραγμούς70 . Πιθανή αποτυχία σε αυτό θα φέρει ως αποτέλεσμα την αναπαραγωγή των διαχωρισμών που διαστρωματώνουν τις τάξεις σε τμήματα με διακριτά και συχνά ανταγωνιστικά συμφέροντα. Σίγουρα αυτοί οι κλυδωνισμοί – οι οποίες φέρνουν κόσμο κοντά σε αδύναμες συμμαχίες αλλά παράγουν και σημαντικούς διαχωρισμούς στο εσωτερικό του παγκόσμιου προλεταριάτου – χαρακτηρίζουν την περίοδο των σαραβαλιασμένων Βεεμώθ και των αποτυχημένων Λεβιάθαν που ζούμε.

Σήμερα ένας ιός έχει ακινητοποιήσει τη μηχανή του πολιτισμού. Έχει φανερώσει την ανικανότητα του καπιταλιστικού κράτους να προστατεύσει τη ζωή χωρίς να κλείσει την οικονομία, η οποία με τη σειρά της έχει γίνει σχεδόν αδιαχώριστη από την ανθρώπινη ύπαρξη καθ’ εαυτή. Δεδομένου πως ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να ξαναφτιάξουμε τη μηχανή ανάπτυξης που ήταν η βάση της σοσιαλδημοκρατίας, ο μόνος δρόμος, όπως επέμεναν οι Μπορντιγκιστές το 1953, είναι να αγωνιστούμε για μια ριζοσπαστική «αποεπένδυση του κεφαλαίου». Για τον Μπορντίγκα αυτό σήμαινε πως «τα μέσα παραγωγής αναθέτονται σε μικρότερη αναλογία σε σχέση με τα προϊόντα προς κατανάλωση» και πως ετοιμάζουμε «έναν σχεδιασμό υποπαραγωγής, δηλαδή έναν σχεδιασμό σύμφωνα με τον οποίον δίνεται εστίαση στην παραγωγή όσων είναι απαραίτητα»71 . Η δυνατότητα ύπαρξης ενός τέτοιου συνδυασμού αποεπένδυσης και υποπαραγωγής έχει αποδειχθεί από τα ίδια τα λοκντάουν (καθώς επίσης και από τη χρόνια στασιμότητα της οικονομίας). Όμως η κατάκτηση του ελέγχου πάνω στην καπιταλιστική ύφεση απαιτεί την αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων που παράγουν την περίεργη σύγκλιση διάφορων κοινωνικών στρωμάτων μέσα στα μη-κινήματα.

Οι διαδηλώσεις των λυκειόπαιδων στο Χιλή ενάντια στην αύξηση των τιμών στα μέσα μαζικής μεταφοράς κατά 30 πέσος μετατράπηκαν σε ένα μαζικό κίνημα ενάντια στα 30 χρόνια του νεοφιλελεύθερου συντάγματος, που εντέλει μεταρρυθμίστηκε τον Οκτώβρη του 2020: «δεν είναι 30 πέσος είναι 30 χρόνια» [“No son 30 pesos son 30 años”]. Μια διαδήλωση ενάντια στην αύξηση των τιμών των καυσίμων στη Γαλλία γρήγορα έγινε μια πλατιά κινητοποίηση ενάντια στην αυξανόμενη ανισότητα και τα μέτρα λιτότητας που επιβάλλει μια δεσποτική κυβέρνηση. Όταν οι αγώνες εντείνονται και ικανοποιούνται κάποιες πρώτες απαιτήσεις – συχνά απλά επειδή η καταστολή σπρώχνει όλο και περισσότερο κόσμο στους δρόμους αηδιασμένο από την αστυνομική βία – τα μη-κινήματα φανερώνουν ένα κοινό σημείο καθώς όλα παράγονται, ή τουλάχιστον καθορίζονται, από την οικονομική στασιμότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ταυτοτική σύγχυση των μη-κινημάτων μπορεί να τα βοηθήσει να αντιληφθούν αυτό που είναι: υποκειμενικές εκφράσεις της οικονομικής παρακμής. Έχουμε επιχειρηματολογήσει πως η ταξική συνείδηση σήμερα δεν μπορεί παρά να είναι η συνείδηση του κεφαλαίου72 . Σήμερα, αυτό δεν συνεπάγεται τίποτα περισσότερο από την αυξανόμενη κατανόηση πως ο καπιταλισμός δεν έχει μέλλον. Και όταν τα Κίτρινα Γιλέκα λένε «τέλος του κόσμου, τέλος του μήνα», δεν εκφράζουν μόνο εκείνο που βλέπουν σαν την διάσταση της Αποκάλυψης που έχει η εποχή μας, αλλά καταφάσκουν στο τέλος αυτού του κόσμου και αυτής της ζωής σαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός νέου κόσμου και μιας νέας ζωής.

Γράφημα 5: Διαδηλώσεις και πολιτική νομιμοποίηση, Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική, 2000-2020

4. Τώρα, είμαστε όλες μπάσταρδες

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι ο όχλος που ανεμίζει σημαίες και τραγουδά τον εθνικό ύμνο ενώ προσπαθεί να καταστρέψει την Αψίδα του Θριάμβου, καθώς επίσης και το ενίοτε αδιάκριτο γκρέμισμα αγαλμάτων στις ΗΠΑ, αποτελούν σημεία ενός ευρύτερου μοτίβου που δεν μπορεί παρά να αποκαλεστεί αντιπολιτική [anti-politics]73 . Όμως, όπως με πολλά σύγχρονα μη-κινήματα, από την Αραβική Άνοιξη μέχρι τα Κίτρινα Γιλέκα και το Black Lives Matter, η οργή ενάντια στην αστυνομία συχνά αντιπροσωπεύει ένα γενικότερο μίσος για την πολιτική. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο γιατί η αστυνομία είναι η άμεση εκδήλωση της κρατικής καταστολής ή ένας άμεσος εχθρός στους δρόμους. Αν τα αγάλματα είναι τα νεκρά σύμβολα του κράτους, οι μπάτσοι είναι τα ζωντανά, και αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σε μια εποχή λιτότητας και θανατηφόρας πανδημίας. Αφού το κράτος έχει αποδειχθεί ανίκανο να προστατεύσει τον πληθυσμό από μια πολύπλευρη κρίση, γίνεται ξεκάθαρο πως ο κεντρικός του ρόλος είναι να περιστείλει τα παρεπόμενα αυτών των κρίσεων μέσω της πειθάρχησης του πληθυσμού. Συνεπώς, το κράτος περιστέλλεται στη λειτουργία της αστυνόμευσης.

Έτσι, το δημοφιλές γαλλικό σύνθημα tout le monde déteste la police – «όλος ο κόσμος μισεί την αστυνομία» – δείχνει ενδεχομένως μια ευρύτερη απονομιμοποίηση του σύγχρονου κράτους, του οποίου η αρχαία πρόγονος, η πόλις, έδωσε το όνομα και την μορφή της στην “police” [αστυνομία]. Η αστυνομική βία, οι καραντίνες, η κοινωνική αποστασιοποίηση, και τα λοκντάουν (ή ακόμα και η προθυμία των πολιτικών να ξανανοίξουν τις οικονομίες) έχουν πυροδοτήσει νέα κύματα κοινωνικής δυσαρέσκειας που αντανακλούν μια οξεία κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Φυσικά, δεν μισούνε όλοι κυριολεκτικά τους μπάτσους. Έρευνες στη δυτική Ευρώπη δείχνουν μια αξιοσημείωτη εμπιστοσύνη στην αστυνομία (με διαφοροποιήσεις ανάλογα με την τάξη, την ηλικία, το έθνος και τη φυλή)74 . Ενώ η αστυνομία είναι αντιπαθέστατη σε δεσποτικά καθεστώτα, τα πρόσφατα προγράμματα λιτότητας της έχουν δώσει μια ιδιαίτερα εκφυλισμένη και βίαιη μορφή σε κάποιες νεοφιλελεύθερες δημοκρατίες, όπου έχει γίνει ο κύριος εκπρόσωπος του κράτους σε πολλές φτωχές και εργατικές κοινότητες75 . Αντίστοιχα, οι πιο πρόσφατες έρευνες δείχνουν πως η εμπιστοσύνη στην αστυνομία έχει μειωθεί και βλέπουμε πως οι μπάτσοι έχουν γίνει στόχος μίσους όχι μόνο από τις προλετάριες και τις φυλετικές μειονότητες, αλλά και ανάμεσα σε κομμάτια της μικροαστικής τάξης ή ακόμα και ανάμεσα στους πλούσιους.

Βέβαια, αυτό θα μπορούσε να οφείλεται τόσο στην αύξηση των περιστατικών όσο και της πληροφόρησης για την αστυνομική βαρβαρότητα. Οι μπάτσοι είναι καθολικά βίαιοι, αφού η δουλειά τους και απαιτεί και ενθαρρύνει μια αυταρχική προσωπικότητα. Επιπλέον, ο ρόλος της αστυνομίας στην προάσπιση του πλούτου και της περιουσίας, σημαίνει πως οι μπάτσοι, όπως λέει κι ο Όργουελ, είναι πάντα ο φυσικός εχθρός της εργατικής τάξης76 . Όμως η αστυνομική βιαιότητα πιθανόν αυξάνεται καθώς οι αρμοδιότητες επεκτείνονται πρώτα στην επιβολή της λιτότητας και ύστερα στις απαγορεύσεις κυκλοφορίας. Όταν δεν αυξάνεται το αστυνομικό προσωπικό, οι μεμονωμένοι μπάτσοι που βλέπουν τον χρόνο και τους πόρους τους να μη επαρκούν, μπορεί να τείνουν να καταφεύγουν στην επιβολή τιμωριών με συνοπτικές διαδικασίες ή με σκοπό τον παραδειγματισμό. Σε αυτή την περίπτωση, ο ρόλος τους στο να καταστέλλουν και να πειθαρχούν τον πληθυσμό που εξεγείρεται ενάντια σε αυτά τα μέτρα, καθιστά αναπόφευκτη την αύξηση της βίας, και αυξανόμενα επίπεδα βίας αναπόφευκτα θα έχουν ως αποτέλεσμα αυξημένη εχθρότητα τόσο από θύματα όσο από θεατές (πραγματικούς ή ψηφιακούς).

Επίσης, η εμπειρία του να σε μισούν μπορεί από μόνη της να αναδείξει μια υποκουλτουριακή ταυτότητα ανάμεσα στους μπάτσους που δεν θα διαφέρει και τόσο από αυτή εκείνων που τους πολεμάνε: το αίσθημα του να είσαι μια μειονότητα υπό πολιορκία (“blue lives matter” – «οι ζωές της αστυνομίας μετράνε») πιθανόν να εντείνει την τάση προς αυξημένη βία. Η αίσθηση πως δεν τους σέβονται ούτε οι προλετάριοι τους οποίους πειθαρχούν, ούτε οι πλούσιοι τους οποίους προστατεύουν, μπορεί να οδηγήσει επίσης σε κυνισμό. Έτσι, ενώ είναι αλήθεια πως «όλοι οι μπάτσοι είναι μπάσταρδοι», είναι επίσης αλήθεια πως αντιδρώντας στο αίσθημα εγκατάλειψης (από πολιτικούς και ελίτ) και απονομιμοποίησης (στα μάτια εκείνων που αστυνομεύουν) οι μπάτσοι τελικά αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως μπάσταρδους – τα μη αναγνωρισμένα παιδιά μιας άρρωστης κοινωνίας –, περιφρονούν τους «πολιτισμένους» τρόπους συμπεριφοράς και «την βρίσκουν» κάνοντας κτηνωδίες που μένουν ατιμώρητες 77 . Όπως ο Έντμουντ στον Βασιλιά Ληρ, «υπερασπίζονται μπάσταρδους»78 .

Η πιθανότητα μια ολοένα αυξανόμενη μερίδα του πληθυσμού να ταυτιστεί με αυτή την ξεδιάντροπη βαρβαρότητα αποτελεί έναν πραγματικό φασιστικό κίνδυνο, κι αυτό παράγει μια αντιφασιστική και αντιμπατσική αντίδραση που είναι κατανοητή. Όμως, όπως έχει υποδείξει ήδη ο Καμάτ το ’68: «είναι επικίνδυνο να αναθέτουμε όλη την απανθρωπιά σε ένα μέρος του κοινωνικού συνόλου και όλο την ανθρωπιά σε ένα άλλο»79 . Για τον Καμάτ ο κίνδυνος δεν είναι απλά ότι είναι αντιθετικό σε μια θεμελιώδη ανθρωπιστική (και επομένως κομμουνιστική) αξία, αλλά και ότι «ουσιαστικά αποκλείει την πιθανότητα υπονόμευσης της αστυνομίας»80 . Το να επικεντρώνουμε τις επιθέσεις μας ενάντια στην αστυνομία, είναι, για τον Καμάτ, η «διαιώνιση μιας συγκεκριμένης τελετουργίας – μιας τελετουργίας όπου η αστυνομία πάντα έχει τον ρόλο του αήττητου υποδουλωτή»81 . Αντί να υποθέτουμε πως η επίθεση ενάντια στην αστυνομία είναι η κατεξοχήν εξεγερσιακή τακτική, πρέπει να σκεφτούμε στρατηγικά πώς θα παρακάμψουμε την αστυνομία, και ακόμα πως θα εκμεταλλευτούμε πιθανές αντιθέσεις μέσα στο αντίπαλο στρατόπεδο.82

Μια σύγχρονη κριτική της βίας, αντίστοιχη της εποχής όπου ο πόλεμος μπορεί μόνο να σημαίνει ήττα, δεν σημαίνει οπισθοχώρηση – αντιθέτως, μπορεί να αναδείξει την ανάγκη για επαναστατική ευφυΐα, όπως όταν πληθώρα γυναικών περικύκλωσαν την αστυνομία στη Λευκορωσία, ή όπως το τείχος των μαμάδων [Wall of Moms] που προστάτευσε την πρώτη γραμμή [της διαδήλωσης] στο Πόρτλαντ. Θα ήταν λάθος να υπερβάλλουμε για τη σημασία της τακτικής και των σχεδίων στη συζήτηση των αυθόρμητων δράσεων εκατομμυρίων αντρών και γυναικών. Ο καλύτερος τρόπος να αδρανοποιηθεί η αστυνομία και οι δυνάμεις της τάξης είναι η κλιμάκωση και η (συχνά βίαιη) αύξηση του μεγέθους των διαδηλώσεων. Δεν είναι τα επεισόδια που απειλούν να ανακόψουν το ξεδίπλωμα των αγώνων (τα καμένα αστυνομικά τμήματα έχουν τη δύναμη να κινητοποιήσουν εκατομμύρια όπως είδαμε μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ), αλλά η στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης. Όλες οι μορφές επαγγελματικής βίας εμποδίζουν την ανάπτυξη των μη-κινημάτων, ακριβώς επειδή τα τελευταία έχουν τη μορφή μαζών μη-επαγγελματιών επαναστατών που προσπαθούν να ξεπεράσουν τους καταμερισμούς εργασίας που υποσκάπτουν το χειραφετητικό δυναμικό των διαδηλώσεων.

Τελικά, τα μη-κινήματα απονομιμοποιούν όχι μόνο την αστυνομία, αλλά έναν ολόκληρο κόσμο όπου η πολιτική περιστέλλεται στην αστυνόμευση. Μπορούν να αντιμετωπίσουν την αστυνομία αποτελεσματικότερα όταν απονομιμοποιούν το σύστημα σαν ολότητα. Όπως είδαμε πολλές φορές τελευταία, αυτό μπορεί να φέρει την εμπλοκή του στρατού, επισείοντας την απειλή του εμφυλίου πολέμου. Αυτή η απειλή μπορεί να εξορκιστεί μόνο μέσω της λιποταξίας. Και ακριβώς όπως οι στρατιώτες πρέπει να λιποτακτήσουν (παραδοσιακά το σημείο χωρίς επιστροφή της πετυχημένης επανάστασης), η λιποταξία αστυνομικών και δυνάμεων της τάξης, όπως στη λεγόμενη Bulldozer Revolution [επανάσταση των τρακτέρ] στη Σερβία του 2000, θα είναι απαραίτητη ολοένα και περισσότερο για να ξεπεραστεί η αντιπαλότητα που επαναφέρει τα μη-κινήματα στις κατηγορίες, στις ταυτότητες και στους ρόλους, που ξεκίνησαν να υπερβαίνουν στη σύγχυσή τους83 .

Ίσως μισώντας την αστυνομία να μισούμε αυτό που έχουμε γίνει. Όχι με την έννοια ότι μισούμε «τον μπάτσο που έχουμε μέσα μας», αλλά επειδή βασιζόμαστε κι εμείς στις ίδιες υποδομές λιτότητας που τελικά βασίζονται πάνω στην αστυνομία και που ο αποκλεισμός από εκείνες – αυτό που η Ρουθ Γκίλμορ [Ruth Gilmore] έχει περιγράψει σαν «οργανωμένη εγκατάλειψη» - σημαίνει πρόωρο θάνατο, και όχι μόνο στα χέρια της αστυνομίας84 . Έχουμε κατά κάποιον τρόπο γίνει όλοι «μπάσταρδοι». Όμως αν είναι έτσι, είναι ξεκάθαρο πως ούτε η αποχρηματοδότηση [defunding] ούτε η κατάργηση [abolishing] της αστυνομίας θα αντιμετωπίσουν αυτό το βαθύτερο ζήτημα.

Το αίτημα της αποχρηματοδότησης φαντάζεται πως αν τα λεφτά που σπαταλούνται στην αστυνομία και στις φυλακές, ανακατανέμονταν σε άλλα κοινωνικά προγράμματα, θα μπορούσαν να επιλύσουν τα υποβόσκοντα κοινωνικά προβλήματα που τώρα πρέπει να διαχειριστεί ή να περιστείλει η αστυνομία. Όμως έτσι παραβλέπεται το γεγονός πως η αστυνομία και οι φυλακές είναι τα φτηνότερα κοινωνικά προγράμματα, η κατεξοχήν έκφραση της λιτότητας, και συνεπώς δεν μπορούν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα σε προοπτικές επανορθωτικής ανακατανομής85 . Η κατάργηση, στην πράξη, σημαίνει αντικατάσταση της αστυνομίας με άλλους θεσμούς (π.χ. επαγγελματίες μεσολαβητές, κοινωνικούς λειτουργούς, ιδιωτική ασφάλεια) που πιθανότατα θα εκδηλώνουν παρόμοιες ή σχετικές παθολογίες86 . Όμως ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές οπτικές του συνθήματος της κατάργησης τείνουν να σκοντάφτουν στα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα που τα καπιταλιστικά κράτη αναθέτουν στην αστυνομία. Το να έχουν τα θύματα τον έλεγχο της τιμωρίας και της κατανομής ευθυνών μπορεί να οδηγήσει στην αναπαραγωγή των τιμωρητικών προκαταλήψεων του σύγχρονου σωφρονιστικού καθεστώτος87 . Όμως, ενώ τα αιτήματα για αποζημιώσεις και επανορθώσεις είναι εντελώς δικαιολογημένα, δεν εμπίπτουν στα ζητήματα που οποιαδήποτε καπιταλιστική κοινωνία θα μπορούσε να παραδεχτεί (και αλίμονο εκείνων που θα μπορούσε να παρέχει). Γιατί θα απαιτούσε την αναγνώριση πως η επανόρθωση και η αποζημίωση είναι πράγματα διαφορετικά (η αποπληρωμή των χρεών είναι ένας τρόπος για να ξεμπερδεύει κανείς από τις [αντίστοιχες] κοινωνικές σχέσεις) και πως ο καπιταλισμός μας κάνει όλες μπάσταρδες (αν και καμιά δεν είναι μόνο αυτό)88 .

Δεν μας προκαλεί κάποια έκπληξη πως το σύνθημα της αποχρηματοδότησης της αστυνομίας απέκτησε δημοφιλία σε μια χώρα που κατέχει όχι μόνο τις συγκριτικά πιο δολοφονικές αστυνομικές δυνάμεις, αλλά και μια βαθιά ριζωμένη παράδοση παράτυπης δικαιοσύνης [στμ: vigilante justice στο αρχικό, εννοεί τις εκτελέσεις από παράτυπες οργανώσεις, π.χ. παραστρατιωτικού τύπου]89 . Ο όρος «οργανωμένη εγκατάλειψη» πρέπει να φέρει την προσοχή μας στο γεγονός πως όταν η πολιτική περιστέλλεται στην αστυνομία, η απουσία της αστυνομίας μπορεί να είναι εξίσου πολιτική με την παρουσία της. Μπορούμε να βρούμε πολλά παραδείγματα αυτής της πολιτικής – της παρουσίας της απουσίας – όχι μόνο στο αμερικάνικο φαντασιακό της άγριας δύσης, αλλά και σε πολλές συνθήκες πολέμου (εμφυλίου και μη), καθώς επίσης και σε φτωχογειτονιές παρατημένες από το κράτος, όπως τις φαβέλες της Βραζιλίας, που σε μεγάλο βαθμό διοικούνται από συμμορίες. Λιγότερο γνωστά παραδείγματα βλέπουμε στον νότο του Τζιμ Κρόου, όπου η αστυνομία συχνά αρνείται να επέμβει σε μαύρες αστικές περιοχές, εκτός από όταν αυτοί που δηλώνουν ότι είχαν πέσει θύμα μαύρων εγκληματιών είναι λευκοί90 . Πρόσφατα είδαμε μια όψη του παραπάνω στις «ζώνες χωρίς μπάτσους» [cop-free zones] που ανακηρύχτηκαν σε κάποιες αμερικάνικες πόλεις, όπως το CHAZ στο Σιάτλ, που αν θεωρηθεί ανεξάρτητη χώρα (όπως πρότειναν κάποιοι συμμετέχοντες) θα είχε την πιο ψηλή αναλογία ανθρωποκτονιών ανά την υφήλιο91 . Στα νότια του Σικάγο, όπου το ποσοστό δολοφονιών, αυτό το καλοκαίρι, έφτασε για λίγο τα επίπεδα της Βραζιλίας, βλέπουμε τι θα σήμαινε η κατάργηση της αστυνομίας χωρίς την κατάργηση του καπιταλισμού. Η ιδιωτική «αστυνομία» του Πανεπιστημίου του Σικάγο στο Χάιντ Παρκ, μια νησίδα πλούτου ανάμεσα στη φτώχεια των νότιων συνοικιών, έχει περισσότερους πόρους από όλα τα τοπικά τμήματα αθροιστικά. Η ιδιωτική ασφάλεια, είναι, τελικά, μια συνολικά φτηνότερη λύση για τους πλουσίους: γιατί να ξοδεύεις τους φόρους σου σε μια αστυνομική δύναμη που καλύπτει τεράστιες αστικές εκτάσεις ενώ μπορείς να προστατεύσεις απλά τους θύλακές σου;

Το δημοτικό συμβούλιο της Μιννεάπολης, υπό την πίεση των διαδηλωτών, τον Ιούνιο του 2020, ψήφισε όχι μόνο την αποχρηματοδότηση, αλλά και την διάλυση της αστυνομικής της δύναμης. Αν και φαίνεται πως δεν θα τηρήσουν αυτή την υπόσχεση, αν ακολουθήσουν το καταργησιακό [abolitionist] μοντέλο του Κάμντεν, Νιου Τζέρσεϊ, τότε αυτό θα μπορούσε να σημαίνει απλά την μετονομασία της δύναμης92 . Πιο ριζοσπαστικές οπτικές της κατάργησης ενίοτε εμφανίζονταν ανάμεσα στους πολιτοφύλακες που πέρασαν το καλοκαίρι περιπολώντας τη Μιννεάπολη ψάχνοντας τους διαβόητους «λευκούς ρατσιστές πλιατσικολόγους»93 . Οι αποκλίνουσες μαρτυρίες των εμπειριών τους υποδηλώνουν την περιπλοκότητα του ζητήματος της βίας∙ γίνεται αντιληπτό με διαφορετικό τρόπο από τους ακτιβιστές, τους μαγαζάτορες και τους κατοίκους γειτονιών με υψηλή εγκληματικότητα. Όπως φανερώνει η ιστορία των επαναστάσεων του 20ού αιώνα, σπάνια μπορούμε να διακρίνουμε ξεκάθαρα την πολιτική από την αντικοινωνική βία στη θολούρα του εμφυλίου πολέμου94 . Όμως δεν πρέπει να συγχέουμε τις κατ’ ανάγκη χαοτικές προσπάθειες των επαναστατριών να υπερασπιστούν τα εδάφη που απέσπασαν από το κράτος και το κεφάλαιο με τις πολιτοφυλακές γειτονιάς, ή την ένοπλη πτέρυγα μιας «κοινοτικής οργάνωσης» που προστατεύει την ιδιωτική περιουσία σε ανοικτή ή υπόγεια συνεργασία με την τοπική αστυνομία95 .

Από αυτά τα παραδείγματα είναι ξεκάθαρο πως οι ίδιοι οι αγώνες εύκολα γίνονται παθητικές εκφράσεις της αναρχίας και της αταξίας που οι Τραμπ αυτού του κόσμου θέλουν να κλιμακώσουν96 . Όπως είπε ο Αγκάμπεν στην Αθήνα το 2013: «η πραγματική αναρχία είναι η αναρχία της εξουσίας»97 . Μπορούμε ενδεχομένως να δούμε μια αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας σε ένα από τα πιο δημοφιλή συνθήματα των εξεγέρσεων της Χιλής: No estamos en Guerra [δεν είμαστε σε πόλεμο]. Αυτό απευθυνόταν στον πρωθυπουργό Sebastián Piñera, που τον Οκτώβριο του 2019 σε μια ομιλία δήλωσε «είμαστε σε πόλεμο ενάντια σε έναν ισχυρό εχθρό, που είναι προετοιμασμένος να χρησιμοποιήσει βία χωρίς κανένα όριο»98 . Σε αυτό το παράδειγμα, από τα πολλά, τα μη-κινήματα του κόσμου φαίνεται, παραδόξως, να εκπροσωπούν το κόμμα της τάξης, ενώ η αστυνομία δεν είναι παρά η ένοπλη δύναμη του κόμματος της αναρχίας, που συνεχώς κλιμακώνει τις συγκρούσεις που διαρρηγνύουν τον κόσμο μας.

Φυσικά, θα ήταν ανόητο να υιοθετήσουμε μια αφηρημένη αρχή μη-βίας. Ο ξεσηκωμός στη Χιλή, δυστυχώς, έχει κοστίσει τις ζωές τουλάχιστον 30 ατόμων από τον Οκτώβριο του 2019 μέχρι σήμερα, και γύρω στα 500 άτομα έχουν τραυματισμούς στα μάτια. Όμως, είναι ξεκάθαρο πως οι μάζες στους δρόμους δεν επιθυμούν το χάος ούτε διψούν για βία. Με το να μετονομάσουν τον κόμβο των μη κινημάτων, την Plaza Baquedano στο Σαντιάγο σε Plaza Dignidad [πλατεία Αξιοπρέπειας], οι Χιλιανοί διαδηλωτές δηλώνουν πως ζητούν μια αξιοπρεπή ζωή. Μπορούμε, ενδεχομένως, να διακρίνουμε ένα (φθαρμένο) κόκκινο νήμα που συνδέει το ζοφερό σύνθημα No Estamos en Guerra του 2019, με το Make Love not War [κάνε έρωτα όχι πόλεμο] του 1968, ή ακόμα με το Ειρήνη, Γη και Ψωμί του 1917. Γιατί η ιστορία του κομμουνισμού δεν είναι μόνο η ιστορία της ταξικής πάλης, αλλά και η ιστορία της εχθρότητας απέναντι στην εχθρότητα, η εξέγερση ενάντια στον ανταγωνισμό που διαιρεί τις υποδεέστερες τάξεις σε φίλους και εχθρούς. Με αυτή την έννοια, είναι η επιθυμία για την ειρήνη.

Γράφημα 6: διαδηλώσεις και πολιτική νομιμοποίηση, Αγγλοσαξονικές χώρες, 2000-202099

5. Μια επιστήμη του ανθρώπινου είδους

Στο “The Holding Pattern”, στο Endnotes 3, περιγράψαμε το κεντρικό επίδικο της Αραβικής Άνοιξης και του Occupy ως το πρόβλημα της σύνθεσης των ποικίλων θραυσμάτων του προλεταριάτου (αλλά και της δυσαρεστημένης μεσαίας τάξης) σε μια συγκροτημένη δύναμη στις πλατείες. Βλέπουμε σήμερα πως αυτά ήταν τα πρώτα σημάδια της επερχόμενης πλημμυρίδας των μη-κινημάτων. Όμως, το «πρόβλημα της σύνθεσης» γίνεται κατανοητό συμβατικά σαν ένα πρόβλημα των «πολιτικών ταυτότητας» που φαίνεται να αναδύθηκε με τον θάνατο του εργατικού κινήματος100 .

Δεν αποτελεί υπερβολή να πούμε πως η αντιταυτοτική πολιτική είναι το χειρότερο παράγωγο των πολιτικών της ταυτότητας. Πολλοί αριστεροί που ασκούν κριτική στις ταυτοτικές πολιτικές υποθέτουν πως υπάρχει ένα ζήτημα ταυτότητας γύρω από το οποίο τα απομεινάρια του εργατικού κινήματος μπορούν ακόμα να κινητοποιηθούν: ο «πολιτειακός εθνικισμός», ο οποίος δεν απείχε και πολύ από τον πυρήνα του [εργατικού κινήματος]101 . Όμως έχουμε δει πως μόνο η δεξιά μπορεί να ευδοκιμήσει σε αυτά τα εδάφη. Ωστόσο, οι «πολιτικές της ταυτότητας» δεν είναι απλά ένα φάντασμα που στοιχειώνει τη σοσιαλδημοκρατική αριστερά. Έχουν πράγματι γίνει ένας όρος που συναντά μια οιονεί καθολική εναντίωση. Ακόμα οι πιο “woke” [ξύπνιες/όρος για πολιτικοποιημένα άτομα που εντάσσονται στις ταυτοτικές πολιτικές, συνήθως από φιλελεύθερη σκοπιά] τείνουν να χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο (ή συνώνυμα) για να ασκήσουν κριτική εναντίον όσων διασπείρουν αχρείαστους διαχωρισμούς ή προβληματικά δηλώνουν πως εκπροσωπούν όλο και μικρότερες υποομάδες των καταπιεσμένων. Για αυτό τον λόγο αντιλαμβανόμαστε τις «πολιτικές ταυτότητας» σαν κάτι περισσότερο από κάποια όρια τα οποία πρέπει να αντιμετωπίσουν τα σύγχρονα μη-κινήματα. Υπό την ευρεία έννοια με την οποία χρησιμοποιούμε τον όρο, οι πολιτικές ταυτότητας συνθέτουν το ίδιο το πεδίο πάνω στο οποίο δίνονται οι περισσότεροι αγώνες σήμερα, και έτσι αποτελούν και τον χώρο όπου πρέπει να αντιμετωπιστούν εκείνα τα όρια.

Τα κλασικά κοινωνικά κινήματα – αριστερά και δεξιά – δεν μπορούν παρά να ελίσσονται στο έδαφος ενός ετοιμόρροπου καπιταλισμού που τα μη-κινήματα του κόσμου μετασχηματίζουν, σήμερα σταδιακά, και ενδεχομένως σύντομα με γοργό τρόπο. Στο Apocalypse and Revolution, ο Giorgio Cesarano περιγράφει τις πρώιμες εμφανίσεις των πολιτικών της ταυτότητας σαν «αντεπαναστατικά κινήματα χειραφέτησης» που στη μερικότητά τους παρήγαγαν παρ’ όλα αυτά μια «δύσκολα κατακτημένη αντίληψη των πραγματικών διακυβευμάτων: την απελευθέρωση του ανθρώπινου είδους από την ιδεολογία, το αναγκαίο ξεπέρασμα κάθε διαχωρισμού, την ένοπλη κατάκτηση της σκοπιάς της ολότητας»102 . Με τους όρους του Μπορντίγκα, θα μπορούσαμε να πούμε πως παράλληλα με τις κομφορμιστικές και ρεφορμιστικές τους πτυχές (τον κύριο στόχο των “anti-woke” λιτανειών) τέτοια κινήματα εμπεριέχουν διακριτά αντιμορφικά στοιχεία, αφού αναδιαμορφώνουν το ίδιο το πεδίο επί του οποίου λαμβάνουν χώρα οι συγκρούσεις.

Η κεντρική οργανωτική αρχή των μη-κινημάτων είναι η οργή και η αηδία τους ενάντια στην αδικία ή τη διαφθορά γενικότερα, ενάντια στην αστυνομία, τους πολιτικούς, ή τις ελίτ ειδικότερα. Όμως από ένα σημείο και πέρα στην εξέλιξη του αγώνα αυτή η αρνητική ενότητα (ενότητα μέσω της κοινής έχθρας) παύει να είναι αρκετή. Μας ενώνει μια κοινή αίσθηση του τι πάει λάθος, όμως μας περιορίζει αυτή η σχέση με το λάθος, που μπορούμε να υπερβούμε μόνο με την έκφραση ενός κοινού οράματος περί καλού. Επιπλέον, συναντιόμαστε κάτω από τη σημαία της οργής και της αγανάκτησης, όμως πίσω της πραγματικοί διαχωρισμοί συμφερόντων και συμμαχιών παραμένουν καλυμμένοι. Διαχωρισμοί που αναπόφευκτα γίνονται αισθητοί κάποια στιγμή, ενίοτε βίαια. Αυτό ισχύει ακόμα κι όταν ο αγώνας φαίνεται να μην είναι απλά αγώνας ενάντια σε ένα συγκεκριμένο εχθρό, αλλά αγώνας από μια συγκεκριμένη μερίδα της τάξης (π.χ. μαύροι, ιθαγενείς, νέες, μετανάστριες) που μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό της σαν τον πιο εκμεταλλευόμενο ή τον πιο οργισμένο, το μέρος που εκπροσωπεί το όλο.

Σήμερα το όλο ως τέτοιο είναι αδύνατο να εκπροσωπηθεί. Αυτό έχει ως συνέπεια τα όρια και οι δυνατότητες κάθε αγώνα που ξεπερνά έναν συγκεκριμένο χώρο εργασίας ή ένα συγκεκριμένο τμήμα της τάξης να ορίζονται από κάποια μορφή πολιτικής των ταυτοτήτων. Πράγματι, τέτοιοι αγώνες μπορούν να επεκταθούν μόνο αντιμετωπίζοντας και προκαλώντας σύγχυση στους ταυτοτικούς διαχωρισμούς μέσα στους οποίους είναι εγκιβωτισμένη η εργατική τάξη. Η τάξη είναι κατακερματισμένη σε μια μυριάδα καταστάσεων· η κάθε μία μπορεί να αναπαρασταθεί και αντιπροσωπευθεί στη μερικότητά της, καμία όμως δεν μπορεί να συνδεθεί αβίαστα με μια πολιτική συμμαχία ή ομάδα συμφερόντων. Πολύ σπάνια εμφανίζεται μια λύση στο ζήτημα του συντονισμού, έτσι ώστε τέτοιες επιμέρους ταυτότητες να μπορούν να ευθυγραμμιστούν κατάλληλα για να αντιπροσωπεύσουν την τάξη στο σύνολό της.

Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η τάξη φαίνεται να διαμεσολαβείται από την «φυλή»· τα φτωχότερα, πιο αποξενωμένα στρώματα της κοινωνίας είναι δυσανάλογα αφρικανικής ή ιθαγενικής προέλευσης, και τα εμφανή σημάδια αυτής της προέλευσης συχνά ταυτίζονται με αυτά τα στρώματα. Βέβαια, το πρόβλημα με αυτή τη μορφή εμφάνισης δεν είναι απλά η ύπαρξη μιας μαύρης και ιθαγενούς μεσαίας τάξης, της οποίας η ύπαρξη κατ’ ανάγκη έρχεται σε αντίθεση με τα πολιτισμικά στερεότυπα, αλλά και ότι υπό αυτή την οπτική οι φτωχοί λευκοί συχνά αναπαρίστανται σαν προνομιούχοι. Στη φαντασία της φιλελεύθερης [liberal] Αμερικής, η λευκή εργατική τάξη μοιάζει ανεπανόρθωτα ρατσιστική, ένας «κάλαθος σκουπιδιών» ταυτισμένος με τη μισητή βάση του Τραμπ, ενώ οι συντηρητικοί επιμένουν να την ταυτίζουν με τα εδώ και καιρό χαμένα επαγγέλματα βιοπαλαιστών αντρών – φυσικά συμπεριλαμβανομένου των μπάτσων – των οποίων η αξιοπρέπεια αντιτίθεται στις δήθεν παθολογίες της μαύρης «υποτάξης». Και για τους δυο, η τάξη χωρίζεται από μια ταυτόχρονα ηθική και συνάμα φυλετική γραμμή, ανάμεσα στους φτωχούς που το αξίζουν και εκείνους που δεν το αξίζουν, όμως το ποια «φυλή» συσχετίζεται με ποια πλευρά αυτής της μανιχαϊστικής διχοτομίας έχει να κάνει κυρίως με τη φιλελεύθερη ή συντηρητική κοσμοθεωρία του παρατηρητή.

Ωστόσο ενώ οι φυλετικές πολιτικές στις ΗΠΑ είναι ένα ακραίο παράδειγμα της τάξης που διαμεσολαβείται από την ταυτότητα, αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση μια αμερικάνικη εξαίρεση. Οι αγώνες γύρω από την ταυτότητα έχουν φτάσει να κυριαρχούν στην πολιτική σφαίρα παντού. Όχι επειδή οι άνθρωποι έχουν γίνει πιο ρατσιστές, σεξιστές ή ομοφοβικοί. Αντιθέτως, τέτοιες απόψεις έχουν λιγοστέψει γενικά, κι ας έχουν γίνει πιο εμφανείς στις σύγχρονες πολιτικές επανακατατάξεις103 . Η γενική τάση είναι ότι νεότερες, πιο φιλελεύθερες και προοδευτικές γενιές αντιμάχονται τα συντηρητικότερα και συχνά μεγαλύτερα σε ηλικία κομμάτια του πληθυσμού που έχουν δυσανάλογη επιρροή πάνω στην πολιτική (λόγω του πλούτου τους και της τάσης τους να ψηφίζουν). Σε αυτό το πλαίσιο ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός έχουν οξυνθεί, όμως αυτό από μόνο του δεν σηματοδοτεί κάποια αλλαγή πλεύσης, αφού η κυρίαρχη πολιτική (και αριστερή και δεξιά) ήταν ανέκαθεν μια πολιτική του κράτους, του πολίτη, του λαού και του έθνους. Αυτό που έχει αλλάξει είναι πως τα μη-κινήματα ανά τον κόσμο έχουν διαταράξει τέτοιες κομφορμιστικές πολιτικές με την αντιμορφική τους ορμή.

Σήμερα κάθε πολιτική τείνει να γίνει ταυτοτική όχι επειδή οι ταυτοτικοί διαχωρισμοί έχουν ξεκαθαριστεί και σκληρύνει, αλλά μάλλον επειδή τελούν υπό σύγχυση και αμφισβητούνται περισσότερο. Από τη μία, αυτό είναι ένα απότοκο της συνεχιζόμενης καπιταλιστικής παρακμής, μέσα στην οποία μεταρρυθμίσεις στη διαδικασία παραγωγής συνδυάζονται με οικονομικές τάσεις που υπονομεύουν τις όποιες ελπίδες σταθερότητας στην εργασία, την υγεία, τη στέγαση και την οικογενειακή ζωή. Από την άλλη, οι ταυτότητες αμφισβητούνται ολοένα και περισσότερο, μέχρι το σημείο που η ίδια η επιβίωσή τους γίνεται αμφίβολη, κάθε φορά που η ανάγκη για αντίσταση στις συνθήκες που χειροτερεύουν ξεπερνά τα πραγματικά όρια συνεργασίας μεταξύ τμημάτων της τάξης, και τα μη-κινήματα ξεχύνονται στους δρόμους, στις πλατείες και τους κυκλικούς κόμβους κυκλοφορίας. Τέτοιοι χώροι είναι εκ φύσεως συγχυσμένοι, αφού η παραγωγή τους απαιτεί μια ενεργή σύμμειξη διαφορετικών ταυτοτήτων. Αυτή η διαδικασία είναι φορτισμένη, αφού περιλαμβάνει έναν χορό ταυτοτικών πολιτικών με σημαντικά διακυβεύματα, που είναι σε διαρκή κίνδυνο να γίνει επιτελεστικός, πικρός ή και βίαιος.

Η τελευταία έκφραση του Black Lives Matter μπορεί συνεπώς να ιδωθεί ως στιγμή ενός ευρύτερου μοτίβου που χαρακτηρίζει την παγκόσμια συσσώρευση μη-κινημάτων. Οι διαδηλώσεις, τα μπάχαλα και οι επιθέσεις σε μνημεία που συντάραξαν τις ΗΠΑ από τις 26 Μάη αποτελούν μια τεράστια σύμμειξη μέχρι πρότινος διαχωρισμένων και ενίοτε αντικρουόμενων στοιχείων. Μέσα σε αυτή τη συγχώνευση, οι εσωτερικοί διαχωρισμοί πολλαπλασιάζονται, τόσο με τους όρους των προϋπαρχουσών ταυτοτήτων, όσο και των νέων ταυτοτήτων που ξεπηδάνε μέσα από τον αγώνα. Στην εξέγερση για τον Τζορτζ Φλόιντ μπορούμε να διαπιστώσουμε τη διαφορά ανάμεσα στη «μέρα» και τη «νύχτα», που αντιστοιχούν σε ειρηνικές διαμαρτυρίες στοιχείων της μεσαίας τάξης και προλεταριακές πράξεις εξέγερσης και λεηλασίας104 . Μπορούμε επίσης να μιλήσουμε για τους διαχωρισμούς ανάμεσα σε «βίαιες» και «μη-βίαιους», ή τη διαφορά ανάμεσα στις μεγάλες πόλεις και τις μικρές, πολλές από τις οποίες έζησαν τις πρώτες τους διαδηλώσεις για πρώτη φορά αυτό το καλοκαίρι. Όμως το πιο εκπληκτικό, ενδεχομένως, ήταν η φυλετική σύνθεση αυτών των διαδηλώσεων.

Δεν αμφισβητούμε πως οι μαύροι προλετάριοι έδειξαν τον δρόμο, τόσο, αρχικά, στην εξέγερση στη Μιννεάπολη, όσο και, αργότερα, με στοχευμένες λεηλασίες στο Σικάγο και τη Φιλαδέλφεια. Στην πλειοψηφία των διαδηλώσεων και σε πολλά από τα μπάχαλα, ωστόσο, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες φαίνεται να ήταν κόσμος που θα αυτοπροσδιορίζονταν ως «λευκοί»105 . Αυτό γίνεται αντιληπτό στις δημοσκοπήσεις που ρωτούσαν τον κόσμο αν συμμετείχε στις διαδηλώσεις, στις έρευνες που διεξήγαγαν κοινωνιολόγοι, στις περισσότερες εκθέσεις για συλληφθέντες που δημοσίευσε η αστυνομία και ακόμα και σε αναλύσεις δεδομένων κινητών τηλεφώνων σε κάποια σημεία επεισοδίων106 . Τόσο η δεξιά όσο και η αριστερά συχνά αγνοούν αυτή την πραγματικότητα, πιθανότατα επειδή διαταράσσει την αντίληψή τους για την ταυτότητα. Όμως είναι ακριβώς η μαζική κινητοποίηση της «λευκής Αμερικής» που σημάδεψε αυτή την εξέγερση και την έκανε να ξεχωρίζει από άλλα παρόμοια κινήματα, όπως το Black Lives Matter του 2015 αλλά και το κύμα εξεγέρσεων που σάρωσε τις πόλεις της Αμερικής στη δεκαετία του ’60107 .

Αυτό μπορεί να διαβαστεί ως μια μαζική προδοσία εναντίον της λευκότητας, μια που αναλογεί σε μια σταδιακή αλλά σταθερή μείωση ρατσιστικών συμπεριφορών, κυρίως ανάμεσα στη νεολαία της Αμερικής. Όμως αν ο «αντιρατσισμός» ήταν η οικουμενική λέξη-κλειδί του κινήματος, είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε πως είχε διάφορες σημασίες σε διαφορετικούς ανθρώπους. Στον αντίκτυπο που προκάλεσε το κίνημα στην πολιτισμική σφαίρα, βλέπουμε μια αξιοσημείωτη άνοδο του επιτελεστικού αντιρατσισμού, οργανωμένου γύρω από ατομικές δηλώσεις φυλετικής εκπροσώπησης και αντιρατσιστικής αρετής. Αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στα γνωστά πλαίσια της διαδικτυακής συζήτησης και της ακαδημίας, αλλά και στην κοινοβουλευτική πολιτική και μέχρι ένα σημείο και στους δρόμους, όπου διευκολύνεται κάποιες φορές από την ύπαρξη υπολειμματικών μορφών εθνικισμού που δείχνουν παραπάνω από πρόθυμοι να αστυνομεύσουν τα φυλετικά όρια. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά: δημοκρατικοί πολιτικοί που γονατίζουν φορώντας υφάσματα Kente, λευκοί χριστιανοί που πλένουν συμβολικά τα πόδια μαύρων ιερέων, και ο αυξανόμενος αριθμός «εκπαιδευτών διαφορετικότητας» και «μαύρων ηγετών» που απλά λένε στους λευκούς της μεσαίας τάξης αυτό που θέλουν να ακούσουν: κάντε πίσω, μείνετε στη λωρίδα σας, μην χρησιμοποιείτε βία, υποχωρήστε σε ατομικές ασκήσεις που ξορκίζουν τις τύψεις σας και σας εξιλεώνουν108 .

Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε πως αυτός δεν ήταν ο κυρίαρχος αντιρατσισμός που πήρε τα ηνία μετά τις 26 Μάη. Είδαμε κάτι πολύ πιο κοντά στις «πολιτικές της ταυτότητας» που περιγράφουμε σε αυτό το άρθρο: πολιτικές εκείνων που ξέρουν πως οι διαχωρισμοί με φυλετικούς όρους πρέπει να αμφισβητηθούν έμπρακτα αν θέλουν να συνεχίσουν να αποτελούν μια μάχιμη δύναμη απέναντι στην αστυνομία (και την πολιτική που κρύβεται πίσω της). Οι εκφράσεις διαφυλετικής ενότητας ήταν συχνό φαινόμενο στα πανό και στα συνθήματα, όμως έγιναν πράξη με συλλογική δράσεις για κοινούς σκοπούς, είτε επρόκειτο για την πολιορκία κάποιου αστυνομικού τμήματος, την αποκαθήλωση κάποιου αγάλματος ή την άμυνα απέναντι στις επιθέσεις των μπάτσων. Όταν ακτιβιστές σε τέτοιες συνθήκες προσπαθούν να διαιρέσουν το πλήθος με φυλετικούς όρους (ή να επιβεβαιώσουν τα φυλετικά διαπιστευτήρια κάποιου έτσι ώστε να πληρούνται τα επιθυμητά επίπεδα διαφορετικότητας) σωστά γίνονται συχνά αντιληπτοί σαν το μακρύ χέρι της αστυνομίας και των φασιστών που αποδυναμώνει το κίνημα.

Πράγματι, μπορούμε να δούμε τον ξεσηκωμό σαν μια εξέγερση του τελευταίου, έμπρακτου αντιρατσισμού εναντίον του πρώτου της επιτέλεσης. Έτσι κι αλλιώς οι εξεγερμένοι συνήθως επιτίθονταν σε δημαρχεία που τελούσαν υπό την ηγεσία φιλελεύθερων δημάρχων, πολλοί από τους οποίους είχαν κτίσει την καριέρα τους σε μια επιτελεστική αντιρατσιστική απάτη. Αυτές οι δήμαρχοι, ένας αξιοσημείωτος αριθμός των οποίων ήταν μαύρες γυναίκες, τώρα προστάτευαν τους δολοφόνους μπάτσους, τους καθοδηγούσαν στη βίαιη καταστολή των διαδηλωτών, και – στην περίπτωση του Σικάγο – σήκωναν τις γέφυρες για να αποκλείσουν το κυρίως μαύρο προλεταριάτο από το λουσάτο κέντρο της πόλης. Ο λόγος περί διαφορετικότητας και συμμετοχής των δημοτικών αρχών δεν απέτρεψε τους μαύρους προλετάριους από το να κάψουν και να λεηλατήσουν τις πόλεις αυτές, αλλά ούτε κατάφερε να πείσει τη λευκή Αμερική να μείνει σπίτι. Αντιθέτως, εκατοντάδες χιλιάδες (πιθανόν εκατομμύρια) λευκών ξεσηκώθηκαν ενάντια στους φιλελεύθερους, μαύρους και POC, δημάρχους, και στις πλείστες περιπτώσεις κατάφεραν να αγωνιστούν πλάι στους μαύρους γείτονές τους χωρίς να τους καπελώσουν.109

Όμως αν η εξέγερση του Τζορτζ Φλόιντ εκπροσωπεί μια «προδοσία της λευκότητας», αυτή δεν ανήκει στο είδος που πρότεινε κάποτε το περιοδικό Race Traitor [προδότης της φυλής]. Δεν ήταν μια στρατηγική προδοσία που αποσκοπούσε στην εργατική εξουσία, αλλά μια αυθόρμητη προδοσία των νεοφιλελεύθερων υποκειμένων, οργισμένων και αηδιασμένων, που αρνούνται να είναι αυτό που είναι, και για λίγο γεύονται, στη σύγχυση του αγώνα, εκείνο που θα μπορούσαν να είναι. Αυτή είναι η θετική πλευρά εκείνου που ονομάζουμε «σύγχυση, σύμμειξη». Μπορούμε να το δούμε και όταν Ισλαμιστές εισήλθαν στην πλατεία Ταχρίρ, ή όταν υποστηρικτές του Front National [εθνικό μέτωπο] συμμετείχαν στα μπλοκαρίσματα κυκλικών κόμβων [δηλαδή στο κίνημα των κίτρινων Γιλέκων], ή όταν Χιλιανοί της μεσαίας τάξης κατέβηκαν στους δρόμους να παλέψουν ενάντια στην αστυνομία πλάι σε αναρχικούς και χούλιγκαν. Τέτοιες συμμείξεις, συγχύσεις που ξεπερνούν πολιτικά, πολιτισμικά και φυλετικά όρια είναι και πιο κοινότυπες και λιγότερο περίπλοκες από ό,τι μπορεί το φιλελεύθερο αντιρατσιστικό φαντασιακό να αντιληφθεί (ιδιαίτερα για τους προλετάριους που έχουν λιγότερα να χάσουν όταν κλυδωνίζεται η αξιοκρατική τάξη πραγμάτων).

Όμως, ενώ η σύντηξη [fusion] είναι δυνατή, ακόμα και εύκολη, στη θέρμη των αγώνων, σπάνια διαρκεί110 . Και ενώ η σύγχυση των μη-κινημάτων συχνά βασίζεται σε μια προδοσία αυτού που είμαστε, σπάνια μας επιτρέπουν να αφήσουμε την προηγούμενη μας ζωή πίσω. Εξεγειρόμαστε ενάντια σε μια μοναχική συνθήκη (μια μοναξιά που επιδεινώνεται με την κοινωνική αποστασιοποίηση και τα λοκντάουν) όμως οι εξεγέρσεις σπάνια ικανοποιούν τη δίψα για κοινότητα που τις γεννά111 . Κάποιοι ακτιβιστές συναντιούνται πράγματι και πολλοί γίνονται ακτιβιστές για πρώτη φορά, όμως δεν υπάρχει κάποια κοινότητα τακτικών, απλά μια στιγμιαία συνύπαρξη μεταξύ πολιτικών και τακτικών ταυτοτήτων: Κίτρινα Γιλέκα, πολιτοφυλακές, αντιφά, πρώτη γραμμή και «κοινοτικοί ηγέτες» - ένας κόσμος φυλών και συμμοριών112 . Τα μη-κινήματα έχουν δυσκολευτεί να παράξουν συνελεύσεις γειτονιών ή να κτίσουν μόνιμους δεσμούς με οργανώσεις σε χώρους εργασίας. Αντί αυτού, διακόπτουν απότομα την καθημερινή ζωή, σημαδεύοντας τον χρόνο όπως με τις αριθμημένες «πράξεις» των Κίτρινων Γιλέκων, ή των μαζικών διαδηλώσεων κάθε Παρασκευή στη Χιλή, όπου άνθρωποι μαζεύονται σε πρωτοφανείς αριθμούς για να εκφράσουν την οργή τους και μετά εξαφανίζονται κατευθείαν, επιστρέφοντας είτε στις προσωπικές τους ζωές είτε στις διάφορες ταυτοτικές φυλές τους.

Ούτε αποτελεί αυτή η έλλειψη συγκρότησης κάποιο τακτικό ή στρατηγικό πλεονέκτημα. Ήταν η κλίμακα και η έκταση των κινητοποιήσεων, παρά η ποικιλομορφία των τακτικών τους, αυτή που κατατρόπωνε την αστυνομία – και ήταν η αρχική βαρβαρότητα της αστυνομίας που έφερε την κλίμακα και την έκταση. Όλες οι συμμετέχουσες μπορούν να δουν πως, μετά από ένα σημείο, η σύγχυση της κινητοποίησης και η έλλειψη μιας διαρκούς οργάνωσής της αποτελούν εμπόδια στη επέκταση του αγώνα. Όμως συγχέοντας τις ταυτότητες των συμμετεχόντων, τα μη-κινήματα αποτελούν ένα χωνευτήρι στο οποίο βλέπουμε τη δημιουργία ενός νέου είδος ανθρώπου, λιγότερο πανικοβλημένου και εξημερωμένου από ό,τι ο Αγκάμπεν και άλλοι φοβούνται. Έχουμε ήδη πει πως τα μη-κινήματα χρησιμοποιούν και ριζοσπαστικοποιούν αλλαγές στην αναπαραγωγή της καθημερινής ύπαρξης, και επομένως της ανθρώπινης ζωής. Αλλαγές που κάνουν δυνατές τις εκρήξεις στους δρόμους της τελευταίας δεκαετίας. Στοιχηματίζουμε πως αυτή η ανθρωπολογική μετατόπιση θα συνεχίσει και αφού οι αγώνες στους δρόμους συντριβούν από την καταστολή ή σβήσουν λόγω της έλλειψης οργάνωσης ή δυνάμεων, εφόσον τα μη-κινήματα είναι εκφράσεις της αντιμορφικής λογικής της εποχής μας.

Η σύγχυση, η σύμμειξη των ταυτοτήτων είναι η συνθήκη που καθιστά εφικτή την εξέγερση σήμερα, αλλά και ένα όριο που πρέπει να ξεπεραστεί. Στο βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο μέλλον αναμένουμε την αυξανόμενη προβληματοποίησή του, τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά. Αυτό το όριο μπορεί να σηματοδοτεί την ανάγκη για μια νέου τύπου οργάνωση, όπως είπε μια φίλη πρόσφατα (αναφερόμενη σε ένα underground hip hop συγκρότημα): ένα Organized Konfusion113 . Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και «κομμουνιστικό κόμμα», όμως, όπως είπαν κάποιοι σύντροφοι πρόσφατα, θα πρέπει να είναι πολύ διαφορετικό από τα κόμματα του παρελθόντος114 . Θα πρέπει συγκεκριμένα να μπορεί να γοητεύει ένα προλεταριάτο που δεν εγκαλείται [interpellated] πλέον από τα απομεινάρια του εργατικού κινήματος, και που ωθείται να συνυπάρχει με τμήματα των πλεονάζοντων πληθυσμών και των εκθρονισμένων μεσαίων στρωμάτων σε εξεγέρσεις ενάντια σε μια γενικότερη μιζέρια. Συνεπώς, ένα τέτοιο αόρατο κόμμα θα πρέπει επίσης να μπορεί να ασκεί έλξη σε αυτές τις εξεγερσιακές ομάδες, είτε είναι λούμπεν στοιχεία είτε είναι δυσαρεστημένοι μικροαστοί, που κατεβαίνουν στο δρόμο με πρωτόγνωρη ένταση, σε κύματα που εκφράζουν την αστάθεια της εποχής μας. Ενδεχομένως να πρέπει να ασκεί έλξη και σε εκείνα τα κομμάτια της τάξης που εχθρεύονται τα μη-κινήματα έτσι ώστε να σπάσει η εχθρότητα που δυναμώνει την αστυνομία και ωθεί τους αγώνες στη λογική του πολέμου. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα μη-κινήματα είναι, όπως έχουμε πει επανειλημμένα, τα υποκειμενικά σημάδια της παρακμής του καπιταλισμού, ενδεχομένως το σημαντικότερο έργο τους να είναι να αντιληφθούν αυτή την λανθάνουσα συνθήκη και να προσανατολιστούν στο πιθανό τέλος ενός συστήματος που βρίσκεται ήδη σε χρόνια πτώση. Τα μη-κινήματα σηματοδοτούν πως το προλεταριάτο δεν έχει πλέον κανένα ρομαντικό έργο να φέρει εις πέρας115 . Δεν μπορεί να κινητοποιήσει τον λαό ούτε να παλέψει για ηγεμονία. Αντιθέτως, μπορεί μόνο να ξεπεράσει την παραπαίουσα τάξη πραγμάτων – δηλαδή κατά κάποιον τρόπο να τινάξει στον αέρα τα θεμέλια της ταξικής κοινωνίας – με το να συνεχίσει να αντιστέκεται σε κάθε προσπάθεια αναζωογόνησης του κόσμου της πολιτικής.

Τα πρώτα, αβέβαια βήματα που οδηγούν πέρα από την άναρχη εποχή μας βρίσκονται στη σύμμειξη, στη σύγχυση των ταυτοτήτων που παρουσιάζουν τα μη-κινήματα στη δίψα τους για ανθρώπινη κοινότητα. Αυτή η δίψα δεν έχει ικανοποιηθεί ακόμα με νίκες, ούτε έχει σβήσει από την καταστολή, οπότε αναμένουμε πως η περίοδός μας θα συνεχίσει να χαρακτηρίζεται από τη συσσώρευση επαναστατριών χωρίς επανάσταση. Οι διψασμένοι φοράνε κίτρινα και χρησιμοποιούν την κατακερματισμένη γλώσσα της ταυτότητας αντί της τάξης, αφού ολόκληρο το πλαίσιο της αριστεράς έχει συντριβεί. Αν ένας έμπρακτος αντιρατσισμός υπερκέρασε τον επιτελεστικό αντιρατσισμό στην εξέγερση του Τζορτζ Φλόιντ, αυτό συμβαίνει επειδή η επανάσταση αντλεί την ποίησή της από το πραγματολογικό της πλαίσιο και όχι από τον νεκρό κόσμο των ιδεολογιών. Η επανάσταση του 21ου αιώνα πρέπει να αφήσει τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους, έτσι ώστε να φτάσει στα δικά της περιεχόμενα. Συνεπώς, το έργο που έχει μπροστά της μια σύγχρονη επιστήμη του ανθρώπινου είδους είναι να διαβάσει και πάλι τα σημεία των καιρών, έτσι ώστε να καταλάβει πώς τα μη-κινήματα φανερώνουν τις αντιμορφικές τάσεις της εποχής μας, και πώς, μέσα στη σύγχυσή τους, μπορούμε να αναγνωρίσουμε την έκλειψη των κοινωνικών μορφών που αποκαλούμε κεφάλαιο, κράτος και τάξη. Αφού ο κομμουνισμός είναι η πραγματική μη-κίνηση που καταργεί αυτές τις κοινωνικές μορφές, λέμε στις μάζες που συγκρούονται με το παραπαίον στάτους κβο – avanti barbari! – εμπρός βάρβαροι.

 Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τις φίλες της αναταραχής/εχθρούς του έθνους, και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά το καλοκαίρι του 2022. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ