Αυτό το τεύχος του Endnotes σχεδιαζόταν να κυκλοφορήσει εδώ και πολύ καιρό. Η έκδοσή του καθυστέρησε εξαιτίας εμπειριών και συζητήσεων που μας υποχρέωσαν να αποσαφηνίσουμε τις αναλύσεις μας, και μερικές φορές να τις ξαναδουλέψουμε από την αρχή. Πολλά από τα άρθρα αυτού του τεύχους αποτελούν προϊόντα συζητήσεων που κράτησαν χρόνια. Μερικά αποδείχτηκαν τελικά τόσο μακροσκελή που έπρεπε να χωρίσουμε το τεύχος στα δύο. Επομένως, το Endnotes 4 αναμένεται προσεχώς, όχι σε άλλα τρία χρόνια, αλλά, μάλλον, στους επόμενους έξι μήνες. Εδώ, μεταξύ άλλων ως εξήγηση για την αργοπορία, περιγράφουμε μερικά από τα ερωτήματα και τα διλήμματα που γέννησαν το παρόν και το επόμενο τεύχος.
1 ΝΕΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Τα δύο πρώτα τεύχη του Endnotes αξίωναν μια ανανεωμένη επικέντρωση στους αγώνες των καιρών μας, απαλλαγμένη από το νεκρό βάρος ξεπερασμένων θεωριών. Ωστόσο, εμείς οι ίδιοι δεν αναλύσαμε παρά ελάχιστα τους αγώνες. Εν μέρει, αυτό συνέβη επειδή η ταξική σύγκρουση βρισκόταν σε κάμψη την περίοδο που γράφαμε και αυτό έκανε την προσφυγή στην αφαίρεση περισσότερο ελκυστική. Αλλά συνέβη, επίσης, επειδή δεν ξέραμε τι θέλαμε να πούμε σχετικά με τους αγώνες που εξελίσσονταν και σκεφτήκαμε πως ήταν καλύτερο να μην προσποιηθούμε το αντίθετο. Ξεκινήσαμε αυτή την επιθεώρηση ως έναν τόπο προσεκτικής επεξεργασίας ιδεών. Δεν θέλαμε να βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα χάριν της επικαιρότητας.
Παρ’ όλα αυτά, το θεωρητικό περιβάλλον του οποίου αποτελούμε μέρος –το λεγόμενο ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης– όντως προσέφερε μια ανάλυση των αγώνων, την οποία βρήκαμε ελκυστική.
Κάποιοι από τους συμμετέχοντες σε αυτό το ρεύμα παρατήρησαν ότι η επανεμφάνιση μιας εργατικής ταυτότητας που να μπορεί να επιβεβαιωθεί φαινόταν να είναι εκτός συζήτησης, ακόμα και κατά την εξέλιξη εργοστασιακών αγώνων: οι εργάτες αυτοοργανώνονταν, αλλά χωρίς αυταπάτες περί επαναστατικής προοπτικής μιας τέτοιας αυτοοργάνωσης. Για παράδειγμα, σε ορισμένα εργοστάσια –στη Νότια Κορέα, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και αλλού– οι εργάτες κατέλαβαν τους χώρους εργασίας τους όχι με σκοπό να τους διαχειριστούν από μόνοι τους, αλλά μάλλον για να διεκδικήσουν καλύτερη αποζημίωση απόλυσης. Εν τω μεταξύ, πολλοί αγώνες ξεσπούσαν έξω από τους χώρους εργασίας –εμπλέκοντας φοιτητές, άνεργους, φυλετικοποιημένες μειονότητες– χωρίς να ενδιαφέρονται να εισχωρήσουν σε αυτούς. Οι αγώνες των εργατών από κλάδους που κάποτε αποτελούσαν προπύργια ισχύος της εργατικής τάξης (βιομηχανία, κατασκευές, ορυχεία και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας) δεν ήταν πλέον σε θέση να συμπεριλάβουν τις ανάγκες της τάξης στο σύνολό της. Οι αγώνες γύρω από την «αναπαραγωγή» αντικαθιστούσαν τους αγώνες γύρω από την «παραγωγή», ακόμα και αν οι πρώτοι έμοιαζαν να στερούνται την ισχύ που ιστορικά κατείχαν οι τελευταίοι απέναντι στο κεφάλαιο.
Από το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης προέκυψε επίσης η παρακάτω ανάλυση αυτών των αγώνων. Οι αγώνες αυτοί μοιάζουν να προχωρούν κουτσαίνοντας πάνω σε δυο πόδια. Το πρώτο πόδι είναι το όριο του αγώνα: το να δρας ως τάξη σημαίνει να μην έχεις άλλο ορίζοντα πέρα από τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Το δεύτερο πόδι είναι η δυναμική: το ταξικό ανήκειν βιώνεται τότε ως «εξωτερικός καταναγκασμός», ως κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Στο κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης, η δυναμική της ταξικής πάλης αυτονομήθηκε από την πάλη την ίδια: η εγκατάλειψη της ταξικής τοποθέτησης χρησίμευσε ως βάση για την επίθεση στο κεφάλαιο. Η παρούσα κρίση υποτίθετο πως θα ανάγκαζε τα δυο πόδια να περπατήσουν μαζί. Αναμενόταν η επανεμφάνιση αγώνων στους χώρους εργασίας γύρω από μια δομικά «αθέμιτη» μισθολογική διεκδίκηση.1 Οι μορφές που είχαν χαρακτηρίσει την ταξική πάλη από την αναδιάρθρωση και μετά (ριζοσπαστικός δημοκρατισμός, ακτιβισμός), επρόκειτο να ξεπεραστούν, καθώς θα επιστρέφαμε στα βασικά: η εγκατάλειψη της ταξικής τοποθέτησης, προερχόμενη μέσα από τους εργασιακούς χώρους, θα γινόταν δυνατή μόνο ως γενικευμένο ξεπέρασμα της ταξικής κοινωνίας.
Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Αντ’ αυτού, είχαμε την Αραβική Άνοιξη, τους indignados, το Occupy, την πλατεία Ταξίμ, αλλά και μια πληθώρα ταραχών. Όπως γράφουμε και στο «The Holding Pattern» που ακολουθεί, αυτοί οι αγώνες μοιάζουν περισσότερο με έναν μετασχηματισμό των κινημάτων εναντίον της παγκοσμιοποίησης, καθώς και με την επέκτασή τους σε ένα ευρύτερο κομμάτι του πληθυσμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πρόσφατοι αγώνες υπονόμευσαν τη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης (ή πως δεν πρόκειται να επανεμφανιστούν δυναμικοί αγώνες στους εργασιακούς χώρους). Πολλά στοιχεία αυτών των κινημάτων επιβεβαίωσαν την οπτική της κομμουνιστικοποίησης: η επίταση της πάλης δεν συνδέθηκε με την επιστροφή στην εργατική ταυτότητα. Όπως υποστηρίζουμε, ήταν ακριβώς η απουσία κάποιας συγκροτητικής ταυτότητας –γύρω από την εργατική τάξη ή και άλλης– που εκφράστηκε στη δυναμική του κινήματος των πλατειών.
Υπό το φως αυτών των αγώνων, φαίνεται ξεκάθαρα πως τώρα δεν είναι η ώρα για διακηρύξεις, αλλά μάλλον για προσεκτική ανάλυση. Στα Endnotes 1 και 2, προσπαθήσαμε να εξαρθρώσουμε τις δίδυμες παγίδες που βρήκαμε μπροστά μας στο τέλος του περασμένου αιώνα: τις τάσεις είτε (1) να απομακρυνθούμε από μια ανάλυση της αυτο-υπονομευτικής δυναμικής του κεφαλαίου, προκειμένου να εστιάσουμε καλύτερα σε ταξικούς αγώνες που λαμβάνουν χώρα εκτός των εργασιακών χώρων, είτε (2) να διατηρήσουμε μια ανάλυση των τάσεων της κρίσης, αλλά αποκλειστικά με σκοπό να προσκολληθούμε στην ιδέα πως το εργατικό κίνημα είναι η μόνη πραγματικά επαναστατική μορφή ταξικής πάλης. Καταφέραμε να αποφύγουμε αυτές τις παγίδες, σέρνοντας μαζί μας μερικά πενιχρά αναλυτικά εργαλεία. Τώρα είναι η ώρα να βάλουμε αυτά τα εργαλεία να δουλέψουν, να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τη νέα αλληλουχία αγώνων καθώς αυτή εκτυλίσσεται. Οφείλουμε να είμαστε ανοιχτοί στο παρόν –στην τάση του να μας εκπλήσσει, να μας εξωθεί στην αναθεώρηση οποιασδήποτε υποτιθέμενα πάγιας αλήθειας– παραμένοντας ταυτόχρονα αδιάλλακτοι όσον αφορά την επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση: δεν θα υπάρξουν θεωρητικοί συμβιβασμοί.
2 ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΙ
Το Endnotes 2 τόνισε τον ρόλο των πλεοναζόντων πληθυσμών: πληθυσμών που συνδέονται ασθενώς με τη μισθωτή εργασία. Οι πλεονάζοντες πληθυσμοί έχουν διευρυνθεί εξαιτίας μιας πτώσης μακράς διάρκειας στη ζήτηση για εργασία, ως επακόλουθο μιας επανενεργοποίησης της αντίφασης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η εν λόγω κοινωνική μορφή, βασισμένη στην κεντρικότητα της εργασίας, υποσκάπτει αυτή την κεντρικότητα με την πάροδο του χρόνου. Με αυτόν τον τρόπο, η καπιταλιστική ανάπτυξη αναιρεί τους όρους της σχέσης πάνω στην οποία θεμελιώνεται: η παραγωγή πλεοναζόντων πληθυσμών σε συνθήκες πλεονάζοντος κεφαλαίου είναι το έσχατο αποτέλεσμα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο πλεονάζων πληθυσμός πρόκειται να γίνει ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο. Αντιθέτως, η αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών υπονομεύει τη συνοχή του επαναστατικού υποκείμενου ως τέτοιου. Δεν είναι πια δυνατό να αντιλαμβανόμαστε το κεφάλαιο ως έναν τρόπο παραγωγής με μέλλον, που θα ενσωματώνει όλο και περισσότερους ανθρώπους μέσω της «ανάπτυξης», δηλαδή της βιομηχανοποίησης. Αντ’ αυτού, η βιομηχανική εργατική τάξη συρρικνώνεται, σχεδόν παντού. Το εργατικό κίνημα, το οποίο προηγουμένως οργανωνόταν γύρω από την ηγεμονική φιγούρα του ημιειδικευμένου εργάτη, δεν μπορεί πια να συνέχει την τάξη. Ούτε και κάποιο άλλο υποκείμενο μπορεί να παρουσιαστεί σαν φορέας κάποιου επιβεβαιώσιμου μέλλοντος.
Η αύξηση των πλεοναζόντων πληθυσμών είναι ακριβώς αυτή η αποσάθρωση, η αποσύνθεση της τάξης. Κατά συνέπεια, ο πλεονάζων πληθυσμός αδυνατεί να αυτοεπιβεβαιωθεί – όχι μόνο επειδή βρίσκεται σε μια θέση υποκειμενικής καθαίρεσης, ή αποκειμενοποίησης, αλλά επίσης επειδή είναι εξαιρετικά διαφοροποιημένος στο εσωτερικό του. Ακόμη περισσότερο: η διεύρυνσή του είναι η αυξανόμενη διαφοροποίηση της τάξης συνολικά. Τι ρόλο παίζουν οι πλεονάζοντες πληθυσμοί στους αγώνες σήμερα; Το κείμενο «Η Πλημμυρίδα Ανυψώνει Όλες Τις Βάρκες», στο παρόν τεύχος, εξετάζει την περίπτωση του βρετανικού κινήματος ενάντια στη λιτότητα και των ταραχών του 2010-11 και διερευνά την εμπειρική εφαρμοσιμότητα της κατηγορίας «πλεονάζων πληθυσμός».
3 Η ΕΜΦΥΛΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
Από τη δημοσίευση του περασμένου μας τεύχους, μεσολάβησε η εμφάνιση του ‘Communisation and the Abolition of Gender’ στην ανθολογία Communization and its Discontents.2 Το κείμενο αυτό ήταν προϊόν μιας ωριμάζουσας αντιπαράθεσης με την Théorie Communiste (TC), η οποία έχει πια σχεδόν σαπίσει.
Η TC, στην προσπάθειά της να συμβιβάσει μια φεμινιστική προσέγγιση διπλών συστημάτων με την προηγουμένως επεξεργασμένη θεωρία της, χάθηκε σε μια αντιπαράθεση με τον εαυτό της αναφορικά με το πόσες αντιφάσεις υπάρχουν στην καπιταλιστική κοινωνία. Για εμάς, δεν έχει πλέον νόημα να μιλάμε για αντίφαση μεταξύ εργατών και κεφαλαίου, όπως δεν έχει νόημα να μιλάμε για αντίφαση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στην πραγματικότητα, η μόνη «αντίφαση μεταξύ» είναι αυτή με την οποία ο Μαρξ ξεκινάει τον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ήτοι η αντίφαση μεταξύ αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας.3 Σε τελική ανάλυση, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις είναι αντιφατικές επειδή βασίζονται στην ανταλλαγή ισοδύναμων αξιών –μετρημένων σύμφωνα με τον κοινωνικά αναγκαίο για την παραγωγή τους χρόνο εργασία– και, την ίδια στιγμή, υπονομεύουν αυτή τη βάση, καθώς τείνουν να εκτοπίσουν την ανθρώπινη εργασία από την παραγωγική διαδικασία (αυτό εκφράζεται, παραδόξως, ως υπερβολική δουλειά για πολλούς και ανεργία ή υποαπασχόληση για άλλους).
Η οικονομία, συνεπώς, συνιστά μια κοινωνική δραστηριότητα βασισμένη σε μια λογική αντίφαση, η οποία εκτυλίσσεται, συν τω χρόνω, ως ανελευθερία, ως πρακτική αδυνατότητα για τα ανθρώπινα όντα να είναι αυτό που πρέπει να είναι: «Επομένως, ο εργατικός πληθυσμός, παράγοντας ο ίδιος τη συσσώρευση του κεφαλαίου, παράγει ταυτόχρονα σε αυξανόμενη έκταση τα μέσα που τον κάνουν σχετικά υπεράριθμο».4 Αυτή η αντίφαση πυροδοτεί πολλαπλούς ανταγωνισμούς εντός των καπιταλιστικών κοινωνιών, με τον ταξικό ανταγωνισμό να είναι ένας από αυτούς. Υπάρχουν και άλλοι τριγύρω: φυλή, φύλο, σεξουαλικότητα, έθνος, επαγγελματική ειδίκευση, θρησκευτική πίστη, μεταναστευτικό στάτους κλπ. Θα ήταν αδύνατο να σκεφτούμε όλους τους ανταγωνισμούς της καπιταλιστικής κοινωνίας αν ανταγωνισμός και αντίφαση δεν οροθετούνταν ξεκάθαρα (ειδάλλως, θα έπρεπε να επινοήσουμε μια διαφορετική αντίφαση για κάθε ανταγωνισμό).
Το θέμα είναι πως, στην καπιταλιστική κοινωνία, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί αρθρώνονται και επαναρθρώνονται σε σχέση με την αντιφατική λογική του κεφαλαίου. Όπως δείχνει η «Λογική του Φύλου», σε αυτό το τεύχος, το φύλο στις καπιταλιστικές κοινωνίες κατασκευάζεται γύρω από τη διάκριση σφαιρών, εκ των οποίων τη μία ονομάζουμε «άμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά» και την άλλη «έμμεσα μεσολαβημένη-από-την-αγορά». Αυτή η διάκριση δεν είναι ξέχωρη από την ταξική κοινωνία. Αντίθετα, είναι θεμελιώδης για την παραγωγή αξίας. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς μια διάκριση σφαιρών, η οποία μέχρι τώρα δεν είχε ποτέ προσδιοριστεί επιμελώς. Στο παρόν τεύχος, αφοσιωνόμαστε στη διασάφηση εννοιών, στην κατανόηση της βάσης και του μετασχηματισμού της έμφυλης σχέσης εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτή η διασάφηση μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις διαδικασίες αποφυσικοποίησης του φύλου –αυτό που η Butler αποκαλεί αναταραχή– καθώς και τις περίπλοκες δυναμικές, πρώτον, της προϊούσας αποδόμησης του φύλου (χαλάρωση της υποχρεωτικής ετεροφυλοφιλίας, δυνατότητα επιβεβαίωσης των genderqueer και των τρανς ταυτοτήτων) και, δεύτερον, της διαρκούς επανεπιβολής του φύλου, ειδικά υπό το φως της πρόσφατης κρίσης και των μέτρων λιτότητας.
4 ΜΗ-ΤΑΞΙΚΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ
Αυτό το ενδιαφέρον για το φύλο είναι μέρος μιας γενικότερης θεωρητικής στροφής. Το εργατικό κίνημα πριμοδότησε τον ταξικό ανταγωνισμό πάνω από όλους τους άλλους επειδή αντιλαμβανόταν την εργατική τάξη ως το μέλλον της ανθρωπότητας – υπό την προϋπόθεση ότι αυτή θα μπορούσε να απελευθερωθεί από τη σύνδεσή της με το κεφάλαιο. Η επιβεβαίωση της ταξικής ταυτότητας υποτίθετο πως αποτελούσε τη μόνη δυνατή βάση για το ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Στον βαθμό που οι εργάτες αυτοπροσδιορίζονταν σε κάποια άλλη βάση, αυτό θεωρείτο ψευδής συνείδηση, η οποία αντιτίθετο στην αληθινή, ταξική συνείδηση. Συνέπεια αυτού του προσανατολισμού ήταν συχνά η έμφαση σε αγώνες συγκεκριμένων εργατών (λευκών, ανδρών, πολιτών) έναντι άλλων εντός της τάξης. Αντίστοιχα, αυτό ώθησε τους αγώνες εκείνων των «άλλων» σε κανάλια από τα οποία κατέληγαν να αναπαράγουν την παραγωγίστικη οπτική του εργατικού κινήματος: οι γυναίκες διεκδικούσαν την αναγνώριση, μέσω του μισθού, της οικιακής εργασίας τους ως παραγωγικής. προηγουμένως αποικιοκρατούμενοι πληθυσμοί υιοθέτησαν τα δικά τους προγράμματα βαριάς εκβιομηχάνισης, με όλα όσα κάτι τέτοιο συνεπαγόταν, δηλαδή ένα βαρύ τίμημα σε ανθρώπινα δεινά.
Μολαταύτα, οι συμμετέχοντες στο εργατικό κίνημα ανέμεναν πως οι άλλες μορφές ταυτότητας –ταυτότητες που δεν βασίζονταν στην τάξη– θα εξαφανίζονταν με την περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Το κίνημα περιέγραφε τις μη-ταξικές ταυτότητες ως αταβιστικά απομεινάρια παλαιότερων τρόπων παραγωγής. Ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να θεωρούνται παρά ετοιμοθάνατες. Όμως οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν υποσκάπτουν κατ’ ανάγκη τις μη-ταξικές μορφές ταυτότητας. Αντιθέτως, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις μετασχηματίζουν, ή ακόμη και εκσυγχρονίζουν, μερικές τουλάχιστον από τις ταυτότητες αυτές. Το να τελειώνουμε με το εργατικό κίνημα –να αναγνωρίζουμε πως δεν υπάρχει πλέον κάποιο τμήμα της τάξης που μπορεί να την ηγεμονεύσει– σημαίνει πως είναι απαραίτητο να επαναδιατυπώσουμε τη σχέση ανάμεσα στις ταξικές και τις μη-ταξικές ταυτότητες. «Η Λογική του Φύλου» είναι κομμάτι αυτής της θεωρητικής προσπάθειας. «Το Οριακό Σημείο Της Καπιταλιστικής Ισότητας» του Chris Chen, μια εξωτερική συμβολή σε αυτό το τεύχος, είναι μια άλλη.
Είναι επιτακτικό να εγκαταλείψουμε τρεις θέσεις του μαρξισμού, διατυπωμένες κατά την πορεία του εργατικού κινήματος: (1) ότι η μισθωτή εργασία είναι ο πρωταρχικός τρόπος επιβίωσης εντός των καπιταλιστικών κοινωνιών, στον οποίο όλοι οι προλετάριοι ενσωματώνονται συν τω χρόνω, (2) ότι όλοι οι μισθωτοί εργάτες τείνουν να ενσωματώνονται σε βιομηχανικές (ή πραγματικά υπαγμένες) εργασιακές διαδικασίες, οι οποίες τους ομογενοποιούν και τους ενοποιούν ως τον συλλογικό εργάτη, και (3) ότι η ταξική συνείδηση είναι επομένως η μόνη αληθινή ή πραγματική συνείδηση της προλεταριακής συνθήκης, στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Καμιά από αυτές τις θέσεις δεν έχει επαληθευτεί ιστορικά.
Από τη μια πλευρά, πολλές προλετάριες έζησαν μεγάλο κομμάτι της ζωής τους εκτός της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, μαραζώνοντας στο σπίτι σαν νοικοκυρές. Από την άλλη, στους χώρους εργασίας, το κεφάλαιο επωφελήθηκε από την απασχόληση εργατών που δεν ήταν τυπικά ελεύθεροι (ή όχι τελείως τέτοιοι): σκλάβων, «ιθαγενών», χωρίς χαρτιά, γυναικών. Στην πορεία του 20ού αιώνα, η «φυλή» συνέχισε να παίζει μείζονα ρόλο στον καθορισμό του ποιος θα ήταν τυπικά ελεύθερος, ποιος θα εργαζόταν και, κυρίως, ποιος θα έβρισκε «καλή» δουλειά όταν αυτή ήταν διαθέσιμη. Οι διαδικασίες φυλετικοποίησης και αποκειμενοποίησης έχουν ενταθεί –αν και έχουν επίσης μετασχηματιστεί– στη διάρκεια αυτής της περιόδου αποσύνθεσης της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, κατά την οποία πολλοί προλετάριοι βρίσκονται αποκλεισμένοι, μερικώς ή ολικώς, από αυτή τη σχέση.
5 ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑ ΟΡΑΜΑΤΑ
Στο «Logistics, Αντι-logistics και η Κομμουνιστική Προοπτική» –άλλη μια εξωτερική συμβολή σε αυτό το τεύχος– ο Jasper Bernes υποστηρίζει πως, στην εποχή μας, η παγκόσμια αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής αποτελεί την απάντηση του κεφαλαίου απέναντι σε μια συνθήκη όπου η εργασία βρίσκεται σε υπεραφθονία: το κεφάλαιο αξιοποιεί τις τεράστιες μισθολογικές διαφορές σε όλον τον πλανήτη προκειμένου να μειώσει το κόστος και να ελέγξει τα ξεσπάσματα των εργατικών αναταραχών. Οι αλυσίδες εφοδιασμού υπάρχουν εν πολλοίς επειδή το κεφάλαιο τις αξιοποιεί για να εκμεταλλεύεται τη διαφορά των τιμών της εργασιακής δύναμης στις διάφορες αγορές εργασίας (arbitrage). Γι’ αυτόν τον λόγο, η υποδομή των logistics δεν προσφέρει καμία προοπτική εμφάνισης ενός νέου συλλογικού εργάτη σε παγκόσμια κλίμακα. Έχει, αντίθετα, υπονομεύσει κάθε τέτοια πιθανότητα μέσα από τον περαιτέρω κατακερματισμό της εργατικής τάξης. Ο Bernes συμπεραίνει, λοιπόν, ότι οι αλυσίδες εφοδιασμού αποτελούν στρατηγικά αντικείμενα των σύγχρονων αγώνων μόνο στον βαθμό που η λειτουργία τους διακόπτεται.
Το άρθρο του Bernes αποτελεί εν μέρει μια απάντηση στον Alberto Toscano, ο οποίος, σε διάφορα πρόσφατα κείμενά του, έχει ασκήσει κριτική στους «θιασώτες της κομμουνιστικοποίησης». Τους κατηγορεί για έλλειψη ενός δεόντως στρατηγικού προσανατολισμού, δηλαδή, ενός προσανατολισμού υλοποίησης όσων «χρειάζεται να γίνουν προκειμένου να προετοιμάσουν εκείνους τους τύπους υποκειμένων που θα μπορούσαν να αναλάβουν κομμουνιστικοποιητική δράση».5 Για τον Toscano, υπάρχει πολλή προπαρασκευαστική δουλειά που πρέπει να γίνει: για παράδειγμα, χρειάζεται να βρούμε πώς δεν θα μελετάμε την υποδομή των logistics ως κάτι που χρειάζεται να κατεδαφιστεί, αλλά, αντίθετα, ως χώρο «αντικαπιταλιστικών λύσεων».6 Από τη στιγμή που το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης δεν μπορεί να συλλάβει με θετικό τρόπο την έξοδο από την καπιταλιστική κοινωνία (δηλαδή, με τρόπο άλλο από την αφηρημένη άρνησή της), ο Toscano αποκαλεί αυτή την οπτική «αμετάβατη πολιτική» και τη συνδέει, ως σύμπτωμα, με την έλλειψη στρατηγικής σκέψης.7 Βάζοντας αυτήν την ταμπέλα, ο Toscano παραλείπει δύο ιδέες, μία που αφορά τη μετάβαση από την επανάσταση στον κομμουνισμό («η μεταβατική κατάσταση»), και μια άλλη που αφορά τη μετάβαση από τους σημερινούς αγώνες στην επανάσταση («μεταβατικά αιτήματα»). Σχετικά με το τελευταίο, είναι φυσικά αλήθεια πως η επανάσταση δεν θα πέσει από τον ουρανό. Δεν θα έρθει από το πουθενά και ξάφνου θα είναι παντού. Αν η επανάσταση είναι να αναδυθεί, αυτό θα το κάνει μόνο ως απάντηση στα όρια που συναντούν οι τρέχοντες αγώνες, στην πορεία της εξέλιξής τους. Η ρήξη οφείλει να είναι μια παραγόμενη ρήξη. Αυτή είναι η «μεταβατική» θέση που το Endnotes έχει προτείνει από τη σύλληψή του ως εγχειρήματος.
Όμως αυτή η θέση είναι ακριβώς εκείνη που ο Toscano απορρίπτει. Γιατί ο Toscano δεν βλέπει πώς είναι δυνατό η επανάσταση να αναδυθεί από τα όρια των σημερινών αγώνων. Δεν μπορεί να εναποθέσει «ολόκληρη την πίστη του σε ένα είδος μάθησης-μέσω-της-πράξης το οποίο μοιάζει αδικαιολόγητα αδιάφορο απέναντι στα πελώρια εμπόδια στον δρόμο προς την κατάργηση του κεφαλαίου». όσον αφορά αυτή την κατάργηση, «δεν μπορεί να επινοηθεί καθ’ οδόν». και ξανά, «το μονοπάτι δεν ανοίγει προχωρώντας».8 Προφανώς, το μονοπάτι θα πρέπει να ανοιχτεί από άτομα που είναι ικανά –με κάποιον τρόπο– να χαράξουν από πριν τον δρόμο που θα πάρουν οι προλετάριοι. Εισερχόμαστε εδώ στον πανούργο κόσμο των στρατηγιστών.
Στο «Αυτενέργεια, Μεσολάβηση, Ρήξη», σε αυτό το τεύχος, αποπειρόμαστε να συλλάβουμε εκ νέου τη σχέση ανάμεσα στον αγώνα και την επανάσταση μέσα από μια αναδιατύπωση ορισμένων κεντρικών εννοιών από την ιστορία της επαναστατικής θεωρίας. Είναι απαραίτητη μια ανοικτού τύπου προσέγγιση όσον αφορά τον αγώνα, η οποία δεν θα είναι ούτε απερίσκεπτα απορριπτική ούτε και αφελώς καταφατική. Η ταξική πάλη δεν συνιστά απλώς το πεδίο μιας σπασμωδικής αντίδρασης στις απαιτήσεις του κεφαλαίου, αλλά τον τόπο όπου οι αντιφάσεις του καπιταλισμού εκδηλώνονται με τρόπους εμμενείς στην προλεταριακή εμπειρία. Είναι μόνο καθώς οι αγώνες εντείνονται που μπορούν τα στρατηγικά ερωτήματα μιας εποχής να διατυπωθούν και να απαντηθούν με έναν συγκεκριμένο τρόπο. είναι μόνο εδώ που οι τακτικές, οι στρατηγικές και οι μορφές οργάνωσης –ακόμα και το ίδιο το νόημα του κομμουνισμού– μπορούν να πάρουν συγκεκριμένη μορφή. Οι στρατηγικές αναδύονται ως απαντήσεις στα ειδικά όρια μιας αλληλουχίας αγώνων. Δεν μπορούν να επιβληθούν από έξω.[ Ο Toscano θεωρεί την οπτική μας αφηρημένη (στην «αδιαλλαξία» της και την αγωνία για «πολιτική καθαρότητα»), αλλά είναι ο ίδιος που θέτει το πρόβλημα της επανάστασης με έναν αφηρημένο τρόπο, υπονοώντας πως θα μπορούσε να βρεθεί μια λύση σε στρατηγικά προβλήματα σε αφαίρεση από τους συγκεκριμένους τρόπους με τους οποίους αυτά τα προβλήματα προκύπτουν στην πορεία των πραγματικών αγώνων.]
6 ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ
Το Endnotes 3, λοιπόν, προσπαθεί να σμιλέψει εργαλεία με τα οποία να μιλήσει για τους τωρινούς αγώνες – με τους δικούς τους όρους, φέρνοντας στο φως όλες τις αντιφάσεις και τα παράδοξά τους, και όχι θάβοντάς τα. Το ερώτημα παραμένει, πώς αυτοί οι αγώνες σχετίζονται με την επανάσταση; Εδώ, επιμένουμε: η επανάσταση συνιστά μια πιθανή έκβαση των αγώνων σήμερα, αλλά μόνο ως κομμουνιστικοποίηση. Κι αυτό γιατί η επανάσταση θα πρέπει να είναι η κατάργηση της αξιακής μορφής, καθώς αυτή η μορφή δεν αποτελεί πλέον έναν βιώσιμο τρόπο να οργανώνουμε την ύπαρξή μας. Η άμεση ανθρώπινη εργασία αντιστοιχεί σε ένα μειούμενο τμήμα της κοινωνικής παραγωγής, ενώ μια επιβλητική μάζα τεχνολογιών και υποδομών, που καταστρέφει τις οικολογικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης ζωής στη γη, μας αντιπαρατίθεται ως η κύρια δύναμη της κοινωνικής ζωής. Παρ’ όλα αυτά, η αγορά και η πώληση της εργασίας ακόμα δομούν κάθε πτυχή της ζωής μας και το κεφάλαιο παραμένει ο κύριος τρόπος αλληλεπίδρασης ανάμεσά μας. Πώς θα μπορούσαμε άραγε να προχωρήσουμε χωρίς αυτό; Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις – ιδίως λαμβάνοντας υπόψη πως η αναπαραγωγή του καθενός μας, σήμερα, εξαρτάται από έναν παραγωγικό μηχανισμό εξαπλωμένο σε όλες τις ηπείρους. Το ερώτημα της επανάστασης εντούτοις τίθεται ακόμα –αναγκαστικά αφηρημένα και κατ’ εικασίαν– από τον αντιφατικό χαρακτήρα της κεντρικής σχέσης γύρω από την οποία η κοινωνία περιστρέφεται. Και αυτό το ερώτημα μπορεί να ξεκινήσει να συγκεκριμενοποιείται μόνο μέσα στους ίδιους τους αγώνες.
Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τους φίλους του κεραυνοβόλου κομμουνισμού, και δημοσιεύτηκε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 2015. Το pdf της έκδοσης είναι διαθέσιμο εδώ