του Jasper Bernes

Τι τη θέλουμε τη θεωρία; Πού βοηθά στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος; Για μεγάλο μέρος της αριστεράς, και δη για τη μαρξιστική αριστερά, η απάντηση είναι προφανής: η θεωρία μας λέει τι να κάνουμε, ή τι πρέπει να γίνει, σύμφωνα με μια διατύπωση που συναντάται πολύ συχνά εν προκειμένω και στην οποία όλως περιέργως το ρήμα της πρότασης εμφανίζεται σε παθητική φωνή. Η θεωρία είναι η παιδαγωγός της πρακτικής. Ιδού, λοιπόν, πού βρίσκεται και ο ουσιώδης δεσμός μεταξύ του Συντρόφου Λένιν και του υποτιθέμενου εχθρού του, του Αποστάτη Κάουτσκι, των στοχαστών που διέθεταν το κύρος της αυθεντίας στην Τρίτη και τη Δεύτερη Διεθνή αντίστοιχα: παρά τις καταγεγραμμένες και πολυσυζητημένες διαφωνίες τους, αμφότεροι πίστευαν ότι χωρίς την ειδική, επιστημονική γνώση που παρέχεται από διανοούμενους και αφοσιωμένους επαναστάτες, η εργατική τάξη είναι καταδικασμένη σε μια υποδεέστερη βαθμίδα συνείδησης, ανίκανη να κάνει επανάσταση ή, εν πάση περιπτώσει, να την κάνει με επιτυχία. Το καθήκον της θεωρίας συνίσταται, κατά συνέπεια, στον εξοπλισμό της προλεταριακής συνείδησης, στην ανακατεύθυνσή της προς τη σωστή δράση. Αυτή η διδακτική αντίληψη της θεωρίας εκτείνεται σε όλο το φάσμα της μαρξιστικής διανοητικής παραγωγής του 20ου αιώνα, από τη συγκριτικά χοντροκομμένη μπολσεβίκικη προγραμματιστική προσέγγιση του Λένιν και του Τρότσκι ως τις εξεζητημένες παραλλαγές του Αντόνιο Γκράμσι και του Λουί Αλτουσέρ.

Όμως υπάρχουν κι άλλες, μη διδακτικές θεωρίες της θεωρίας. Μπορούμε να εξετάσουμε, για παράδειγμα, τους πρώιμους στοχασμούς του ίδιου του Μαρξ επί των θεμάτων αυτών. Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να το παίξουμε δάσκαλοι στην εργατική τάξη, λέει ο Μαρξ στον φίλο του τον Arnold Ruge: «Δεν θα πούμε στον κόσμο: Παρατήστε τους αγώνες σας, είναι απλά ηλίθιοι. εμείς θα σας δώσουμε τα αληθινά συνθήματα του αγώνα. Αντιθέτως, απλά θα δείξουμε στον κόσμο γιατί αγωνίζεται, και η συνείδηση είναι κάτι που θα αποκτήσει είτε το θέλει είτε όχι». Η τελευταία στροφή της διατύπωσης είναι κρίσιμη, μιας και υπονοεί ότι η γνώση που παρέχει η θεωρία ήδη υπάρχει σε αφθονία στον κόσμο: η θεωρία απλώς αντανακλά, συνθέτει και ίσως επιταχύνει «την αυτοδιαύγαση [...] των αγώνων και των επιθυμιών μιας εποχής».1 Η θεωρία είναι μια στιγμή της αυτοεκπαίδευσης του προλεταριάτου, της οποίας το πρόγραμμα σπουδών περιλαμβάνει τόσο εμπρηστικά φυλλάδια και καφενειακές αγορεύσεις όσο και οδοφράγματα και οδομαχίες.

Από την άποψη αυτή, η θεωρία είναι περισσότερο ένας χάρτης, παρά ένα σύνολο κατευθυντήριων οδηγιών: μια επισκόπηση του πεδίου στο οποίο τοποθετούμαστε, ένας τρόπος να βρίσκουμε, κάθε φορά που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τους κινδύνους μιας κατάστασης με αβέβαιη έκβαση, το πώς πρέπει να βαδίσουμε, σταθμίζοντας εκ των προτέρων τα ενδεχόμενα με τα οποία θα αναμετρηθούμε δρώντας. Έχω εδώ κατά νου το δοκίμιο του Fredric Jameson περί της «πολιτισμικής λογικής του ύστερου καπιταλισμού», και το κάλεσμά του για τη δημιουργία «γνωσιακών χαρτών» που να μπορούν να μας προσανατολίσουν μέσα στους νέους χώρους του μεταβιομηχανικού κόσμου. Αν και ο Jameson πρέπει αναμφίβολα να συγκαταλεχθεί στους υπέρμαχους της παιδαγωγικής αντίληψης της θεωρίας –αφού καλεί στη δημιουργία γνωσιακών χαρτών υπερασπιζόμενος τον διδακτισμό στην τέχνη–, ένα από τα στοιχεία που προσδίδουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο δοκίμιό του είναι ο τρόπος με τον οποίο το κάλεσμά του για δημιουργία χαρτών προκύπτει μέσα από έναν αποπροσανατολισμό εξιστορούμενο με πολύ έντονες πινελιές, από μια φαινομενολογία της σύγχυσης και της απώλειας συντεταγμένων. Περιγράφοντας τις ενειλιγμένες καμπύλες και κοιλότητες του ξενοδοχείου Bonaventure,2 o Jameson εντάσσει τον αναγνώστη σε μια χωρική αλληγορία για τις αφηρημένες δομές του ύστερου καπιταλισμού και την «ανικανότητα των μυαλών μας [...] να χαρτογραφήσουν το εξαιρετικό, παγκόσμιο, πολυεθνικό και αποκεντρωμένο δίκτυο επικοινωνίας στο οποίο βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι ως μεμονωμένα υποκείμενα».3 Η θεωρία είναι ένας χάρτης που φτιάχνεται από τους ίδιους εκείνους που έχουν χάσει τον δρόμο τους, προσφέροντάς μας τη δύσκολα αναγνωρίσιμη εικόνα από το εσωτερικό, και όχι τη διαύγεια της ολύμπιας θέας, της οπτικής γωνίας από ψηλά.

Μαραζώνοντας στη σκιά του κυρίαρχου έτερου της ήμισυ, η αντιδιδακτική θεωρία παρέμεινε συχνά μια πικρή αντιστροφή των νοησιαρχικών αφετηριακών παραδοχών της λενινιστικής ή γκραμσιανής προσέγγισης. Ενώ η διδακτική αντίληψη μας λέει ότι η επανάσταση αποτυγχάνει εξαιτίας της έλλειψης θεωρίας, ή της έλλειψης της σωστής θεωρίας –αποτυγχάνει, δηλαδή, επειδή δεν καλλιεργήθηκε η σωστή συνείδηση–, η κομμουνιστική υπεραριστερά που κληρονομεί την αντιδιδακτική άποψη, αυτό που έχει να αντιτάξει είναι μια θεωρία διανοητικής προδοσίας, μια θεωρία που εκλαμβάνει τη στρατευμένη θεωρία ως την παραφθορά της οργανικής νοημοσύνης της εργατικής τάξης.4 Ο ρόλος των θεωρητικών, επομένως, είναι να αποτρέψουν αυτές τις διαβρωτικές παρεμβάσεις των διανοούμενων, ώστε να επιτραπεί η αυθόρμητη αυτοοργάνωση της εργατικής τάξης. Ως εκ τούτου, η ιστορική υπεραριστερά, συστελλόμενη μετά την αποτυχία του επαναστατικού κύματος των αρχών του 20ου αιώνα και τη νίκη ενός ξεκάθαρα αντεπαναστατικού μαρξισμού, υιοθετεί έναν στοχαστικό και ενατενιστικό (αν όχι μοιρολατρικό) προσανατολισμό στην εκτύλιξη των αγώνων, προσφέροντας το πολύ-πολύ ορισμένες διαγνώσεις, αλλά αποφεύγοντας οποιαδήποτε στρατηγική σκέψη, από φόβο μην και διαπράξει το θανάσιμο αμάρτημα της «παρέμβασης», παριστάνοντας τον παιδαγωγό στις μάζες. Το αποτέλεσμα είναι μια διεστραμμένα «δυστυχής συνείδηση» που αφενός καμώνεται πως ξέρει καλύτερα αφετέρου, όμως, διαισθάνεται ότι μια τέτοια γνώση είναι στην καλύτερη περίπτωση άχρηστη και στη χειρότερη επιβλαβής. Αυτή η ένοχη αυτοσυνείδηση μαστίζει ακόμα και τις σημαντικές εκείνες θεωρίες –του Ζιλ Ντωβέ και της Théorie Communiste, για παράδειγμα– που αναδύονται μετά το 1968, ως κριτικές της ιστορικής υπεραριστεράς.

Αν, όμως, όντως πιστεύουμε ότι η θεωρία προκύπτει ως στιγμή της αυτοδιαύγασης των αγώνων, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να φοβόμαστε την παρέμβαση, ούτε και τη στρατηγική σκέψη. Κάθε πιθανή προοπτική που οι διανοούμενοι και οι πολιτικά στρατευμένοι ενδέχεται να επιδιώξουν να προσδώσουν σε έναν αγώνα, είτε ήδη εμφανίζεται εντός του είτε, αντίθετα, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα από τα πολλά εμπόδια και αδιέξοδα που συναντούν οι αγωνιζόμενοι κατά την αυτοεκπαίδευσή τους. Η στρατηγική σκέψη δεν είναι εξωτερική προς τους αγώνες, αλλά γεννιέται μέσα τους, και κάθε σειρά από νίκες ή αποτυχίες διανοίγει νέες στρατηγικές δυνατότητες –καθεμία εκ των οποίων είναι κι ένα πιθανό μέλλον– που πρέπει να εξεταστούν και που οι επιπτώσεις τους στο παρόν μπορούν να αξιολογηθούν. Περιγράφοντας αυτές τις δυνατότητες, η θεωρία διαλέγει αναπόφευκτα πλευρά. Κι αυτό όχι για να διευθετήσει, εκδίδοντας διαταγές, τους αγώνες, αλλά για να διευθετηθεί η ίδια από αυτούς.

ΘΕΩΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΔΑΦΟΣ

Το δοκίμιο που ακολουθεί αποτελεί ένα πείραμα στη συγγραφή θεωρίας. Αποπειράται να καταστήσει σαφή τη σχέση μεταξύ της θεωρίας που ξεδιπλώνεται στις σελίδες των κομμουνιστικών περιοδικών και της θεωρίας που αναπτύσσεται κατά τη διεξαγωγή των αγώνων, καταδεικνύοντας πώς οι σκέψεις για την αναδιάρθρωση του καπιταλισμού προκύπτουν ως αποτέλεσμα ιδιαίτερων στιγμών του αγώνα. Από αυτούς τους θεωρητικούς ορίζοντες αναδύονται επίσης συγκεκριμένες στρατηγικές δυνατότητες, και, στον βαθμό που αυτές συζητιούνται στο ίδιο το έδαφος του αγώνα και επηρεάζουν ό,τι συμβαίνει εκεί, μόνο με πολύ μεγάλη προσπάθεια μπορούμε να τις αποφύγουμε.

Μπορούμε (και ίσως θα έπρεπε) πάντα να θέτουμε, για τις θεωρίες που συναντάμε, το εξής ερώτημα: Πού είμαστε; Ως απάντηση σε ποια πρακτική εμπειρία προέκυψε αυτή η θεωρία; Σε ό,τι ακολουθεί, βρισκόμαστε, κατά κύριο λόγο, στο λιμάνι του Oakland στην Καλιφόρνια, κάτω από τις σκιές των κυκλώπειων ατσάλινων σκελετών των γερανών και των κοντέινερ, προχωρώντας πέρα-δώθε όλο φούρια και αγωνία μαζί με 20.000 άλλους ανθρώπους που μπήκαν στο λιμάνι με σκοπό να το αποκλείσουν, ως μέρος της λεγόμενης «γενικής απεργίας» που κάλεσε το Occupy Oakland στις 2 Νοεμβρίου του 2011. Όλοι όσοι συμμετείχαν στον αποκλεισμό εκείνη τη μέρα σίγουρα είχαν κάποια διαίσθηση για την κεντρικότητα του λιμανιού στην οικονομία της Βόρειας Καλιφόρνια· με αυτόν ακριβώς τον διαισθητικό προσανατολισμό ξεκινά η θεωρία. Αν κανείς τους ρωτούσε σχετικά, θα απαντούσαν ότι ένα μεγάλο κομμάτι των προϊόντων που καταναλώνουν παράγεται στο εξωτερικό, μπαίνει σε πλοία και περνά από λιμάνια σαν κι αυτό του Oakland καθ’ οδόν προς τον τελικό τους προορισμό. Ως διασύνδεση μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης, μεταξύ των ΗΠΑ και των εμπορικών τους εταίρων στο εξωτερικό, μεταξύ εκατοντάδων χιλιάδων εργατών και των διαφόρων μορφών κυκλοφορούντος κεφαλαίου στις οποίες αυτοί εμπλέκονται, τα σταματημένα μηχανήματα του λιμανιού δεν άργησαν να γίνουν ένα έμβλημα για την πολύπλοκη ολότητα της καπιταλιστικής παραγωγής που φαινόταν τόσο να συσκοτίζουν όσο και να αποκαλύπτουν.

Για τους συμμετέχοντες στο μπλοκάρισμα, λοιπόν, ερωτήσεις κάθε λογής εγείρονταν άμεσα από το ίδιο το γεγονός ότι βρέθηκαν στον χώρο του λιμανιού, αντιμέτωποι με τα μηχανήματά του. Πώς θα μπορούσαμε να φτιάξουμε έναν χάρτη των διαφόρων εταιρειών, των ροών του κεφαλαίου και της εργασίας, που πλήττονται άμεσα ή έμμεσα από τον αποκλεισμό του λιμανιού, από τον αποκλεισμό συγκεκριμένων τερματικών; Ποια συνδέονται μεταξύ τους σε πρώτο βαθμό και ποια σε δεύτερο ή τρίτο; Προέκυψαν, επιπλέον, ερωτήματα όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της τακτικής του μπλοκαρίσματος και των λόγων για τους οποίους όσες συμμετείχαν είχαν νιώσει αρχικά ό,τι έπρεπε να διαμαρτυρηθούν. Αν και ο αποκλεισμός οργανώθηκε σε συνεργασία με το τοπικό τμήμα της ILWU (του σωματείου των λιμενεργατών), σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους εργάτες που απειλούνταν στο Longview της Ουάσινγκτον, λίγοι από αυτούς που ήλθαν ήξεραν οτιδήποτε σχετικά με το τι συνέβαινε στο ίδιο το Longview. Η παρουσία τους εκεί ήταν  απάντηση στην αστυνομική εκκένωση της περιοχής όπου είχαν κατασκηνώσει τα μέλη του Occupy Oakland, και γενικότερα εκδήλωση αλληλεγγύης προς ό,τι ο καθένας αντιλαμβανόταν ως τις κύριες αιτίες δυσαρέσκειας που βρήκαν την έκφρασή τους στο κίνημα Occupy. Πώς λοιπόν να χαρακτηρίσει κανείς τη σχέση μεταξύ των συμμετεχόντων στον αποκλεισμό, πολλοί από τους οποίους ήταν άνεργοι ή ημιαπασχολούμενοι, και των καλά οργανωμένων λιμενεργατών; Ποιος επηρεάστηκε από έναν τέτοιον αποκλεισμό; Ποια είναι η σχέση μεταξύ του μπλοκαρίσματος και της τακτικής της απεργίας; Άπαξ και τέθηκαν αυτά τα ερωτήματα, η στιγμή του αποκλεισμού συνδέθηκε με άλλες συναφείς κινητοποιήσεις: με τους άνεργους εργάτες piqueteros των εξεγέρσεων στην Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές του 2000, οι οποίοι, ελλείψει οποιουδήποτε άλλου διαθέσιμου τρόπου προώθησης των διεκδικήσεών τους για κυβερνητική αρωγή, στράφηκαν στον αποκλεισμό δρόμων οργανωμένοι σε μικρές διάσπαρτες ομάδες. με τους piquets volants των απεργιών του 2010 στη Γαλλία ενάντια στις προτεινόμενες αλλαγές στον νόμο για τις συντάξεις, τις διάσπαρτες ομάδες πικετοφόρων που στήριζαν τα μπλόκα των εργατών και οργάνωναν, επίσης, τους δικούς τους αποκλεισμούς ανεξάρτητα από την απεργιακή δραστηριότητα. με τις πρόσφατες απεργίες των εργατών στις αλυσίδες εφοδιασμού των ΙΚΕΑ και της Wal-Mart. αλλά και με καταστάσεις που παρατηρούνται παντού, κατά την εποχή της πολιτικής αναταραχής που ακολουθεί την κρίση του 2008, όπου βλέπουμε μια εξάπλωση της τακτικής του μπλοκαρίσματος και μια εξασθένηση της τακτικής της απεργίας (με την εξαίρεση των βιομηχανικών BRICS,5 όπου ένας απείθαρχος εργασιακός σχηματισμός έχει εγκαινιάσει ένα νέο απεργιακό κύμα).

LOGISTICS ΚΑΙ ΥΔΡΑΥΛΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

Αυτά τα ερωτήματα δεν εμπίπτουν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία της τυπικής θεωρίας. Τέθηκαν άμεσα υπό συζήτηση από εκείνους που συμμετείχαν στον αποκλεισμό και σχεδίασαν έναν δεύτερο αποκλεισμό έναν μήνα μετά.6 Κάποιες από αυτές τις συζητήσεις, απηχώντας το κίνημα για μια εναλλακτική παγκοσμιοποίηση των αρχών της δεκαετίας του 2000, αξιοποίησαν την έννοια της «παγκοσμιοποίησης» για να νοηματοδοτήσουν την αυξανόμενη κεντρικότητα του λιμανιού και του διεθνούς εμπορίου μέσα στον καπιταλισμό. Αλλά παρέμενε πάντοτε ασαφές τι υποτίθεται ότι σημαίνει ο όρος «παγκοσμιοποίηση» ως δείκτης μιας νέας ιστορικής φάσης. Ο καπιταλισμός υπήρξε παγκόσμιος από την αρχή, αναδυόμενος από την αιματοβαμμένη μήτρα της εμπορικής επέκτασης της Πρώιμης Νεότερης Περιόδου. Αργότερα, τα εργοστάσια και οι μύλοι του τροφοδοτήθηκαν από τις πλανητικές ροές πρώτων υλών και παρήγαγαν για μια αγορά που είναι επίσης διεθνής. Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, είναι τι είδους παγκοσμιοποίηση έχουμε σήμερα. Ποια είναι η differentia specifica (ειδοποιός διαφορά) της παγκοσμιοποίησης του σήμερα; Ποια είναι η ακριβής σχέση μεταξύ παραγωγής και κυκλοφορίας;

Οι σημερινές αλυσίδες εφοδιασμού ξεχωρίζουν όχι μονάχα εξαιτίας της παγκόσμιας εξάπλωσης και της απίστευτης ταχύτητάς τους, αλλά και λόγω της άμεσης ενοποίησης της παραγωγής και της λιανικής πώλησης, της εναρμόνισης των ρυθμών παραγωγής και κατανάλωσης. Από τη δεκαετία του 1980, οι συγγραφείς που ασχολούνται με τις επιχειρήσεις διατυμπανίζουν σε κάθε ευκαιρία την αξία της «λιτής» (lean) και «ευέλικτης» παραγωγής, στην οποία οι προμηθευτές διατηρούν την ικανότητα να αυξάνουν και να μειώνουν την παραγωγή, όπως και να αλλάζουν τα είδη των εμπορευμάτων που παράγονται, βασιζόμενοι σε ένα δίκτυο υπεργολάβων, προσωρινά απασχολούμενων εργατών και ευμετάβλητων οργανωτικών δομών, προσαρμογές οι οποίες απαιτούν ακριβή έλεγχο πάνω στη ροή των αγαθών και της πληροφορίας ανάμεσα στις διάφορες μονάδες.7 Αν και αρχικά είχαν συνδεθεί με το σύστημα παραγωγής της Toyota και τους Ιάπωνες κατασκευαστές γενικά, αυτές οι εταιρικές μορφές πλέον συχνά καταχωρούνται κάτω από την αόριστη ταμπέλα Just In Time (JIT),8 η οποία, με τη στενή έννοια του όρου, παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη μορφή διαχείρισης των αποθεμάτων και, ευρύτερα, σε μια φιλοσοφία παραγωγής κατά την οποία οι επιχειρήσεις προσπαθούν να εξαλείψουν τα στάσιμα αποθέματα (είτε παράγονται εσωτερικά είτε παραλαμβάνονται από προμηθευτές). Αντλούμενο εν μέρει από την ιαπωνική και εν μέρει από την αγγλο-αμερικάνικη κυβερνητική, το JIT είναι μια κυκλοφοριστική φιλοσοφία παραγωγής, επικεντρωμένη σε μια έννοια της «συνεχούς ροής» που εκλαμβάνει οτιδήποτε δεν είναι σε κίνηση ως ένα είδος αποβλήτου (muda), ως μια τροχοπέδη για την κερδοφορία. Εκείνο στο οποίο αποβλέπει το JIT είναι να περιέλθει το σύνολο της παραγωγής στην κατάσταση της κυκλοφορίας, σπρώχνοντας όλο και πιο ψηλά την ταχύτητά της ώστε να πλησιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο την ταχύτητα του φωτός με την οποία μεταδίδονται οι πληροφορίες. Από τη σκοπιά, τώρα, των πρωταγωνιστών της δικής μας αφήγησης, των συμμετεχόντων στο μπλοκάρισμα, αυτή η έμφαση στην ταχεία και συνεχή ροή των εμπορευμάτων πολλαπλασιάζει τη δύναμη του αποκλεισμού. Ελλείψει σταθερού αποθέματος, ένας αποκλεισμός λίγων μονάχα ημερών θα μπορούσε να παραλύσει αποτελεσματικά πολλούς κατασκευαστές και πολλά σημεία λιανικής πώλησης.9

Στα JIT συστήματα, οι κατασκευαστές πρέπει να συντονίσουν τις ροές αντίθετης κατεύθυνσης των προμηθευτών και των αγοραστών, κι έτσι η ταχύτητα από μόνη της είναι ανεπαρκής. Ο συγχρονισμός είναι ζωτικής σημασίας. Μέσω του ακριβούς συντονισμού, οι επιχειρήσεις μπορούν να αντιστρέψουν την παραδοσιακή σχέση αγοραστή-πωλητή, στην οποία τα αγαθά πρώτα παράγονται και έπειτα πωλούνται σε κάποιον καταναλωτή. Με την αναπλήρωση των εμπορευμάτων τη στιγμή ακριβώς της πώλησης, δίχως τη συσσώρευση αποθεμάτων στην πορεία, οι JIT επιχειρήσεις πραγματοποιούν ένα αλλόκοτο είδος ταξιδιού στον χρόνο, δημιουργώντας την εντύπωση ότι παράγουν μόνο προϊόντα που έχουν ήδη πωληθεί στον τελικό καταναλωτή. Στο παλιότερο push10 μοντέλο παραγωγής, τα εργοστάσια παρήγαγαν τεράστια αποθέματα αγαθών, τα οποία οι λιανικοί πωλητές θα έπρεπε να ξεπουλήσουν με προσφορές και κουπόνια. Αντίθετα, στο σημερινό pull11 μοντέλο παραγωγής, οι λιανοπωλητές μοιράζονται πληροφορίες στα σημεία πώλησης (POS)12 με τους προμηθευτές τους, οι οποίοι εν συνεχεία μπορούν να αναπληρώσουν το στοκ των λιανέμπορων.13 Αυτό έχει οδηγήσει στη λειτουργική συγχώνευση των προμηθευτών και των εμπόρων λιανικής πώλησης, υπό όρους με τους οποίους οι λιανέμποροι έχουν συχνά το πάνω χέρι. Αγοραστές μεγάλων ποσοτήτων όπως η Wal-Mart έχουν μετατρέψει τους προμηθευτές τους κυριολεκτικά σε υποτελείς τους, ελέγχοντας άμεσα τον σχεδιασμό και την τιμολόγηση των προϊόντων, ενώ εξακολουθούν να διατηρούν την ευελιξία να τερματίσουν τη μεταξύ τους σύμβαση εάν χρειαστεί. Κερδίζουν τα πλεονεκτήματα της κάθετης ενοποίησης χωρίς τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που προκύπτουν με την επίσημη κυριότητα. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ορισμένοι έκριναν ότι η έμφαση στην ευελιξία και τον δυναμισμό θα άλλαζε την ισορροπία δυνάμεων εις βάρος των μεγάλων, άκαμπτων πολυεθνικών και προς όφελος των μικρών, ευκίνητων επιχειρήσεων, η «λιτή» παραγωγή δεν σηματοδότησε παρά μια αλλαγή φάσης, και όχι μια εξασθένηση της δύναμης των εταιρειών. Η νέα διευθέτηση παρουσιάζει αυτό που ο Bennett Harrison έχει αποκαλέσει «συγκέντρωση χωρίς συγκεντρωτισμό» της εταιρικής αρχής.14

Λιτή παραγωγή, ευελιξία, JIT συστήματα αποθεμάτων, pull παραγωγή: καθεμιά από αυτές τις καινοτομίες αποτελεί πλέον συστατικό μέρος της λεγόμενης «επανάστασης των logistics» και της αντίστοιχης «βιομηχανίας των logistics», η οποία απαρτίζεται από εσωτερικούς και εξωτερικούς συνεργάτες, ειδικούς στον σχεδιασμό και τη διαχείριση αλυσίδων εφοδιασμού. Διευκολυνόμενοι από τις τεχνικές μεταμορφώσεις της ναυτιλίας και της βιομηχανίας μεταφορών, και ιδιαίτερα από τη χρησιμοποίηση κοντέινερ, καθώς και από τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία της πληροφορικής και των επικοινωνιών, οι εργάτες των logistics πλέον συντονίζουν διαφορετικές παραγωγικές στιγμές και κυκλοφοριακές ροές σε τεράστιες διεθνείς αποστάσεις, διασφαλίζοντας ότι το πότε και το πού θα βρεθεί κάθε εμπόρευμα επιτυγχάνεται χάρη στην ακρίβεια και την ταχύτητα των δεδομένων. Επιβεβαιώνοντας την αλήθεια του συχνά αναφερόμενου παραθέματος από τα Grundrisse του Μαρξ σχετικά με την τάση ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς, το κεφάλαιο, μέσω των logistics, «τείνει ταυτόχρονα στη μεγαλύτερη γεωγραφική επέκταση της αγοράς και τη μεγαλύτερη εκμηδένιση του χώρου με μέσο τον χρόνο».15 Τα logistics, όμως, είναι κάτι περισσότερο από την επέκταση της παγκόσμιας αγοράς στον χώρο και την επιτάχυνση των εμπορευματικών ροών: είναι η ενεργός δύναμη που καλείται να συντονίσει και να χορογραφήσει, να συνενώσει και να διαιρέσει ροές. να επιταχύνει και να επιβραδύνει. να μεταβάλει τον τύπο του εμπορεύματος το οποίο παράγεται, το σημείο προέλευσης και προορισμού του, και, τέλος, να συλλέξει και να διανείμει τη γνώση σχετικά με την παραγωγή, την κίνηση και την πώληση των εμπορευμάτων, καθώς τα τελευταία ρέουν σε όλο το πλέγμα του δικτύου.

Ο όρος logistics είναι πολυσθενής. Καταδηλώνει μια αυτοτελή βιομηχανία, αποτελούμενη από επιχειρήσεις που χειρίζονται τη διοίκηση των εργασιών αποστολής και παραλαβής για άλλες εταιρείες, καθώς και μια δραστηριότητα που πολλές επιχειρήσεις διαχειρίζονται εσωτερικά. Αλλά, επίσης, μετωνυμικά παραπέμπει και σε έναν μετασχηματισμό της καπιταλιστικής παραγωγής συνολικά: την «επανάσταση των logistics». Κατά την τελευταία αυτή έννοια, ο όρος logistics αποτελεί δείκτη της υποταγής της παραγωγής στις συνθήκες της κυκλοφορίας, των τρόπων μέσω των οποίων γίνονται ηγεμονικές εκείνες οι πτυχές της διαδικασίας παραγωγής που εμπλέκουν την κυκλοφορία. Στην εξιδανικευμένη κοσμοεικόνα των logistics, η κατασκευή του εμπορεύματος δεν είναι παρά μια στιγμή σε μια συνεχή, ηρακλείτεια ροή. το εργοστάσιο διαλύεται σε πλανητικές ροές, τεμαχισμένο σε σπονδυλωτές, συστατικές διαδικασίες που χωρίζονται από αποστάσεις χιλιάδες μιλίων, και οι οποίες συντίθενται και ανασυντίθενται ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες ιδιοτροπίες του κεφαλαίου. Τα logistics έχουν ως στόχο να μετατρέψουν όλο το πάγιο κεφάλαιο σε κυκλοφορούν κεφάλαιο, εκείνο που καλύτερα μιμείται και εναρμονίζεται με την αγνότερη και πιο ρευστή από τις μορφές που παίρνει το κεφάλαιο: το χρήμα. Αυτό είναι, φυσικά, αδύνατο, αφού η διαδικασία αξιοποίησης απαιτεί δαπάνες πάγιου κεφαλαίου σε κάποιο σημείο κατά μήκος των κυκλωμάτων αναπαραγωγής, και ως εκ τούτου, κάποιος κάπου θα πρέπει να επωμιστεί το ρίσκο που συνεπάγεται η επένδυση σε μια σταθερή εργοστασιακή μονάδα και σε μηχανολογικό εξοπλισμό. Τα logistics, ωστόσο, έχουν να κάνουν με τον μετριασμό αυτού του ρίσκου. έχουν να κάνουν, δηλαδή, με τον μετασχηματισμό ενός τρόπου παραγωγής σε έναν τρόπο κυκλοφορίας, στον οποίον αυτό που έχει σημασία είναι οι συχνότητες και οι δυνατότητες διοχέτευσης των κυκλωμάτων του κεφαλαίου. Από αυτή την άποψη, η επανάσταση των logistics ανταποκρίνεται στην υδραυλική θεώρηση του καπιταλισμού που οι Ντελέζ και Γκουαταρί σκιαγράφησαν τη δεκαετία του 1970, κατά την οποία η υπεραξία προκύπτει όχι τόσο από τη μη αναστρέψιμη μετατροπή της κατεργασμένης ύλης, αλλά από τη σύζευξη μιας ροής (χρήμα) με μια άλλη (εργασία).16 Στην εν λόγω προσέγγιση, που φέρει έντονα τα ίχνη της επίδρασης τόσο της ιστορικής περιγραφής του Fernard Braudel για τις απαρχές του καπιταλισμού όσο και της αναθεώρησης αυτής της περιγραφής από τη θεωρία περί παγκόσμιων συστημάτων,17 το κεφάλαιο είναι προπάντων ο διοικητής των ροών, διασπώντας και συνενώνοντας διάφορα ρεύματα προκειμένου να δημιουργηθεί ένα τεράστιο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης της κοινωνικής δύναμης. Τα logistics μετατρέπουν τα στερεά σε ρευστά –ή στο ακραίο όριό τους, σε ηλεκτρικά πεδία– παίρνοντας την κίνηση διακριτών στοιχείων και αξιοποιώντας τα ως εάν ήταν πετρέλαιο σε αγωγό, το οποίο ρέει συνεχώς σε ρυθμιζόμενες με ακρίβεια πιέσεις.18

Η ΑΞΙΑ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ LOGISTICS

Μέχρι στιγμής, το εγχείρημα της γνωσιακής χαρτογράφησης στο οποίο αποδυθήκαμε έχει καταφέρει να τοποθετήσει τους συμμετέχοντες στον αποκλεισμό μέσα σε έναν αχανή χωρικό ορίζοντα, σε ένα δικτυωτό πλέγμα ροών, μπροστά στο οποίο ακόμα και τα γιγαντιαία εμπορευματοκιβωτιοφόρα πλοία, ακόμα και οι χιλιάδες ανθρώπων που συσπειρώθηκαν για να επιτελέσουν αυτόν τον αποκλεισμό, μοιάζουν με μικροσκοπικές κουκκίδες. Αλλά η εικόνα που έχουμε μέχρι τώρα δώσει στερείται βάθους, στερείται ιστορίας. Με άλλα λόγια, είναι απλά μια εικόνα, και μπορεί να αναρωτηθεί κανείς μήπως, τελικά, ο αποπροσανατολισμός στον οποίο έρχεται να απαντήσει η έννοια του γνωσιακού χάρτη επιδεινώνεται από τη χωρική (και οπτική) προσέγγιση. Ίσως ο «χάρτης» να μην λειτουργεί παρά μονάχα ως μια μεταφορά, η οποία παραπέμπει σε μια επεξεργασία εννοιών και κατηγοριών τόσο σε χωρικές όσο και σε χρονικές διαστάσεις. Ένας χάρτης, αλλά και μια ιστορία επίσης, ένα γράφημα, ένα διάγραμμα, επειδή άπαξ και αρχίσουμε να βλέπουμε από κάπου, άπαξ και δούμε την εικόνα που βλέπει κάποιος, τοποθετούμε τους εαυτούς μας ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, στην αρχή της αλυσίδας των αιτίων που απαιτούν μια χαρτογράφηση στον ίδιο ακριβώς βαθμό που και η εφοδιαστική αλυσίδα έχει ανάγκη χωρικής διευθέτησης. πολλώ δε μάλλον αν θέλουμε να έχουμε κάποια αίσθηση του τι θα μπορούσε να συμβεί στη συνέχεια.

Με άλλα λόγια, θα θέλαμε να μάθουμε γιατί το κεφάλαιο στράφηκε στα logistics. Γιατί το κεφάλαιο αναδιοργανώθηκε με αυτόν τον τρόπο; Ποια οφέλη επιδίωκε και σε ποια αδιέξοδα απαντούσε; Μια απάντηση, η οποία εμφανίζεται υπαινικτικά παραπάνω, είναι ότι τα logistics αποτελούν έναν απλό επιταχυντή των εμπορευματικών ροών. Τα logistics είναι μια μέθοδος να μειωθεί ο χρόνος του κύκλου εργασιών του κεφαλαίου, και ως εκ τούτου να αυξηθούν τα συνολικά κέρδη. Σύντομοι κύκλοι εργασιών και γρήγοροι κύκλοι παραγωγής μπορούν να παράγουν πολύ υψηλά συνολικά κέρδη, ακόμη και με τα πολύ χαμηλά ποσοστά κέρδους (ανά κύκλο εργασιών) που αντιμετώπισαν οι καπιταλιστές κατά τη δεκαετία του 1970. Τότε, τα logistics ήταν μια λύση στη «μακρά ύφεση» που ανέκυψε κατά τη δεκαετία του 1970 και στη γενική κρίση που αυτή η ύφεση εγκαινίασε, καθώς άρχισαν να εξαφανίζονται οι ευκαιρίες κερδοφορίας μέσω επενδύσεων στον παραγωγικό μηχανισμό (σε νέες εργοστασιακές μονάδες και μηχανήματα). Όπως γνωρίζουμε από πολυάριθμες σχετικές μαρτυρίες, ένα αποτέλεσμα ήταν ότι το κεφάλαιο άρχισε να ρέει προς τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία, την αγορά ακινήτων και άλλα παρόμοια, ενισχύοντας την ταχύτητα και το εύρος της προσφοράς χρήματος και των πιστωτικών αγορών, και επινοώντας έτσι νέες μορφές χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αλλά αυτή η, επιβεβαιωμένη μέσα από πληθώρα τεκμηρίων, διαδικασία της χρηματιστικοποίησης κατά βάθος συνοδευόταν και από μια τεράστια επένδυση κεφαλαίου στη συμπληρωματική σφαίρα της εμπορευματικής (και όχι της χρηματικής) κυκλοφορίας, αυξάνοντας την απόδοση του συστήματος μεταφορών και επιταχύνοντας την ταχύτητα του εμπορευματικού κεφαλαίου μέσω μιας ανάπτυξης υπό τη μορφή δεξαμενόπλοιων, συγκροτημάτων λιμένων, σιδηροδρόμων, κέντρων ρομποτικά ελεγχόμενης διανομής, καθώς και με την ψηφιακή τεχνολογία και την τεχνολογία δικτύου που απαιτείται για να γίνει η διαχείριση της αύξησης του όγκου και της πολυπλοκότητας των εμπορικών συναλλαγών. Έτσι, το εμπορευματοκιβώτιο και το «προκαταβολικά αγοραζόμενο εμπόρευμα» ήταν συμπληρωματικές τεχνικές καινοτομίες, οι οποίες αύξαναν την απόδοση των ροών και υπερσυμπίεζαν διαφορετικά τμήματα του συνολικού κυκλώματος της αναπαραγωγής. Οι ολοένα ταχύτερες περιστροφές της πίστωσης και των εμπορευμάτων ανά την υφήλιο δίνουν η μία τη σκυτάλη στην άλλη, όπως συμβαίνει με βάρδιες εργασίας που αλλάζουν, και ενισχύονται αμοιβαία. Παρ’ όλα αυτά, η επένδυση σε αυτούς τους τομείς δεν έχει να κάνει μόνο με την κτηνώδη ταχύτητα. Αποβλέπει, επίσης, στη μείωση των  δαπανών που συνδέονται με την κυκλοφορία και στην αύξηση, έτσι, του συνολικού φορτίου των συστημάτων μεταφοράς. Παράλληλα προς τις φανερές οικονομίες κλίμακας και τη μηχανοποίηση την οποία ευνοεί η τεχνολογία των εμπορευματοκιβωτίων, τα ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα μειώνουν κατά πολύ τις σχετιζόμενες με την κυκλοφορία διοικητικές δαπάνες, απελευθερώνοντας περισσότερο χρήμα για άμεσες επενδύσεις στην παραγωγή.19

Αυτές, όμως, οι εξελίξεις δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές μόνο με όρους ποσοτικής αύξησης και μείωσης: αύξηση δηλαδή στην ταχύτητα και τον όγκο των εμπορευματικών ροών, μείωση στα γενικά έξοδα. Υπάρχει, επίσης, ένας σημαντικός ποιοτικός απώτερος σκοπός, που στα logistics αποδίδεται ως «ευκινησία» – ήτοι, η δύναμη να μεταβάλλεται το συντομότερο δυνατόν η ταχύτητα, η τοποθεσία, η προέλευση και ο προορισμός των προϊόντων, όπως και το είδος τους, προκειμένου να επιτυγχάνεται η προσαρμογή στις ευμετάβλητες συνθήκες της αγοράς. Οι εταιρείες αποσκοπούν σε «ευαίσθητες αλυσίδες εφοδιασμού», όπως διατυπώνεται και στον τίτλο του σχετικού κεφαλαίου ενός δημοφιλούς εγχειριδίου των logistics: «τέτοιες που να μπορούν να ανταποκριθούν, εντός στενότερων χρονικών πλαισίων, σε μεταβολές όγκου και ποικιλίας».20 Επιτελώντας τον παρεμβατικό τους ρόλο, οι ειδικοί των logistics μπορεί να χρειαστεί να εντοπίσουν και να διορθώσουν τα σημεία συμφόρησης ώστε να διατηρηθεί η ευκινησία. Αλλά για λόγους προληπτικού σχεδιασμού, οι ειδικοί θα επιχειρήσουν να συγχρονίσουν και να διανείμουν την πληροφορία σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού, έτσι ώστε οι προμηθευτές να μπορούν να παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα προτού καταστεί αναγκαία η παρέμβαση. Αυτή η διαμοιραζόμενη πληροφορία είναι γνωστή ως «εικονική εφοδιαστική αλυσίδα», μια αλυσίδα μεταδιδόμενων συμβολικών αναπαραστάσεων που ρέει αντίθετα προς τη φυσική κίνηση των εμπορευμάτων. Εντελώς ξεχωριστές εταιρείες μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτού του είδους τα διανεμόμενα δεδομένα για να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους. Όπως σημειώνουν οι Bonacich και Wilson, το αποτέλεσμα είναι ότι «ο ανταγωνισμός [...] μετακινείται από το εταιρικό επίπεδο στο επίπεδο της εφοδιαστικής αλυσίδας».21 Αυτή, όμως, η διαφάνεια των δεδομένων δεν εξισορροπεί το αγωνιστικό πεδίο ούτε στο ελάχιστο. Κατά κανόνα, ένας από τους «παίκτες» στο δίκτυο της εφοδιαστικής αλυσίδας θα διατηρήσει την κυριαρχία, χωρίς κατ’ ανάγκη να θέσει εαυτόν στο κέντρο των επιχειρήσεων. Η Wal-Mart, για παράδειγμα, επέμεινε να τοποθετήσουν οι εφοδιαστές της ετικέτες ταυτοποίησης μέσω ραδιοσυχνοτήτων (RFID) στις παλέτες και τα εμπορευματοκιβώτια, πράγμα που της επιτρέπει να διαχειρίζεται το αποθέματά της πολύ πιο αποτελεσματικά, με σημαντικό όμως κόστος για τους προμηθευτές.22

Πριν εξετάσουμε τον τελευταίο λόγο για την επανάσταση των logistics, ένα σύντομο ιστορικό σημείωμα πρέπει να παρεμβληθεί. Το πεδίο των εταιρικών ή επιχειρηματικών logistics δεν υπήρχε μέχρι τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα logistics, αντίθετα, ήταν μια αμιγώς στρατιωτική υπόθεση, που αφορούσε τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι στρατοί για να τροφοδοτούνται, διακινώντας προμήθειες από τα μετόπισθεν στην πρώτη γραμμή. ένα άχαρο μεν, αλλά θεμελιώδους σημασίας, καθήκον που οι στρατιωτικοί ιστορικοί από την εποχή του Θουκυδίδη έχουν αναγνωρίσει ως καθοριστικό παράγοντα για την επιτυχία των εκστρατευτικών πολέμων. Τα επιχειρηματικά logistics, ως ξεχωριστός τομέας, εξελίχθηκαν κατά τη δεκαετία του 1950, αναπτύσσοντας περαιτέρω τις καινοτομίες των στρατιωτικών logistics και αξιοποιώντας την τόσο χαρακτηριστική για τη μεταπολεμική περίοδο ανταλλαγή προσωπικού μεταξύ του στρατού, της βιομηχανίας και των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Να σημειωθεί, επίσης, εδώ ότι αυτές οι ανταλλαγές έγιναν υπό το φως της έρευνας στα πεδία της κυβερνητικής, της πληροφορικής και της επιχειρησιακής έρευνας. Η σύνδεση μεταξύ των στρατιωτικών και των εταιρικών logistics παρέμεινε στενή. Για παράδειγμα, αν και ο Malcolm McLean εισήγαγε τα στοιβαζόμενα εμπορευματοκιβώτια (κοντέινερ), τη δεκαετία του 1950 και είχε ήδη καταφέρει να επιβάλει τη χρήση τους σε μερικές εγχώριες γραμμές μεταφοράς, ήταν η βασισμένη στα κοντέινερ λύση που έδωσε η εταιρεία Sea-Land Services στην κρίση ανεφοδιασμού κατά τον πόλεμο του Βιετνάμ, η οποία οδήγησε στη γενίκευση της τεχνολογίας αυτής, καταδεικνύοντας την αποτελεσματικότητά της για το διεθνές εμπόριο.23 Κατά παρόμοιο τρόπο, η RFID τεχνολογία εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από τον στρατό των ΗΠΑ στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ενώ τότε ξεκίνησε και η εταιρεία Wal-Mart να διερευνά τις δυνατότητες χρήσης της. Λίγο αργότερα, το υπουργείο άμυνας και η Wal-Mart εξέδωσαν οδηγίες στους μεγαλύτερους προμηθευτές τους, με τις οποίες απαιτούσαν να χρησιμοποιούν RFID ετικέτες στα εμπορεύματά τους. Ο δεσμός που ενώνει τα εταιρικά και τα στρατιωτικά logistics είναι τόσο ισχυρός που πολλοί από τους διευθυντές και τα διοικητικά στελέχη της Wal-Mart –η οποία θέτει τον πήχη για τη βιομηχανία στο σύνολό της– προέρχονται από τον στρατό.24

Τα logistics, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι πόλεμος με άλλα μέσα. πόλεμος μέσω του εμπορίου. Ένας πόλεμος των αλυσίδων εφοδιασμού, που κατακτά νέες περιοχές κατακλύζοντάς τις με τριχοειδείς κατανομές, διασφαλίζοντας ότι τα εμπορεύματα ρέουν με ευκολία ακόμα και στις πιο απόμακρες εσχατιές. Από αυτή την πολεμική σκοπιά, θα ήταν χρήσιμο να διακρίνουμε ανάμεσα σε επιθετικά και αμυντικά logistics. Οι επιθετικές μορφές περιγράφηκαν ήδη πιο πάνω: τα logistics επιδιώκουν να κορέσουν τις αγορές, να μειώσουν τα κόστη και να παράγουν παραπάνω εμπόρευμα απ’ ό,τι οι ανταγωνιστές, να διατηρήσουν τη μέγιστη ικανότητα διαβίβασης δεδομένων και τη μέγιστη ποικιλία προϊόντων. Σε αυτή την επιθετική εκδοχή, τα logistics δίνουν έμφαση στην ευελιξία, την πλαστικότητα, τη δυνατότητα αντιμετάθεσης, τον δυναμισμό και τη μορφογένεση. Βρίσκει, όμως, κι αυτή το συμπλήρωμά της σε μια σειρά από πρωτόκολλα που είναι θεμελιωδώς αμυντικά, μετριάζοντας, έτσι, τον κίνδυνο να διακοπεί η αλυσίδα εφοδιασμού από μπλοκαρίσματα και σεισμούς, απεργίες και ελλείψεις των προμηθευτών. Αν η «ευκινησία» είναι η λέξη κλειδί για τα επιθετικά logistics, τα αμυντικά «logistics» επιδιώκουν την «ανθεκτικότητα» και τονίζουν τις αξίες της ελαστικότητας, της ομοιόστασης, της σταθερότητας και της μακροζωίας. Η ανθεκτικότητα, όμως, μόνο φαινομενικά αποτελεί μια συντηρητική αρχή. Επιτυγχάνει τη σταθερότητα όχι μέσω της ακαμψίας, αλλά μέσω της συνεχούς, αυτοσταθεροποιούμενης προσαρμοστικότητας.25 Υπ’ αυτή την έννοια, οι αμυντικές και επιθετικές μορφές των logistics είναι πράγματι αδύνατο να διαχωριστούν, μιας και η ευκινησία μιας εταιρείας είναι η ευμεταβλητότητα της άλλης. Όσο πιο ευέλικτη και δυναμική γίνεται μια επιχείρηση, τόσο περισσότερο «εξάγει» αβεβαιότητα στο σύστημα ως σύνολο, αναγκάζοντας άλλες επιχειρήσεις να γίνουν πιο ανθεκτικές. Εν πάση περιπτώσει, μπορούμε να αναμένουμε ότι, στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και της διαφαινόμενης περιβαλλοντικής κατάρρευσης, τα logistics θα γίνουν όλο και περισσότερο η επιστήμη της διαχείρισης του ρίσκου και της άμβλυνσης της κρίσης.

Τα logistics είναι η τέχνη του πολέμου του κεφαλαίου, μια σειρά από τεχνικές για τον ενδοκαπιταλιστικό και διακρατικό ανταγωνισμό. Αλλά, ταυτόχρονα, τέτοιοι πόλεμοι πάντα διεξάγονται μέσα από τους εργάτες και εναντίον τους. Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για την επέκταση, την περιπλοκή και το γρασάρισμα αυτών των πλανητικών εφοδιαστικών αλυσίδων είναι το ότι καθιστούν εφικτό το arbitrage26 στην αγορά εργασίας. Οι εκλεπτυσμένες, αντιμεταθετές αλυσίδες εφοδιασμού του σύγχρονου κόσμου δίνουν τη δυνατότητα στο κεφαλαίο να αναζητήσει τους χαμηλότερους μισθούς οπουδήποτε στον πλανήτη και να στρέψει τον έναν προλετάριο εναντίον του άλλου. Τα logistics, επομένως, αποτέλεσαν ένα από τα βασικά όπλα σε μια παγκόσμια επίθεση κατά της εργασίας που διαρκεί δεκαετίες. Οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ισχυροποιημένες από την τεχνολογία των τυποποιημένων, στοιβαζόμενων εμπορευματοκιβωτίων, περικύκλωσαν αποτελεσματικά την εργασία, πολιορκώντας τα αμυντικά της φυλάκια, όπως τα συνδικάτα, και τελικά, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1980 και ’90, τα συνέθλιψαν ολοκληρωτικά. Από εκεί και πέρα, με τους εργαζόμενους σε άτακτη υποχώρηση, τα logistics επέτρεψαν στο κεφάλαιο να εξουδετερώνει και να καταβάλλει, διατηρώντας την πρωτοβουλία των κινήσεων, οποιαδήποτε ασθενική αντίσταση έχουν να αντιτάξουν οι εργαζόμενοι. Παρά το γεγονός ότι το κεφάλαιο πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των εφάπαξ και μη ανακτήσιμων επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία, κτίρια, μηχανήματα και άλλες υποδομές, οι αναπροσαρμόσιμες αλυσίδες εφοδιασμού του παρέχουν την πρωτοφανή ευχέρεια να παρακάμπτει και να οδηγεί στη λιμοκτονία το απείθαρχο εργατικό δυναμικό. Χωρίζοντας τους εργαζόμενους σε έναν «πυρήνα» από μόνιμους εργάτες (συχνά συντηρητικούς, πιστούς και αφοσιωμένους) και σε μια περιφέρεια από προσωρινούς, εργολαβικούς και κατακερματισμένους εργάτες –οι οποίοι μπορεί να δουλεύουν για την ίδια εταιρεία, μπορεί και όχι–, το κεφάλαιο έχει καταφέρει, επιδεικνύοντας εντυπωσιακά μεγάλη αποτελεσματικότητα, να κατακερματίσει την προλεταριακή αντίσταση. Αυτές, όμως, οι οργανωτικές δομές απαιτούν και συστήματα συντονισμού, επικοινωνίας και μεταφοράς, η ύπαρξη των οποίων εκθέτει το κεφάλαιο στον κίνδυνο των διαταραχών και διακοπών στον χώρο της κυκλοφορίας, είτε από τους εργαζόμενους που είναι επιφορτισμένοι με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων είτε από άλλους, όπως συνέβη στην περίπτωση του αποκλεισμού του λιμανιού, οι οποίοι επιλέγουν την κυκλοφορία ως πεδίο αποτελεσματικής δράσης, για τον απλούστατο λόγο ότι την ίδια επιλογή έχει κάνει ήδη το κεφάλαιο. Οι πράξεις των συμμετεχόντων στον αποκλεισμό του λιμανιού, από αυτή τη σκοπιά, είναι διπλά προσδιορισμένες από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Είναι εκεί, όχι μόνο επειδή η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου είτε τους άφησε άνεργους είτε τους τοποθέτησε σε δουλειές όπου η εργατική δράση με τις κλασικές τακτικές του εργατικού κινήματος έχει πια τεθεί εκτός ορίζοντα, αλλά και διότι το ίδιο το κεφάλαιο χρησιμοποιεί ολοένα και περισσότερο τη σφαίρα της κυκλοφορίας ως το αντικείμενο των δικών του παρεμβάσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η θεωρία μας παρέχει όχι μόνο το γιατί της αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου αλλά και το γιατί ενός νέου κύκλου αγώνων.

ΟΡΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ

Θα πρέπει να έχει ήδη γίνει σαφές ότι τα logistics αποτελούν ένα εγχείρημα γνωσιακής χαρτογράφησης στο οποίο αποδύεται το ίδιο το κεφάλαιο. Γι’ αυτόν τον λόγο, η «ορατότητα» βρίσκεται σε εξέχουσα θέση ανάμεσα στις λέξεις κλειδιά της βιομηχανίας των logistics. Το να διαχειρίζεσαι μια εφοδιαστική αλυσίδα σημαίνει να την καθιστάς διάφανη. Οι ροές των εμπορευμάτων, στις οποίες εντοπίζουμε τους συμμετέχοντες στο μπλοκάρισμα, αναδιπλασιάζονται από ροές πληροφορίας, από μια αλυσίδα σήμανσης (signifying chain) που προΐσταται στην αλυσίδα εμπορευμάτων, μερικές φορές κιόλας χωρίς να χρειαστεί καν να μεσολαβήσει κάποια ανθρώπινη παρέμβαση. Πλάι στα χρηματο-οικονομικά μοντέλα πρόβλεψης, τα οποία αποσκοπούν στην αναπαράσταση και τον έλεγχο των χαοτικών διακυμάνσεων του πιστωτικού συστήματος και του χρήματος, τα logistics διαχειρίζονται κατά παρόμοιο τρόπο τις πολύπλοκες ροές του εμπορευματικού συστήματος μέσω δομών αναπαράστασης. Θα μπορούσαμε, κατά συνέπεια, να φανταστούμε ένα είδος logistics εναντίον των logistics, κάποια αντι-logistics ικανά να χρησιμοποιήσουν τον εννοιολογικό και τεχνικό εξοπλισμό της βιομηχανίας με σκοπό να εντοπίσουν και να εκμεταλλευτούν τα σημεία συμφόρησης της κυκλοφορίας, ώστε να δώσουν στους συμμετέχοντες στον αποκλεισμό, για τους οποίους εδώ μιλάμε, μια αίσθηση του πού στέκονται μέσα στις ροές του κεφαλαίου. Αυτά τα αντι-logistics θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια προλεταριακή τέχνη του πολέμου πρόσφορη να αντιταχθεί με επιτυχία στην ars belli27 του κεφαλαίου. Ας φανταστούμε για μια στιγμή τους συμμετέχοντες στον αποκλεισμό να ήξεραν ακριβώς τι εμπορεύματα περιείχαν τα εμπορευματοκιβώτια σε συγκεκριμένες θέσεις ελλιμενισμού ή σε συγκεκριμένα πλοία. να μπορούσαν να μάθουν την προέλευση και τον προορισμό αυτών των εμπορευμάτων και να υπολογίσουν τις πιθανές συνέπειες –λειτουργικά, αλλά και σε δολάρια– των καθυστερήσεων ή των διακοπών σε συγκεκριμένες ροές. Η κατοχή ενός τέτοιου συστήματος αντι-logistics, το οποίο θα μπορούσε να είναι τόσο αδρομερές και ανεπεξέργαστο όσο μια γραπτή απογραφή των εμπορευμάτων, θα επέτρεπε στους αγωνιζόμενους να εστιάσουν την προσοχή τους εκεί όπου θα ήταν πιο αποτελεσματική. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση των αγώνων ενάντια στον συνταξιοδοτικό νόμο στη Γαλλία το 2010, όπου κινητά μπλόκα σε ομάδες των 20 με 100 μετακινούνταν στις γαλλικές πόλεις, υποστηρίζοντας τις πικετοφορίες των απεργών αλλά και μπλοκάροντας σημεία-κλειδιά, ανεξάρτητα από το τι έκαναν οι ίδιοι οι απεργοί. Οι δυνάμεις συντονισμού και συγκέντρωσης που θα έδινε ένα τέτοιο σύστημα γίνονται άμεσα εμφανείς.28 Αυτό είναι μονάχα ένα παράδειγμα των στρατηγικών οριζόντων που ξεδιπλώνονται μέσα από τους αγώνες, μολονότι οι περισσότερες συζητήσεις περί των αντι-logistics αυτού του είδους θα πρέπει να διεξαχθούν έχοντας κατά νου συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Πέρα, όμως, από την πρακτική αξία των πληροφοριών των αντι-logistics, υπάρχει και αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε υπαρξιακή τους αξία: πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίον η ίδια ικανότητα να μπορείς να δεις τις πράξεις σου δίπλα στις πράξεις άλλων, και να μπορείς να δεις, επίσης, τις συνέπειες μιας τέτοιας συντονισμένης δράσης, προσδίδει σε αυτές τις πράξεις ένα νόημα που ειδάλλως δε θα μπορούσαν να αποκτήσουν. Η μεταδοτικότητα της αραβικής άνοιξης, για παράδειγμα, οφείλεται εν μέρει στη θετική επίδραση των μεταδιδόμενων εικόνων του αγώνα. Είναι βαθιά εμψυχωτικό να είσαι σε θέση να δεις ότι η δράση σου απέναντι στην κρατική βία αντανακλάται στις ενέργειες άλλων και, επιπλέον, διευρύνεται από αυτές. Να, λοιπόν, ένας ακόμα λόγος για τον οποίον η θεωρία μπορεί να αποβεί χρήσιμη στην πράξη – η ικανότητα να τοποθετεί τους αγώνες τον έναν δίπλα στον άλλον και να τους καθιστά αμοιβαία ορατούς, αλλά και ορατούς στους εαυτούς τους.

Αυτή η σημασία της ορατότητας –ή της «αναγνωσιμότητας, όπως ο ίδιος την αποκαλεί– βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις καλύτερες συζητήσεις για την αναδιάρθρωση της εργασίας στον ύστερο καπιταλισμό: το βιβλίο The Corrosion of Character του Richard Sennett. Ο Sennett διατείνεται ότι η «αδύναμη εργατική ταυτότητα» των σύγχρονων εργασιακών χώρων –που στη δική του πραγμάτευση, έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της την αυτοματοποίηση μέσω της χρήσης ηλεκτρονικών υπολογιστών– είναι απόρροια του γεγονότος ότι οι διάφορες στιγμές της διαδικασίας παραγωγής είναι εντελώς μη-αναγνώσιμες για τους ίδιους τους εργάτες. Επισκεπτόμενος ένα αρτοποιείο που είχε μελετήσει δεκαετίες νωρίτερα, για το πρώτο του βιβλίο, το The Hidden Injuries of Class, ο Sennett διαπιστώνει ότι, στη θέση των απαιτητικών χειρωνακτικών εργασιών που μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει αν έμπαινε στο αρτοποιείο κατά τη δεκαετία του 1960, οι εργαζόμενοι τώρα χρησιμοποιούσαν μηχανές που ελέγχονται από υπολογιστές και μπορούν να παράγουν κάθε είδος ψωμιού σύμφωνα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς, πατώντας απλώς μερικά κουμπιά. Ως αποτέλεσμα, σε αντίθεση με τους αρτοποιούς του παρελθόντος, ούτε ταυτίζονται με την εργασία τους ούτε αντλούν ικανοποίηση από αυτήν, ακριβώς επειδή ο τρόπος λειτουργίας των μηχανών τούς είναι θεμελιωδώς αδιαφανής. Η διαφορά ανάμεσα στην εισαγωγή τιμών σε ένα υπολογιστικό φύλλο και στο ψήσιμο του ψωμιού είναι για αυτούς αμελητέα. Η συγκεκριμένη εργασία έχει γίνει θεμελιωδώς αφηρημένη, κάτι που ταυτόχρονα προκαλεί και τη σύγχυση των διακρίσεων μεταξύ υλικής και άυλης, χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας:

Το αυτοματοποιημένο, μέσω υπολογιστών, ψήσιμο έχει αλλάξει ριζικά τη χορογραφική σωματική δραστηριότητα στον χώρο του καταστήματος. Τώρα, οι αρτοποιοί δεν έχουν την παραμικρή φυσική επαφή με τα υλικά ή με τα καρβέλια, αφού παρακολουθούν την όλη διαδικασία μέσω εικονιδίων στην οθόνη τα οποία αναπαριστούν, για παράδειγμα, το χρώμα του ψωμιού βάσει δεδομένων σχετικά με τη θερμοκρασία και τον χρόνο ψησίματος των φούρνων. Είναι λίγοι οι αρτοποιοί που πράγματι βλέπουν τα καρβέλια που φτιάχνουν. Οι οθόνες εργασίας τους είναι οργανωμένες με τον οικείο τρόπο των Windows. Σε μια απ’ αυτές, εμφανίζονται εικονίδια για πολύ περισσότερα διαφορετικά είδη ψωμιού από εκείνα που παρασκευάζονταν παλιά – ρώσικα, ιταλικά και γαλλικά καρβέλια, όλα είναι δυνατό να παραχθούν απλά με ένα άγγιγμα στην οθόνη. Το ψωμί έχει γίνει μια αναπαράσταση στην οθόνη.

Λόγω του ότι δουλεύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αρτοποιοί πλέον δεν ξέρουν, στην πραγματικότητα, πώς να ψήνουν ψωμί. Το αυτοματοποιημένο ψωμί δεν είναι κάποιο θαύμα τεχνολογικής τελειότητας. Οι μηχανές, συχνά, δίνουν λάθος πληροφορίες για τα καρβέλια που ψήνουν εντός τους, αποτυγχάνοντας, λόγου χάρη, να υπολογίσουν την ισχύ της μαγιάς που κάνει τη ζύμη να φουσκώσει ή το πραγματικό χρώμα του καρβελιού. Οι εργάτες μπορούν να παίξουν με την οθόνη για να διορθώσουν κάπως αυτά τα ελαττώματα. Εκείνο που δεν μπορούν να κάνουν είναι να επιδιορθώσουν τις μηχανές, ή, πράγμα που είναι και το πιο σημαντικό, να ψήσουν όντως χειρωνακτικά ψωμί, όταν οι μηχανές σταματάνε να δουλεύουν, κάτι που συμβαίνει κάθε λίγο και λιγάκι. Οι εργάτες που εξαρτώνται από το πόσο καλά δουλεύει το πρόγραμμα δεν μπορούν να έχουν καμία πρακτική γνώση. Η δουλειά έχει πάψει πια να τους είναι αναγνώσιμη, με την έννοια του να καταλαβαίνουν τι ακριβώς κάνουν.29

Υπάρχει ένα ενδιαφέρον παράδοξο εδώ, το οποίο παρουσιάζει ο Sennett πολύ όμορφα στις επόμενες σελίδες: όσο πιο διάφανες και «φιλικές προς τον χρήστη» είναι οι αυτοματοποιημένες διαδικασίες μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, τόσο πιο θολή και αδιαφανής γίνεται η συνολική διαδικασία που ελέγχουν οι εργάτες. Το συμπέρασμά του θα έπρεπε να θέσει υπό αμφισβήτηση κάθε αφελή θεώρηση των δυνάμεων της «ορατότητας» ή του «γνωσιακού χάρτη» ως τέτοιου, ένα πρόβλημα που ο Jameson έγκαιρα αναγνώρισε, ανακηρύσσοντας την «πληροφορική ως την αναπαραστατική λύση καθώς και το πρόβλημα της γνωσιακής χαρτογράφησης του παγκόσμιου συστήματος».30 Τα προβλήματα με τα οποία έχουν να αναμετρηθούν οι εργάτες του Sennett, όπως και αυτά που τίθενται ενώπιον των δικών μας συμμετεχόντων στον αποκλεισμό του λιμανιού, είναι τόσο πρακτικά όσο και επιστημολογικά, εμπλέκουν τόσο τη δυνατότητα του πράττειν όσο και εκείνη του γνωρίζειν. Όσο οι αναπαραστάσεις που αυτού του είδους τα συστήματα μας παρέχουν δεν διευρύνουν την ικανότητά μας να πράξουμε και να δημιουργήσουμε, να επιφέρουμε αλλαγές στον κόσμο, τόσο περισσότερο αδιαφανής θα γίνεται ο κόσμος χάρη στην επενέργειά τους, ανεξάρτητα από το πόσο περιγραφικές μπορεί οι ίδιες να είναι. Και μολονότι η πραγμάτευση του Sennett έχει ως πεδίο εφαρμογής της μόνο τον κόσμο της εργασίας (και είναι διαποτισμένη από την τυπική αριστερίστικη νοσταλγία για το savoir-faire και τις σταθερές ταυτότητες που η εξειδικευμένη εργασία συνεπαγόταν), τα προβλήματα της αναγνωσιμότητας αφορούν τόσο τους συμμετέχοντες στο μπλοκάρισμα του λιμανιού όσο και τους λιμενεργάτες. Για να επιμείνουν πέρα από μια στιγμή εκκίνησης, οι αγώνες πρέπει να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στα αποτελέσματα που δημιουργούν. Πρέπει να μπορούν να χαρτογραφήσουν αυτές τις συνέπειες, όχι απλά τοποθετώντας τους εαυτούς τους μέσα στον αφηρημένο και συγκεκριμένο χώρο του ύστερου κεφαλαίου, αλλά και εντός μιας πολιτικής αλληλουχίας που διαθέτει και παρελθόν και μέλλον, που εκβάλλει σε έναν ορίζοντα δυνατοτήτων. Όλα αυτά απαιτούν γνώση, αλλά γνώση που να μπορεί να γίνει πράξη, που να μπορεί να δοκιμαστεί.

Οι συμμετέχοντες στον αποκλεισμό είναι, άρα, απογυμνωμένοι από κάθε γνώση πρόσφορη να αξιοποιηθεί, χάρη σ’ ένα τεχνικό σύστημα στο οποίο εμφανίζονται μονάχα συμπτωματικά ως παράγοντες δράσης: ως σημεία διακομιδής και εισαγωγής τα οποία απαιτούν, το πολύ-πολύ, μια στενογραφική συμπίεση του άμεσου περιβάλλοντος χώρου τους σε λιγοστά kilobytes αξιοποιήσιμης πληροφορίας. Ο Bernard Stiegler, που, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι μετέρχεται έναν συχνά ανιαρό χαϊντεγκεριανό θεωρητικό εξοπλισμό, είναι ένας από τους καλύτερους σύγχρονους θεωρητικούς της τεχνολογίας, περιγράφει αυτή τη διαδικασία ως «γνωσιακή και συγκινησιακή προλεταριοποίηση», όπου οι προλετάριοι στερούνται, ως παραγωγοί, το savoir faire και, ως καταναλωτές, το savoir vivre. Αυτό είναι κομμάτι μιας μακράς ιστορίας που ο Stiegler αποκαλεί «γραμματικοποίηση», στην οποία η γνώση και η μνήμη καθίστανται διακρίσιμες σε συνδυαστικές σωματικές κινήσεις που μπορούν να αναπαραχθούν –φωνήματα, γραφήματα, πληκτρολογήσεις, δυαδικά ψηφία– και στη συνέχεια εξωτερικεύονται μέσω της εγχάραξής τους στην ύλη.31 Η ψηφιακή και τηλεπικοινωνιακή τεχνολογία της σύγχρονης γραμματικοποίησης αποτελεί το τελικό στάδιο αυτής της διαδικασίας, κατά τρόπο ώστε οι αναμνήσεις μας και οι γνωσιακές μας ικανότητες να ανήκουν πλέον στο σύννεφο δεδομένων (data cloud), ως εάν ήταν τμήματα μιας κατανεμημένης τεχνολογικής πρόσθεσης τεχνητών μελών, χωρίς την οποία είμαστε ουσιαστικά ανίκανοι να προσανατολιστούμε ή να λειτουργήσουμε. Σε αυτή την, εν πολλοίς, πειστική περιγραφή, που ευτυχώς αντιτίθεται στις αισιόδοξες αναγνώσεις της πληροφορικής ως μιας προοδευτικής κοινωνικοποίησης της «συλλογικής νοημοσύνης», έχουμε απογυμνωθεί όχι μόνο από τα μέσα παραγωγής αλλά και από τα μέσα σκέψης και συναίσθησης.

Από πολλές απόψεις, η προσέγγιση του Stiegler συμπίπτει σε κάμποσα σημεία με την πλούσια διερεύνηση των εννοιών της αλλοτρίωσης, του φετιχισμού και της πραγμοποίησης, που συντελέστηκε, κατά τη δεκαετία του 1960, από τον Χέρμπερτ Μαρκούζε, τον Γκυ Ντεμπόρ και άλλους, ως επακόλουθο της εκλαΐκευσης του πρώιμου Μαρξ. Είναι εύλογο, λοιπόν, να αναρωτηθούμε για το κατά πόσο υπάρχει και πώς λειτουργεί ένας λανθάνων ανθρωπισμός στον Stiegler. O Sennett, όμως, μας παρέχει μια προειδοποίηση, που δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε, ενάντια σε μια ανάγνωση του Stiegler με ανθρωπιστικούς όρους: αν και ένα συγκεκριμένο είδος κλασικής μαρξιστικής ανάλυσης θα περίμενε οι αρτοποιοί στους οποίους αναφέρεται ο Sennett να θέλουν να επανοικειοποιηθούν τη γνώση που έχασαν από τις μηχανές, η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι από αυτούς τρέφουν τέτοιου είδους επιθυμίες. Η πραγματική τους ζωή είναι αλλού, και σχεδόν κανένας τους δεν προσδοκά ή επιθυμεί να νιώσει αξιοπρέπεια και να βρει νόημα μέσω της δουλειάς του ως αρτοποιός. Το μόνο πρόσωπο, στο αρτοποιείο του Sennett, που αντιστοιχεί στο αναμενόμενο περίγραμμα του αλλοτριωμένου εργάτη είναι ο επιστάτης, που ξεκίνησε ως μαθητευόμενος φούρναρης και ανελίχθηκε με την εργασία του μέχρι τη θέση του διευθυντή, και ο οποίος παίρνει πολύ προσωπικά την απώλεια των δεξιοτήτων μέσα στο αρτοποιείο, εικάζοντας ότι αν ο φούρνος ήταν συνεργατική επιχείρηση οι εργαζόμενοι μπορεί να ενδιαφέρονταν περισσότερο για το πώς γίνονται τα πράγματα. Οι άλλοι εργαζόμενοι, ωστόσο, αντιμετωπίζουν την εργασία όχι ως την επιτέλεση μιας δεξιότητας, αλλά ως μια σειρά από εφαρμογές της αφηρημένης ικανότητάς τους να εργάζονται. Η αρτοποιία για αυτούς μετά βίας σημαίνει κάτι παραπάνω από το «να πατάνε κουμπιά σε ένα πρόγραμμα των Windows σχεδιασμένο από άλλους».32 Η δουλειά που κάνουν τους είναι αφενός μη-αναγνώσιμη και αφετέρου εντελώς ξένη προς τις ανάγκες τους, όχι όμως ξένη με την κλασσική έννοια του αλλότριου, εκείνου που αναγνωρίζουν ως κλεμμένο ή χαμένο κομμάτι του εαυτού τους και επιθυμούν να το ανακτήσουν μέσα από αγώνες. Αυτή είναι μια από τις πιο σημαντικές συνέπειες της αναδιάρθρωσης της εργασιακής διαδικασίας υπό την επιστασία της «επανάστασης των logistics»: η μετατροπή της εργασίας σε κάτι αδιάφορο, προσωρινό και ασταθές, ο κατακερματισμός της εργασιακής διαδικασίας σε ολοένα και πιο δυσανάγνωστα, αλλά και γεωγραφικά διαχωρισμένα, συστατικά μέρη, οι απίστευτες δυνάμεις που πια διαθέτει το κεφάλαιο ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει επιτυχώς κάθε αγώνα για καλύτερες συνθήκες, όλα αυτά σημαίνουν ότι για τους περισσότερους προλετάριους, όχι μόνο είναι αδύνατο να σχηματίσουν μια καθαρή εικόνα της θέσης τους μέσα σε αυτό το πολύπλοκο σύστημα, αλλά είναι επίσης αδύνατο να ταυτιστούν με αυτή τους τη θέση ως πηγή αξιοπρέπειας και ικανοποίησης, μιας και το ύστατό της νόημα σε σχέση με το συνολικό σύστημα παραμένει αδιόρατο. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι, σήμερα, δεν μπορούν να πουν αυτό που μπορούσαν να πουν οι εργαζόμενοι στο παρελθόν (και συχνά το έλεγαν): Εμείς είμαστε που φτιάχνουμε αυτόν τον κόσμο! Σε μας ανήκει αυτός ο κόσμος! Έτσι, η αναδιάρθρωση του τρόπου παραγωγής και η υποταγή της παραγωγής στις συνθήκες της κυκλοφορίας αφαιρεί κάθε πραγματικό έδαφος για τον κλασικό ορίζοντα του προλεταριακού ανταγωνισμού: την κατάληψη δηλαδή των μέσων παραγωγής για τους σκοπούς μιας κοινωνίας την οποία διαχειρίζονται οι εργάτες. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα καταλάβει κάτι το οποίο δεν μπορεί να οπτικοποιήσει, και μέσα στο οποίο η θέση του παραμένει ακαθόριστη και αβέβαια.

Η ΘΕΣΗ ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΥ

Οι δυσκολίες που συναντούν οι αρτοποιοί του Sennett (ή οι δικοί μας συμμετέχοντες στον αποκλεισμό) δεν είναι απλά αστοχίες γνώσης, τέτοιες που θα μπορούσαν να λυθούν μέσω μιας παιδαγωγικής παρέμβασης. Όσο πολύτιμος κι αν είναι ένας γνωσιακός χάρτης αυτών των διαδικασιών, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε όταν επιχειρούμε να φανταστούμε κάποια αυτοδιαχείριση των υπαρκτών μέσων παραγωγής προέρχονται από τις πρακτικές δυσκολίες –κατά τη γνώμη μου, την αδυνατότητα– που μια τέτοια προοπτική θα συναντούσε. Υπ’ αυτή την έννοια, η αδιαφάνεια του συστήματος πηγάζει από την απουσία της δυνατότητας να τεθεί υπό έλεγχο, και όχι το αντίθετο. Σε ένα διορατικό άρθρο για τη βιομηχανία των logistics και τους αγώνες του σήμερα, ο Alberto Toscano (που πρόσφατα αφιέρωσε αρκετή από την ενέργειά του για να υποβάλει σε κριτική τους θεωρητικούς της κομμουνιστικοποίησης) ψέγει τον «χωροχρόνο του μεγαλύτερου μέρους του σημερινού αντικαπιταλισμού» για το γεγονός ότι βασίζεται στην «αφαίρεση και την παρέμβαση, όχι στην επίθεση και την επέκταση».33 Ο Toscano προτείνει, ως εναλλακτική λύση, μια αντικαπιταλιστική εκδοχή των logistics στην οποία οι διάφοροι χώροι παραγωγής, και οι υποδομές του ύστερου καπιταλισμού, εκλαμβάνονται ως «δυνητικά ανασχηματίσιμοι», και όχι ως αντικείμενα «κοφτής άρνησης και σαμποτάζ». Χωρίς αμφιβολία, κάθε αγώνας που επιδιώκει να ξεπεράσει τον καπιταλισμό θα χρειαστεί να εξετάσει «πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι νεκρές εργασίες που κατακλύζουν το φλοιό της γης». Δεν υπάρχει, όμως, λόγος να υποθέσουμε εξαρχής, όπως κάνει ο Toscano, ότι όλα τα υπάρχοντα μέσα παραγωγής θα πρέπει να έχουν κάποια χρησιμότητα πέρα από το κεφάλαιο, και ότι όλες οι τεχνολογικές καινοτομίες θα πρέπει να έχουν, σχεδόν κατηγορηματικά, μια προοδευτική διάσταση η οποία μπορεί να ανακτηθεί μέσω μιας διαδικασίας «καθορισμένης άρνησης». Όπως είδαμε παραπάνω, η αξία χρήσης που παράγει η βιομηχανία των logistics, είναι μια σειρά από πρωτόκολλα και τεχνικές που επιτρέπουν στις εταιρείες να αναζητούν τους χαμηλότερους μισθούς οπουδήποτε στον κόσμο και να αποφεύγουν τις αναστατώσεις της ταξικής πάλης, όποτε αυτές προκύπτουν. Υπό την έννοια αυτή, σε αντίθεση με άλλες καπιταλιστικές τεχνολογίες, τα logistics έχουν να κάνουν εν μέρει μονάχα με την εκμετάλλευση των αποδόσεων των μηχανών με σκοπό να φτάνουν τα προϊόντα στην αγορά ταχύτερα και φτηνότερα. Κι αυτό, γιατί ο κύριος σκοπός των ταχύτερων και φτηνότερων τεχνολογιών είναι να αντισταθμίσουν το ειδάλλως απαγορευτικό κόστος της εκμετάλλευσης εργασιακών δυνάμεων από τη μία ως την άλλη άκρη του κόσμου. Το τεχνολογικό συσσωμάτωμα στο οποίο προΐστανται τα logistics είναι, λοιπόν, θεμελιωδώς διαφορετικό από άλλα συσσωματώματα, όπως το φορντικό εργοστάσιο. Εξοικονομεί το κόστος της εργασίας μειώνοντας τον μισθό, αντί να αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας. Για να το θέσουμε με μαρξιστικούς όρους, είναι απόλυτη υπεραξία που μεταμφιέζεται ως σχετική. Η αξία χρήσης των logistics για το κεφάλαιο είναι η εκμετάλλευση στην πιο ωμή, ανοιχτή και ακατέργαστη μορφή της, κι επομένως είναι πραγματικά αμφίβολο αν τα logistics θα μπορούσαν να αποτελέσουν, όπως γράφει ο Toscano, «το φάρμακον (pharmakon) του καπιταλισμού, τόσο την αιτία για τις παθολογίες του (από την επιζήμια υπερτροφία της μεταφοράς εμπορευμάτων σε μεγάλες αποστάσεις ως την περιττή εξάπλωση του σύγχρονου πολεοδομικού συγκροτήματος) όσο και το δυνητικό πεδίο αντικαπιταλιστικών λύσεων».

Το να καταλάβουν οι εργαζόμενοι τα στρατηγικά υψώματα που τα logistics προσφέρουν –η κατάληψη, με άλλα λόγια, του πίνακα ελέγχου του παγκόσμιου εργοστασίου– θα σήμαινε να διαχειριστούν ένα σύστημα που είναι ουσιωδώς εχθρικό προς αυτούς και τις ανάγκες τους. Θα σήμαινε ότι πρέπει να επιβλέπουν ένα σύστημα στο οποίο οι ακραίες μισθολογικές αποκλίσεις είναι κάτι που εγγράφεται στα ίδια τα θεμέλια της υποδομής του. Χωρίς αυτές τις διαφορές του ύψους των μισθών, οι περισσότερες αλυσίδες εφοδιασμού θα γίνονταν πολυδάπανες και περιττές. Μήπως, όμως, με αυτήν την «αναπροσαρμογή στόχου» ο Toscano εννοεί, αντίθετα, το πώς θα τα βγάλουμε πέρα με τα μηχανήματα των logistics όπως τα βρήκαμε, βλέποντας για τι άλλους σκοπούς θα μπορούσαμε να τα χρησιμοποιήσουμε, αντί να οραματίζεται την οικειοποίηση των στρατηγικών τους υψωμάτων; Οποιαδήποτε επαναστατική διαδικασία κι αν προκύψει, θα τα βγάλει πέρα αναγκαστικά με ό,τι βρίσκει διαθέσιμο, αλλά είναι ακριβώς αυτή η «μετατρεψιμότητα» ή δυνατότητα «ανασχηματισμού» αυτών των τεχνολογιών που είναι αμφισβητήσιμη, που φαίνεται προβληματική. Το πάγιο κεφάλαιο του σύγχρονου καθεστώτος παραγωγής έχει σχεδιαστεί για την εξαγωγή της μέγιστης υπεραξίας. Κάθε συστατικό του μέρος έχει σχεδιαστεί για να εισάγεται σε αυτό το παγκόσμιο σύστημα. Η παρουσία, άρα, κομμουνιστικών δυναμικών ως ακούσιων χαρακτηριστικών –«προσφερόμενες δυνατότητες», όπως τις λένε καμιά φορά– στη σύγχρονη τεχνολογία χρειάζεται να αποδειχθεί με επιχειρήματα, όχι να υποτεθεί ως κάτι αυτονόητο.34 [η] μαζική κοινωνική εργασία που ενσαρκώνονται στο σύστημα των μηχανών [...] αποτελούν μαζί του τη δύναμη του αφεντικού». Αλλά αν οι μηχανές είναι μια υλοποίηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας –μια αντικειμενοποίηση του «αφεντικού» – τότε έχουμε κάθε λόγο να αμφισβητούμε ότι μπορούμε να καταστρέψουμε αυτήν την κυριαρχία χωρίς να αρνηθούμε την «τεχνικά χειροπιαστή πραγματικότητα των μηχανών». Αν οι εργάτες καταλάμβαναν τα μηχανήματα της παραγωγής και αυτοδιαχειρίζονταν το εργοστάσιο, αυτό δεν θα ισοδυναμούσε παρά με άλλη μια μορφή διαχείρισης της κυριαρχίας που έχει αποκρυσταλλωθεί στα μηχανήματα παραγωγής. Η ετερόδοξη σκοπιά είναι, προφανώς, σύμφωνη με τα συμπεράσματα αυτού του άρθρου, αλλά χρειάζεται να γίνει πολλή δουλειά ακόμη για να αναπτυχθεί μια επαρκής θεωρία της τεχνολογίας. Δεν αρκεί απλά να αντιστρέφουμε την ορθόδοξη, διαποτισμένη από την ιδεολογία της προόδου,  περιγραφή των μηχανών, η οποία υποθέτει ότι οποιαδήποτε πρόοδος των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί και μια διεύρυνση των δυνατοτήτων για τον κομμουνισμό, και να κηρύττουμε, αντίθετα, ότι όλη η τεχνολογία είναι πολιτικά αρνητική ή εγγενώς καπιταλιστική. Αντίθετα, πρέπει να εξετάσουμε τις υπάρχουσες τεχνολογίες από μια τεχνική σκοπιά, από μια κομμουνιστική προοπτική και να σκεφτούμε τι δυνατότητες όντως προσφέρουν, δεδομένων των τραγικών συνθηκών της γέννησής τους..] Μεγάλο μέρος του μηχανολογικού εξοπλισμού των σύγχρονων logistics στοχεύει στη βελτιστοποίηση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και όχι των αξιών χρήσης, στην παραγωγή όχι πραγμάτων που είναι απαραίτητα ή ωφέλιμα, αλλά πραγμάτων που είναι επικερδή. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα ατομικά συσκευασμένα κουτιά δημητριακών που οι πολύπλοκα διακοσμημένες ετικέτες τους τα διακρίνουν από δεκάδες ποικιλίες σχεδόν πανομοιότυπων δημητριακών (που πωλούνται και καταναλώνονται σε μεγέθη και τύπους που αντανακλούν συγκεκριμένες κοινωνικές διευθετήσεις, όπως είναι η πυρηνική οικογένεια). Κατά πόσο η περίφημη ευελιξία και προσαρμοστικότητα του συστήματος των logistics είναι, στην πραγματικότητα, η μεταβλητότητα της ποικιλίας των προϊόντων, των μισθολογικών διαφορών και των εμπορικών ανισορροπιών; Πόσο άχρηστο αυτό το σύστημα θα γινόταν μόλις εξαλειφόταν η εμπορευματική μορφή, μόλις εξαφανιζόταν η αναγκαιότητα της αγοράς και της πώλησης; Ακόμα περισσότερο, το σύγχρονο σύστημα των logistics είναι σχεδιασμένο για ένα συγκεκριμένο διεθνές εμπορικό ισοζύγιο, με ορισμένες χώρες ως παραγωγούς και άλλες ως καταναλωτές. Αυτό είναι ένα γεγονός που συνδέεται άρρηκτα με τις μισθολογικές διαφορές στις οποίες αναφερθήκαμε νωρίτερα, πράγμα που σημαίνει ότι η ανισότητα του παγκόσμιου συστήματος έχει εν μέρει να κάνει με την άνιση κατανομή των παραγωγικών μέσων και των υποδομών της κυκλοφορίας – ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η συγκέντρωση της δυναμικότητας των λιμανιών στη δυτική ακτή των ΗΠΑ αντί για την ανατολική, λόγω του ότι η παραγωγή προϊόντων είναι εστιασμένη στην Ασία. Η εκ νέου εξισορρόπηση της ποσότητας των προϊόντων που παράγονται τοπικά ή απομακρυσμένα –αν κάτι τέτοιο μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ρήξης με την καπιταλιστική παραγωγή– θα σήμαινε μια εντελώς διαφορετική διευθέτηση των υποδομών και πιθανώς διαφορετικούς τύπους υποδομών (για παράδειγμα, μικρότερα πλοία).

Θα μπορούσαμε, επίσης, να εξετάσουμε τη θέση περί ανασχηματισμού και από τη σκοπιά της κλίμακας. Εξαιτίας της άνισης κατανομής των παραγωγικών μέσων και των κεφαλαίων –για να μη μιλήσουμε για την τάση προς γεωγραφική εξειδίκευση, τη συγκέντρωση συγκεκριμένων γραμμών σε συγκεκριμένες περιοχές (για παράδειγμα, η κλωστοϋφαντουργία στο Μπαγκλαντές)– το σύστημα δεν είναι επιδεκτικό διεύρυνσης παρά μόνο προς τα πάνω. Δεν επιτρέπει την κατάτμηση ανά ήπειρο, ημισφαίριο, ζώνη ή έθνος. Η διαχείρισή του είναι εφικτή μονάχα ως διαχείριση μιας ολότητας. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που όλοι σχεδόν οι υπέρμαχοι του «ανασχηματισμού» θεωρούν ως κάτι δεδομένο ότι θα εξακολουθεί να υπάρχει μια μεγάλων όγκων και ανά την υφήλιο διανομή στο σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό σύστημα που ευαγγελίζονται, ακόμα και αν παραμένει ασαφής η χρησιμότητα τέτοιων διανομών για κάτι άλλο πέρα από την παραγωγή με σκοπό το κέρδος. Ένα επιπλέον πρόβλημα, όμως, είναι και το ότι η διεύθυνση σε μια τέτοια κλίμακα προσδίδει μια διάσταση υπερβατικότητας στην έννοια του «σχεδιασμού». Αυτές οι κλίμακες και τα μεγέθη είναι εντελώς πέραν των ανθρώπινων γνωσιακών ικανοτήτων. Το επίπεδο μιας απρόσωπης «διαχείρισης των πραγμάτων» και το επίπεδο «του ελεύθερου συνεταιρισμού των παραγωγών» δεν είναι απλά αντιφατικά. χωρίζονται από μια αχανή άβυσσο. Ο Toscano αφήνει μια τέτοια άβυσσο ανοιχτή, μέσα από με μια δυσοίωνη επίκληση στην έννοια της «αναγκαίας αλλοτρίωσης» του Χέρμπερτ Μαρκούζε ως το θλιβερό αλλά απαραίτητο συνεπακόλουθο της διατήρησης του τεχνικού συστήματος. Άλλοι υποστηρικτές του «ανασχηματισμού», όταν τους τίθεται το ερώτημα πώς θα πραγματοποιηθεί αυτή η αλλαγή κλίμακας για τις χειραφετητικές επιθυμίες και ανάγκες των προλετάριων ανταγωνιστών σε μια παγκόσμια διοίκηση, προσφεύγουν αδιαλείπτως στον κυριολεκτικό από μηχανής θεό των υπερυπολογιστών. Οι υπολογιστές και οι αλγόριθμοι, μας λένε, θα καθορίσουν το πώς θα διανεμηθούν τα προϊόντα. Οι υπολογιστές θα αναβαθμιστούν, προσαρμοζόμενοι στα αιτήματα για ελευθερία και ισότητα των προλετάριων ανταγωνιστών και θα βρουν έναν τρόπο να κατανείμουν την εργασία και τα προϊόντα της ώστε να ικανοποιούνται οι πάντες. Αλλά παραμένει εντελώς θολό το πώς θα λειτουργήσει μια μεσολαβημένη από αλγορίθμους παραγωγή, καθώς και το γιατί θα διαφέρει από την παραγωγή που μεσολαβείται από τον ανταγωνισμό και τον μηχανισμό των τιμών. Αν μη τι άλλο, κανένα από τα επιχειρήματα που κατατίθενται δεν μπορεί να διαλύσει αυτήν την πυκνή ομίχλη. Ο εργάσιμος χρόνος θα εξακολουθήσει, τάχα, να είναι ο καθοριστικός παράγοντας για την πρόσβαση στον κοινωνικό πλούτο; Η ελεύθερη συμμετοχή (στην εργασία) και η ελεύθερη πρόσβαση (στα μέσα συντήρησης) θα προωθείται σε ένα τέτοιο σύστημα; Αν ο στόχος είναι μάλλον μια απλή ισότητα των παραγωγών –ίση αμοιβή για ίση εργασία– πώς θα μπορούσε κανείς να διαχειριστεί τις ανισορροπίες της παραγωγικότητας, του φρονήματος και της πρωτοβουλίας, που προκύπτουν από τη διατήρηση της αξίωσης πως «όποιος δε δουλεύει δεν τρώει»; Είναι, άραγε, αυτή η σημασία της «αναγκαίας αλλοτρίωσης»;

Η αδυναμία, όμως, διαβάθμισης (ή η διαβάθμιση μιας κατεύθυνσης) του συστήματος των logistics θέτει ένα πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα. Ακόμα κι αν η παγκόσμια κομμουνιστική διακυβέρνηση –από υπερ-υπολογιστές, ή από ανελισσόμενα επίπεδα εκπροσωπήσεων και συνελεύσεων– ήταν δυνατή και επιθυμητή στη βάση του δεδομένου τεχνικού συστήματος, από τη στιγμή που λαμβάνεται υπόψη ο ιστορικός χαρακτήρα του κομμουνισμού τα πράγματα φαίνονται να είναι πολύ πιο αμφίβολα. Ο κομμουνισμός δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά πρέπει να προκύψει από μια επαναστατική διαδικασία, και με δεδομένο τον σημερινό «ή όλα ή τίποτα» χαρακτήρα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας –τη συγκέντρωση, δηλαδή, του βιομηχανικού κατασκευαστικού τομέα σε λίγες χώρες, τη συγκέντρωση της παραγωγικής ικανότητας, για ορισμένες βασικές γραμμές κεφαλαίου, σε μια χούφτα εργοστασίων, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω–, κάθε απόπειρα κατάληψης των μέσων παραγωγής θα απαιτούσε μια αυτοστιγμεί παγκόσμια επίθεση. Θα απαιτούνταν μια επαναστατική διαδικασία τόσο γρήγορα επιτυχής και εκτεταμένη ώστε όλες οι απομακρυσμένες εφοδιαστικές αλυσίδες να λειτουργούν μεταξύ μη-καπιταλιστών παραγωγών μέσα σε λίγους μόλις μήνες, σε αντίθεση με το πολύ πιο πιθανό σενάριο όπου μια ρήξη με το κεφάλαιο θα είναι αρχικά συγκεντρωμένη γεωγραφικά και θα χρειαστεί να εξαπλωθεί από εκείνο το σημείο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, επομένως, η διατήρηση αυτών των κατανεμημένων παραγωγικών διαδικασιών και εφοδιαστικών αλυσίδων θα σημαίνει εμπορικές συναλλαγές με καπιταλιστές εταίρους. μια αιχμαλωσία, δηλαδή, στην παραγωγή για το κέρδος (απαραίτητη για την επιβίωση, θα μας πουν οι πραγματιστές), τα αποτελέσματα της οποίας δε θα είναι τίποτε λιγότερο από καταστροφικά, όπως θα μπορούσε να δείξει και μια εξέταση των παραδειγμάτων της Ρωσίας και της Ισπανίας. Και στα δύο αυτά παραδείγματα, η ανάγκη να διατηρηθεί μια εξαγωγική οικονομία με σκοπό να αγοραστούν αγαθά ζωτικής σημασίας από τις διεθνείς αγορές –και συγκεκριμένα, όπλα– σήμαινε ότι τα επαναστατικά επιτελεία και οι πολιτικά στρατευμένοι αγωνιστές έπρεπε να χρησιμοποιήσουν άμεση και έμμεση βία προκειμένου να εξωθήσουν τους εργάτες να ανταποκριθούν στους στόχους της παραγωγής. Η αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγικής ικανότητας έγιναν, εδώ και τώρα, το μεταβατικό στάδιο στον δρόμο για την επίτευξη του κομμουνισμού αύριο. Τόσο στην αναρχική Ισπανία όσο και στη μπολσεβίκικη Ρωσία, τα επαναστατικά επιτελεία στρώθηκαν στη δουλειά καταρτίζοντας σχέδια τα οποία δεν ήταν παρά απομιμήσεις της δυναμικής ανάπτυξης της καπιταλιστικής συσσώρευσης διαμέσου άμεσων πολιτικών μηχανισμών, και όχι διαμέσου της έμμεσης δύναμης του μισθού· αν και στις δύο περιπτώσεις εν τέλει, υπό το βάρος της αναγκαιότητας, δεν αποφεύχθηκαν τα οικονομικά κίνητρα (αμοιβή με το κομμάτι, μπόνους επί της αμοιβής). Είναι δύσκολο να σκεφτούμε τι άλλο πέρα από μια νέα εξεγερσιακή διαδικασία –η οποία θα εξαπολυόταν ενάντια στην καθιέρωση νέων πειθαρχιών και καταπιεστικών δομών– θα μπορούσε να επαναφέρει αυτά τα συστήματα έστω και στο επίπεδο του «κατώτερου σταδίου του κομμουνισμού», που βασίζεται στις «αποδείξεις προσφοράς εργασίας», όπως πρότεινε και ο ίδιος ο Μαρξ στην Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Ας μην αναφερθούμε καν στο ενδεχόμενο να στραφούν προς μια κοινωνία που βασίζεται στην ελεύθερη πρόσβαση στα αγαθά και στη μη υποχρεωτική εργασία.

Οι παραδοσιακές συζητήσεις αυτών των θεμάτων υποθέτουν ότι ενώ οι υπανάπτυκτες χώρες όπως η Ρωσία και η Ισπανία δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αυξήσουν πρώτα την παραγωγική τους ικανότητα, οι προλετάριοι σε πλήρως εκβιομηχανισμένες χώρες θα μπορούσαν άμεσα να απαλλοτριώσουν και να αυτοδιαχειριστούν τα μέσα παραγωγής, χωρίς να χρειάζεται κάποιου είδους εξαναγκαστική ανάπτυξη. Αυτό μπορεί να ίσχυε κατά την περίοδο αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, και μέχρι τη δεκαετία του 1970, αλλά μόλις η αποβιομηχάνιση άρχισε να εντείνεται, η ευκαιρία χάθηκε και τυπικά. Η παγκόσμια αναδιάρθρωση και η αναδιανομή των μέσων παραγωγής μας αφήνει σε μια κατάσταση που είναι πιθανότατα το ίδιο άσχημη, αν όχι χειρότερη, με εκείνη που επικρατούσε κατά τις πρώτες επαναστάσεις του 20ου αιώνα, όταν μεγάλο μέρος των καταναλωτικών αγαθών ήταν έτοιμα-προς-χρήση, και μπορούσε κανείς να εντοπίσει, στην περιοχή του, εργοστάσια υποδηματοποιίας, υφαντουργεία, και χαλυβουργεία. Μια γρήγορη αξιολόγηση των εργασιακών χώρων στο άμεσο περιβάλλον οποιουδήποτε θα έπρεπε να πείσει τους περισσότερους από μας –στις ΗΠΑ τουλάχιστον, και πιθανολογώ στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης– ότι η θέση περί ανασχηματισμού είναι ολωσδιόλου μη πραγματοποιήσιμη. Οι εργασίες στους τομείς των υπηρεσιών και της διοίκησης, που αναγκάζονται να κάνουν οι περισσότεροι προλετάριοι σήμερα, δεν έχουν κανένα νόημα παρά μόνο ως σημεία παρεμβολής στις τεράστιες πλανητικές ροές. Οι προλετάριες σήμερα δουλεύουν σε μεγάλα καταστήματα λιανικής πώλησης, εταιρείες λογισμικού, αλυσίδες καφέ, επενδυτικές τράπεζες, μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Οι περισσότερες από αυτές τις θέσεις εργασίας σχετίζονται με αξίες χρήσης τις οποίες η επανάσταση θα καταστήσει άνευ νοήματος. Για να καλύψουν τις ανάγκες τους και τις ανάγκες των άλλων, αυτοί οι προλετάριοι θα πρέπει να ασχοληθούν με την παραγωγή φαγητού και άλλων αναγκαίων μέσων συντήρησης, για τα οποία στις περισσότερες χώρες δεν υπάρχει η αναγκαία παραγωγική ικανότητα. Η ιδέα ότι το 15% περίπου των εργατών, των οποίων οι δραστηριότητες θα παραμένουν χρήσιμες, θα δουλεύουν για λογαριασμό των υπόλοιπων –ως εκείνοι που θα φροντίζουν για ένα κομμουνιστικό μέλλον– είναι πολιτικά μη εφαρμόσιμη, ακόμα κι αν το σύστημα μπορούσε να παράξει αρκετά από όσα χρειάζονται οι άνθρωποι, και το εισαγωγικό εμπόριο έπαυε να αποτελεί αιτία πιθανού μπλοκαρίσματος. Πρέπει εδώ να προστεθεί και το γεγονός ότι η ανάπτυξη των logistics από μόνη της και του πιστωτικού συστήματος πλάι σε αυτό, πολλαπλασιάζει σημαντικά τη δύναμη του κεφαλαίου να πειθαρχεί ανυπότακτες ζώνες μέσω της απόσυρσης της πίστωσης (φυγή κεφαλαίου), των εμπάργκο, και της επιβολής τιμωρητικών όρων στις συναλλαγές.

ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Το όλον είναι, σε αυτή την περίπτωση, ψευδές, όχι τόσο επειδή δεν μπορεί να αναπαρασταθεί επαρκώς ή επειδή οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα θα ασκήσει βία στις εσωτερικές του αντιφάσεις, αλλά διότι όλες αυτές οι παγκόσμιες αναπαραστάσεις υποκρύπτουν το γεγονός ότι το όλον δεν μπορεί να κατέχεται ποτέ ως τέτοιο. Η ολότητα, η πλήρης κάλυψη των πάντων από το σύστημα των logistics, ανήκει στο κεφάλαιο. Είναι η θέα από παντού (ή πουθενά), η θέα από το διάστημα, που μόνο το κεφάλαιο ως μια ολοποιούσα, κατανεμημένη διαδικασία μπορεί να αναδεχτεί. Μόνο το κεφάλαιο μπορεί να μας πολεμήσει σε κάθε μέρος ταυτόχρονα, διότι το κεφάλαιο δεν είναι, κατά καμιά έννοια, μια δύναμη την οποία αντιμαχόμαστε, αλλά το ίδιο το έδαφος στο οποίο διεξάγεται ο πόλεμος. Ή μάλλον, είναι μια δύναμη, αλλά μια δύναμη πεδίου, κάτι που κατακλύζει, διαχέεται και απλώνεται, αντί να αντιτίθεται. Σε αντίθεση με το κεφάλαιο, εμείς αγωνιζόμαστε σε συγκεκριμένες τοποθεσίες και στιγμές – εδώ, εκεί, τώρα, μετά. Το να είσαι αγωνιστής σημαίνει, κατ’ ανάγκη, να αποδέχεσαι αυτή τη μερικότητα της προοπτικής και του αγώνα που δίνεις.

Οι αδύναμες τακτικές του σήμερα –οι στιγμιαίες ταραχές, οι αποκλεισμοί, η κατάληψη δημοσίου χώρου– δεν αποτελούν το στρατηγικό προϊόν μιας ανταγωνιστικής συνείδησης που δεν αναγνώρισε σωστά τον εχθρό της, ή απέτυχε να εξετάσει επαρκώς τις δυνατότητες που προσφέρονται από τη σημερινή τεχνολογία. Αντιθέτως, οι τακτικές των συμμετεχόντων στον αποκλεισμό του λιμανιού που περιγράψαμε πηγάζουν από μια συνείδηση που έχει ήδη επισκοπήσει τις δυνατότητες που προσφέρονται, και έχει κατανοήσει, έστω και μόνο διαισθητικά, το πώς η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου έχει αφαιρέσει το έδαφος από ένα ολόκληρο στρατηγικό ρεπερτόριο. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες που προσδένουν αυτούς τους προλετάριους στο πλανητικό εργοστάσιο είναι «ριζικές»35 αλυσίδες, με την έννοια ότι φτάνουν μέχρι τη ρίζα, και από τη ρίζα πρέπει και να σπάσουν. Η απουσία ευκαιριών για «ανασχηματισμό» θα σημαίνει ότι οι προλετάριοι, στις προσπάθειες τους να έρθουν σε ρήξη με τον καπιταλισμό, θα πρέπει να βρουν άλλους τρόπους να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους. Τα υλικοτεχνικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν θα σχετίζονται με το να αντικαταστήσουν ό,τι δεν μπορεί να βρεθεί παρά μονάχα μέσω μιας σύνδεσης με τα πλανητικά δίκτυα των logistics και τις ολέθριες συνέπειες που αυτά φέρνουν μαζί τους. Με άλλα λόγια, η δημιουργία του κομμουνισμού θα απαιτήσει μια τεράστια διαδικασία αποσύνδεσης από το πλανητικό εργοστάσιο, ως ζήτημα επιβίωσης. Δε θα έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε όλα (ή πολλά από) τα τεχνικά μέσα που βρίσκουμε, μιας και πολλά από αυτά θα έχουν πράγματι ορφανέψει μετά από μια ρήξη με την καπιταλιστική παραγωγή. Πώς, τότε, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε περί στρατηγικής; Αν η θεωρία είναι ο ορίζοντας που διανοίγεται από τις παρούσες συνθήκες του αγώνα, η στρατηγική είναι κάτι διαφορετικό, όχι τόσο ορίζοντας, όσο μια προοπτική. Η στρατηγική αποτελεί μια ιδιαίτερη στιγμή κατά την οποία η θεωρία ανοίγεται εκ νέου στην πρακτική, προτείνοντας όχι απλά μια δυνατή, αλλά μια επιθυμητή σειρά δράσεων. Αν ένας ορίζοντας μας βάζει μπροστά σε ένα εύρος δυνατοτήτων, η στρατηγική στιγμή έρχεται όταν οι αγώνες φτάσουν στον κολοφώνα τους, σε ένα απόγειο στο οποίο διανοίγεται ένα πιο περιορισμένο σύνολο επιλογών: μια προοπτική. Οι προοπτικές είναι το ενδιάμεσο έδαφος μεταξύ του σημείου όπου βρισκόμαστε και του μακρινού ορίζοντα της κομμουνιστικοποίησης.

Ποιες είναι οι προοπτικές μας, λοιπόν, με βάση τον πρόσφατο κύκλο αγώνων; Τώρα ξέρουμε ότι η αναδιάρθρωση της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας κατέστησε την παρέμβαση στη σφαίρα της κυκλοφορίας μια πρόδηλη και με πολλούς τρόπους αποτελεσματική τακτική. Τα επόμενα χρόνια, ο αποκλεισμός φαίνεται ότι θα μπορούσε, ως τακτική, να συναγωνιστεί σε βαρύτητα την τακτική της απεργίας. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τις καταλήψεις δημόσιων χώρων και τους αγώνες ενάντια στην ανάπλαση του αστικού και του αγροτικού περιβάλλοντος ώστε να μετατραπούν σε καλύτερους αγωγούς για τις ροές της εργασίας και του κεφαλαίου – όπως κατέδειξαν και οι πρόσφατοι αγώνες στην Τουρκία και τη Βραζιλία. Οι προοπτικές μας είναι τέτοιες ώστε, αντί να προπαγανδίζουμε μορφές δράσης στους χώρους εργασίας, που είναι απίθανο να στεφούν με επιτυχία ή να γενικευτούν, θα ήταν προτιμότερο να αποδεχτούμε τον νέο μας στρατηγικό ορίζοντα και να προσπαθήσουμε, αντίθετα, να διασπείρουμε πληροφορίες για το πώς οι παρεμβάσεις μας σε αυτόν τον τομέα θα μπορούσαν να γίνουν πιο αποτελεσματικές, ποια είναι τα όριά τους, και πώς αυτά τα όρια θα μπορούσαν να ξεπεραστούν. Θα μπορούσαμε να εργαστούμε ώστε να διαδώσουμε την ιδέα ότι η κατάληψη του πλανητικά κατανεμημένου εργοστασίου δεν είναι πια ένας ορίζοντας με νόημα, και θα μπορούσαμε να αποπειραθούμε να χαρτογραφήσουμε τις νέες σχέσεις παραγωγής με έναν τρόπο που να λαμβάνει αυτό το γεγονός υπόψη. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε να σχεδιάσουμε αυτές τις ροές και τις διασυνδέσεις τους γύρω μας, με τρόπους που να συλλαμβάνουν πλήρως την ευθραυστότητά τους, καθώς και με τους αποτελεσματικότερους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να αποκλειστούν κατά τη διεξαγωγή ενός συγκεκριμένου αγώνα. Αυτοί οι χάρτες θα είναι ημι-τοπικοί, θα λειτουργούν δηλαδή από την οπτική γωνία μιας συγκεκριμένης ζώνης ή περιοχής. Από αυτού του είδους τη γνώση θα μπορούσε κάποιος να αναπτύξει μια αντίληψη της λειτουργίας της υποδομής του κεφαλαίου, ώστε να γνωρίζει ποιες τεχνολογίες και ποια μέσα παραγωγής θα απομονώνονταν από μια μερική ή ολική αποσύνδεση από τις πλανητικές ροές, ποιες θα μπορούσαν εναλλακτικά να διατηρηθούν ή να μετατραπούν, και ποια θα μπορούσαν να είναι περίπου τα κύρια πρακτικά και τεχνικά ζητήματα που θα προέκυπταν σε μια επαναστατική κατάσταση. Πώς θα μπορούσε να διασφαλιστεί ότι η ύδρευση και η αποχέτευση θα λειτουργούν; Πώς θα αποφευχθεί η τήξη των πυρηνικών αντιδραστήρων; Πώς θα μπορούσαμε να σκεφτούμε, πάνω-κάτω, μια τοπική παραγωγή τροφίμων; Τι είδους βιομηχανικά προϊόντα κατασκευάζονται τριγύρω και τι θα μπορούσε να γίνει με τον παραγωγικό μηχανολογικό εξοπλισμό τους; Όλο αυτό θα ήταν μια διαδικασία απογραφής και συγκέντρωσης αποθεμάτων από τα πράγματα που συναντάμε στον περιβάλλοντα χώρο μας, η οποία δεν εμπνέεται από το όραμα μιας κυριαρχίας από τη σκοπιά της παγκόσμιας ολότητας, αλλά περισσότερο από την εικόνα μιας διαδικασίας DIY μαστορέματος από τη σκοπιά των αγωνιζόμενων φραξιών, οι οποίες ξέρουν καλά ότι πρέπει να πολεμήσουν από συγκεκριμένες, πολιορκούμενες θέσεις και να κερδίσουν τις μάχες τους διαδοχικά, και όχι όλες με τη μία. Τίποτα από όσα είπαμε δεν συνεπάγεται τη χάραξη ενός σχεδίου για τη διεξαγωγή των αγώνων. ενός μεταβατικού προγράμματος δηλαδή. Όλα συνεπάγονται, αντίθετα, την ικανότητα παραγωγής της γνώσης που η εμπειρία των προηγουμένων αγώνων έχει ήδη απαιτήσει και η οποία, κατά πάσα πιθανότητα, θα φανεί χρήσιμη στους μελλοντικούς αγώνες.

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τους φίλους του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 2015. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ