για τον διαχωρισμό
των σφαιρών
και τη διαδικασία
αποκειμενοποίησης

Στο πλαίσιο του μαρξιστικού φεμινισμού συναντάμε κάμποσα ζεύγματα δυαδικών όρων για την ανάλυση των έμφυλων μορφών κυριαρχίας στον καπιταλισμό.1 Αυτά περιλαμβάνουν: παραγωγική και αναπαραγωγική εργασία, πληρωμένη και απλήρωτη, δημόσιο και ιδιωτικό, βιολογικό φύλο και κοινωνικό φύλο. Συλλογιζόμενες το ζήτημα του φύλου, βρήκαμε τις κατηγορίες αυτές ανακριβείς, θεωρητικά ανεπαρκείς, μερικές φορές ακόμη και παραπλανητικές. Το παρόν άρθρο είναι μια απόπειρα να προτείνουμε κατηγορίες που θα μας προσφέρουν μια καλύτερη κατανόηση του μετασχηματισμού της έμφυλης σχέσης από τη δεκαετία του ’70 και, προπαντός, μετά την πρόσφατη κρίση.

Η ανάλυση που ακολουθεί είναι έντονα επηρεασμένη από τη συστηματική διαλεκτική, μια μέθοδο που προσπαθεί να κατανοήσει τις κοινωνικές μορφές ως αλληλένδετες στιγμές μιας ολότητας.2 Κινούμαστε επομένως από τις πιο αφηρημένες κατηγορίες στις πιο συγκεκριμένες, ιχνηλατώντας την εκτύλιξη του φύλου ως «πραγματικής αφαίρεσης». Μας απασχολεί μονάχα η μορφή του φύλου που προσιδιάζει στον καπιταλισμό και υποθέτουμε εξαρχής ότι μπορεί κανείς να μιλήσει για το φύλο χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στη βιολογία ή την προϊστορία. Ξεκινάμε ορίζοντας το φύλο ως έναν διαχωρισμό μεταξύ σφαιρών. Στη συνέχεια, προσδιορίζουμε τα άτομα που προσγράφονται3 σε αυτές τις σφαίρες. Είναι σημαντικό ότι δεν ορίζουμε τις σφαίρες από χωρική άποψη, αλλά μάλλον με τον τρόπο που ο Μαρξ μίλησε για τις δύο διαχωρισμένες σφαίρες της παραγωγής και της κυκλοφορίας, ως έννοιες που αποκτούν υλικότητα.

Τα δίπολα που απαριθμήσαμε πιο πάνω μοιάζουν να περιορίζουν τη σύλληψη των τρόπων με τους οποίους αυτές οι σφαίρες λειτουργούν επί του παρόντος, καθώς στερούνται ιστορικής εξειδίκευσης και προωθούν μια διιστορική κατανόηση της έμφυλης «κυριαρχίας», η οποία δέχεται την πατριαρχία ως ένα χαρακτηριστικό του καπιταλισμού χωρίς να την καθιστά ιστορικά ειδική στον καπιταλισμό. Ελπίζουμε να σκιαγραφήσουμε κατηγορίες που να προσιδιάζουν στον καπιταλισμό όσο και το ίδιο το «κεφάλαιο». Ισχυριζόμαστε ότι αυτά τα δίπολα βασίζονται σε κατηγορικά λάθη των οποίων τα ελαττώματα γίνονται σαφή μόλις επιχειρήσουμε να φωτίσουμε τους μετασχηματισμούς που έχουν συντελεστεί στην καπιταλιστική κοινωνία από τη δεκαετία του ’70. Μορφές οικιακών και των λεγόμενων «αναπαραγωγικών» δραστηριοτήτων έχουν αγοραιοποιηθεί ολοένα περισσότερο και, ενώ οι δραστηριότητες αυτές ενδεχομένως καταλαμβάνουν τη «σφαίρα» του σπιτιού, ακριβώς όπως έκαναν και πριν, πλέον δεν καταλαμβάνουν τις ίδιες δομικές θέσεις εντός της καπιταλιστικής ολότητας, παρότι παρουσιάζουν τα ίδια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Για τον λόγο αυτό νιώσαμε αναγκασμένες να αποσαφηνίσουμε, να μεταμορφώσουμε και να επανορίσουμε τις κατηγορίες που παραλάβαμε από τον μαρξιστικό φεμινισμό, όχι χάριν της θεωρίας, αλλά για να κατανοήσουμε το γιατί η ανθρωπότητα παραμένει ισχυρά εγγεγραμμένη στο ένα ή στο άλλο φύλο.

1  ΠΑΡΑΓΩΓΗ/ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ

Οποιαδήποτε κι αν είναι η κοινωνική μορφή του προτσές παραγωγής, το προτσές αυτό πρέπει να είναι συνεχές ή να διατρέχει περιοδικά, πάντα από την αρχή, τα ίδια στάδια. Επίσης, όσο λίγο μια κοινωνία μπορεί να παύσει να καταναλώνει, άλλο τόσο μπορεί να παύσει να παράγει. Γι’ αυτό, κάθε κοινωνικό προτσές παραγωγής εξεταζόμενο στη διαρκή του συνάφεια και στην αέναη ροή της ανανέωσής του, είναι ταυτόχρονα και προτσές αναπαραγωγής.4

Όταν ο Μαρξ μιλά για αναπαραγωγή δεν αναφέρεται στην παραγωγή και αναπαραγωγή κάποιου επιμέρους εμπορεύματος. αντ’ αυτού, τον απασχολεί η αναπαραγωγή της κοινωνικής ολότητας. Εντούτοις, όταν οι μαρξίστριες φεμινίστριες μιλούν για αναπαραγωγή, αυτό που συχνά επιδιώκουν να προσδιορίσουν είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη. Αυτό συμβαίνει γιατί, στη μαρξική κριτική, η σχέση ανάμεσα στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης και την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ολότητας είναι ατελής.

i όταν ο Μαρξ μιλά για την εργασιακή δύναμη, ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ένα εμπόρευμα με ξεχωριστό χαρακτήρα, ανόμοιο με οποιοδήποτε άλλο

Μολονότι ο Μαρξ μιλά για τις ιδιαιτερότητες του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη,5 υπάρχουν ορισμένες όψεις αυτής της περιγραφής που απαιτούν περισσότερη προσοχή.

Ας διερευνήσουμε κατ’ αρχάς τον διαχωρισμό ανάμεσα στην εργασιακή δύναμη και τον φορέα της. Η ανταλλαγή της εργασιακής δύναμης προϋποθέτει ότι το εν λόγω εμπόρευμα το φέρνει στην αγορά ο ίδιος του ο φορέας. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η εργασιακή δύναμη και ο φορέας της είναι ένα και το αυτό ζωντανό πρόσωπο. Η εργασιακή δύναμη είναι η ζωντανή ικανότητα για εργασία του προσώπου αυτού και, ως τέτοια, δεν μπορεί να αποσπαστεί από τον φορέα της. Έτσι, η ιδιαιτερότητα της εργασιακής δύναμης θέτει ένα οντολογικό ζήτημα.

Επιστρέφοντας στο Κεφάλαιο, στην αρχή του πρώτου κεφαλαίου συναντάμε το εμπόρευμα, και είναι μόνο μερικά κεφάλαια αργότερα που θα ανακαλύψουμε πλήρως την πιο ιδιάζουσα εκδήλωσή του, ήτοι την εργασιακή δύναμη. Συμφωνώντας με τον Μαρξ, βρίσκουμε ορθό να ξεκινήσουμε με τη φυσικοποιημένη και αυτονόητη σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας προκειμένου να καταστήσουμε το εμπόρευμα ένα πράγματι παράξενο και αφύσικο πράγμα. Δεν θα διερευνήσουμε, εντούτοις, μόνο αυτό που οργανώνει αυτά τα «πράγματα», αυτά τα αντικείμενα. ακριβέστερα, θα διερευνήσουμε –από τη σκοπιά μιας έμφυλης ανάλυσης– εκείνα τα άλλα σώματα, τα ανθρώπινα αντικείμενα, τα οποία σκουντουφλάνε με τον δικό τους «φυσικό» τρόπο και που, όπως και το φετιχοποιημένο εμπόρευμα, εμφανίζονται να μην έχουν ιστορία. Κι ωστόσο οπωσδήποτε έχουν.

Γιατί στον πυρήνα της εμπορευματικής μορφής ενυπάρχει ο διφυής χαρακτήρα της εργασίας –αφηρημένη και συγκεκριμένη– και, αναλόγως, το πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου εισάγει την αντίφαση αξίας χρήσης και (ανταλλακτικής) αξίας. Αυτή είναι η αντίφαση που εκτυλίσσεται από τις πρώτες σελίδες της μαρξικής κριτικής μέχρι τέλους. Πράγματι, ο διχασμός μεταξύ αυτών των δύο ασυμφιλίωτων όψεων της εμπορευματικής μορφής συνιστά την κατευθυντήρια γραμμή που επιτρέπει στον Μαρξ να ανιχνεύσει και να αποκαλύψει όλες τις άλλες αντιφατικές μορφές που συγκροτούν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Ας συνοψίσουμε αυτή την αντίφαση. Από τη μία πλευρά, το εμπόρευμα στη διάστασή του σαν αξία χρήσης στέκει, στην ενικότητά του, ως ένα ιδιαίτερο αντικείμενο διακριτό από κάθε άλλο. Έχει μια καθορισμένη χρήση η οποία, όπως ισχυρίζεται ο Μαρξ, είναι απαραίτητη για την παραγωγή του ως ανταλλακτικής αξίας. Επιπλέον, επειδή είναι ενικό, αποτελεί μια μεμονωμένη μονάδα, ένα από τα πολλά που απαρτίζουν ένα σύνολο, δηλαδή μια ποσότητα επιμέρους πραγμάτων. Δεν ισοδυναμεί με μια ποσότητα αφηρημένου ομοιογενούς εργάσιμου χρόνου, αλλά με μια ποσότητα από συγκεκριμένες ατομικές και διαχωρίσιμες εργασίες. Από την άλλη πλευρά, στη διάστασή του σαν ανταλλακτική αξία, αναπαριστά ένα κλάσμα της «συνολικής κοινωνικής εργασίας» μέσα στην κοινωνία – μια ποσότητα κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας ή του μέσου χρόνου που απαιτείται για την αναπαραγωγή του.

Αυτή η αντίφαση, η αντίφαση –πόρρω απέχοντας από το να προσιδιάζει μονάχα σε «πράγματα»–, συνιστά κατ’ ουσίαν την ίδια τη συνθήκη ύπαρξης στον κόσμο για έναν προλετάριο. Από αυτή τη σκοπιά, ο προλετάριος αντιμετωπίζει τον κόσμο στον οποίο κυριαρχεί ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής ως μια συσσώρευση εμπορευμάτων. και το κάνει αυτό ως εμπόρευμα – συνεπώς, αυτή η αναμέτρηση είναι ταυτόχρονα μια τυχαία συνάντηση μεταξύ ενός εμπορεύματος και ενός άλλου και την ίδια στιγμή μια συνάντηση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου.

Αυτό το οντολογικό σχίσμα υφίσταται ακριβώς επειδή η εργασιακή δύναμη δεν είναι ούτε ένα πρόσωπο ούτε απλώς ένα εμπόρευμα. Όπως μας λέει ο Μαρξ, το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη είναι ιδιόμορφο και δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Η ιδιομορφία του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη είναι αυτή που του δίνει μια κεντρική θέση σε έναν τρόπο παραγωγής βασισμένο στην αξία, καθώς η ίδια η αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης (ή της ζωντανής ικανότητας για εργασία) είναι η πηγή της (ανταλλακτικής) αξίας. Ακόμη, η αντίφαση μεταξύ αξίας χρήσης και (ανταλλακτικής) αξίας έχει επιπρόσθετες συνεπαγωγές, όταν εξετάζουμε την ίδια την παραγωγή και αναπαραγωγή των εργασιακών δυνάμεων. Αυτή η ιδιάζουσα «παραγωγή» είναι αρκούντως ειδική ώστε να αξίζει παραπάνω προσοχή, γιατί, καθόσον γνωρίζουμε, ουδέποτε η εργασιακή δύναμη εξέρχεται από μια γραμμή παραγωγής.

Πώς, λοιπόν, παράγεται και αναπαράγεται η εργασιακή δύναμη; Ο Μαρξ αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα της αξίας χρήσης της εργασιακής δύναμης. Διακρίνει όμως επαρκώς την παραγωγή της εργασιακής δύναμης από την παραγωγή άλλων εμπορευμάτων; Γράφει:

[...] ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της εργασιακής δύναμης αναλύεται στον χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησής [της]...6

Όταν εγείρει το πρόβλημα της αξίας της εργασιακής δύναμης, ο Μαρξ συμπεραίνει ότι είναι ίση με τον χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή της, όπως ισχύει για οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Παρ’ όλα αυτά, εν προκειμένω ανάγεται μυστηριωδώς στον αναγκαίο χρόνο εργασίας για την παραγωγή των μέσων συντήρησης του εργάτη. Όμως ένα καλάθι γεμάτο με «μέσα συντήρησης» δεν παράγει εργασιακή δύναμη ως έτοιμο εμπόρευμα.

Αν συγκρίναμε την παραγωγή της εργασιακής δύναμης με την παραγωγή οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος, θα διαπιστώναμε ότι οι «πρώτες ύλες» που χρησιμοποιούνται για αυτή την παραγωγική διαδικασία, δηλαδή τα μέσα συντήρησης, μεταφέρουν την αξία τους στο τελικό προϊόν, ενώ η νέα εργασία που χρειάζεται ώστε να μετατραπούν αυτά τα εμπορεύματα σε μια ενεργό εργασιακή δύναμη δεν προσθέτει καμία αξία σε αυτό το εμπόρευμα. Αν πιέζαμε την αναλογία αυτή περαιτέρω, θα μπορούσαμε να πούμε ότι –από την άποψη της αξίας– η εργασιακή δύναμη αποτελείται μονάχα από νεκρή εργασία.

Στο παραπάνω παράθεμα, ο Μαρξ ανάγει την αναγκαία εργασία που απαιτείται για την παραγωγή εργασιακής δύναμης στις «πρώτες ύλες» που αγοράζονται με σκοπό την επίτευξη της (ανα)παραγωγής της. Κατά συνέπεια, κάθε εργασία που είναι αναγκαία για να μετατραπεί αυτή η πρώτη ύλη, αυτό το καλάθι αγαθών, στο εμπόρευμα εργασιακή δύναμη δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ως ζωντανή εργασία από τον Μαρξ και, πράγματι, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, καθόλου δεν θεωρείται αναγκαία εργασία. Αυτό σημαίνει ότι όσο αναγκαίες κι αν είναι αυτές οι δραστηριότητες για την παραγωγή και αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, καθίστανται δομικά μη-εργασία. Αυτή η αναγκαία εργασία δεν γίνεται αντιληπτή από τον Μαρξ ως τέτοια, επειδή η δραστηριότητα της μετατροπής των πρώτων υλών που ισοδυναμούν με τον μισθό σε εργασιακή δύναμη, λαμβάνει χώρα σε μια χωριστή σφαίρα από την παραγωγή και την κυκλοφορία των αξιών. Αυτές οι αναγκαίες μη-εργασιακές δραστηριότητες δεν παράγουν αξία, όχι εξαιτίας των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών τους, αλλά λόγω του ότι λαμβάνουν χώρα σε μια σφαίρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που δεν μεσολαβείται άμεσα από τη μορφή της αξίας.

Πρέπει να υπάρχει κάτι εξωτερικό ως προς την αξία προκειμένου αυτή η τελευταία να υπάρχει. Ομοίως, για να υπάρχει η εργασία και να χρησιμεύει ως το μέτρο της αξίας, πρέπει να υπάρχει κάτι εξωτερικό ως προς την εργασία (θα επανέλθουμε σε αυτό στο 2ο Μέρος). Ενώ οι αυτόνομες φεμινίστριες θα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι κάθε δραστηριότητα που αναπαράγει την εργασιακή δύναμη παράγει αξία,7 εμείς θα λέγαμε ότι, προκειμένου η εργασιακή δύναμη να έχει μια αξία, ορισμένες από τις δραστηριότητες αυτές οφείλουν να αποκόπτονται ή να αποχωρίζονται από τη σφαίρα της παραγωγής αξίας.8

ii συνεπώς, η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης προϋποθέτει τον διαχωρισμό δύο διαφορετικών σφαιρών

Όπως αρθρώθηκε πιο πάνω, υπάρχει μια σφαίρα μη-εργασίας ή εξω-αναγκαίας εργασίας η οποία περικλείει τη διαδικασία μεταμόρφωσης νεκρής εργασίας, δηλαδή εμπορευμάτων που αγοράζονται με τον μισθό, στην ικανότητα για ζωντανή εργασία που βρίσκουμε στην αγορά. Θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε τις ιδιαιτερότητες της σφαίρας αυτής.

Όροι όπως η «αναπαραγωγική σφαίρα» είναι ανεπαρκείς για τον προσδιορισμό αυτής της σφαίρας, διότι αυτό που προσπαθούμε να ονομάσουμε δεν μπορεί να οριστεί ως ένα ειδικό σύνολο δραστηριοτήτων σύμφωνα με την αξία χρήσης ή τον συγκεκριμένο χαρακτήρα τους. Πράγματι, η ίδια συγκεκριμένη δραστηριότητα, όπως το καθάρισμα ή το μαγείρεμα, μπορεί να λάβει χώρα σε καθεμιά σφαίρα: μπορεί να είναι αξιοπαραγωγός εργασία σε ένα ειδικό κοινωνικό συγκείμενο και μη-εργασία σε ένα άλλο. Αναπαραγωγικές δουλειές, όπως το καθάρισμα, μπορούν να αγοραστούν ως υπηρεσίες και προπαρασκευασμένα γεύματα μπορούν να αποκτηθούν στη θέση του χρόνου που δαπανάται για το μαγείρεμά τους. Εντούτοις, για να συλλάβουμε πλήρως τον τρόπο που –πέρα από την εργασιακή δύναμη– αναπαράγεται το φύλο, θα είναι απαραίτητο να διακρίνουμε την αναπαραγωγή που εμπορευματοποιείται, χρηματοποιείται ή παράγεται μαζικά, από εκείνη που δεν υφίσταται τα παραπάνω.

Επειδή οι υπάρχουσες έννοιες της παραγωγής και αναπαραγωγής είναι καθεαυτές περιορισμένες, χρειάζεται να βρούμε περισσότερο ακριβείς όρους για να προσδιορίσουμε τις δύο αυτές σφαίρες. Εφεξής θα χρησιμοποιούμε δύο λίαν περιγραφικούς (και ως εκ τούτου μάλλον αδέξιους) όρους για να τις ονομάσουμε: (α) η άμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά σφαίρα (ΑΜΑ). και (β) η έμμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά σφαίρα (ΕΜΑ). Αντί της επινόησης ακατάληπτων νεολογισμών, στόχος μας είναι να χρησιμοποιήσουμε τους παραπάνω σαν αντιφραστικούς όρους και να επικεντρωθούμε στα δομικά χαρακτηριστικά των δύο αυτών σφαιρών. Στην πορεία της παρουσίασης μας (βλ. Μέρος 2) θα χρειαστεί να προσθέσουμε ένα ακόμη ζεύγος περιγραφικών όρων (μισθωτή/άμισθη) προκειμένου να αναπτύξουμε επαρκώς τα λεπτά χαρακτηριστικά αυτών των σφαιρών.

Η παραγωγή και αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης υπαγορεύει μια ολόκληρη σειρά από δραστηριότητες. κάποιες από αυτές εκτελούνται στην άμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά ή ΑΜΑ σφαίρα (εκείνες που αγοράζονται ως εμπορεύματα, είτε προϊόντα είτε υπηρεσίες), ενώ άλλες λαμβάνουν χώρα στη σφαίρα εκείνη που δεν μεσολαβείται άμεσα από την αγορά – την ΕΜΑ σφαίρα. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δραστηριοτήτων δεν έγκειται στα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους. Καθεμιά από αυτές τις συγκεκριμένες δραστηριότητες –το μαγείρεμα, η φροντίδα των παιδιών, το πλύσιμο/επιδιόρθωση των ρούχων– άλλες φορές μπορεί να παράγει αξία και άλλες όχι, ανάλογα με τη «σφαίρα», παρά με τον πραγματικό τόπο, στην οποία διεξάγεται. Κατά συνέπεια, η σφαίρα δεν είναι απαραίτητα το σπίτι. Ούτε και ορίζεται από το αν οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτό συνίστανται σε εκείνες που αναπαράγουν την εργασιακή δύναμη ή όχι. Ορίζεται από τη σχέση αυτών των αναπαραγωγικών εργασιών με την ανταλλαγή, την αγορά και τη συσσώρευση του κεφαλαίου.

Αυτή η εννοιολογική διάκριση έχει υλικές συνέπειες. Εντός της άμεσα μεσολαβημένης-από-την-αγορά σφαίρας, οι αναπαραγωγικές δουλειές εκτελούνται υπό άμεσα καπιταλιστικές συνθήκες, τουτέστιν με όλες τις απαιτήσεις της αγοράς, είτε εκτελούνται στον βιομηχανικό τομέα είτε σε αυτόν των υπηρεσιών. Κάτω από τους περιορισμούς και την προσταγή του κεφαλαίου και της αγοράς, η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους, πρέπει να εκτελείται σε ανταγωνιστικά επίπεδα όσον αφορά την παραγωγικότητα, την αποδοτικότητα και την ομοιομορφία του προϊόντος. Ο δείκτης της παραγωγικότητας είναι χρονικός, ενώ αυτός της αποδοτικότητας άπτεται των τρόπων με τους οποίους οι εισροές αξιοποιούνται με οικονομία. Επιπλέον, η ομοιομορφία του προϊόντος της εργασίας απαιτεί την ομοιομορφία της εργασιακής διαδικασίας, καθώς και της σχέσης αυτών που παράγουν με αυτό που παράγουν.

Μπορεί κανείς να αντιληφθεί αμέσως τη διαφορά ανάμεσα στις δουλειές που εκτελούνται σε αυτήν τη σφαίρα και σε εκείνες έξω από αυτήν. Στην ΑΜΑ σφαίρα, ο βαθμός απόδοσης  μιας καπιταλιστικής επένδυσης είναι πρώτιστης σημασίας και ως εκ τούτου όλες οι εκτελούμενες δραστηριότητες –ακόμη κι αν είναι «αναπαραγωγικές» ως προς την αξία χρήσης τους– πρέπει να πληρούν ή να υπερβαίνουν το τρέχον ποσοστό εκμετάλλευσης ή/και κέρδους. Από την άλλη πλευρά, έξω από την ΑΜΑ σφαίρα, οι τρόποι με τους οποίους ξοδεύεται ο μισθός από εκείνες που αναπαράγουν την αξία χρήσης εργασιακή δύναμη (μέσω της αναπαραγωγής του φορέα της) δεν υπόκειται στις ίδιες απαιτήσεις. Ακόμα κι αν αυτοί οι τρόποι είναι σ’ έναν βαθμό ομοιόμορφοι, είναι μολαταύτα εξαιρετικά μεταβλητοί σε σχέση με την αναγκαία κατανάλωση του χρόνου, του χρήματος και των πρώτων υλών. Σε αντίθεση με την ΑΜΑ σφαίρα, δεν υπάρχει άμεσος προσδιορισμός-από-την-αγορά κάθε πτυχής της διαδικασίας αναπαραγωγής. (Στο 2ο Μέρος θα συζητήσουμε την έμμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά σφαίρα της κρατικά οργανωμένης αναπαραγωγής).

Η έμμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά σφαίρα έχει έναν διαφορετικό χρονικό χαρακτήρα. Οι 24 ώρες της ημέρας και οι 7 ημέρες της εβδομάδας9 εξακολουθούν να οργανώνουν τις δραστηριότητες σε αυτήν τη σφαίρα, αλλά ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» (καχε) ποτέ δεν αποτελεί άμεσα έναν παράγοντα στην εν λόγω οργάνωση. Ο καχε έχει ισχύ για τη διαδικασία αφαίρεσης που συμβαίνει μέσω της μεσολάβησης της αγοράς, η οποία εξάγει τον μέσο όρο του χρόνου που απαιτείται μέσα στην εργασιακή διαδικασία για να πωληθεί με ανταγωνιστικούς όρους ένα προϊόν ή μια υπηρεσία. Η χρεοκοπία και η απώλεια κέρδους αποτελούν βαρύνοντες παράγοντες σε αυτή τη διαδικασία. ομοίως και η καινοτόμος χρήση των μηχανών προκειμένου να μειωθεί ο χρόνος που απαιτείται για την παραγωγή αγαθών. Έτσι, η αύξηση του κέρδους ή του μεριδίου αγοράς κυριαρχεί στην ΑΜΑ σφαίρα. Φυσικά, η μηχανοποίηση είναι επίσης δυνατή στην ΕΜΑ σφαίρα και έχουν όντως συντελεστεί πολλές καινοτομίες αυτού του είδους. Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, ο στόχος δεν είναι να επιτραπεί η παραγωγή περισσότερων αξιών χρήσης σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, αλλά να μειωθεί ο χρόνος που δαπανάται για μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, συνήθως με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να αφιερωθεί περισσότερος χρόνος σε κάποια άλλη ΕΜΑ δραστηριότητα. Όταν πρόκειται για τη φροντίδα των παιδιών, για παράδειγμα, ακόμη και αν ορισμένες δραστηριότητες μπορούν να εκτελεστούν πιο γρήγορα, τα παιδιά απαιτούν προσοχή ολημερίς, και ο χρόνος αυτός δεν είναι ελαστικός (θα επανέλθουμε σε αυτό στο 5ο Μέρος).

Οι σφαίρες αυτές χαρακτηρίζονται επίσης αντίστοιχα από διαφορετικές μορφές κυριαρχίας. Η εξάρτηση από την αγορά, ή η απρόσωπη αφηρημένη κυριαρχία, οργανώνει τις ΑΜΑ σχέσεις παραγωγής και αναπαραγωγής μέσω του μηχανισμού της αξιακής σύγκρισης αναφορικά με τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Το είδος της «άμεσης μεσολάβησης-από-την-αγορά» εντός αυτής της σφαίρας είναι η αφηρημένη κυριαρχία και, ως τέτοια, είναι μια μορφή έμμεσου καταναγκασμού που καθορίζεται στην αγορά («πίσω από τις πλάτες των παραγωγών»). Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει δομική αναγκαιότητα για άμεση βία, ή σχεδιασμό, προκειμένου να κατανεμηθεί η εργασία per se.

Αντίθετα, δεν υφίσταται τέτοιος μηχανισμός σύγκρισης των διαφόρων εκτελέσεων των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα στην ΕΜΑ σφαίρα – ως εάν δηλαδή είναι κοινωνικά προσδιορισμένες. Δεν μπορούν να υπαγορευθούν από την αφηρημένη κυριαρχία της αγοράς και τους αντικειμενικούς περιορισμούς του ΚΑΧΕ, παρεκτός με έναν έμμεσο τρόπο κατά τον οποίο οι απαιτήσεις της παραγωγής μετασχηματίζουν τις απαιτήσεις για τη συντήρηση της εργασιακής δύναμης έξω από την ΑΜΑ σφαίρα. Αντ’ αυτού, στον καταμερισμό των ΕΜΑ δραστηριοτήτων εμπλέκονται άλλοι μηχανισμοί και παράγοντες, από την άμεση κυριαρχία και βία μέχρι ιεραρχικές μορφές συνεργασίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, σχεδιασμένη κατανομή.10 Δεν υπάρχει απρόσωπος μηχανισμός ούτε τρόπος για να ποσοτικοποιηθεί αντικειμενικά, να επιβληθεί ή να εξισωθεί «ορθολογικά» ο χρόνος και η ενέργεια που δαπανώνται σε αυτές τις δραστηριότητες ή το σε ποιους και ποιες κατανέμονται. Όταν επιχειρείται ένας «ίσος και δίκαιος» καταμερισμός αυτών των δραστηριοτήτων, θα πρέπει συνεχώς να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, δεδομένου ότι δεν υπάρχει τρόπος να ποσοτικοποιηθεί και να εξισωθεί «ορθολογικά» ο δαπανώμενος χρόνος ή η ενέργεια. Τι σημαίνει το καθάρισμα της κουζίνας ή τι σημαίνει η φροντίδα ενός παιδιού για μια ώρα: είναι η δική σου μία ώρα φροντίδας των παιδιών ίδια με τη δική μου; Αυτή η κατανομή δεν μπορεί παρά να παραμείνει ένα συγκρουσιακό ζήτημα.

2 ΠΛΗΡΩΜΕΝΗ/ΑΠΛΗΡΩΤΗ

Οι μαρξίστριες φεμινίστριες έχουν συχνά προσθέσει στη διάκριση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής μιαν άλλη: αυτή μεταξύ πληρωμένης και απλήρωτης εργασίας. Όπως πολλές ακόμη πριν από εμάς, βρίσκουμε αυτές τις κατηγορίες ανακριβείς και προτιμούμε να χρησιμοποιούμε τη διάκριση μισθωτή/άμισθη. Καθώς επεξηγούμε περαιτέρω τις σφαίρες της ΑΜΑ και ΕΜΑ σε σχέση με αυτό που είναι μισθωτό ή άμισθο, αποσαφηνίζουμε την αλληλοεπικάλυψη αυτών των σφαιρών μέσω της αρχής της κοινωνικής επικύρωσης. Καθ΄οδόν θα διερευνήσουμε τους τρόπους με τους οποίους οι εν λόγω δραστηριότητες μπορούν να θεωρηθούν εργασία ή όχι. τουτέστιν αν πληρούν ή όχι τις προϋποθέσεις ως εργασία σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής.

Η διαφορά μεταξύ πληρωμένης/απλήρωτης από τη μία πλευρά και μισθωτής/άμισθης από την άλλη θολώνει από τη μορφή του μισθού, από αυτό που οφείλουμε να ονομάσουμε φετίχ του μισθού. Ο ίδιος ο μισθός δεν είναι το χρηματικό ισοδύναμο της δουλειάς που εκτελείται από τον εργάτη που τον λαμβάνει, αλλά μάλλον η τιμή για την οποία ο εργάτης πουλάει την εργασιακή του δύναμη και η οποία ισοδυναμεί με μια ποσότητα αξίας που με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο πηγαίνει στη διαδικασία αναπαραγωγής του, καθώς πρέπει την επόμενη μέρα να επανεμφανιστεί έτοιμος και ικανός να εργαστεί.11 Εντούτοις, μοιάζει πως εκείνοι που εργάζονται για έναν μισθό έχουν εκπληρώσει την ημερήσια κοινωνική τους ευθύνη με το πέρας της εργάσιμης ημέρας. Αυτό που δεν πληρώνεται από τον μισθό εμφανίζεται ως ένας κόσμος μη-εργασίας. Συνεπώς, όλη η «δουλειά» εμφανίζεται να πληρώνεται ταυτολογικά ως αυτό που συνιστά δουλειά, αφού κανείς δεν μοιάζει να πληρώνεται για αυτά που κάνει όταν δεν βρίσκεται «στη δουλειά». Είναι παρ’ όλα αυτά επιτακτικό να θυμόμαστε ότι ο Μαρξ απέδειξε πως καμιά πραγματική ζωντανή εργασία δεν πληρώνεται ποτέ με τη μορφή του μισθού.

Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι το ζήτημα του κατά πόσον μια δραστηριότητα είναι μισθωτή ή όχι δεν έχει σημασία. Πράγματι, εκείνη που δεν πηγαίνει να δουλέψει δεν παίρνει μισθό. Η μισθωτή εργασία είναι ο μόνος τρόπος να μπορεί ο εργάτης να έχει πρόσβαση στα αναγκαία, για την αναπαραγωγή του και την αναπαραγωγή της οικογένειάς του, μέσα. Εξάλλου, η επικύρωση από τον μισθό επηρεάζει ποιοτικά την ίδια τη δραστηριότητα. Όταν μια δραστηριότητα που ήταν προηγουμένως άμισθη μετατρέπεται σε μισθωτή, ακόμη και όταν δεν είναι παραγωγική, αποκτά ορισμένα χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με εκείνα της αφηρημένης εργασίας. Πράγματι, το γεγονός ότι η εργασιακή δύναμη ανταλλάσσεται για έναν μισθό, καθιστά την επίδοσή της ανοιχτή σε εξορθολογισμούς και συγκρίσεις. Σε αντάλλαγμα, αυτό που αναμένεται από αυτή την εργασιακή δύναμη είναι τουλάχιστον η κοινωνικά μέση επίδοση –συμπεριλαμβανομένων όλων των χαρακτηριστικών και της έντασής της– που ρυθμίζεται και αντιστοιχεί στον κοινωνικό μέσο όρο για αυτό το είδος εργασίας (είναι σαφές ότι η απουσία της αξίας καθιστά αδύνατη τη σύγκρισή της με οποιοδήποτε άλλο είδος εργασίας). Ένα άτομο που δεν μπορεί να προσφέρει μια αρμόζουσα επίδοση στο απαραίτητο χρονικό διάστημα δεν θα είναι σε θέση να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη στο μέλλον. Κατά συνέπεια, ο μισθός επικυρώνει το γεγονός ότι η εργασιακή δύναμη έχει απασχοληθεί επαρκώς, ενόσω την αναγνωρίζει καθολικά ως κοινωνική εργασία, ανεξάρτητα από το είδος της ίδιας της συγκεκριμένης δραστηριότητας ή από το αν καταναλώθηκε «παραγωγικά».

Οφείλουμε τώρα να αναλογιστούμε αυτή τη διάκριση μεταξύ μισθωτής και άμισθης εργασίας, στο μέτρο που διασταυρώνεται με αυτή μεταξύ των ΑΜΑ και ΕΜΑ σφαιρών. Όταν εξετάζουμε εκείνες τις δραστηριότητες που είναι μισθωτές, αναφερόμαστε στις δραστηριότητες που είναι κοινωνικές.12 όσες είναι άμισθες συνιστούν το μη-κοινωνικό του κοινωνικού: μολονότι δεν επικυρώνονται κοινωνικά, είναι παρ’ όλα αυτά μέρος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι ωστόσο σημαντικό ότι δεν αντιστοιχίζονται άμεσα στις σφαίρες ΑΜΑ και ΕΜΑ.

Βλέπουμε ότι κατά την αλληλεπίδραση αυτών των τεσσάρων όρων υπάρχουν κάποιες μισθωτές δραστηριότητες που αλληλεπικαλύπτονται με τις δραστηριότητες της ΕΜΑ σφαίρας: εκείνες που οργανώνονται από το κράτος (ο κρατικός τομέας). Μέσα σε αυτό το διαπεπλεγμένο σύνολο κατηγοριών, η σφαίρα των ΕΜΑ δραστηριοτήτων τέμνεται με τη σφαίρα της μισθωτής εργασίας. Αυτές οι μισθωτές και ΕΜΑ δραστηριότητες αποτελούν μορφές κρατικά οργανωμένης αναπαραγωγής που δεν είναι άμεσα μεσολαβημένες-από-την-αγορά (βλ. Σχήμα 1). Οι δραστηριότητες αυτές αναπαράγουν την αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης, όμως είναι μισθωτές και, ως εκ τούτου, κοινωνικά επικυρωμένες. Παρ’ όλα αυτά, οι εν λόγω δραστηριότητες δεν παράγουν αξία ούτε και υπόκεινται στα ίδια κριτήρια με την άμεση μεσολάβηση-από-την-αγορά (βλ. παραπάνω). Είναι κοινωνικές επειδή ανταμείβονται μέσω της κοινωνικής μορφής της αξίας. Καθώς δεν παράγουν αξία, πρόκειται για μορφές αναπαραγωγής που αποτελούν συλλογικό κόστος για το κεφάλαιο: πληρώνονται έμμεσα μέσω παρακρατήσεων από τους συλλογικούς μισθούς και την υπεραξία με τη μορφή φόρων.

Ας στριφογυρίσουμε τώρα τα πράγματα για ακόμα μία φορά και ας εξετάσουμε τι αγοράζει ο μισθός. με άλλα λόγια τι συνιστά στοιχείο του μισθού, τι απαρτίζει την ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης. Ο μισθός αγοράζει τα εμπορεύματα που απαιτούνται για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, καθώς και υπηρεσίες που συμμετέχουν σε αυτή την αναπαραγωγή, είτε άμεσα (πληρώνοντας μια ιδιωτική νταντά, λόγου χάριν) είτε έμμεσα (για παράδειγμα, πληρώνοντας φόρους για κρατικές δαπάνες για την εκπαίδευση σαν μέρος του έμμεσου μισθού). Οι υπηρεσίες αυτές, είτε παράγουν αξία είτε όχι,13 φέρουν ένα κόστος που αντανακλάται στην ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης: συνεπάγονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μια παρακράτηση από την υπεραξία.

Αυτό που απομένει είναι οι δραστηριότητες που είναι άμισθες και που συνεπώς δεν αυξάνουν την ανταλλακτική αξία της εργασιακής δύναμης. Αυτές αποτελούν το μη-κοινωνικό του κοινωνικού, τη μη-εργασία της εργασίας (βλ. Προσάρτημα 1). Είναι αποκομμένες από την κοινωνική παραγωγή. πρέπει όχι μόνο να εμφανίζονται ως, αλλά και να είναι μη-εργασία. Είναι με άλλα λόγια φυσικοποιημένες.14 Συγκροτούν μια σφαίρα της οποίας ο αποχωρισμός είναι αναγκαίος για να καταστεί η παραγωγή αξίας δυνατή: την έμφυλη σφαίρα.

Στο επόμενο μέρος θα στραφούμε επιτέλους στα άτομα που έχουν προσγραφθεί σε αυτή τη σφαίρα. Πρώτα, όμως, θα πρέπει να εξετάσουμε ένα άλλο δίπολο: δημόσιο/ιδιωτικό.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 1:
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ

Για εμάς, η εργασία ορίζεται, στην αντίθεσή της με τη μη-εργασία, ως μια δραστηριότητα που επικυρώνεται κοινωνικά σαν τέτοια, εξαιτίας της ειδικής της λειτουργίας, του ειδικού κοινωνικού χαρακτήρα της σε έναν καθορισμένο τρόπο παραγωγής. Άλλες βάσεις για τυχόν ορισμούς της εργασίας είναι εξίσου δυνατές, για να αναφέρουμε μόνο μερικές: ανταλλαγή ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, δαπάνη ενέργειας, διάκριση μεταξύ ευχάριστων και δυσάρεστων δραστηριοτήτων. Εντούτοις, γνώμη μας είναι πως κανένας από αυτούς τους ορισμούς δεν μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε οτιδήποτε για τον χαρακτήρα των άμισθων ΕΜΑ δραστηριοτήτων. Οι ορισμοί αυτοί λαμβάνουν υπ’ όψιν μόνο τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μιας δραστηριότητας και, στην περίπτωση των άμισθων ΕΜΑ δραστηριοτήτων, αυτό οδηγεί σε κοινότοπες ή παράλογες περιγραφές. Συνιστά η φροντίδα ενός παιδιού ανταλλαγή με τη φύση; Συνιστά ο ύπνος εργασία η οποία αναπαράγει την εργασιακή δύναμη; Συνιστά το βούρτσισμα των δοντιών μας εργασία; Το βούρτσισμα των δοντιών κάποιου άλλου; Νομίζουμε ότι ο ορισμός της εργασίας που προκρίνουμε, ενώ μπορεί με την πρώτη ματιά να φαίνεται κοινότοπος, είναι ο μόνος ικανός να αντιπαρέλθει τέτοια ανούσια ερωτήματα, και ότι αποτελεί την ορθή αφετηρία για τη μελέτη του ειδικού χαρακτήρα των δραστηριοτήτων αυτών.

3 ΔΗΜΟΣΙΟ/ΙΔΙΩΤΙΚΟ

Είναι πολλοί αυτοί που μετέρχονται την κατηγορία του «δημόσιου» για να χαρακτηρίσουν τον κρατικό τομέα. Και συχνά οι μαρξίστριες φεμινίστριες χρησιμοποιούν την έννοια της «ιδιωτικής» σφαίρας για να χαρακτηρίσουν όλα όσα βρίσκονται μέσα στη σφαίρα του σπιτιού. Από την πλευρά μας, κρίνουμε αναγκαίο να εμμείνουμε στην παραδοσιακή διχοτομία ιδιωτικού/δημόσιου ως εκείνη που διαχωρίζει το οικονομικό και το πολιτικό, την κοινωνία των ιδιωτών και το κράτος, τον αστό και τον πολίτη.15 Πριν από τον καπιταλισμό ο όρος «ιδιωτικό» αναφερόταν στο νοικοκυριό, ή τον οίκο (oikos), και θεωρείτο η σφαίρα του οικονομικού. Με την έλευση της καπιταλιστικής εποχής, η ιδιωτική σφαίρα μετακινήθηκε προς τα έξω, πέρα από το νοικοκυριό καθεαυτό.

Αρχίζουμε εδώ να βλέπουμε την ανεπάρκεια της έννοιας της «ιδιωτικής σφαίρας» ως ενός τόπου εκτός της «δημόσιας σφαίρας» ο οποίος περιέχει την οικονομία, όπως για παράδειγμα εμφανίζεται στη φεμινιστική θεωρία. Γιατί το ιδιωτικό δεν είναι απλώς αυτό που εντοπίζεται στην οικιακή σφαίρα και σχετίζεται με οικιακές δραστηριότητες. Ορθότερα, είναι η ολότητα των δραστηριοτήτων μέσα και έξω από το σπίτι. Σαν αποτέλεσμα του δομικού διαχωρισμού μεταξύ του οικονομικού και του πολιτικού (πολιτική οικονομία) –ο οποίος αντιστοιχεί στην εξάπλωση των καπιταλιστικών κοινωνικών (παραγωγικών) σχέσεων– η ιδιωτική σφαίρα γίνεται ολοένα πιο διάχυτη, καθιστώντας το σπίτι μόνο μία ανάμεσα σε πολλές στιγμές του «οικονομικού» ή του «ιδιωτικού». Συνεπώς, σε αντίθεση με τις περισσότερες φεμινιστικές προσεγγίσεις, ήταν μόνο στο συγκείμενο των προνεωτερικών σχέσεων –νωρίτερα από τον διαχωρισμό του πολιτικού και του οικονομικού στον καπιταλισμό– που η ιδιωτική σφαίρα συνιστούσε το νοικοκυριό. Αντίθετα, στη νεωτερική καπιταλιστική εποχή, το πεδίο της ιδιωτικής εκμετάλλευσης εκτείνεται σε ολόκληρο το κοινωνικό τοπίο.

Πού βρίσκεται τότε το «δημόσιο», αν το ιδιωτικό είναι η ολότητα των παραγωγικών και αναπαραγωγικών δραστηριοτήτων; Ο Μαρξ υποστηρίζει ότι το δημόσιο είναι μια αφαίρεση από την κοινωνία με τη μορφή του κράτους. Αυτή η σφαίρα του πολιτικού και του νομικού είναι η πραγματική αφαίρεση του Δικαίου διαχωρισμένη από τις πραγματικές διαιρέσεις και διαφορές που συγκροτούν την κοινωνία των ιδιωτών. Για τον Μαρξ, αυτή η αφαίρεση ή ο διαχωρισμός οφείλει να υπάρχει, προκειμένου να επιτυγχάνεται και να διατηρείται η τυπική ισότητα (συνοδευόμενη, βεβαίως, από ταξική ανισότητα) που είναι αναγκαία ώστε οι ιδιοτελείς ατομικοί ιδιοκτήτες να συσσωρεύουν κεφάλαιο με τρόπο ανεμπόδιστο και όχι ελεγχόμενο ή επιβαλλόμενο από το κράτος. Αυτό είναι που διακρίνει το νεωτερικό κράτος, το οποίο είναι ανάλογο με τις καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας, από άλλα κρατικά συστήματα που αντιστοιχούσαν σε άλλους τρόπους παραγωγής, είτε επρόκειτο για τη μοναρχία είτε για την αρχαία δημοκρατία.

Αυτό σημαίνει ότι το νεωτερικό καπιταλιστικό κράτος και η «δημόσια σφαίρα» του δεν είναι ένας υπαρκτός τόπος, αλλά μια αφηρημένη «κοινότητα» «ίσων πολιτών». Συνεπώς, η διαφοροποίηση μεταξύ της σφαίρας των οικονομικών σχέσεων και εκείνης των πολιτικών –συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων μεταξύ άνισων που μεσολαβούνται από σχέσεις μεταξύ «αφηρημένων ίσων πολιτών»– καθιστά τους «πολίτες» μονάχα τυπικά ίσους σύμφωνα με το κράτος και τα πολιτικά δικαιώματα. Σαν αποτέλεσμα, αυτά τα «άτομα» εμφανίζονται ως ίσα στην αγορά – παρότι στην «πραγματική ζωή» (την ιδιωτική σφαίρα της κοινωνίας των ιδιωτών) είναι κάθε άλλο παρά ίσα.16 Η αφαίρεση αυτή, «το δημόσιο», οφείλει να υπάρχει ακριβώς επειδή η άμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά σφαίρα μεσολαβείται από την αγορά, έναν χώρο μεσολάβησης μεταξύ ιδιωτικών εργασιών, οι οποίες παράγονται ανεξάρτητα η μία από την άλλη σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε και διευθύνονται από (ιδιοτελή) άτομα.

Ποια είναι, λοιπόν, η σχέση ανάμεσα αφενός στις σφαίρες του δημόσιου/ιδιωτικού, πολιτικού/οικονομικού, κράτους/κοινωνίας των ιδιωτών, και αφετέρου τις σφαίρες της άμεσης και έμμεσης μεσολάβησης-από-την-αγορά; Το σημείο συνάντησης αυτών των σφαιρών σημαδεύει τη στιγμή του συστατικού τους διαχωρισμού και ορίζει εκείνες [αυτές δηλαδή που πρόκειται να οριστούν ως γυναίκες] που αγκυρώνονται στη μία σφαίρα σε αντιδιαστολή με την άλλη ως διαφορετικές. Αυτή η διαφορά καθορίζεται από το εάν αυτά τα άτομα που ορίζονται από το κράτος ανταλλάσσουν άμεσα το εμπόρευμα εργασιακή δύναμη που φέρουν εμμενώς σαν δική τους ιδιοκτησία ή –αν αυτή η ανταλλαγή μεσολαβείται έμμεσα– μέσω εκείνων που είναι φορείς τυπικής ισότητας.

Είμαστε πλέον έτοιμες να εξετάσουμε τα άτομα που έχουν προσγραφθεί σε κάθε σφαίρα. Αυτό που βλέπουμε αρχικά, όταν κοιτάξουμε την αυγή αυτού του τρόπου παραγωγής, είναι άτομα που έχουν διαφορετικά δικαιώματα, τα οποία ορίζονται από τον νόμο σαν δύο διαφορετικές δικαιικές υπάρξεις: άνδρες και γυναίκες. Θα είμαστε σε θέση να δούμε πώς αυτή η δικαιική διαφορά ενεγράφη στα «βιολογικά» σώματα των ατόμων αυτών όταν έρθει η στιγμή να αναλύσουμε το δίπολο βιολογικό/κοινωνικό φύλο. Για την ώρα, θα πρέπει να δούμε πώς η διχοτομία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού επιτελεί το αρχικό έργο της αγκύρωσης των ατόμων ως ανδρών και γυναικών στις διαφορετικές σφαίρες που αναπαράγουν την καπιταλιστική ολότητα, μέσω του διαφορικού δικαιώματός τους όχι απλώς στην ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά σε εκείνη την ιδιοκτησία που τα άτομα φέρουν αυτοπροσώπως.

Αυτή η ιδιάζουσα μορφή ιδιοκτησίας είναι απαραίτητη για τις γενικευμένες μισθωτές σχέσεις, γιατί η αξία προϋποθέτει την τυπική ισότητα μεταξύ των ιδιοκτητών των εμπορευμάτων ούτως ώστε η «ελεύθερη» ανταλλαγή (κεφαλαίου και εργασιακής δύναμης) να μπορεί να συμβεί παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια δομική «πραγματική» ανισότητα μεταξύ δύο διαφορετικών τάξεων: εκείνων που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και εκείνων που έχουν αποστερηθεί αυτή τη μορφή ιδιοκτησίας. Ωστόσο, «η ελεύθερη ανταλλαγή» μπορεί να λάβει χώρα μόνο μέσα από μια άρνηση αυτής της ταξικής διαφοράς, μέσα από τη μετάθεσή της σε ένα άλλο δίπολο: πολίτης και άλλος, όχι μεταξύ μελών αντιτιθέμενων τάξεων, αλλά μεταξύ εκείνων εντός κάθε τάξης. Προκειμένου να θεμελιωθεί ο αστικός τρόπος παραγωγής, δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί σε όλους τους εργάτες ισότητα κάτω από το άστρο του «πολίτη». Ιστορικά, ο «πολίτης» απλώς προσδιορίζει μια ειδική κατηγορία στην οποία μπορούν να ανήκουν τόσο ιδιοκτήτες όσο και ορισμένοι προλετάριοι. Καθώς οι καπιταλιστικές νομικές σχέσεις αρνούνται την τάξη μέσω της ανασυγκρότησης της διαφοράς ανάμεσα στον πολίτη και τον άλλο, οι ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες συγκροτήθηκε ο ίδιος ο αστικός τρόπος παραγωγής συνίσταντο σε διάφορες μορφές ανελευθερίας. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που έχουμε τον πολίτη και τον άλλο να αντιστοιχίζονται με το δίπολο: αρσενικός (λευκός)/μη-(λευκός) αρσενικός.

Για παράδειγμα, υπό τις συνθήκες δουλείας στη Βόρεια Αμερική, η ταξινόμηση του λευκού ήταν αναγκαία για τη διατήρηση της ιδιοκτησίας των αφεντών επί των δούλων. Οι γυναίκες ταξινομούνταν επίσης ως άλλες, αλλά για διαφορετικούς λόγους, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ένας παράγοντας που αξίζει να αναφερθεί εδώ είναι ότι στο πλαίσιο αυτής της σχέσης λευκού/μη-λευκού/ γυναίκας, η διατήρηση της καθαρότητας του «λευκού αφέντη», εν αντιθέσει προς τον «μαύρο δούλο», είναι υψίστης σημασίας – όπως και η αυστηρή διατήρηση του κύριου σημαίνοντος της ισότητας («λευκό αίμα» και συνεπώς «λευκές μητέρες») σε όλες τις μελλοντικές γενιές της αστικής τάξης. Ως εκ τούτου, η διαίρεση μεταξύ λευκών και μη-λευκών γυναικών ρυθμιζόταν επίσης σφιχτά προκειμένου να διατηρείται μια τέτοια ταξινόμηση, μέσα στο μικτό πλαίσιο τόσο της βασισμένης στις φυτείες εμπορευματικής παραγωγής στον Νέο Κόσμο όσο και της ανάδυσης του βιομηχανικού καπιταλισμού.17

Ωστόσο, αυτό που συγκροτεί το δίπολο πολίτης/άλλος σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής δεν βασίζεται σε κάποιον αρνητικό ορισμό της δουλείας, αλλά μάλλον στην «ελεύθερη» εργασία, που συνίσταται στα άτομα με, σε αντίθεση με εκείνα χωρίς, την ίδια τυπική ελευθερία. Η «ελεύθερη εργασία», όπως την προσδιόρισε ο Μαρξ –ο τεχνικός δηλαδή ορισμός της ελευθερίας για τον μισθωτό εργάτη– απαιτεί αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «διπλή ελευθερία»:

Για να μετατραπεί λοιπόν το χρήμα σε κεφάλαιο, πρέπει ο κάτοχος του χρήματος να βρει στην αγορά των εμπορευμάτων τον ελεύθερο εργάτη, ελεύθερο με διπλή έννοια, από τη μια με την έννοια ότι σαν ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργασιακή του δύναμη σαν εμπόρευμά του, και από την άλλη με την έννοια ότι δεν έχει άλλα εμπορεύματα να πουλήσει, ότι σαν το ελεύθερο πουλί είναι ελεύθερος από όλα τα πράγματα που χρειάζονται για να πραγματοποιήσει την εργασιακή του δύναμη. 18

Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν ανέκαθεν οι γυναίκες μισθωτές εργάτριες; Μα και βέβαια, από την απαρχή του καπιταλισμού οι γυναίκες έχουν υπάρξει φορείς εργασιακής δύναμης και η ικανότητά τους για εργασία έχει χρησιμοποιηθεί από το κεφάλαιο. όμως είναι μόνο πολύ πρόσφατα που έχουν γίνει οι ιδιοκτήτριες της εργασιακής τους δύναμης, όντας «διπλά ελεύθερες». Μέχρι πριν την τελευταία εικοσιπενταετία, οι γυναίκες ήταν πράγματι ελεύθερες από τα μέσα παραγωγής, αλλά δεν ήταν ελεύθερες να πωλούν την εργασιακή τους δύναμη ως δική τους.19 Η ελευθερία της ιδιοκτησίας, η οποία περιλαμβάνει την κινητικότητα μεταξύ γραμμών εργασίας, είχε ιστορικά ισχύ μόνο για ορισμένες σε βάρος των υπόλοιπων. Όσες αγωνίστηκαν για πολιτική και «δημόσια» ελευθερία, ή διπλή ελευθερία, πιάστηκαν σε ένα διπλό αδιέξοδο. Αναγκάστηκαν να αρθρώσουν επιχειρήματα εκ μέρους της («αλλά-διαφορετικής») ισότητας τους, ενώ την ίδια στιγμή είχαν συμφέροντα που αντιβαίνανε σε εκείνα των άλλων, οι οποίοι ταυτίζονταν με τον ίδιο αγώνα για ισότητα αλλά με διαφορετικούς όρους.20

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των γυναικών που βρέθηκαν ανάμεσα στο να διεκδικούν ελευθερία σαν ο ιδεατός, ίσος άνθρωπος, και στο να τη διεκδικούν σαν διαφορετικές. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η «πραγματική διαφορά» τους στον καπιταλισμό δεν είναι ιδεατή ή ιδεολογική, αλλά ενσώματη, και αναπαράγεται δομικά μέσω των πρακτικών που ορίζουν τις γυναίκες ως διαφορετικές. Αυτή η «πραγματική διαφορά» είναι μπλεγμένη μέσα σε ένα πλέγμα αμοιβαία συγκροτητικών και ενισχυτικών σχέσεων που προϋποθέτουν υποχρεωτικά τον πολίτη, το κράτος και τη δημόσια σφαίρα, στα οποία οι γυναίκες θα μπορούσαν να προσφύγουν ζητώντας ανθρώπινα και πολιτικά δικαιώματα από τη μία πλευρά και αναπαραγωγικά δικαιώματα από την άλλη.

Κατά συνέπεια, ακόμη και αν αληθεύει ότι η τυπική ελευθερία υπήρξε η ίδια μια προϋπόθεση για την παραγωγή και ανταλλαγή αξίας, εντούτοις, αυτό το οποίο οργάνωσε –η κοινωνία δηλαδή των αστών ιδιωτών– υπήρξε απαραίτητο για τη συνεχιζόμενη αναπαραγωγή της δημόσιας ή νομικής σφαίρας. Το δικαίωμα να «είσαι ίσος», και επομένως εξίσου ελεύθερος, δεν επανοργανώνει καθεαυτό την κατανομή της ιδιοκτησίας ούτε, όπως θα δούμε, τους όρους της δυνατότητας για συσσώρευση κεφαλαίου. Αυτές οι σφαίρες εργάζονται από κοινού. Αν δεν ίσχυε αυτό, θα ήταν δυνατό να καταργηθούν οι υπαρκτές μορφές ιστορικά ειδικής «διαφοράς» μέσα από νομικές και «πολιτικές» ενέργειες, εντός του κράτους. Αυτό θα ισοδυναμούσε με την κατάργηση του ιδιωτικού μέσω της δημόσιας σφαίρας – με μια επανάσταση μέσω μεταρρύθμισης η οποία είναι δομικά αδύνατη.

Η «ισότητα» ως διπλή ελευθερία είναι η ελευθερία να είναι κανείς δομικά αποστερημένος. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι είναι ανάξια λόγου. Το ερώτημα είναι, μπορεί επίσης να γίνει «άξια λόγου» για το κεφάλαιο, το κράτος και τους συνακόλουθους μηχανισμούς (apparatuses) κυριαρχίας του; Όπως οι περισσότερες από εμάς θα έχουν βιώσει από πρώτο χέρι, η έμφυλη διάκριση έχει παραμείνει πολύ μετά αφότου η διαφορική ελευθερία καταργήθηκε για την πλειονότητα των γυναικών. Αν στην πραγματικότητα ήταν η εν λόγω διαφορική ελευθερία αυτή που αγκύρωνε τις γυναίκες στην έμμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά σφαίρα, τότε γιατί η κατάργησή της δεν «απελευθέρωσε» τις γυναίκες από την κατηγορία «γυναίκα» και την έμφυλη σφαίρα αναπαραγωγής;

διπλή ελευθερία και η sex-blind (ουδέτερη-ως- προς-το-βιολογικό-φύλο)21 αγορά

Εξετάζοντας την ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι, σε πολλές περιπτώσεις, μόλις οι ανισότητες διασφαλιστούν από νομικούς μηχανισμούς, μπορούν να προσλάβουν μια δική τους ζωή, καθιστώντας την ίδια τους τη βάση στον νόμο περιττή. Καθώς οι γυναίκες σε πολλές χώρες απέκτησαν αργά αλλά σταθερά ίσα δικαιώματα στη δημόσια σφαίρα, ο μηχανισμός που ενίσχυε αυτή την ανισότητα στην «ιδιωτική σφαίρα» του οικονομικού –της αγοράς εργασίας– ήταν ήδη τόσο καλά εδραιωμένος που μπορούσε να εμφανίζεται ως έκφραση κάποιου μυστηριώδους φυσικού νόμου.

Κατά ειρωνικό τρόπο, η αναπαραγωγή των διπλών σφαιρών του φύλου και η αγκύρωση των γυναικών στη μία εξ αυτών και όχι στην άλλη, διαιωνίζεται και επανεγκαθιδρύεται σταθερά από τον ίδιο τον μηχανισμό της «sex-blind» αγοράς εργασίας, ο οποίος δεν επιτυγχάνει άμεσα τη διάκριση άνδρας/γυναίκα, αλλά μάλλον την τιμολογική διάκριση ή την ανταλλακτική αξία της εργασιακής τους δύναμης. Πράγματι, οι αγορές εργασίας, προκειμένου να παραμείνουν αγορές, οφείλουν να είναι «sex-blind». Οι αγορές, ως o τόπος ανταλλαγής ισοδυνάμων, υποτίθεται ότι πρέπει να θολώνουν τις συγκεκριμένες διαφορές σε μια καθαρή σύγκριση αφηρημένων αξιών. Πώς μπορεί, λοιπόν, αυτή η «sex-blind» αγορά να αναπαράγει την έμφυλη διαφορά;

Άπαξ και μια ομάδα ατόμων, οι γυναίκες, οριστούν ως «εκείνες που κάνουν παιδιά» (βλ. Προσάρτημα 2) και άπαξ και αυτή η κοινωνική δραστηριότητα, «η απόκτηση παιδιών», μορφοποιηθεί δομικά σαν να συνιστά μια δυσχέρεια,22 οι γυναίκες ορίζονται ως εκείνες που συνέρχονται στην αγορά εργασίας με ένα δυνητικό μειονέκτημα. Αυτή η συστηματική διαφοροποίηση –μέσω του καθορισμένου-από-την-αγορά κινδύνου που προσδιορίζεται ως «ενδεχόμενο» τεκνοποιίας– κρατά όσες ενσαρκώνουν το σημαίνον «γυναίκα» αγκυρωμένες στην ΕΜΑ σφαίρα. Ως εκ τούτου, επειδή το κεφάλαιο είναι μια «sex-blind» αφαίρεση, τιμωρεί συγκεκριμένα τις γυναίκες για το ότι έχουν (βιολογικό) φύλο, ακόμη και αν αυτή η «έμφυλη/σεξουαλική διαφορά» παράγεται από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και είναι απολύτως απαραίτητη για την αναπαραγωγή του ίδιου του καπιταλισμού. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια υποθετική κατάσταση κατά την οποία οι εργοδότες δεν θα διερευνούσαν το φύλο ενός αιτούντος, παρά μόνο θα αντάμοιβαν εκείνους που παρουσιάζουν «την πλέον μεγάλη κινητικότητα» και εκείνους που είναι «οι πιο αξιόπιστοι, 24/7». ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, η μεροληψία λόγω φύλου θα επανεμφανιζόταν ισχυρή όσο ποτέ. Σαν μια φαινομενική αντίφαση, μόλις η έμφυλη/σεξουαλική διαφορά ορίζεται και αναπαράγεται δομικά, η γυναίκα ως φορέας μιας εργασιακής δύναμης με υψηλότερο κοινωνικό κόστος μετατρέπεται στο αντίθετό της: στο εμπόρευμα εργασιακή δύναμη με χαμηλότερη τιμή.

Πράγματι, οι καλύτερα αμειβόμενες δουλειές –τουτέστιν εκείνες που τείνουν να πληρώνουν για κάτι περισσότερο από την αναπαραγωγή ενός και μόνο ατόμου– είναι εκείνες για τις οποίες προσδοκάται ένας ορισμένος βαθμός δεξιότητας. Σε αυτούς τους εξειδικευμένους τομείς, οι καπιταλιστές είναι έτοιμοι να επενδύσουν στις δεξιότητες του εργάτη, γνωρίζοντας ότι μακροπρόθεσμα θα επωφεληθούν από αυτό. Κατά συνέπεια, θα πριμοδοτήσουν την εργασιακή δύναμη που αναμένεται να είναι η περισσότερο αξιόπιστη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν η εργάτρια ενδέχεται να φύγει, τότε δεν θα είναι τόσο καλή επένδυση και έτσι θα λάβει μια χαμηλότερη τιμή. Αυτό το καρτελάκι με τη χαμηλότερη αναγραφόμενη τιμή, το οποίο κρεμάται σε εκείνες που μοιάζουν με το είδος των ανθρώπων που «κάνουν παιδιά», δεν καθορίζεται από τους τύπους των δεξιοτήτων που διαμορφώνονται στην ΕΜΑ σφαίρα. Ακόμα κι αν η σφαίρα στην οποία μια γυναίκα υποβιβάζεται είναι γεμάτη από δραστηριότητες που απαιτούν δια βίου εκπαίδευση, αυτό δεν αυξάνει την τιμή της εργασιακής της δύναμης διότι κανείς εργοδότης δεν υποχρεούται να πληρώσει για την απόκτησή τους. Σαν αποτέλεσμα, το κεφάλαιο μπορεί να χρησιμοποιεί την εργασιακή δύναμη των γυναικών σε μικρές δόσεις και χαμηλές τιμές.

Στην πραγματικότητα, η γενική τάση προς την «εκθήλυνση» δεν έγκειται στην εμφυλοποίηση (gendering) της sex-blind αγοράς, αλλά μάλλον στην κίνηση του κεφαλαίου προς τη χρησιμοποίηση φθηνής βραχυπρόθεσμης ελαστικοποιημένης εργασιακής δύναμης υπό μεταφορντικές, παγκοσμιοποιημένες συνθήκες συσσώρευσης, ολοένα πιο αποειδικευμένης και «just-in-time». Θα πρέπει να δεχθούμε αυτόν τον ορισμό της εκθήλυνσης ως θεμελιώδη, προτού ασχοληθούμε με την άνοδο του τομέα των υπηρεσιών και την αυξανόμενη σημασία της φροντίδας και της συναισθηματικής εργασίας, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της «στροφής προς την εκθήλυνση». Αυτή η στροφή προκύπτει μέσω της δυναμική εκτύλιξης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων ιστορικά, μια διαδικασία που θα δούμε στα δύο τελευταία μέρη του κειμένου. Πρώτα, όμως, πρέπει να συνοψίσουμε όσα έχουμε μάθει σχετικά με το φύλο μέχρι τώρα και να αποπειραθούμε έναν ορισμό. Αυτό απαιτεί την ανάλυση και κριτική ενός άλλου κοινού διπόλου: βιολογικό και κοινωνικό φύλο.

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ 2:
ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΤΗ ΒΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ο ορισμός των γυναικών ως «εκείνων που κάνουν παιδιά» προϋποθέτει μια απαραίτητη σύνδεση ανάμεσα 1. στο γεγονός της ύπαρξης ενός βιολογικού οργάνου, της μήτρας, 2. το γεγονός της τεκνοποιίας, της εγκυμοσύνης και 3. το γεγονός της ύπαρξης μιας ειδικής σχέσης με το αποτέλεσμα αυτής της εγκυμοσύνης. Η συγχώνευση αυτών των τριών αποκρύπτει:

1. Από τη μία πλευρά, τους μηχανισμούς που εμποδίζουν, ευνοούν ή επιβάλλουν το γεγονός ότι κάποια με μήτρα θα πρέπει να υποστεί την εγκυμοσύνη, καθώς και το πόσο συχνά αυτό πρόκειται να συμβεί.23 Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν: τον θεσμό του γάμου, τη διαθεσιμότητα αντισυλληπτικών, τους μηχανισμούς που επιβάλλουν την ετεροφυλοφιλία ως κανόνα και (τουλάχιστον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και ακόμη και σήμερα σε πολλά μέρη) την απαγόρευση/ντροπή που συνδέεται με μορφές σεξ που δεν ενέχουν τον κίνδυνο να οδηγήσουν σε εγκυμοσύνη (στοματικό/πρωκτικό σεξ κ.λπ.).

2. Από την άλλη πλευρά, τον μεταβαλλόμενο ορισμό του τι είναι ένα παιδί και τι επίπεδο φροντίδας απαιτεί. Ενώ υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία τα παιδιά γίνονταν αντιληπτά ως κατά το ήμισυ ζώα και κατά το ήμισυ ανθρώπινα πλάσματα, τα οποία το μόνο που χρειάζονταν ήταν να καθαρίζονται και να ταΐζονται έως ότου γίνουν μικροί ενήλικες –με άλλα λόγια, ικανά να εργαστούν– , η νεωτερική πραγματικότητα της παιδικής ηλικίας και των απαιτήσεών της καθιστά συχνά «το να έχεις παιδιά» μια ατέρμονη ασχολία.

4 ΒΙΟΛΟΓΙΚΟ ΦΥΛΟ/ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΦΥΛΟ

Είμαστε πλέον έτοιμες να θέσουμε επί τάπητος το ζήτημα του φύλου. Τι είναι λοιπόν το φύλο; Για εμάς, είναι η αγκύρωση μιας ορισμένης ομάδας ατόμων σε μια ειδική σφαίρα κοινωνικών δραστηριοτήτων. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας αγκύρωσης είναι την ίδια στιγμή η συνεχής αναπαραγωγή δύο ξεχωριστών φύλων.

Τα φύλα αυτά συγκεκριμενοποιούνται ως ένα σύνολο ιδεατών χαρακτηριστικών, ορίζοντας είτε το «αρσενικό» ή το «θηλυκό». Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά αυτά, σαν ένας κατάλογος από συμπεριφορικές και ψυχολογικές ποιότητες, υπόκεινται τα ίδια σε μετασχηματισμό κατά την πορεία της ιστορίας του καπιταλισμού. αφορούν συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. αντιστοιχούν σε ορισμένα μέρη του κόσμου· και ακόμα και μέσα σε αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «Δύση» δεν αποδίδονται κατ’ ανάγκη με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους. Σαν δίπολο, εντούτοις, υπάρχουν το ένα σε σχέση με το άλλο, ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον χώρο, ακόμη και αν ο τρόπος εμφάνισής τους είναι πάντα ρευστός.

Το βιολογικό φύλο είναι η άλλη όψη του κοινωνικού φύλου. Ακολουθώντας την Judith Butler, υποβάλλουμε σε κριτική το δίπολο βιολογικό/κοινωνικό φύλο, όπως αυτό συναντάται στη φεμινιστική βιβλιογραφία πριν από τη δεκαετία του 1990. Η Butler αποδεικνύει, ορθά, ότι τόσο το βιολογικό φύλο όσο και το κοινωνικό συγκροτούνται κοινωνικά και, επιπλέον, ότι είναι η «κοινωνικοποίηση» ή η σύζευξη του «φύλου» με τον πολιτισμό που έχει υποβιβάσει το βιολογικό φύλο στον «φυσικό» πόλο του διπόλου φύση/πολιτισμός. Υποστηρίζουμε κατά παρόμοιο τρόπο ότι πρόκειται για δυαδικές κοινωνικές κατηγορίες που αποφυσικοποιούν το κοινωνικό φύλο, ενώ ταυτόχρονα φυσικοποιούν το βιολογικό. Για εμάς, το βιολογικό φύλο είναι η φυσικοποίηση της διπλής προβολής του κοινωνικού φύλου πάνω στα σώματα, συναθροίζοντας βιολογικές διαφορές σε διακριτές φυσικοποιημένες επιφάσεις.

Ενώ η Butler κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα μέσω μιας κριτικής της υπαρξιστικής οντολογίας του σώματος,24 εμείς φθάσαμε εδώ μέσω μιας αναλογίας με μια άλλη κοινωνική μορφή. Η αξία, όπως και το φύλο, καθιστά αναγκαίο τον έτερο, «φυσικό» της πόλο (δηλαδή τη συγκεκριμένη της εκδήλωση). Πράγματι, η διπλή σχέση μεταξύ του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου ως δύο όψεων του ίδιου νομίσματος είναι ανάλογη με τις δύο πλευρές του εμπορεύματος και του φετιχισμού που συγκροτείται σ’ αυτό. Όπως εξηγήσαμε παραπάνω, κάθε εμπόρευμα, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής δύναμης, είναι ταυτόχρονα αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία. Η σχέση μεταξύ εμπορευμάτων είναι μια κοινωνική σχέση μεταξύ πραγμάτων και μια υλική σχέση μεταξύ ανθρώπων.

Ακολουθώντας αυτή την αναλογία, το βιολογικό φύλο είναι το υλικό σώμα, το οποίο, όπως η αξία χρήσης προς την (ανταλλακτική) αξία, προσκολλάται στο κοινωνικό φύλο. Το φετίχ του φύλου είναι μια κοινωνική σχέση που επενεργεί πάνω σε αυτά τα σώματα έτσι που να εμφανίζεται ως ένα φυσικό χαρακτηριστικό τους. Ενώ το κοινωνικό φύλο είναι η αφαίρεση της έμφυλης/σεξουαλικής διαφοράς από όλα τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, η αφαίρεση αυτή μεταμορφώνει και προσδιορίζει το σώμα στο οποίο προσκολλάται – όπως ακριβώς η πραγματική αφαίρεση της αξίας μεταμορφώνει το υλικό σώμα του εμπορεύματος. Το κοινωνικό και το βιολογικό φύλο από κοινού δίνουν σε εκείνους που εγγράφονται εντός τους μια φυσική επίφαση («με μια φαντασματική αντικειμενικότητα»), ως εάν το κοινωνικό περιεχόμενο του κοινωνικού φύλου ήταν «γραμμένο πάνω στο δέρμα» των συγκεκριμένων ατόμων.25

Η διιστορικοποίηση του βιολογικού φύλου είναι ομόλογη με μια στενευμένη κριτική του κεφαλαίου, η οποία διατείνεται ότι η αξία χρήσης είναι διιστορική και όχι ιστορικά ειδική στον καπιταλισμό. Εδώ, η αξία χρήσης πιστεύεται πως είναι αυτό που παραμένει θετικά μετά την επανάσταση, με την τελευταία να θεωρείται ότι απελευθερώνει την αξία χρήσης από το περίβλημα της ανταλλακτικής αξίας. Αναφορικά με την αναλογία μας με το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο, θα πηγαίναμε ένα βήμα παραπέρα και θα λέγαμε ότι τόσο το κοινωνικό φύλο όσο και το βιολογικό είναι ιστορικά προσδιορισμένα. Αμφότερα είναι εξ ολοκλήρου κοινωνικά και μπορούν να καταργηθούν μόνο από κοινού – όπως ακριβώς η ανταλλακτική αξία και η αξία χρήσης θα πρέπει να καταργηθούν αμφότερες στη διαδικασία της κομμουνιστικοποίησης. Υπό αυτό το πρίσμα, η φεμινιστική αξιακή-θεωρητική ανάλυσή μας αντικαθρεφτίζει την μπατλερική κριτική, στο μέτρο που και οι δύο κρίνουμε πως το δίπολο βιολογικό/κοινωνικό φύλο είναι κοινωνικά προσδιορισμένο και παράγεται μέσα από κοινωνικές συνθήκες που προσιδιάζουν στη νεωτερικότητα.

η αποφυσικοποίηση του κοινωνικού φύλου

Όμως το κοινωνικό φύλο δεν είναι μια στατική κοινωνική μορφή. Η αφαίρεση του κοινωνικού φύλου καθίσταται ολοένα πιο αποφυσικοποιημένη, κάνοντας το βιολογικό φύλο να εμφανίζεται ακόμη πιο συγκεκριμένο και βιολογικό. Με άλλα λόγια, αν το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, η σχέση μεταξύ του κοινωνικού φύλου και του φυσικοποιημένου ομολόγου του δεν είναι ευσταθής. Υπάρχει μια δυνητική ασυμφωνία μεταξύ τους, την οποία κάποιες έχουν αποκαλέσει «αναταραχή» και εμείς ονομάζουμε «αποφυσικοποίηση».

Με τον καιρό το κοινωνικό φύλο γίνεται ολοένα πιο αφηρημένο, καθορίζοντας τη σεξουαλικότητα όλο και πιο αυθαίρετα. Η αγοραιοποίηση και εμπορευματοποίηση του κοινωνικού φύλου εμφανίζεται όλο και περισσότερο να αποφυσικοποιεί το κοινωνικό φύλο από φυσικοποιημένες βιολογικές έγνοιες. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο ίδιος ο καπιταλισμός αποδομεί το κοινωνικό φύλο και το αποφυσικοποιεί. Η φύση –της οποίας η αυξανόμενη περιττότητα έρχεται σε αντιπαράθεση με τη διαρκή αναγκαιότητα του κοινωνικού φύλου– εμφανίζεται ως προϋπόθεση του κοινωνικού φύλου παρά ως αποτέλεσμά του. Με πιο γνώριμους όρους, αντανακλώντας το «πρόβλημα» του κεφαλαίου με την εργασία: η «φύση» (η «φυσική» πλευρά του διπόλου βιολογικό/κοινωνικό φύλο) γίνεται ολοένα πιο περιττή ως προς τη γενεακή αναπαραγωγή του προλεταριάτου, την ώρα που το «κόστος» που ανατίθεται στα «γυναικεία» σώματα –ή ο αντίθετος πόλος του βιολογικού φύλου– γίνεται ολοένα πιο επιτακτικό για την κεφαλαιακή συσσώρευση ως τάση προς εκθήλυνση. Συνεπώς, η αναπαραγωγή του κοινωνικού φύλου είναι υψίστης σημασίας, σαν εργασιακή δύναμη με χαμηλότερο κόστος, ενόσω ένας εφεδρικός στρατός προλετάριων ως πλεονάζων πληθυσμός είναι ολοένα πιο περιττός.

Αυτό που το γυναικείο κοινωνικό φύλο σημαίνει –αυτό που εγγράφεται κοινωνικά πάνω σε «φυσικοποιημένα», «εμφυλοποιημένα» (sexuated) σώματα– δεν είναι μόνο μια σειρά από «θηλυκά» ή έμφυλα χαρακτηριστικά, είναι στην ουσία μια αναγραφόμενη τιμή. Η βιολογική αναπαραγωγή έχει ένα κοινωνικό κόστος που εξαιρείται από τη μέση (ανδρική) εργασιακή δύναμη. γίνεται το άχθος εκείνων στις οποίες αυτό το κόστος ανατίθεται – ανεξάρτητα από το αν μπορούν ή πρόκειται να κάνουν παιδιά. Είναι με αυτόν τον τρόπο που μια αφαίρεση, ένας έμφυλος μέσος όρος, αντανακλάται πίσω στην οργάνωση των σωμάτων με τον ίδιο τρόπο που η ανταλλακτική αξία, ένας τυφλός μέσος όρος της αγοράς, προβάλλεται πίσω στην παραγωγή, τη μορφοποίηση και τον μετασχηματισμό της οργάνωσης του χαρακτήρα της κοινωνικής παραγωγής και του καταμερισμού της εργασίας. Με αυτή την έννοια, ο μετασχηματισμός της κατάστασης των έμφυλων σχέσεων διεξάγεται πίσω από τις πλάτες εκείνων τις οποίες ορίζει. Και έτσι, το κοινωνικό φύλο επανεπιβάλλεται και επαναφυσικοποιείται διαρκώς.

5 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΦΥΛΟΥ ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ:

από τη δημιουργία της ΕΜΑ σφαίρας στην εμπορευματοποίηση των έμφυλων δραστηριοτήτων

Για να κατανοήσουμε αυτή τη διαλεκτική διαδικασία αποφυσικοποίησης και επαναφυσικοποίησης, θα πρέπει πρώτα να ανατρέξουμε στους μετασχηματισμούς στην έμφυλη σχέση κατά την πορεία εξέλιξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και να επιχειρήσουμε μια περιοδολόγηση. Σε αυτό το περισσότερο συγκεκριμένο επίπεδο, υπάρχουν πολλά πιθανά σημεία εισόδου για να επιλέξει κανείς. εμείς θα προτιμήσουμε μια περιοδολόγηση της οικογένειας, δεδομένου ότι πρόκειται για την οικονομική μονάδα που ενώνει την έμμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά (ΕΜΑ) με την άμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά (ΑΜΑ) σφαίρα, οι οποίες οριοθετούν τις όψεις της προλεταριακής αναπαραγωγής. Θα πρέπει να προσπαθήσουμε να διαπιστώσουμε αν οι μεταλλαγές στην οικογενειακή μορφή αντιστοιχούν σε μετασχηματισμούς στη διαδικασία αξιοποίησης της εργασίας.

i πρωταρχική συσσώρευση και η διευρυμένη οικογένεια

Την εποχή της πρωταρχικής συσσώρευσης, ένα σημαντικό πρόβλημα που η καπιταλιστική τάξη αντιμετώπιζε ήταν πώς να διακριβώσει τέλεια τη σχέση μεταξύ της ΕΜΑ και της ΑΜΑ σφαίρας έτσι που, από τη μια πλευρά, οι εργάτες θα αναγκάζονταν να επιβιώσουν μονάχα πουλώντας την εργασιακή τους δύναμη και, από την άλλη, θα τους παραχωρείτο τόση ατομική ιδιοκτησία όση χρειαζόταν για να συνεχίσουν να αυτοτροφοδοτούνται χωρίς να αυξάνουν το κόστος της εργασιακής δύναμης.26 Πράγματι, από τη στιγμή που η ΕΜΑ σφαίρα συγκροτήθηκε, έπρεπε να αναλάβει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος από την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, αλλά ακριβώς τόσο ώστε η αναλογία της επιτρεπόμενης αυτοτροφοδοσίας θα απαιτούσε εντούτοις τη συστηματική επανεμφάνιση της εργασιακής δύναμης στην αγορά. Ως εκ τούτου, η σφαίρα της ΕΜΑ συμπλήρωσης του μισθού υποτασσόταν στην αγορά ως απαραίτητη προϋπόθεση των μισθωτών σχέσεων και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, και ως το άμεσο αποτέλεσμα της.

Στην πορεία της μετάβασης από τον 18ο έως τον 19ο αιώνα, η οικογένεια –επικεντρωμένη στο σπίτι ως μονάδα παραγωγής– έγινε η οικονομική μονάδα που μεσολαβούσε μεταξύ των ΕΜΑ και ΑΜΑ σφαιρών αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Ωστόσο, για το πρώτο μέρος του 19ου αιώνα, εφόσον δεν υπήρχαν συνταξιοδοτικές παροχές και εφόσον τα παιδιά προορίζονταν να πηγαίνουν για δουλειά πριν ακόμα μπουν στην εφηβεία, η οικογένεια απαρτιζόταν από αρκετές γενιές που κατοικούσαν σε ένα σπίτι. Επιπλέον, οι δραστηριότητες της ΕΜΑ σφαίρας δεν διεξάγονταν από παντρεμένες γυναίκες και μόνο. στην πραγματικότητα, πραγματοποιούνταν με τη συμμετοχή παιδιών, γιαγιάδων και άλλων θηλυκών συγγενών, ακόμη και ενοικιαστών. Αν αληθεύει ότι μόνο τα «διπλά ελεύθερα»27 ενήλικα αρσενικά μέλη της οικογένειας μπορούσαν από νομική άποψη να είναι κάτοχοι μισθού, αυτό δεν σήμαινε ότι οι ενήλικες γυναίκες και τα μικρά παιδιά δεν εργάζονταν επίσης εκτός σπιτιού.

Πράγματι, στην αρχή της εκβιομηχάνισης, οι γυναίκες αντιπροσώπευαν το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού. Όπως και τα παιδιά, δεν αποφάσιζαν οι ίδιες αν ή πού θα απασχολούνταν, ή το είδος της δουλειάς που θα εκτελούσαν. βρίσκονταν περισσότερο ή λιγότερο σε καθεστώς υπεργολαβίας ως προς τους συζύγους ή τους πατέρες τους (ο Μαρξ το συνέκρινε αυτό ακόμη και με κάποιες μορφές δουλεμπορίου: η ανδρική κεφαλή της οικογένειας διαπραγματευόταν την τιμή της εργασιακής δύναμης της συζύγου και των παιδιών του και επέλεγε να αποδεχθεί ή να απορρίψει την προσφορά. Και ας μην λησμονούμε ότι σε ορισμένες χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, οι γυναίκες δεν απέκτησαν το δικαίωμα να δουλεύουν χωρίς την άδεια του συζύγου τους παρά μόνο τη δεκαετία του 1960 ή του ’70). Μακριά από το να αποτελεί σημάδι χειραφέτησης των γυναικών, ή μοντέρνων απόψεων από μέρους του συζύγου, η εργασία των γυναικών έξω από το σπίτι ήταν ένας κραυγαλέος δείκτης φτώχειας. Ακόμη και αν οι παντρεμένες γυναίκες συνηθιζόταν να μένουν στο σπίτι όταν η οικογένεια είχε αυτό το περιθώριο (όπου συχνά αναλάμβαν κατ’ οίκον παραγωγή, ειδικά για τη βιομηχανία της υφαντουργίας), πολλές γυναίκες δεν παντρεύονταν ποτέ –καθώς επρόκειτο για μια δαπανηρή υπόθεση– και κάποιες δεν επρόκειτο να μείνουν έγκυες και να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια. Οι μικρότερες κόρες συχνά στέλνονταν να γίνουν υπηρέτριες ή βοηθοί σε άλλες οικογένειες, παραμένοντας «επίσημα» άγαμες. Συνεπώς, ακόμη και αν οι υπεύθυνες για την ΕΜΑ σφαίρα ήταν πάντα γυναίκες και οι υπεύθυνοι για τον μισθό ήταν πάντα άνδρες (εξ ορισμού, θα μπορούσε να πει κανείς), τα δύο φύλα και οι δύο σφαίρες δεν αντιστοιχίζονταν ένα προς μία εκείνη την περίοδο.

ii η πυρηνική οικογένεια και φορντισμός

Στο δεύτερο μέρος του 19ου αιώνα, κατά την περίοδο που κάποιοι αποκαλούν δεύτερη βιομηχανική επανάσταση, υπήρξε μια προοδευτική στροφή προς την πυρηνική οικογένεια όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Πρώτον, μετά από δεκαετίες εργατικών αγώνων, το κράτος παρενέβη για να περιορίσει την απασχόληση γυναικών και παιδιών, εν μέρει επειδή βρέθηκε αντιμέτωπο με μια κρίση στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού. Η εργασιακή δύναμη προοριζόταν να γίνει περισσότερο εξειδικευμένη (για παράδειγμα, η γνώση γραφής και ανάγνωσης αποτελούσε μια δεξιότητα όλο και πιο απαραίτητη για την απόκτηση μιας δουλειάς), ενώ αυξανόμενη προσοχή δινόταν στην εκπαίδευση των παιδιών. Μια νέα κατηγορία αναδύθηκε, αυτή της παιδικής ηλικίας, με τις ειδικές της ανάγκες και φάσεις ανάπτυξης. Η φροντίδα των παιδιών έγινε μια περίπλοκη ασχολία, η οποία δεν μπορούσε πλέον να παρέχεται από τα μεγαλύτερα αδέρφια.28

Η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με τον φορντισμό και τα νέα του πρότυπα για την κατανάλωση και την αναπαραγωγή. Με τη γενίκευση των συνταξιοδοτικών παροχών και των γηροκομείων, οι γενιές κατέληξαν να διαχωριστούν η μία από την άλλη σε ξεχωριστές κατοικίες. Η κατανομή των οικογενειακών ευθυνών ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα καθορίστηκε αυστηρά από τον διαχωρισμό μεταξύ των σφαιρών. Οι ΕΜΑ δραστηριότητες που συνηθιζόταν να διεξάγονται μαζί με άλλες γυναίκες (όπως το πλύσιμο των ρούχων) εξελίχθηκαν σε ατομική ευθύνη μιας ενήλικης γυναίκας ανά νοικοκυριό. Η ζωή της παντρεμένης γυναίκας κατέληξε να περιοριστεί αποκλειστικά στην ΕΜΑ σφαίρα. Έγινε η μοίρα των περισσότερων γυναικών, ολόκληρες οι ζωές των οποίων (συμπεριλαμβανομένης της προσωπικότητάς τους, των επιθυμιών τους κ.λπ.) διαμορφώθηκαν από τη μοίρα αυτή.

Ήταν επομένως με την πυρηνική οικογένεια (σε μια συγκεκριμένη περίοδο του καπιταλισμού και, έχει σημασία, σε μια συγκεκριμένη περιοχή του κόσμου) που το φύλο κατέστη ένα άκαμπτο δίπολο, αντιστοιχιζόμενο ένα προς μία με τις σφαίρες. Κατέστη ένας απαρέγκλιτος κανόνας, το οποίο βέβαια δεν σημαίνει ότι ο καθένας χωρούσε σε αυτό. Πολλές φεμινίστριες που αναφέρονται στο φύλο ως ένα σύνολο χαρακτηριστικών που ορίζουν τη «θηλυκότητα» και την «αρρενωπότητα» έχουν τους κανόνες της εν λόγω περιόδου κατά νου. Από το σημείο αυτό και στο εξής, τα άτομα που ταυτοποιούνταν ως γυναίκες γεννιούνταν έχοντας διαφορετικό πεπρωμένο στη ζωή από τα άτομα που ορίζονταν ως άνδρες – ζούσαν «σε δύο διαφορετικούς πλανήτες» (μερικοί στον Άρη...) και κοινωνικοποιούνταν ως δύο διακριτοί τύποι υποκειμένων. Η διάκριση αυτή έτεμνε όλες τις τάξεις.

Καθώς πλέον δεν απολάμβαναν τη βοήθεια άλλων μελών της οικογένειας, κάνοντας τις ΕΜΑ δραστηριότητες απομονωμένες μέσα σε τέσσερις τοίχους, οι παντρεμένες γυναίκες αναγκάζονταν να φέρουν ολόκληρο το άχθος των ΕΜΑ δραστηριοτήτων από μόνες τους. Η απομόνωση αυτή δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την εισαγωγή των οικιακών συσκευών που μετέτρεψαν τις πιο ακραίες σωματικές εργασίες σε δουλειές που μπορούσαν να εκτελεστούν από μια γυναίκα μόνη. Το πλυντήριο, η υδροδότηση μέσα στο σπίτι, ο θερμοσίφωνας – όλα αυτά βοήθησαν στη δραματική μείωση του χρόνου που δαπανείτο σε ορισμένες ΕΜΑ δραστηριότητες. Όμως, κάθε λεπτό που κερδιζόταν απείχε πολύ από το να αυξήσει τον ελεύθερο χρόνο της νοικοκυράς. Κάθε στιγμή που περίσσευε έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για να αυξήσει τις προδιαγραφές της αναπαραγωγής: τα ρούχα πλένονταν πιο συχνά, τα γεύματα γίνονταν όλο και πιο ποικίλα και υγιεινά και, το σημαντικότερο, η φροντίδα των παιδιών έγινε μια εξαιρετικά απαιτητική ΕΜΑ δραστηριότητα, από την περιποίηση των βρεφών μέχρι τη διευκόλυνση των ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων των παιδιών.

iii τα 70s: πραγματική υπαγωγή και η εμπορευματοποίηση των EMA δραστηριοτήτων

Η εμπορευματοποίηση των ΕΜΑ δραστηριοτήτων σαφώς και δεν είναι ένα νέο φαινόμενο. Από την αρχή του καπιταλισμού ήταν δυνατό να αγοράσει κανείς έτοιμα γεύματα αντί να τα μαγειρέψει, να αγοράσει καινούρια ρούχα αντί να τα επιδιορθώσει, να πληρώσει έναν υπηρέτη για να φροντίσει τα παιδιά ή να κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Αυτά, ωστόσο, ήταν προνόμια των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων. Πράγματι, κάθε φορά που μια ΕΜΑ δραστηριότητα μετατρέπεται σε εμπόρευμα, πρέπει να αποζημιωθεί από τον μισθό. Ως εκ τούτου, η μαζική κατανάλωση αυτών των εμπορευμάτων θα μπορούσε να είναι πιθανή μόνο σε περιόδους σταθερών μισθολογικών αυξήσεων, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες αυτές, εφόσον είχαν υπαχθεί μόνο τυπικά, αύξαναν την ανταλλακτική αξία της αναγκαίας εργασίας αντιστρόφως ανάλογα με την υπεραξία.

Παρ’ όλα αυτά, σαν αποτέλεσμα των δυνατοτήτων που ανοίχθηκαν από την πραγματική υπαγωγή, η αξία ορισμένων από αυτά τα εμπορεύματα μπορεί την ίδια στιγμή να μειώνεται καθώς αυτά παράγονται μαζικά. Οι αυξήσεις στην παραγωγικότητα καθιστούν αυτά τα εμπορεύματα όλο και πιο προσιτά, και κάποια από αυτά –ιδιαίτερα τα έτοιμα γεύματα και οι οικιακές συσκευές– αργά αλλά σταθερά έγιναν προσβάσιμα με τον μισθό. Εντούτοις, μερικές ΕΜΑ δραστηριότητες είναι περισσότερο δύσκολο να εμπορευματοποιηθούν σε μια τιμή αρκετά χαμηλή ώστε να μπορεί να καταβληθεί από κάθε μισθό. Πράγματι, ακόμη και αν είναι δυνατόν να εμπορευματοποιηθεί η φροντίδα των παιδιών, δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν αυξήσεις στην παραγωγικότητα που θα επιτρέπαν στο κόστος της συνεχώς να πέφτει. Ακόμη και αν η τροφή, το πλύσιμο των ρούχων κ.ο.κ. μπορούν να φέρονται σε πέρας πιο αποτελεσματικά, ο χρόνος για τη φροντίδα των παιδιών δεν μειώνεται ποτέ. Δεν μπορείς  να φροντίσεις τα παιδιά πιο γρήγορα: χρειάζονται προσοχή 24 ώρες την ημέρα.

Αυτό που μπορεί να γίνει είναι ο εξορθολογισμός της φροντίδας των παιδιών, αναθέτοντας, για παράδειγμα, στο κράτος να την οργανώσει και μειώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αναλογία ενηλίκων και παιδιών. Ωστόσο, υπάρχουν όρια στο πόσα παιδιά μπορεί ενδεχομένως να διαχειριστεί ένας ενήλικος, ειδικά εάν, σε αυτή τη διαδικασία, ο ενήλικος αυτός έχει να μεταλαμπαδεύσει ένα ιδιαίτερο πρότυπο κοινωνικοποίησης, γνώσης και πειθαρχίας. Το έργο αυτό μπορεί κάλλιστα να πραγματοποιηθεί από τη φθηνότερη δυνατή εργασία· τουτέστιν από γυναίκες ο μισθός των οποίων θα είναι χαμηλότερος από τον μισθό μιας εργαζόμενης μητέρας. Αλλά στην περίπτωση αυτή, οι ΕΜΑ δραστηριότητες απλώς μετακυλίονται στα πιο κακοπληρωμένα στρώματα του συνολικού πληθυσμού. Συνεπώς το πρόβλημα δεν αμβλύνεται. Αντίθετα, αναδιανέμονται οι αρνητικές του επιπτώσεις, συχνά σε φτωχούς μετανάστες και μη-λευκές γυναίκες.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι όλες αυτές οι δυνατότητες είναι περιορισμένες: υπάρχει πάντα ένα υπόλοιπο, στο οποίο θα αναφερόμαστε ως το αποκείμενο,29 με άλλα λόγια, αυτό που δεν μπορεί να υπαχθεί ή δεν αξίζει να υπαχθεί. Προφανώς δεν πρόκειται για αποκείμενο per se – υπάρχει ως αποκείμενο εξαιτίας του κεφαλαίου και μορφοποιείται από το τελευταίο. Υπάρχει πάντα αυτό το υπόλοιπο που πρέπει να παραμένει εκτός των σχέσεων της αγοράς, και το ζήτημα του ποιος οφείλει να το εκτελεί μέσα στην οικογένεια θα είναι πάντα, αν μη τι άλλο, μια συγκρουσιακή υπόθεση.

6 ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΛΙΤΟΤΗΤΑΣ:
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ

Με την τρέχουσα κρίση, όλα τα σημάδια δείχνουν ότι το κράτος θα γίνεται ολοένα πιο απρόθυμο να οργανώσει τις ΕΜΑ δραστηριότητες, δεδομένου ότι αυτές συνιστούν κόστος και μόνο. Οι δαπάνες για τη φροντίδα των παιδιών ή των ηλικιωμένων και την υγειονομική περίθαλψη είναι οι πρώτες που θα περικοπούν, για να μην μιλήσουμε για την εκπαίδευση και τα προγράμματα εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Αυτά πρόκειται να γίνουν ΑΜΑ για όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα (ιδιωτικοποίηση) ή θα εκπέσουν στη σφαίρα της άμισθης ΕΜΑ – αυξάνοντας έτσι το αποκείμενο.

Την έκταση των παραπάνω μένει να τη δούμε, όμως η τάση στις χώρες που πλήττονται από την κρίση είναι ήδη σαφής. Στις ΗΠΑ, καθώς και στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης (με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της Γερμανίας), οι κυβερνήσεις περικόπτουν τις δαπάνες για να μειώσουν τις αναλογίες του χρέους προς το ΑΕΠ τους.30 Χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, αποκλιμακώνουν δραστικά τις δαπάνες τους στην περίθαλψη και τη φροντίδα των παιδιών. Στην Ελλάδα και την Πορτογαλία οι δημόσιοι παιδικοί σταθμοί κλείνουν, ενώ παραβιάσεις των δικαιωμάτων των εγκύων γυναικών σε άδεια και παροχές μητρότητας, ή στην επάνοδο στην εργασία τους μετά τη μητρότητα, έχουν αναφερθεί στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιταλία και την Τσεχία.31 Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τα κρατικά νηπιαγωγεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο, η κατάσταση περιγράφεται από μια αντικαπιταλιστική φεμινιστική ομάδα που συμμετέχει στην καμπάνια για τα νηπιαγωγεία στο Hackney, την Feminist Fight Back, ως εξής:

Σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο οι τοπικές αρχές έχουν αρχίσει να ανακοινώνουν σημαντικές μειώσεις στη χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών, από τις βιβλιοθήκες και την υγειονομική περίθαλψη ως τις παιδικές χαρές και τις καλλιτεχνικές ομάδες, από τα κέντρα υποστήριξης γυναικών θυμάτων βιασμού ως τις υπηρεσίες για την ενδοοικογενειακή βία. Τις γυναίκες αφορούν ιδιαίτερα οι βαθιές επιπτώσεις που θα γίνουν αισθητές στον τομέα των υπηρεσιών για τα παιδιά, τόσο στα δημοτικά και κοινοτικά νηπιαγωγεία όσο και στη ναυαρχίδα του Νέου Εργατικού Κόμματος, τα Sure Start Centres,32 τα οποία παρέχουν μια πληθώρα υπηρεσιών στους γονείς σε «μονοαπευθυντική» βάση.33

Σε μια χώρα όπου ο ίδιος ο Πρωθυπουργός υποστηρίζει την οργάνωση των κοινοτικών υπηρεσιών σε «εθελοντική βάση», υπό την κεντρική πολιτική γραμμή της «Μεγάλης Κοινωνίας», μια κουλτούρα «όπου οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους, στα σπίτια τους, στις γειτονιές τους, στους χώρους εργασίας τους [...] αισθάνονται ταυτόχρονα αρκετά ελεύθεροι και δυνατοί ώστε να βοηθήσουν τους ίδιους και τις κοινότητές τους»,34 .] οι αντικρατίστριες φεμινίστριες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα δίλημμα:

Στόχος μας είναι οι παροχές «μέσα και ενάντια στο κράτος». Αυτό εγείρει ένα κεντρικό ζήτημα στον αγώνα για τα δημόσια αγαθά και τους κοινόχρηστους πόρους και εργασία: πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε ότι οι αυτόνομες προσπάθειές μας να αναπαράξουμε τις κοινότητές μας δεν δημιουργούν απλώς την Μεγάλη Κοινωνία του Κάμερον για χάρη του; – προσυπογράφοντας με αυτόν τον τρόπο τη λογική ότι αν το κράτος δεν πρόκειται να μας στηρίζει πλέον, θα πρέπει να το κάνουμε εμείς από μόνες μας;35

Ο αγώνας γύρω από τους παιδικούς σταθμούς που έλαβε χώρα στο Πόζναν (Πολωνία) το 2012 αντανακλά επίσης το ίδιο δίλημμα. Ο δήμος μεταφέρει σιγά σιγά όλους τους δημόσιους παιδικούς σταθμούς σε ιδιωτικά ιδρύματα για να εξοικονομήσει τα κόστη. Όταν οι εργαζόμενες ενός από τα νηπιαγωγεία διαμαρτυρήθηκαν ενάντια στην ιδιωτικοποίηση μαζί με γονείς και ακτιβιστές, οι τοπικές αρχές σκαρφίστηκαν την εναλλακτική να επιτρέψουν στις εργαζόμενες να οργανώσουν το νηπιαγωγείο, χωρίς όμως να τους παράσχουν οποιεσδήποτε επιχορηγήσεις ή εγγυήσεις. Αυτό την καθιστούσε μια αρκούντως ζοφερή εναλλακτική που τελικά απορρίφθηκε από τις εργαζόμενες και τους γονείς.36

Παρ’ όλα αυτά, κάποιες μαρξίστριες φεμινίστριες μοιάζουν να αποθεώνουν την αυτοοργάνωση ΕΜΑ δραστηριοτήτων από μέρους των γυναικών ως ένα αναγκαίο βήμα για τη δημιουργία μιας εναλλακτικής κοινωνίας. Για παράδειγμα, η Silvia Federici υποστηρίζει στο κείμενό της «Feminism and the Politics of the Common in an Era of Primitive Accumulation», γραμμένο το 2010, ότι:

Αν το σπίτι είναι οι οίκος (oikos) στoν οποίo οικοδομείται η οικονομία, τότε είναι οι γυναίκες, ιστορικά οι εργαζόμενες στο σπίτι και αιχμάλωτες σε αυτό, που πρέπει να αναλάβουν την πρωτοβουλία να επανοικειοποιηθούν το σπίτι ως κέντρο της συλλογικής ζωής, ένα κέντρο που διατρέχεται από πολλούς ανθρώπους και μορφές συνεργασίας, παρέχοντας ασφάλεια δίχως απομόνωση και καθήλωση, επιτρέποντας το μοίρασμα και την κυκλοφορία των υπαρχόντων της κοινότητας και, πάνω απ’ όλα, βάζοντας τα θεμέλια για συλλογικές μορφές αναπαραγωγής. [...] Απομένει να διευκρινιστεί ότι η ανάθεση αυτού του καθήκοντος της από κοινού οργάνωσης (commoning) και συλλογικοποίησης της αναπαραγωγής στις γυναίκες δεν σημαίνει παραδοχή μιας φυσιοκρατικής αντίληψης της «θηλυκότητας». Δικαιολογημένα, πολλές φεμινίστριες θα έβλεπαν αυτό το ενδεχόμενο σαν «μια μοίρα χειρότερη κι από τον θάνατο». [...] Αλλά, παραθέτοντας την Dolores Hayden, η επανοργάνωση της αναπαραγωγικής εργασίας, και συνεπώς η επανοργάνωση της δομής της κατοικίας και του δημόσιου χώρου, δεν είναι ένα ζήτημα ταυτότητας· είναι ένα ζήτημα εργασίας και, μπορούμε να προσθέσουμε, ένα ζήτημα δύναμης και ασφάλειας.37

Η Silvia Federici έχει δίκιο – θεωρούμε όντως αυτό το ενδεχόμενο χειρότερο κι από τον θάνατο. Και η απάντησή της στην αντίρρηση αυτή, η οποία επικαλείται την Dolores Hayden κάπως αβίαστα, χάνει την ουσία: το ζήτημα της εργασίας είναι ένα ζήτημα ταυτότητας.38 Ακόμη και αν, μέσα στην κρίση, ενδεχομένως δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να αυτοοργανώσουμε αυτές τις αναπαραγωγικές δραστηριότητες –και ακόμη και αν, κατά πάσα πιθανότητα, η αποκείμενη αναπαραγωγή τελικά επιβληθεί κατά κύριο λόγο στις γυναίκες– πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια σε αυτή τη διαδικασία που ενισχύει το φύλο. Πρέπει να την αντιμετωπίσουμε σαν αυτό που είναι: μια αυτοοργάνωση του αποκειμένου, αυτού που κανείς άλλος δεν είναι διατεθειμένος να αναλάβει.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι, ακόμη και αν οι άμισθες ΕΜΑ δραστηριότητες και το αποκείμενο μπορεί να αναφέρονται αμφότερα στις ίδιες συγκεκριμένες δραστηριότητες, οφείλουμε να διαφοροποιήσουμε αυτές τις δύο έννοιες. Πράγματι, η κατηγορία του αποκειμένου αναφέρεται ειδικά σε δραστηριότητες που κάποια στιγμή έγιναν μισθωτές, αλλά βρίσκονται στη διαδικασία επαναφοράς στην άμισθη ΕΜΑ σφαίρα επειδή έχουν γίνει υπερβολικά δαπανηρές για το κράτος ή το κεφάλαιο. Ενώ η ΕΜΑ είναι μια καθαρά δομική κατηγορία, ανεξάρτητη από οποιαδήποτε δυναμική, η έννοια του αποκειμένου συλλαμβάνει τις ιδιαιτερότητες αυτών των δραστηριοτήτων και τη διαδικασία ανάθεσής τους στην τρέχουσα περίοδο. Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι, αν πολλές από τις μητέρες και τις γιαγιάδες μας αιχμαλωτίστηκαν στη σφαίρα των ΕΜΑ δραστηριοτήτων, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε εμείς σήμερα είναι διαφορετικό. Δεν έγκειται στο ότι θα πρέπει να «επιστρέψουμε στην κουζίνα», αν μη τι άλλο επειδή δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα γι’ αυτό. Η μοίρα μας, ορθότερα, είναι πως είμαστε υποχρεωμένες να αντιμετωπίσουμε το αποκείμενο. Σε αντίθεση με τις ΕΜΑ δραστηριότητες του παρελθόντος, αυτό το αποκείμενο έχει ήδη σε μεγάλο βαθμό αποφυσικοποιηθεί. Δεν εμφανίζεται σε αυτές που το εκτελούν σαν κάποια ατυχής φυσική μοίρα, αλλά περισσότερο ως ένα πρόσθετο άχθος με το οποίο οφείλουν να ασχοληθούν παράλληλα με τη μισθωτή εργασία.39 Η επιφόρτιση να ασχοληθούμε μαζί του συνιστά το άσχημο πρόσωπο του φύλου σήμερα και αυτό μας βοηθά να δούμε το φύλο σαν αυτό που είναι: ένας ισχυρός καταναγκασμός.40

Πράγματι, η διαδικασία αποφυσικοποίησης δημιουργεί τη δυνατότητα το φύλο να εμφανιστεί ως εξωτερικός καταναγκασμός. Αυτό δεν σημαίνει πως ο καταναγκασμός του φύλου είναι λιγότερο ισχυρός από ό,τι πριν, αλλά πως πλέον μπορεί να ιδωθεί ως καταναγκασμός, ως κάτι δηλαδή έξω από εμάς το οποίο είναι δυνατό να καταργήσουμε.

Μια τελευταία σκέψη για να κλείσουμε: εάν όντως αληθεύει ότι η τωρινή στιγμή μας επιτρέπει να δούμε τόσο το ταξικό όσο και το έμφυλο ανήκειν ως εξωτερικούς καταναγκασμούς, αυτό δεν μπορεί να είναι καθαρά τυχαίο. Ή μήπως μπορεί; Αυτό το ερώτημα είναι κρίσιμο για την κατανόηση του αγώνα που οδηγεί στην κατάργηση του φύλου, με άλλα λόγια στην αναπαραγωγή από μη-έμφυλα άτομα μιας ζωής όπου όλες οι χωριστές σφαίρες δραστηριότητας θα έχουν καταργηθεί.

Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τους φίλους του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 2015. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ